Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ"

ΕΝΑ ΘΑΝΑΤΟΣ ΓΕΜΑΤΟΣ ΦΩΣ!

Ἕνας θάνατος γεμάτος φῶς!

 .                Ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν φωτισμένο πολυέλαιο τῆς ἐκκλησίας τοῦ κοιμητηρίου αὐτὴ τὴν ὥρα ­βρίσκεται ἀνοικτὸ τὸ φέρετρο μὲ νεκρὴ τὴν ἀείμνη­στη πλέον Ἐλπινίκη. Μὲ τὰ χέρια της σταυρωμένα. Μὲ τὰ μάτια της κλειστὰ καὶ μὲ μειδίαμα ἐλπίδος ἀναστάσεως ζωγραφισμένο στὰ χείλη της. Στολισμένη μὲ ἄνθη ὁλόλευκα καὶ εὐωδιαστά. Μὲ λαμ­πάδα ὑψωμένη δίπλα της νὰ καίει, καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ τοποθετημένη μὲ εὐλάβεια στὸ σῶμα της.
.                 Ἡσυχία ἀπόλυτη! Κόσμος γιὰ τὴν ἡλικία της πολύς. Ὅλοι σιωπηλοί. Μᾶλλον προσ­ευχόμενοι, περίμεναν νὰ ἀνοίξει ἡ Ὡραία Πύλη νὰ ἀρχίσει ἡ ἐξόδια Ἀκολουθία. Καὶ ἐγὼ δὲν χόρταινα νὰ ἀπορροφῶ τὴ γαλήνη ἐκείνης τῆς ὥρας μέσα στὸ ἱλαρὸ φῶς τοῦ ἀπογευματινοῦ ἥλιου ποὺ ἔμπαινε ἀπὸ τὰ πολύχρωμα παράθυρα, μεταμορφώνοντας τὸ Ναὸ σὲ χῶρο ὑπερκόσμιο.
.                   Ὄρθιος, ἀκλόνητος ἐπὶ ὥρα στεκόμουνα… Ἡ Ἀκολουθία εἶχε ἀρχίσει. Τὰ αὐτιά μου γαλήνευαν μὲ τοὺς ἤχους τῶν τροπαρίων. Τὰ μάτια μου κοιτοῦσαν συνεχῶς βουρκωμένα τὴ μακαρία νεκρή. Καὶ ὁ νοῦς μου ταξίδευε στὶς μεγάλες ὧρες τῆς διακονίας ποὺ ζήσαμε μαζὶ μὲ τὴν ἁπλὴ νοσηλεύτρια… Στὶς ὧρες τῆς νύχτας καὶ τῆς ἡμέρας, ὅπου δὲν ἔπαυε αὐτὴ ἡ γυναίκα, ἡ νοσηλεύτρια τοῦ χειρουργείου, σὰν ἄγγελος ἁπαλὸς ἀλλὰ καὶ ἀεικίνητος νὰ μοῦ συμπαρίσταται σὲ κάθε λεπτὸ στὰ ἀτέλειωτα χειρουργεῖα. Μὲ πόση ἀκρίβεια μετροῦσε ἕνα – ἕνα τὰ ἐργαλεῖα καὶ τὶς γάζες ποὺ μᾶς ἔδινε, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ξανὰ νὰ γυρίσουν στὰ χέρια της.
.                   Κάποτε εἴχαμε ξεχάσει στὸ χειρουργημένο θώρακα τοῦ ἀρρώστου μία γάζα. Πῶς μᾶς ἔσωσες τότε; Μὲ πόσο αὐστηρὸ τόνο τὴν ὥρα ἐκείνη ἐπανελάμβανες: «Μοῦ λείπει μία γάζα, μοῦ λείπει μία…» Ναί, ἀδελφὴ Ἐλπινίκη, προέβλεπες καὶ ἔσωζες μὲ τὸ ἄγρυπνο μάτι σου. Ξέραμε πὼς κάθε σου λεπτὴ καὶ διακριτικὴ κίνηση εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπιτυχία. Δὲν θυμᾶμαι ποτὲ νὰ ἀστόχησες σὲ κάτι. Καὶ στὰ διαλείμματα τὰ μικρὰ τῶν μακρῶν χειρουργείων εἶχες πάντα μαζί σου ἀπὸ τὸ σπίτι ἕτοιμο νὰ μᾶς προσφέρεις ἕναν καφέ, ἕνα τόστ, ἕνα χυμὸ γιὰ μιὰ ἀνάσα… Καὶ πάλι μαζὶ νὰ συνεχίσουμε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἑνός! Νὰ τὴ σώσουμε.
.                 Σὰν ἀστραπὴ πέρασαν τοῦτες οἱ σκέψεις. Ἡ Ἀκολουθία συνεχιζόταν. Μετέφερα τὸ νοῦ μου τώρα στὰ ψάλματα. Πρώτη φορὰ ἔνιωθα ἔτσι τὰ τροπάρια. Προσπα­θοῦσα νὰ τὰ ἑρμηνεύσω. Μιλοῦσαν γιὰ τὴ ματαιότητα τῶν ἐπιγείων, γιὰ τὸ ἔ­­­λεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ἀκούσματα γιὰ μένα τόσο πρωτό­­γνωρα ἀλλὰ καὶ τόσο δυνατά. Καὶ στὸ τέλος, πρὶν ἀσπασθοῦμε μὲ σεβασμὸ τὸ χέρι τοῦ ἐπίγειου αὐτοῦ ἀγγέλου, δύο λόγια ἀ­­­­πὸ ἕναν ἄγνωστο ἱερέα ποὺ ἔλεγαν:
.                  «Ἐλπινίκη! Μιὰ ἀδελφὴ ­νοσηλεύτρια ποὺ ἔλιωσε σὰν λαμπάδα ­ἀναμμένη στὸ βωμὸ τοῦ χρέους, στὴ νοσηλεία τῶν ἀρ­­ρώστων. Μιὰ ἀδελφὴ ­νοσηλεύτρια ποὺ ἀντλοῦσε τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης της ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Κύριο, τὸν Ὁ­ποῖο λάτρευε μὲ ὅλη της τὴν ψυχὴ καὶ μὲ ὅλη της τὴν καρδιά. Μιὰ ἀδελφὴ ­νο­σηλεύτρια ποὺ ὁδήγησε στὸ Χριστὸ πλῆθος ἀσθενῶν. Ποὺ δὲν δίσταζε στὸ ­προσκεφάλι κάθε ­χειρουργημένου μαζὶ μὲ τὸ χάδι τῆς στορ­γῆς της νὰ ρίχνει καὶ τὸ βάλσαμο τῆς παρηγοριᾶς ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου. Πόσους δὲν ­ὁδήγησε ἡ ἀδελφὴ Ἐλπινίκη στὴν ­Ἐξομολόγηση! Στὴ λύτρωση! Στὴ ­σωτηρία!… Πόσους ἀπὸ αὐτοὺς ἄραγε δὲν θὰ συν­άντησε στὸν οὐρανὸ ἡ ὁσία της ψυχή, πόσους!…»
.                  Τ’ ἄκουγα αὐτὰ συγκλονισμένος. Ὄχι μόνο μὲ τὰ αὐτιὰ τοῦ σώματος ἀλλὰ πιὸ πολὺ μὲ τῆς ψυχῆς. Καὶ τὰ μάτια μου βουρκωμένα καὶ κλειστά, σφαλισμένα. Εἶχα σκύψει τὸ κεφάλι, γιατὶ δὲν ἄντεχα νὰ μὲ βλέπει κανένας, καθὼς δεχόμουνα τὸν ἱερὸ συγκλονισμὸ τῆς ­παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Πρώτη φορὰ ἔνιωθα νὰ σπάζει ἡ σκληρὴ ψυχή μου, καὶ ἕνα ρίγος πρωτόγνωρο γιὰ μένα νὰ διαπερνᾶ τὸ κορμί μου!… Αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ἄγγιγμα Θεοῦ, σκεφτόμουνα. Τ’ ἄκουγα τὰ λόγια τοῦ ἀγνώστου σὲ μένα ἱερέα. Μοῦ φάνηκε κάποια στιγμὴ πὼς ἄκουγα τὴν ἴδια τὴ φωνὴ τῆς ἀδελφῆς Ἐλπινίκης, ποὺ μοῦ εἶχε πεῖ κάποτε:
–Κύριε καθηγητά, πότε θὰ ἐπισκεφθεῖ­τε τὸ πνευματικὸ χειρουργεῖο; Στὸ ἐξομολογητήριο ὁ χειρουργός, ὁ μεγάλος Ἰατρός, ὁ Χριστός, μὲ νοσηλευτὴ τὸν Πνευματικό, μᾶς περιμένει ὅλους. Πότε;…
.                  Ἔπρεπε νὰ πεθάνεις, ἀδελφὴ Ἐλπινί­κη, γιὰ νὰ προσέξω τὴ φωνή σου. Κα­θὼς κοιτῶ γιὰ τελευταία φορὰ τὴ φωτισμένη σορό σου, σοῦ ὑπόσχομαι, θὰ τὸ δοκιμά­σω τὸ δικό σου χειρουργεῖο ποὺ τό­σο ἀ­­γαποῦσες. Σήμερα διαπίστωσα ἀπὸ ποῦ ἔπαιρνες χάρη καὶ δύναμη νὰ νικᾶς. Καὶ καινούργια κάθε μέρα νὰ μᾶς προφθαίνεις καὶ νὰ μᾶς ὑπηρετεῖς. Καὶ νὰ ἔ­­­χεις τόσο φῶς, ποὺ νὰ σὲ λούζει ­ἀκόμα καὶ στὸ θάνατο. Αἰωνία νὰ εἶναι ἡ μνήμη σου, μεγάλη μας ἀδελφὴ καὶ ­πνευματική μας μητέρα Ἐλπινίκη! Τὸ ὄνομά σου τὸ ἔκανες πράξη. Μὲ τὴν ἐλπίδα σου στὸ Χρι­στὸ νίκησες. Καὶ ἐμᾶς μᾶς νίκησες καὶ μᾶς κέρδισες, μακαρία Ἐλπινίκη.
.                  Ὁ ἥλιος ἔδυε, κι οἱ καθαρὲς ἀνταύγειες τῶν ἀκτίνων του ἔκαναν σπάνιο τὸ τοπίο τοῦ ἀθηναϊκοῦ οὐρανοῦ. Ἡ ὥρα εἶχε περάσει. Ἔπρεπε νὰ βιαστῶ γιὰ τὸ ἀεροδρόμιο. Ἡ ἀναχώρηση γιὰ τὴ Βοστώνη ἦταν στὶς 9.20΄ τὸ βράδυ. Οἱ ἀσθενεῖς μὲ περίμεναν. Αὔριο θὰ μ’ ­ἔβλεπαν δια­φορετικό. Στὸ χειρουργεῖο τοῦ ­Νοσο­κο­μείου μου θὰ ἔχω τὴ φωτογραφία τῆς μεγάλης μορφῆς τῆς Ἐλπινίκης. Καὶ στὴν καρδιά μου χαραγμένα τὰ λόγια καὶ τὴ ζωή της.
.                  Πόσο σὲ ἀγαπῶ, Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα, Πατρίδα μου, ποὺ μᾶς φανέρωσες τόσο φῶς!

ΠΗΓΗ: osotir.org

,

Σχολιάστε

«Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΟΜΙΛΕΙ ΩΣ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΗΣΥΧΑ, ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΑ, ΣΤΕΡΕΑ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΟΙΚΕΙΑ»

Μαρτυρία Πρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καλλιανο
περ Γέροντος Παϊσίου.

ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ
Πρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καλλιανοῦ 

 Στὸν παπα-Διονύσιο Τάτση καὶ στὸν Γέροντα Μωϋσῆ(†) τὸν Ἁγιορείτη, εὐχαριστία

.            Τὸν Γέροντα Παΐσιο εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν γνωρίσω ἀπὸ δύο ἀδελφοὺς καὶ πατέρες. Τὸν ὀσιολογιώτατο μοναχὸ καὶ Λόγιο Ἁγιορείτη, τὸν π. Μωϋσῆ, στοῦ ὁποίου τὴ φιλόξενη καλύβι, τὴν κειμένη ἀπέναντι ἀπὸ τὴν καλύβη τοῦ ὁσίου Γέροντος, πάλιν καὶ πολλάκις εἶχα ἀβραμιαίως φιλοξενηθεῖ, καὶ ἀπὸ τὸν ἀκρίτα ἱεροδιδάσκαλο καὶ λόγιο, τὸν π. Διονύσιο Τάτση ὕστερα ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ θαυμάσιου βιβλίου του, «Ἀθωνικὸ Ἡμερολόγιο». Καὶ λέω ὅτι τὸν γνώρισα, γιατί αὐτοὶ οἱ δύο ἀδελφοὶ μὲ προέτρεψαν νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ, τόσο μὲ τὸν γαλήνιο καὶ πειστικὸ λόγο του ὁ πρῶτος, ὅσο καὶ μὲ τὰ γραφόμενά του ὁ δεύτερος. Οἱ ἡμέρες κατὰ τὶς ὁποῖες ἐπισκέφθηκα τὸν Γέροντα ἦταν καὶ τὶς δύο φορὲς θερινές, κάπου σιμὰ στὶς ἀρχὲς τοῦ Σεπτεμβρίου, τὴν πρώτη φορά, καὶ στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου ἡ ἑπομένη, σὲ ὧρες ἀπομεσήμερες, δροσερές. Τὸ σημειώνω δὲ αὐτό, γιατί θέλω νὰ θυμίσω στὸν ἀναγνώστη μου καί, στὸν πιὸ τακτικὸ ἀπὸ τὸν ὑποφαινόμενο, ἐπισκέπτη τοῦ Γέροντα, ἐκεῖνο τὸ ἀπέριττο, ἀλλὰ τόσο ἑλκυστικὸ «ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι».
.            Ὁ καλὸς Γ. Μωυσῆς μοῦ ἔδειξε τὸ μονοπάτι ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὴν καλύβη του πρὸς τὸ χείμαρρο, τὸν ὁποῖο περνοῦσες μὲ μία λιτὴ ξύλινη γέφυρα. Μετὰ ἀνηφόριζες κι ἔφτανες στὸ συρματοπλεγμένο χῶρο τῆς Παναγούδας.
.            Ἡ ἀπόσταση ἦταν σχετικὰ μικρὴ. Ἡ ἀγωνία μονάχα μεγάλωνε, καθὼς τὰ προβλήματα ποὺ πίεζαν ἐκεῖνες τὶς μέρες τὴν ψυχὴ εἶχαν σχηματίσει μέσα μου ἕνα περίεργο κουβάρι, ποὺ ἐξ ἅπαντος ἤθελε ξεμπέρδεμα.
.            Στὸ δρόμο θυμόμουν τὰ ὅσα εἶχε γράψει ὁ παπα – Διονύσιος στὸ «Ἡμερολόγιο», τὸ ὁποῖο μάλιστα εἶχα διαβάσει στὴν Χαλκίδα, ὅπου μὲ συντρόφευε ἕνα χειμωνιάτικο βράδυ καί, γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, μοῦ ξαπόστασε πολὺ τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ μοῦ κίνησε τὴν περιέργεια, ὥστε, ὅταν βρεθῶ στὸ Ὄρος, νὰ πάω νὰ συναντήσω τὸν Γέροντα. Ὅπως ἔγινε μὲ τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας καὶ τὴν προτροπὴ τοῦ Γ. Μωϋσῆ. Πόσο τὸν εὐγνωμονῶ, αὐτὸν τὸν φιλότιμο μοναχό!
.            Ἡ πρώτη αὐτὴ ἐπίσκεψη, ἐπίσκεψη γνωριμίας, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση πὼς τὸν Γέροντα τὸν γνώριζα πολλὰ χρόνια. Ἁπλός, καταδεκτικός, χωρὶς σιδερωμένο ζωστικὸ καὶ ἐπιτηδευμένο ὕφος ἀκούει ὅ,τι τοῦ λὲς καὶ χαμογελᾶ. Ὄχι, δὲν εἶναι τὸ χαμόγελό του φτιασιδωμένο ἡ «προετοιμασμένο», οὔτε φορᾶ τὴ μάσκα τῆς εἰρωνείας ἢ τοῦ καθωσπρεπισμοῦ τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ σὲ φέρει σὲ ἀδιέξοδο καὶ νὰ ἐκτραπεῖ ἡ κουβέντα. Ὁ Γέροντας ὁμιλεῖ ὡς τὸ μικρὸ παιδὶ ἥσυχα, παραμυθητικά, στέρεα καὶ πιὸ πολὺ οἰκεῖα. Γίνεται ὁ δικός σου ἄνθρωπος ἀμέσως, καταργώντας σὲ ἐλάχιστο χρόνο τὶς χαώδεις ἀποστάσεις. Γι᾽ αὐτὸ καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς κουβέντας τοῦ ἀνοίγεσαι. Καὶ μὲ τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ παρατηρεῖς ὅτι γίνεσαι ξαφνικὰ ὁ προσεκτικὸς ἐρευνητὴς τῆς ψυχῆς σου, στὴν ὁποία, στὴ συνέχεια, ὁδηγεῖς μέσα της τὸν Γέροντα, δείχνοντάς του τὶς σκοτεινὲς πλευρές της, ἀλλὰ καὶ τὰ γρανιτώδη ἐμπόδια, ὥστε νὰ εἰσέλθει τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὰ καταυγάσει ὅλα. Ἐκεῖνος ἀκούει προσεκτικά, παίζει στὰ χέρια του κάποιο ἀντικείμενο καὶ σὲ ἀνύποπτο χρόνο, ὅταν ἀνεβαίνει τὸ θερμόμετρο τῆς ψυχοσωματικῆς κόπωσης, σὲ διακόπτει. Ξέρει γιατί. Γιὰ ν’ ἀποφορτίσει τὴ συζήτηση. Γιὰ νὰ πάρεις νέο ὀξυγόνο στὰ πνευμόνια σου, νὰ λαμπικαριστεῖ ὁ ἐγκέφαλος καὶ νὰ βρεῖ ἡ καρδιά σου τὸ χαμένο της μονοπάτι: τῆς παραμυθίας καὶ τῆς εἰρήνης.
.             Ὅμως πολὺ μάκρυνε ὁ θεωρητικός μου λόγος κι ἴσως νὰ μὴν προφτάσω νὰ καταθέσω τὶς προσωπικές μου ἐμπειρίες, τὶς ὁποῖες ἔχω καταγράψει στὸ σημειωματάριό μου καὶ τώρα τὶς προσφέρω, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπεξεργασμένες. Χωρὶς φυσικὰ νὰ διεκδικῶ τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὶς εὐχὲς καὶ πρεσβεῖες τοῦ Γέροντα.
.             Παρασκευὴ 3 Σεπτεμβρίου 1992. Ὥρα 5 ἀπογευματινή. Τὰ μεγάλα δέντρα σκιάζουν τὸν τόπο στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι. Εἴμαστε ἀρκετοὶ καὶ περιμένουμε. Μεταξὺ αὐτῶν κι ἕνας ἀνώτερος δικαστικὸς μὲ τὸ γιό του. Εἶχαν χάσει τὸ δρόμο τους, ἔπεσαν σὲ κάποιο μονοπάτι, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τραυματιστεῖ ὀ πατέρας, ὁ ὁποῖος καὶ περίμενε τὴ σειρά του, γιατί ὁ γιός του, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ κάποιο ψυχικὸ νόσημα μόνο στὸ πρόσωπο τοῦ παππούλη, ἔτσι ἔλεγε τὸν Γέροντα, ἔβλεπε τὸν δικό του ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μόνον ἐκεῖνον ἄκουγε, ἐκεῖνον ἐμπιστευόταν, ἀπ᾽ αὐτὸν περίμενε τὸν λόγο – πυξίδα, γιὰ νὰ πλεύσει σ᾽ τοῦ βίου τὴν θάλασσα. Καὶ ἐκεῖνος ὁ καλὸς πατέρας ὑπέμενε καὶ περίμενε, ἂν καὶ τραυματισμένος, ἀγόγγυστα τὴ σειρά του, γιατί ἤξερε ποῦ βρισκόταν καὶ τί ἤθελε.
.             Ἡ σειρά μου ἦλθε ὔστερα ἀπὸ ὥρα. Νύχτωσε κιόλας. Ἴσκιοι μαζεύονταν ἐκεῖ γύρω. Ὅμως ἡ καλὴ συντροφιὰ τῶν ἀγνώστων φίλων, ἠ καλύβη τοῦ γ. Μωϋσῆ ποὺ ἀντίκριζα πιὸ πάνω, ἠ χαριτωμένη μορφὴ τοῦ Γέροντα καὶ γενικὰ ἡ εὐκατάνυκτη ἀτμόσφαιρα, ἐξουδετέρωναν κάθε ἀνησυχία.
.             Ὅταν τοῦ μίλησα γιὰ τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα μὲ ἀπασχολοῦσαν, στὰ χέρια του ἔπαιζε ἕνα φακὸ μπαταρίας, καινούργιο καὶ πρωτότυπο. Σὲ κάποια στιγμὴ στάθηκε καὶ μὲ κοίταξε. Καὶ μὲ ὕφος φυσικὸ μοῦ εἶπε πολὺ ἁπλά: – Τὸν θέλεις; – Ἔχω, Γέροντα, τοῦ εἶπα καὶ τοῦ ἔδειξα τὸν δικό μου. Αὐτὴ δὲ τὴ διακοπὴ ἀργότερα τὴν κατάλαβα, γιατί τὴν εἶπε. Μὲ ἀποφόρτισε ἀπὸ τὴν ἀγχωτικὴ κατάσταση, στὴν ὁποία βρισκόμουν. Μὲ ἄφησε νὰ ἠρεμήσω κι ἀμέσως μοῦ μίλησε λέγοντας περίπου τὰ ἑξῆς: «Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν δίκιο θέλουν καὶ καλὰ καὶ σώνει νὰ ἔχουν ὅλο τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος τους. Κι ἂν δὲν τοὺς φτάνει, τότε δὲν γυρεύουν τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πηγαίνουν στὰ κοσμικὰ δικαστήρια νὰ τὴ βροῦν. Ὅποιος δὲ μᾶς πειράξει, νὰ μὴ λέμε ποτέ, “ὁ Θεὸς νὰ τὸν πληρώσει”, γιατί ὁ Θεὸς πληρώνει πολὺ ἀκριβά. Ἁπλῶς νὰ συγχωροῦμε καὶ νὰ μὴ μιλᾶμε πολύ. Ὁ Θεός, σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ σιωπᾶ, μιλάει περισσότερο καὶ τὸν εὐεργετεῖ».
.             Ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὸ πρόβλημά μου, γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν παρακάλεσα νὰ προσευχηθεῖ, γιατί βρισκόμουν σὲ μεγάλη ἔνταση ἐκεῖνον τὸν καιρό, σύντομα πέρασε καὶ λύθηκε. Τὸ λέω αὐτὸ μὲ βαθύτατη συγκίνηση καὶ τὸ ἐμφανίζω γιὰ πρώτη φορά, μία καὶ τό ᾽φερε ἡ περίσταση νὰ γράψω γιὰ τὴν ὁσιακὴ αὐτὴ μορφὴ τῶν καιρῶν μας. Πάντως, κι ἔτσι λέω νὰ κλείσω μ᾽ αὐτό, στὸ νοῦ μέχρι σήμερα ἔμεινε ὁ σημαδιακός του λόγος «Ἔ, καὶ νὰ μὴ σκέφτεσαι πάντα τὴν καταστροφή…». Δὲν ἦταν τυχαῖος ὁ λόγος ἐκεῖνος οὔτε καὶ χωρὶς τὴ σημασία του. Γιατί ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια ὅλο καὶ πιὸ πολὺ διαπιστώνω αὐτή μου τὴν ἀτέλεια, τὴν ὁποία δὲν κρύβω, ὡστόσο πασχίζω νὰ ὑπερβῶ βάζοντας στὴ ζυγαριὰ τῆς συνείδησής μου τὸν στερνὸ τὸ λόγο ποὺ μοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, ὅταν τὸν συνάντησα τὴ δεύτερη καὶ τελευταία φορὰ (Παρασκευὴ 16 Ἰουλίου 1993), γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσω καὶ νὰ τοῦ ζητήσω νὰ εὐχηθεῖ, ὥστε νὰ μὴ σκέφτομαι ἢ νὰ ἐνεργῶ ἀρνητικά.
.             «Ὑπομονή. Ὁ Χριστὸς κάνει τόση ὑπομονὴ ἀκούγοντας τόσα δισεκατομμύρια ἀνθρώπων, ὁπού ὁ κάθε ἕνας ἔχει τὸ παράπονό του. Ὑπομονὴ καὶ προσευχή».
.             Αὐτὰ μοῦ εἶπε. Ἀργότερα, ὅταν ἔμαθα πὼς τὴν ὥρα ποὺ μᾶς παραμυθοῦσε καὶ ἐνίσχυε, ἦταν βαριὰ ἄρρωστος, πραγματικὰ ντράπηκα. Γιατί κατάλαβα πὼς τὴν πραγματικὴ ὑγεία ἐκεῖνος τὴν εἶχε, καθὼς καὶ τὴν ἀντοχή. Ἐμεῖς, μόνο τὶς δικαιολογίες καὶ τὶς ὑπεκφυγὲς μας κουβαλούσαμε, ο γιες ρρωστοι κα μπερδεμένοι σ πλθος μεριμνῶν.
.           Μὲ βαθύτατο σεβασμὸ γονατίζω στὸν τάφο του καὶ προσεύχομαι, ὅπως ἕνα πλῆθος φιλόθεων ψυχῶν, ποὺ περισσῶς ἔλαβαν τὶς εὐεργεσίες του.
.           Εὔχου, Γέροντα, ὅπως τότε, ὅπως πάντα… Τὸ ξέρεις πόση ἀνάγκη τό ᾽χουμε….

Πρεσβύτερος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ

ΠΗΓΗ: gero-paisios.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

Ο ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΛΙΘΟΣ

diamonds600_01_66438_O3025YὉ πολύτιμος λίθος 

.             Μία σοφὴ γυναίκα, ποὺ ταξίδευε στὰ βουνά, ἀνακάλυψε τυχαία σὲ ἕνα ρέμα ἕναν πολύτιμο λίθο. Κοντοστάθηκε, τὸν μάζεψε καὶ συνέχισε τὸ δύσκολο ταξίδι της.
.             Τὴν ἑπόμενη μέρα συνάντησε ἕναν ἄλλο ταξιδιώτη πεινασμένο καὶ ἐξαντλημένο. Ἡ γυναίκα βλέποντάς τον ἔτσι ταλαιπωρημένο, ἀποφάσισε νὰ μοιραστεῖ μαζί του τὸ φαγητό της. Καθὼς ὅμως ἄνοιξε τὸ σακκίδιό της, ὁ ταξιδιώτης εἶδε τὸν πολύτιμο λίθο καὶ ἐντυπωσιάστηκε. Παρακάλεσε λοιπὸν τὴ γυναίκα νὰ τοῦ τὸν χαρίσει.
.             Ἐκείνη χωρὶς δισταγμὸ ἢ δεύτερες σκέψεις πῆρε τὸν πολύτιμο λίθο καὶ τοῦ τὸν ἔδωσε. Ὁ ταξιδιώτης ἔφυγε ἐνθουσιασμένος, μακαρίζοντας τὴν καλή του τύχη. Αὐτὸς ὁ λίθος ἦταν ἀνεκτίμητης ἀξίας καὶ θὰ τὸν ἐξασφάλιζε γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του. Κι ἄρχισε νὰ κάνει σχέδια γιὰ τὸ μέλλον του ποὺ διαγραφόταν λαμπρό, γεμάτο ἀνέσεις καὶ πολυτέλειες. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες ὅμως ἐπέστρεψε ἀναζητώντας τὴ σοφὴ γυναίκα.
.             «Σκέφτηκα πολὺ αὐτὲς τὶς μέρες», ὁμολόγησε μόλις τὴ βρῆκε. «Ξέρω πόσο πολύτιμος εἶναι ὁ λίθος πού μου χάρισες. Θὰ μποροῦσα μὲ τὴ βοήθειά του νὰ ζήσω μία ἄνετη, παραμυθένια ζωή. Παρόλα αὐτὰ δὲν τὸν θέλω. Ἀποφάσισα νὰ σ᾽ τὸν ἐπιστρέψω μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ μοῦ δώσεις κάτι ἄλλο, κάτι πραγματικὰ πολύτιμο. Δῶσε μου κάτι ποὺ ὑπάρχει μέσα σου, δῶσε μου αὐτὸ ποὺ σὲ ἔκανε νὰ μοῦ χαρίσεις τὸν λίθο».

 

 

 

Σχολιάστε

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Ἀληθινὴ ἱστορία) «“Μὴν ἀφήσεις Παναγία μου νὰ πεθάνω πρὶν παραδώσω σὲ χέρια σίγουρα τὴν εἰκόνα σου”, προσευχόμουνα συνέχεια».

φύλακας τς εκόνας τς Παναγίας
(
ληθιν στορία)!

.           Ὁ γέρο Χαραλάμπης ἔζησε τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του μὲ τὴν νοσταλγία τῆς χαμένης του πατρίδας. Σκεφτόταν συνέχεια τὸ ὄμορφο χωριό του κοντὰ στὴν Προῦσα καὶ τὰ μάτια του βούρκωναν. Μ’αὐτὸν τὸν καημὸ ἔφυγε γιὰ τὴν ζωή.
.           Συχνὰ ἔπαιρνε στὴν ἀγκαλιά του τὸν ἐγγονό του τὸν Μπάμπη, καὶ τοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸ χωριό του. Τοῦ περιέγραφε πῶς ἦταν ἡ ἐκκλησία, τὸ σχολεῖο ποὺ ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα, τὴν πλατεία ποὺ ἔπαιζε. Μὲ μεγάλη λεπτομέρεια τοῦ περιέγραφε τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκε, παντρεύθηκε, ἀπέκτησε τὰ παιδιά του. Ὁ Μπάμπης μεγάλωσε καὶ σπούδασε στὴν Ἀθήνα. Πάντα ὅμως θυμόταν τὸν παππού του….. Καὶ ὅταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε πὼς ἕνα ταξιδιωτικὸ πρακτορεῖο εἶχε ὀργανώσει ἐκδρομὴ στὰ μέρη τῆς Προύσας, θεώρησε χρέος του νὰ ἐπισκεφθεῖ αὐτὸν τὸν τόπο, στὴ μνήμη τοῦ παπποῦ του.
.           Δυνατὴ συγκίνηση κατέλαβε τὸν Μπάμπη, ὅταν βρέθηκε στὸ χωριὸ τοῦ παπποῦ του. Εἶδε πρῶτα τὴν ἐκκλησία, μόνο ποὺ τώρα ἦταν τζαμί. Πλησίασε στὸ καφενεδάκι τοῦ παπποῦ του… ἦταν κλειστό. Καὶ ἡ πλατεία ἐντελῶς παραμελημένη. Κι ἔφτασε μπροστὰ στὸ σπίτι… Μὲ τρεμάμενο χέρι ἔσπρωξε τὴν αὐλόπορτα. Στὰ σκαλοπάτια καθόταν ἕνα γεροντάκι. Σηκώθηκε, μόλις τὸν εἶδε. “Ἔλα παιδί μου, τί θέλεις;” τὸν ρώτησε στὰ τούρκικα… Μὲ τὶς λίγες τούρκικες λέξεις ποὺ εἶχε μάθει ὁ Μπάμπης ἀπὸ τὸν παππού του, προσπάθησε νὰ τοῦ δώσει νὰ καταλάβει πὼς εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ γνωρίσει τὸ χωριὸ τοῦ παπποῦ του. Σὰν τ᾽ ἄκουσε ὁ γέρος τινάχτηκε πάνω. Ἅπλωσε τὰ χέρια καὶ τὸν ἔσφιξε στὴν ἀγκαλιά του…“Καλῶς ὅρισες”, τοῦ εἶπε ἑλληνικά. “Τό ᾽ξερα πὼς θὰ ᾽ρθεῖς καὶ σὲ περίμενα”. Ὁ Μπάμπης τὸν κοίταξε σαστισμένος. Τὸν ἔπιασε ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε σ᾽ ἕνα μικρὸ δωμάτιο στὸ ἐσωτερικό τοῦ σπιτιοῦ.
.             Τὸν ἔβαλε νὰ καθίσει στὴν μοναδικὴ καρέκλα. Σκούπισε ἕνα δάκρυ ποὺ κύλησε στὸ πρόσωπό του καὶ συνέχισε. Γεννήθηκα σ᾽ ἕνα ὄμορφο χωριουδάκι τῆς Μακεδονίας. Οἱ γονεῖς μου ἦταν Μωαμεθανοὶ καὶ στὸ ἐπάγγελμα ἀγρότες. Ἐγὼ ἤμουν τὸ μικρότερο παιδὶ τῆς οἰκογένειας. Ὅταν οἱ ἄλλοι λείπανε ὅλη μέρα στὰ κτήματα, ἐγὼ ἔμενα στὸ σπίτι τοῦ φίλου μου τοῦ Νικολάκη. Πολλὲς φορὲς κοιμόμουνα κιόλας. Οἱ γονεῖς του μ᾽ ἀγαποῦσαν καὶ δὲν μὲ ξεχώριζαν ἀπὸ τὰ παιδιά τους. Ἦταν καλοὶ ἄνθρωποι καὶ πιστοὶ χριστιανοί. Ἐκκλησιάζονταν συχνὰ τὸ βράδυ ὅλη ἡ οἰκογένεια, γονάτιζαν καὶ προσεύχονταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ὅπου ἔκαιγε συνέχεια τὸ καντήλι, καὶ δίπλα τὸ θυμιατήρι, ποὺ σκορποῦσε σ᾽ ὅλο τὸ σπίτι εὐωδία
.           Ὅλα αὐτὰ ἐμένα μ᾽ ἔκαναν νὰ νιώθω δέος. Πολλὲς φορὲς γονάτιζα καὶ ἐγὼ μαζί τους καὶ μιλοῦσα μὲ τὴν Παναγία σὰν νὰ μιλοῦσα μὲ τὴν μάνα μου. Ἡ ψυχή μου τότε γέμιζε γαλήνη.
.             Κάποια μέρα ἡ οἰκογένεια τοῦ Νικολάκη πήγανε σ᾽ ἕνα ξωκκλήσι ποὺ πανηγύριζε. Μὲ πῆραν κι ἐμένα μαζί τους. Παρακολούθησα τὴ Θεία λειτουργία κι ὅταν εἶδα τοὺς πιστοὺς νὰ προχωροῦν πρὸς τὴν Ὡραία Πύλη γιὰ νὰ μεταλάβουν, ἀκολούθησα καὶ ἐγώ. Ὁ πατέρας τοῦ φίλου μου μὲ συγκράτησε.”Όχι ἐσὺ παιδί μου”, μοῦ εἶπε χαμηλόφωνα. “Δεν μπορεῖς νὰ μεταλάβεις, γιατί εἶσαι ἀβάφτιστος”. Τὸν κοίταξα μὲ παράπονο..” “Τότε νὰ βαπτιστῶ”, τοῦ ἀπάντησα.
.           Λίγο ἀργότερα ὁ κὺρ Δημήτρης μοῦ ἐξήγησε πὼς ἀνήκουμε σὲ διαφορετικὲς θρησκεῖες καὶ οἱ γονεῖς μου δὲν θὰ μοῦ ἐπέτρεπαν νὰ βαπτιστῶ. Θὰ μποροῦσα ὅμως νὰ τὸ κάνω, ὅταν γινόμουνα ἐνήλικος κι ἐξακολουθοῦσα νὰ ἔχω τὸν ἴδιο πόθο.
.           Κι ἐγὼ περίμενα τὴν πολυπόθητη ἐκείνη μέρα καὶ συνέχιζα νὰ προσεύχομαι στὴν Παναγία. Δυστυχῶς ὅμως δὲν πρόλαβα νὰ πραγματοποιήσω τὴ μεγάλη μου ἐπιθυμία. Πρὶν ἀκόμα ἐνηλικιωθῶ ἔγινε ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν. Μὲ πῆραν οἱ γονεῖς μου καὶ μὲ φέρανε σὲ τοῦτο ἐδῶ τὸ χωριό.
.             Ἦταν νύχτα καὶ δὲν μπόρεσα νὰ ἀποχαιρετήσω τὸν φίλο μου καὶ τὴν ἀγαπημένη μου ἐκείνη οἰκογένεια. Αὐτό μοῦ στοίχισε πολύ. Μία δύο φορὲς θέλησα νὰ φύγω ἀπὸ τὸ σπίτι. Οἱ γονεῖς μου ἀναγκάστηκαν νὰ μὲ κλειδώσουν σὲ τοῦτο ἐδῶ τὸ δωμάτιο, καὶ συνέχισα νὰ μένω ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια.
.             Ἕνα βράδυ πάνω στὴν ἀπελπισία μου γονάτισα, ὅπως ἔκανε ἡ οἰκογένεια τοῦ Νικολάκη καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακάλεσα τὴν Παναγία νὰ μὲ βοηθήσει νὰ γυρίσω πίσω. Καὶ ξαφνικὰ ἔνιωσα μία ὑπέροχη εὐωδιὰ νὰ πλημμυρίζει τὸ δωμάτιο. Τὸ θεώρησα σὰν ἀπάντηση τῆς Παναγίας στὴν προσευχή μου. Τὴν ἴδια εὐωδία τὴν νιώθω ἀκόμα μέχρι σήμερα, ὅταν τὸ βράδυ προσεύχομαι.
.           Ἀργότερα ἄρχισα νὰ ἀκούω κάποια ἐλαφρὰ χτυπήματα κάτω ἀπὸ τὸ κρεβάτι ποὺ κοιμόμουν. Ἕναν ὁλόκληρο χρόνο δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω τί συνέβαινε, οὔτε ὅμως τολμοῦσα νὰ τὸ πῶ σὲ κάποιον. Βρῆκα τὴν εὐκαιρία κάποια μέρα ποὺ ὅλη ἡ οἰκογένειά μου εἶχε πάει σ᾽ ἕνα γάμο στὸ διπλανὸ χωριὸ κι ἔψαξα μὲ πολὺ προσοχὴ στὸ σημεῖο ἐκεῖνο. Πρόσεξα πὼς κάποια σανίδια δὲν ἐφάρμοζαν ἐντελῶς. Τὰ ἀνασήκωσα μ’ ἕνα αἰχμηρὸ ἀντικείμενο. Εἶδα ἀπὸ κάτω ἕνα μεταλλικὸ κουτί. “Σίγουρα θὰ εἶναι κάποιος κρυμμένος θησαυρός”, σκέφτηκα. Ρίγος μὲ κατέλαβε, ὅταν τὸ ἄνοιξα. Μέσα ὑπῆρχε μία ὁλόχρυση εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἕνα καντῆλι καὶ ἕνα θυμιατήρι ποὺ εὐωδίαζαν. “Σκέφτηκα πὼς οἱ ἄνθρωποι, ποὺ φύγανε ἀπὸ αὐτὸ τὸ σπίτι, ἔκρυψαν τὸν πολύτιμο θυσαυρό τους, γιὰ νὰ μὴν πέσει σὲ βέβηλα χέρια”. Τὸ ἴδιο σκέφτηκα νὰ κάνω καὶ γώ. Νὰ φυλάξω τὴν εἰκόνα μέχρι νὰ βρεθεῖ κάποιος ἀπὸ τὴν οἰκογένεια ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ τὴν παραδώσω. Κι αὐτὸ ἦταν τὸ αἴτημά μου, ὅταν προσευχόμουν κάθε βράδυ στὴν Παναγία. Πέρασαν χρόνια ἀπὸ τότε. Οἱ γονεῖς μου φύγανε ἀπὸ τὴ ζωή. Τ’ ἀδέρφια μου παντρεύτηκαν κι ἔκαναν δικό τους σπιτικό. Ἐγὼ ἔμεινα ἐδῶ μόνος. Φύλαγα τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Δὲν θέλησα νὰ παντρευτῶ, οὔτε νὰ μπεῖ γυναίκα στὸ σπίτι μου. Οἱ συγγενεῖς καὶ συγχωριανοί μου μὲ θεωροῦσαν ἀλλοπαρμένο καὶ δὲν μὲ πλησίαζαν. Αὐτὸ μὲ βόλευε, γιατί δὲν μὲ ἐνοχλοῦσαν. Εἶχα πάντα τὴν Παναγία ποὺ μὲ προστάτευε.
.             Τελευταῖα οἱ δυνάμεις μου ἄρχισαν νὰ μὲ ἐγκαταλείπουν. “Μὴν ἀφήσεις Παναγία μου νὰ πεθάνω πρὶν παραδώσω σὲ χέρια σίγουρα τὴν εἰκόνα σου”, προσευχόμουνα συνέχεια. Καὶ ψὲς τὸ βράδυ πῆρα τὴν ἀπάντησή της. Ἡ εὐωδία σταμάτησε. Μία δροσερὴ αὔρα ἁπλώθηκε στὴν ψυχή μου. Ἔβγαλα τὴν εἰκόνα ἀπὸ τὸ κουτὶ καὶ μοῦ φάνηκε πὼς ἡ Παναγία μοῦ χαμογέλασε. “Κάποιον θὰ στείλει σήμερα νὰ τὴν πάρει”, σκέφτηκα καὶ κάθισα ἀπὸ τὸ πρωὶ στὰ σκαλοπάτια νὰ περιμένω. Τώρα πιὰ μπορῶ νὰ κλείσω τὰ μάτια μου ἥσυχος.
.             Συγκινημένος ὁ Μπάμπης πῆρε τὸ ἱερὸ κειμήλιο ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ γέροντα. Ἔσκυψε μετὰ καὶ φίλησε τὸ χέρι του κι ἔνιωσε σὰν νὰ φιλοῦσε τὸ χέρι τοῦ παπποῦ του. Τὸν εὐχαρίστησε μὲ ὅλη του τὴν καρδιά. Ἀποχαιρετήστηκαν δακρυσμένοι. Πρὶν φύγει ὁ Μπάμπης, ὁ γέροντας τοῦ ἔδωσε ἕνα σακουλάκι “Πάρτο παιδί μου, τοῦ εἶπε. Ἔχει χῶμα ἀπὸ τὸν κῆπο τοῦ παπποῦ σου. Βάλτο στὸν τάφο του νὰ ἀναπαυθεῖ ἡ ψυχή του!”

ΠΗΓΗ: tideon.org (ἀπὸ ΒriefingΝews)

Σχολιάστε

Ο ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

«Ὁ ὑπολογιστὴς μὲ τὴν Παναγία»
Ἀληθινὴ ἱστορία

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

 

.           Σκαρφαλωμένα τὰ παιδιὰ σὲ μιὰ δασόφυτη πλαγιὰ τοῦ ­γρα­φικοῦ Πηλίου, ἔξω ἀπὸ τὴν ­Πορταριά, ἀ­­­πολάμβαναν, μέρες ­Αὐγούστου, στὴν ὄμορφη ­χριστιανική τους ­Κατα­σκή­νωση ἁγνὴ ­ψυχαγωγία καὶ ­πλούσιες ­πνευματικὲς ­εὐκαιρίες. Καὶ κάποιες γα­­­­λή­νιες νύκτες, ἐνῶ ­ἀκουγόταν ὁ μο­νό­­τονος ἦχος τῶν γρύλων στὴν ἀνοικτή τους ­τραπεζαρία, ἀφοῦ ἔσβηναν τὰ φῶτα, ταξίδευαν σὲ ὄμορφους κόσμους ἀπὸ τὰ ­ἐπιλεγμένα θεάματα τοῦ ὑπολογιστῆ τους. Πόσες ἱερὲς ἐξάρσεις καὶ ἀναβάσεις δὲν δημιούργησαν στὶς εὐαίσθητες ἐφηβικὲς ψυχὲς αὐτὰ τὰ ὡραῖα καὶ γνήσια καὶ ἀληθινὰ θεάματα καὶ ἀκούσματα!
.           22 Αὐγούστου. Παραμονὴ τῆς ἑορ­τῆς τῆς Ἀποδόσεως τῆς ­Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας. Μιὰ ξεχωριστὴ μέ­ρα. Τὰ παιδιὰ ἑτοιμάζονται γιὰ τὴν ἐπι­στροφή τους στὴν πόλη τους. Τίς δυνατὲς ἐμ­πει­ρίες ποὺ ἔχουν ­κλείσει μέσα τους δὲν ­μποροῦν νὰ τὶς συγκρα­τήσουν. Μέ­σα στὸ πούλ­μαν ζοῦν στὸ ἀποκορύφωμά τους ὅ,τι ὡραῖο ἔζησαν τραγουδώντας μὲ ­ἀσυγκράτητο ἐνθουσιασμὸ τὰ τραγούδια τους.
.           Στὶς 10 τὸ πρωὶ ἔφθαναν στὸν προορισμό τους. Οἱ γονεῖς ὑποδέχθηκαν τὰ παιδιά τους. Τὰ ξανάσφιξαν στὴν ἀ­­γ­καλιά τους εὐτυχισμένοι. Ἔνιωθαν τὶς θαυμαστὲς ἀλλοιώσεις ποὺ εἶχε ἐ­­­­­πιτελέσει τὸ Πανάγιο Πνεῦμα στὶς ἀ­­­­ν­­­ή­­συχες ἐφηβικὲς ψυχές τους καὶ δό­­­­­ξαζαν τὸν Θεό. Καλοσύνη, ­εὐγένεια, ἠ­­­­­ρεμία, χαρὰ ἐξέπεμπαν τὰ ­πρόσωπα ὅ­­­­λων. Ὅλοι σὲ λίγο ἐπέστρεψαν στὰ σπίτια τους. Καὶ τὰ πράγματα τῆς Κα­τα­σκηνώσεως θὰ πήγαιναν καὶ αὐ­τὰ στὴ θέση τους μὲ τάξη.
.           Ὁ γνωστὸς ταξιτζὴς καὶ φίλος τῆς Ἱεραποστολῆς εἶχε ἔρθει ἀπὸ νωρὶς νὰ παραλάβει τὸ «κατασκηνωτικὸ ὑλικό». Τὴν ἑπόμενη μέρα τὸ ­ἀπόγευμα οἱ ὑ­­­πεύθυνες ἔκαναν τὶς ­τακτοποιήσεις. Ἔ­­­λειπε ὅμως ὁ ὑπολογιστής. Τὸ ἄψυχο αὐτὸ μηχάνημα ποὺ ὑπηρέτησε τὸ πνεῦμα. Κάποιος διερχόμενος ἴσως νὰ τὸ ἔκλεψε τὴ στιγμὴ ποὺ ἔβγαζαν τὰ πράγματα. Μάταια ἔψαξαν οἱ ὑπεύθυνες. Ρώτησαν καὶ ξαναρώτησαν. Κα­­τέφυγαν καὶ στὴν ἀστυνομία καὶ πῆ­­­­­­ραν τὴν ἀπάντηση ἀπὸ τοὺς εὐγενι­­­κοὺς ἀστυνομικούς: «Ἡ περιοχὴ ποὺ χάθηκε ὁ ὑπολογιστής σας εἶναι κακοφημισμένη. Συχνάζουν ἄνθρωποι ­περίεργοι ποὺ κλέβουν καὶ ἀπειλοῦν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ βρεθεῖ. Θεωρῆστε τον χαμένο». «Χαμένο; Ὄχι!», εἶπαν οἱ πιστὲς ­ὑπεύθυνες. «Κύριε, ξέρεις ἐσύ. Τό δικό σου πνεῦμα ὑπηρέτησε, φέρ’ τον πίσω πάλι». Ἤξεραν ὅτι καθετὶ ποὺ ­ἀνασταίνει τὶς ψυχὲς τὸ ­πολεμᾶ μὲ λύσσα ὁ πονηρὸς ἐχθρός…
.           Τὴν ἴδια ἐκείνη ἡμέρα καὶ στὸν τόπο ἀ­­­κριβῶς ὅπου τὸ πρωί εἶχαν ἀποβιβασθεῖ οἱ κατασκηνώτριες – ἕναν πολυθόρυβο καὶ πολυσύχναστο ἀπὸ κόσμο τόπο – καὶ ἀφοῦ εἶχαν περάσει δέ­κα ὧρες ἀπὸ τὴν ἄφιξή τους, δηλα­δὴ στὶς ὀκτὼ τὸ βράδυ, ἔφθανε ἕνας νέος ἄνθρωπος, ὁ Δημήτρης, γιὰ νὰ παραλάβει τὸ μηχανάκι τοῦ φίλου του. Ἔκπληκτος βλέπει πάνω στὴ σέλα του ἀφημένο ἕναν ὑπολογιστή. Τηλεφωνεῖ ἀμέσως στό φίλο του.
–Ἔχεις ξεχάσει, Χρῆστο, τὸν ὑπολογιστή σου στὸ μηχανάκι.
–Ἀστειεύεσαι; κάποιου ἄλλου εἶναι.
.          Κάποιου ἄλλου… Τὸν ἔβγαλε βιαστι­κὰ ἀπὸ τὴ θήκη του ὁ Δημήτρης. Τὸν περιεργάστηκε ἀπ’ ἔξω. Ὁλοκαίνουργιος ἦταν. Λαχταριστὸ εὕρημα. Θὰ τὸν ­κρατοῦσε; Τὸν πῆρε ­προσεκτικὰ στὸ σπίτι του. Ἤξερε πολὺ καλὰ ἀπὸ ὑπολογιστές. Τὸν ἄνοιξε μὲ λεπτότητα. Τί ἄραγε νὰ ἔκρυβε στὸ σκληρό του δίσκο; Ποιανοῦ νὰ ἦταν; Ξαφνικὰ πρόβαλε ἡ πρώτη εἰκόνα. Ἦταν μιὰ γλυκιὰ μορφή: τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Κυρίου. Ἤξερε πὼς αὔριο ξημέρωνε ἡ ἡμέρα τῆς χάρης της. Κάτι ἱερὸ ἀναμοχλεύθηκε στὴν καρδιά του. «Κάποιου θεοσεβούμενου θὰ εἶναι», εἶπε. «Πρέπει νὰ τὸν βρῶ καὶ νὰ τοῦ τὸν ἐπιστρέψω». Προχώρησε μὲ ἄλλα πλῆκτρα πιὸ μέσα. Εἶδε εἰκόνες μὲ παιδιά. Ὅλα ἦταν χαρούμενα. Ἄκουσε τὰ τραγούδια τους καὶ τὰ ὁμαδικά τους συνθήματα. Ὅλα ἦταν χριστιανικά. Συγκινήθηκε… Ὅμως τὸ ἐρώτημα ­παρέμενε:
–Ποιανοῦ νὰ εἶναι;
–Τῆς Παναγίας εἶναι, καὶ τῶν ­παιδιῶν ποὺ ἀγαποῦν τὴν Παναγία εἶναι. Πρέπει νὰ ἐπιστραφεῖ, εἶπε μέσα του.
Ἐπιστράτευσε λοιπὸν ὅλη τὴν εὐφυΐα του. Ὁ ὑπολογιστὴς ἦταν σφραγισμένος μὲ κάποιον ἀριθμό. Λαθραῖος δὲν ἦταν. Ἀπὸ ἔντιμη ἀγορὰ ἦταν ἀγορασμένος. Τὴν ἑπόμενη μέρα τὸ μεσημέρι τηλεφώνησε στὴν Ἑταιρεία.
–Βρέθηκε στὰ χέρια μου τυχαῖα ἕνας καινούργιος ὑπολογιστὴς μὲ ἀριθμὸ τάδε. Δὲν ἀνήκει σὲ μένα. Παρακαλῶ, ἐνδιαφέρομαι νὰ μάθω πότε, ποῦ καὶ σὲ ποιὸν πουλήθηκε γιὰ νὰ τὸν ἐπιστρέψω.
Ἡ Ἑταιρεία ἀφοῦ βεβαιώθηκε γιὰ τὴν εἰλικρίνεια τοῦ ἄ­­­γνωστου τηλεφωνητῆ τους, μπόρεσε νὰ δώσει τὰ ἀ­­­κριβὴ στοι­­χεῖα.
–Πρὶν ἀπὸ ἕνα μήνα μᾶς τὸν παρήγγειλαν στὴν Ἀθήνα δύο κυρίες, ὑπεύθυνες σὲ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο, καὶ προωθήθηκε στὸ Βόλο.
.              Ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς εἶχε ἀνοίξει. Σὲ λίγο ὁ Δημήτρης παρέδιδε στὴν ὑπεύθυνη τῆς Κατασκηνώσεως τὸν ὑπολογιστή. Ἔκπληκτη ἐκείνη ἄκουγε τὸ ὁδοιπορικὸ τῆς διασώσεως τοῦ πολύτιμου θησαυροῦ…
–Πῶς τὸ εἶπες, Δημήτρη; Δέκα ὧρες ἀφημένος πάνω στὸ μηχανάκι χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίξει κανείς!
.               Καὶ ὁ Δημήτρης ἀπάντησε δακρυσμένος:
–Ναί, τὸν κρατοῦσε ἡ Παναγία ἀόρα­το ἀπὸ τὰ μάτια τῶν κλεφτῶν, γιατὶ περίμενε ἡ Παναγία τὰ δικά μου χέρια γιὰ νὰ κάνει τὸ θαῦμα της σὲ σᾶς καὶ σὲ μένα.
Μαζὶ ἀναφώνησαν:
–Ἦταν θαῦμα τῆς Παναγίας! Θαῦμα στὰ ἐννιάμερά της!
.           Ὁ Δημήτρης ἐπέστρεφε σὲ λίγο στὸ σπίτι του βαθιὰ συγκλονισμένος ἀπὸ ὅσα εἶχαν συμβεῖ. Κρατοῦσε στὰ χέρια του μιὰ χρυσοδερματόδετη ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ. Ἦταν δῶρο ἀπὸ τὶς δύο κυρίες. Τοῦ φάνηκε πὼς μέσα ἀ­­­­πὸ τὰ χέρια τῆς Παναγίας εἶχε ξαναπάρει στὰ χέρια του τὸ τιμόνι τῆς ζωῆς του, τὸν Χριστὸ ποὺ εἶχε ­ξεχάσει!…

 

Σχολιάστε

ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -4

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
[Δ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ π. Ἀρσένιος»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 1998, σελ. 112-123.

Μέρος Α´: ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -1

Μέρος Β´:  ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -2

Μέρος Γ´: ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -3

.               Προσεκτικὰ τακτοποίησε τὰ ροῦχα τοῦ νεκροῦ κι ἔβαλε μετάνοια μπροστά του. Τότε μόλις συνειδητοποίησε ὅτι βρισκόταν σὲ ἕναν θάλαμο Στρατοπέδου Εἰδικοῦ Καθεστῶτος. Σὰν ἀστραπὴ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό του ἡ σκέψη: Αὐτὸ τὸ στρατόπεδο εἶχε δεχθεῖ μία θεία ἐπίσκεψη, τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ποὺ παρέλαβε τὴν ψυχὴ τοῦ Μιχαήλ.
.               Λίγη ὥρα ἔμενε ὣς τὸ ἐγερτήριο. Ὁ π. Ἀρσένιος πῆρε τὸ κασκέτο τοῦ Μιχαήλ, ξήλωσε τὸν ἀριθμὸ καὶ πῆρε τὸ κρυμμένο σημείωμα. Μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία θὰ τὸ ἔραβε μέσα στὸ δικό του κασκέτο.
.               Πῆγε στὸν ὑπεύθυνο τοῦ θαλάμου καὶ τὸν ἐνημέρωσε γιὰ τὸν θάνατο. Ἐκεῖνος, ἀπὸ τοὺς βετεράνους ἐγκληματίες, ρώτησε τὸν ἀριθμὸ τοῦ νεκροῦ καὶ ἔδειξε κάποια συμπάθεια.
.            Ὁ θάλαμος ξεκλειδώθηκε. Οἱ κρατούμενοι βγῆκαν τρέχοντας καὶ μπῆκαν στὴν γραμμὴ γιὰ τὴν ἐπιθεώρηση. Ὁ ὑπεύθυνος τοῦ θαλάμου πλησίασε τοὺς ἐπόπτες καὶ ἀνέφερε:
–Ἔχουμε κάποιον νεκρό, τὸν Β-382.

.               Ἕνας ἐπόπτης μπῆκε στὸν θάλαμο, κοίταξε τὸν νεκρό, τὸν σκούντησε μὲ τὴν μύτη τῆς μπότας του καὶ βγῆκε.
.               Δύο ὧρες ἀργότερα ἔφτασε ἕνα ἕλκηθρο ἀπὸ τὸν ὑγειονομικὸ σταθμό. Κατέβηκε ὁ γιατρός. Μπῆκε μέσα, ἔριξε μιὰ ἀδιάφορη ματιὰ στὸ πτῶμα, σήκωσε τὸ ἕνα βλέφαρο μὲ τὸ γαντοφορεμένο χέρι του καὶ κάνοντας ἕναν μορφασμὸ ἀπέχθειας, εἶπε στὸν κρατούμενο ὑπηρεσίας:
–Γρήγορα πάρτε τον!
.               Στὸ ἕλκηθρο βρίσκονταν ἤδη μερικὰ πτώματα κοκαλωμένα ἀπὸ τὸ κρύο. Τὸ σῶμα τοῦ Μιχαὴλ μεταφέρθηκε ἔξω καὶ τοποθετήθηκε πάνω στὰ ἄλλα. Ὁ ὁδηγός, πατώντας σὲ αὐτὰ ἀνέβηκε στὴν θέση του.
Παγωνιὰ καὶ ἡσυχία παντοῦ… Τὸ ψιλὸ χιόνι, καθὼς ἔπεφτε στὰ πρόσωπα τῶν νεκρῶν, ἔλιωνε ἀργὰ- θαρροῦσες πὼς ἔκλαιγαν.
.               Κοντὰ στὴν παράγκα οἱ ἐπόπτες συζητοῦσαν μὲ τὸν γιατρὸ καὶ τὸν κρατούμενο ὑπηρεσίας. Λίγο πιὸ πέρα ὁ π. Ἀρσένιος, μὲ τὰ χέρια κολλημένα στὸ στῆθος, προσευχόταν σιωπηλά.
.               Τὸ ἕλκηθρο ξεκίνησε. Ὁ μπάτουσκα ἔβαλε βαθειὰ μετάνοια, σταύρωσε τοὺς νεκροὺς καὶ μπῆκε στὸν θάλαμο.
.               Ὁ ὁδηγὸς τίναξε μὲ βρισιὲς τὰ γκέμια κι ἔκανε τὰ ἄλογα νὰ προχωρήσουν. Τὸ ἕλκηθρο, γλιστρώντας ἀργά, χάθηκε σύντομα πίσω ἀπὸ τὴν παράγκα.

Σχολιάστε

ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -3

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
[Γ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ π. Ἀρσένιος»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 1998, σελ. 112-123.

Μέρος Α´: ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -1

Μέρος Β´:  ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -2

 

.               Ὁ π. Ἀρσένιος συνειδητοποιοῦσε ὅλο τὸ πνευματικὸ μεγαλεῖο τοῦ Μιχαὴλ καὶ συνάμα συναισθανόταν τὴν δική του ἀναξιότητα. Μὲ θέρμη ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐνίσχυση, γιὰ ν’ ἀνακουφίσει τὸν μοναχὸ στὶς τελευταῖες του στιγμές.
.             Ὅταν πιὰ ὁ Μιχαὴλ εἶχε παραδώσει στὸν π. Ἀρσένιο, καὶ μέσῳ ἐκείνου στὸν Θεό, ὅλα ὅσα τὸν βάραιναν, κοίταξε ἐρωτηματικὰ τὸν ἱερέα, ποὺ πῆρε τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του. Κι ἐκεῖνος, τρέμοντας, ψέλλισε τὴν συγχωρητικὴ εὐχή. Μόλις τελείωσε, μὴ μπορώντας νὰ συγκρατηθεῖ ἄλλο, ξέσπασε σὲ λυγμούς.

–Σᾶς εὐχαριστῶ, εἶπε ὁ Μιχαήλ. Ἠρεμῆστε… Ἦρθε ἡ ὥρα ποὺ θέλησε ὁ Θεός… Νὰ προσεύχεσθε γιὰ μένα, ὅσο θὰ ζεῖτε σ’ αὐτὴ τὴν γῆ. Ἔχετε ἀκόμα πολὺ δρόμο μπροστά σας… Σᾶς παρακαλῶ, πάρτε τὸ κασκέτο μου. Ἐκεῖ μέσα, κάτω ἀπ’ τὸν ἀριθμό, ὑπάρχει ἕνα σημείωμα γιὰ δύο ἀνθρώπους μὲ μεγάλη ψυχὴ καὶ πίστη. Εἶναι γραμμένες καὶ οἱ διευθύνσεις τους. Ὅταν βρεῖτε τὴν ἐλευθερία σας, νὰ τοὺς τὸ πάτε. Σᾶς χρειάζονται καὶ τοὺς χρειάζεστε… Ράψτε πάλι τὸν ἀριθμὸ στὸ κασκέτο. Καὶ παρακαλέστε τὸν Κύριο γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ Μιχαήλ…

.               Σ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἐξομολογήσεως, λὲς καὶ ἦταν μόνοι. Σὰν νὰ εἶχαν γίνει πολὺ μακρινὰ ὅλα -ὁ θάλαμος, οἱ κρατούμενοι, οἱ συνθῆκες καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ στρατοπέδου. Ἦταν καὶ οἱ δύο βυθισμένοι στὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, στὴν καρδιακὴ προσευχὴ καὶ στὴν ἡσυχία τῆς ἐσωτερικῆς μονώσεως, ποὺ τοὺς ἔφερνε νοερὰ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ὅ,τι τοὺς βασάνιζε, ὅ,τι τοὺς ἀνησυχοῦσε, ὅ,τι τοὺς κρατοῦσε δεμένους στὴν γῆ, εἶχε χαθεῖ. Ὑπῆρχε μόνο ὁ Θεός. Καὶ τώρα ὁ ἕνας πήγαινε νὰ Τὸν συναντήσει, ἐνῶ ὁ ἄλλος γινόταν μάρτυρας τοῦ μεγάλου μυστηρίου τοῦ θανάτου.
.               Ὁ Μιχαὴλ κρατώντας σφιχτὰ τὸ χέρι τοῦ π. Ἀρσενίου, προσευχόταν. Καὶ προσευχόταν μὲ τόση αὐτοσυγκέντρωση, ὥστε εἶχε ἀποξενωθεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὸ περιβάλλον. Ὁ π. Ἀρσένιος πάλι, ἀποδιώχνοντας κάθε ἄλλο λογισμό, τὸν ἀκολουθοῦσε μὲ ὑπομονὴ καὶ εὐλάβεια στὴν προσευχή του.
.               Καὶ νά! Ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς «ἐξόδου». Τὰ μάτια τοῦ ἑτοιμαθάνατου φωτίστηκαν ἀπὸ μία ἤρεμη ἔκσταση. Μὲ φωνὴ ποὺ μόλις ἀκούγονταν, ψιθύρισε: «Μὴ ἀπορρίψῃς με Κύριε»…
.               Ἀνασηκώθηκε στὸ κρεβάτι, ἅπλωσε μπροστὰ τὰ χέρια καὶ εἶπε δυνατά: «Κύριε! Κύριε»!
.               Ἔκανε νὰ ἀνασηκωθεῖ περισσότερο, ἀλλ’ ἀμέσως ἔπεσε ἀνάσκελα κι ἔμεινε ἀκίνητος. Στὴν ὄψη του ζωγραφίστηκε μιὰ εἰρηνικὴ ἔκφραση, ἐνῶ τὰ μάτια του, λαμπερὰ κι ἐκστατικὰ ἀκόμα, κοίταζαν ψηλά. Ἡ ψυχή του εἶχε ἐγκαταλείψει τὸ σῶμα.
.            Συγκλονισμένος ὁ π. Ἀρσένιος, ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται, νὰ προσεύχεται ὄχι ἱκετευτικά, γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τοῦ μοναχοῦ Μιχαήλ, ἀλλὰ δοξολογικὰ καὶ εὐχαριστιακά, γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο ποὺ τοῦ ἔκανε τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ: Νὰ παρευρεθεῖ στὸ πιὸ φοβερὸ καὶ πιὸ ἀκατάληπτο μυστήριο- τὸν θάνατο ἑνὸς δικαίου!
.            Σηκώθηκε κι ἔσκυψε πάνω ἀπὸ τὸν νεκρό. Εἶδε τὸ φῶς τῶν ἀνοιχτῶν ματιῶν του νὰ σβήνει σιγὰ-σιγὰ καὶ νὰ δίνει τὴν θέση του σὲ μιὰν ἀμυδρὴ καταχνιά. Τὰ βλέφαρα ἔκλεισαν ἀργά. Τὸ πρόσωπο καλύφθηκε ἀπὸ μιὰ σκιά, ποὺ τὸ ἔκανε ἐπιβλητικό, ἱλαρὸ καὶ γαλήνιο.
.               Σκυμμένος πάνω ἀπὸ τὸ λείψανο ὁ π. Ἀρσένιος προσευχόταν. Μολονότι εἶχε γίνει μάρτυρας τοῦ θανάτου αὐτοῦ τοῦ μοναχοῦ, δὲν ἔνιωθε λύπη. Ἀπεναντίας, τὸν πλημμύριζαν ἡ εἰρήνη καὶ ἡ χαρά. Εἶχε γνωρίσει ἕναν δίκαιο. Εἶχε γνωρίσει τὸ ἔλεος καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ.

ΣYNEXIZETAI: ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -4

Σχολιάστε

ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -2

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
[Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ π. Ἀρσένιος»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 1998, σελ. 112-123.

Μέρος Α´: ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -1

.               Στὴν ἐξομολόγησή του ὁ Μιχαὴλ δίκαζε ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν δίκαζε αὐστηρά, ἀνελέητα. Μερικὲς φορὲς ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἔβλεπε κάποιον ἄλλον νὰ πεθαίνει, καὶ αὐτὸν ἀκριβῶς δίκαζε.
.               Ὁ π. Ἀρσένιος, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἔβλεπε τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ σὰν ἕνα καράβι βαρυφορτωμένο μὲ ταλαιπωρίες καὶ θλίψεις, παλιὲς καὶ πρόσφατες, ἕνα καράβι ποὺ ἔφευγε πιὰ γιὰ τὴν μακρινὴ χώρα τῆς λησμοσύνης.
.               Τώρα δὲν τοῦ ἔμενε παρὰ νὰ πετάξει ἔξω ὅλα τ’ ἄχρηστα, ἢ μᾶλλον νὰ τ’ ἀποθέσει στὰ χέρια τοῦ ἱερέα, πού, μὲ τὴν θεόσδοτη ἐξουσία του, θὰ τοῦ προσέφερε τὴν ἄφεση.
.               Στὶς λίγες στιγμὲς ζωῆς ποὺ τοῦ ἀπέμεναν, ὁ μοναχὸς Μιχαὴλ ἔπρεπε νὰ τὰ παραδώσει ὅλα στὸν π. Ἀρσένιο, νὰ ὁμολογήσει τὰ σφάλματά του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀναγνωρίσει τὶς ἁμαρτίες του, κι ἔτσι, μὲ καθαρὴ τὴν συνείδηση, νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸ κριτήριο τοῦ Κυρίου.
.               Ἕνας ἀκόμα κρατούμενος πέθαινε στὰ χέρια τοῦ π. Ἀρσενίου, ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι στὸ παρελθόν. Αὐτὸς ὁ θάνατος ὅμως τὸν συγκλόνισε ὅσο κανένας ἄλλος. Μὲ δέος συνειδητοποίησε, ὅτι τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὸν ἀξίωσε νὰ ἐξομολογήσει ἕναν ἅγιο. Ὁ Κύριος τοῦ ἀποκάλυπτε ἕναν ἀνεκτίμητο θησαυρό Του, ἕναν θησαυρὸ ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ μὲ πολλὴ ἀγάπη καλλιεργοῦσε μυστικά, δείχνοντας σὲ ποιὲς κορυφὲς πνευματικῆς τελειότητας μπορεῖ νὰ φτάσει ὅποιος Τὸν ἀγαπάει ἀπεριόριστα, ὅποιος σηκώνει τὸν ζυγὸ καὶ τὸ φορτίο τοῦ Χριστοῦ, βαστάζοντάς τα ὣς τὸ τέλος.
.              Ὅλ’ αὐτὰ ὁ π. Ἀρσένιος τὰ ἔβλεπε καὶ τὰ καταλάβαινε. Ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ἑτοιμοθάνατου μοναχοῦ του ἔδειχνε, πὼς ἕνας ἄνθρωπος μὲ βαθειὰ πίστη μπορεῖ νὰ μείνει κοντὰ στὸν Θεὸ ἀκόμα καὶ κάτω ἀπὸ τὶς πιὸ ἀντίξοες περιστάσεις, ἀκόμα καὶ σὲ καιροὺς τόσο χαλεποὺς ὅσο καὶ οἱ δικοί τους, μὲ τοὺς ἐπαναστατικοὺς ἀναβρασμούς, τὴν σταλινικὴ προσωπολατρία, τὶς προβληματικὲς ἀνθρώπινες σχέσεις, τὴν ἐπίσημη κρατικὴ ἀθεΐα, τὸ γενικὸ ποδοπάτημα τῆς πίστεως, τὴν ἠθικὴ κατάπτωση, τὴν διαρκῆ ἀστυνόμευση καὶ τὶς καταδόσεις, τὴν ἔλλειψη πνευματικῶν ὁδηγῶν.
.               Μήτε σὲ σκήτη μήτε σὲ μοναστήρι μακρινὸ συνάντησε ὁ Μιχαὴλ τὸν Θεό, ἄλλα μέσα στὴν τύρβη τῆς ζωῆς, στὴν λάσπη τοῦ κόσμου, στὴν σκληρὴ πάλη μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ. Συστηματικὴ πνευματικὴ καθοδήγηση δὲν εἶχε δεχτεῖ. Συμπτωματικὰ μόνο εἶχε συναντήσει τρεῖς-τέσσερις ἱερεῖς καὶ εἶχε μιλήσει μαζί τους γιὰ πνευματικὰ θέματα. Γιὰ ἕνα χρόνο ἐπίσης εἶχε στενὴ καὶ εὐφρόσυνη ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἐπίσκοπο Θεόδωρο, ποὺ τὸν ἔκειρε μοναχό. Ἀκολούθησαν δύο-τρία σύντομα γράμματα τοῦ καλοῦ ἐκείνου ἐπισκόπου. Κι ὕστερα δὲν ἀπόμεινε στὸν Μιχαὴλ παρὰ μόνο ὁ φλογερός, ὁ ἀπερίγραπτος πόθος του νὰ πλησιάζει ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὸν Κύριο.

–Ἀκολούθησα ἆραγε τὸν δρόμο τῆς πίστεως; Πορευόμουνα σωστὰ πρὸς τὸν Θεό; Ἢ μήπως λοξοδρόμησα; Δὲν ξέρω…, ἀναρωτήθηκε μὲ ἀγωνία.

.               Ὁ π. Ἀρσένιος ὅμως ἔβλεπε, πὼς ὄχι μόνο δὲν εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὸν δρόμο ποὺ τοῦ εἶχε δείξει ὁ ἐπίσκοπος Θεόδωρος, ἀλλ’ ἀπεναντίας εἶχε προχωρήσει πολὺ σ’ αὐτὸν τὸν δρόμο, ξεπερνώντας καὶ τοὺς ὁδηγούς του.
.               Ἡ ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ ἔμοιαζε μὲ πόλεμο, πόλεμο πολύχρονο γιὰ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ τελείωση μέσα στὴν μεγάλη θλίψη τοῦ κόσμου τούτου. Καὶ ὁ π. Ἀρσένιος διαισθανόταν, ὅτι ὁ ἀγωνιστὴς μοναχὸς εἶχε νικήσει σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο, ποὺ ἔκανε μόνος ἐνάντια στὸ πολύμορφο κακό. Ζώντας ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἀφοσιώθηκε στὴν ἐπιτέλεση καλῶν ἔργων στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Εἶχε κλείσει μέσα στὴν καρδιά του σὰν ἀναμμένη λαμπάδα τὰ ἀποστολικὰ λόγια: «Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ». (Γαλ. ϛ´ 2)

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -3

Σχολιάστε

ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -1

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ π. Ἀρσένιος»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 1998, σελ. 112-123.

.               Ἡ ἐπιθεώρηση τελείωσε. Οἱ κρατούμενοι ὡδηγήθηκαν μὲ φωνὲς καὶ βία πίσω στοὺς θαλάμους τους, ὁ καθένας μὲ τὸν ἀριθμό του, καὶ ἡ πόρτα κλειδώθηκε. Πρὶν κοιμηθοῦν, μποροῦσαν νὰ κουβεντιάσουν γιὰ λίγο, ν’ ἀνταλλάξουν ἐντυπώσεις τους ἀπὸ τὸ στρατόπεδο, νὰ ποῦν τὰ νέα τῆς ἡμέρας, νὰ νικήσουν κάποιον στὸ ντόμινο ἢ νὰ ξαπλώσουν στὶς σανίδες τῆς κουκέτας τους ἢ ἁπλὰ ν’ ἀναπολήσουν τὰ περασμένα. Δυό ὧρες ἀργότερα ἀκούγονταν ἀκόμα κάποιες σκόρπιες κουβέντες κι αὐτὲς ὅμως σιγὰ-σιγὰ ὑποχωροῦσαν. Ἡ σιωπὴ κυριαρχοῦσε, καθὼς οἱ κρατούμενοι παραδίνονταν στὸν ὕπνο.
.               Γιὰ πολλὴ ὥρα μετὰ τὸ κλείσιμο τῆς παράγκας ὁ π. Ἀρσένιος στεκόταν πλάι στὸ κρεβάτι του καὶ προσευχόταν. Ὕστερα ξάπλωνε κι αὐτός, συνεχίζοντας τὴν προσευχὴ ὥσπου ν᾽ ἀποκοιμηθεῖ.
.               Κάποια νύχτα, μιὰ ὥρα περίπου μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ἔνιωσε κάποιον νὰ τὸν σκουντάει. Πετάχτηκε πάνω καί ἄκουσε μία ταραγμένη φωνή νά τοῦ ψιθυρίζει:
-Ἔλα γρήγορα! Ὁ διπλανός μου πεθαίνει καί σέ ζητάει!
.               Ὁ ἑτοιμοθάνατος βρισκόταν στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ θαλάμου. Ἦταν ξαπλωμένος ἀνάσκελα. Ἀνάσαινε βαριὰ καὶ ἀκανόνιστα. Τὰ μάτια του ἦταν ἀνοιχτὰ διάπλατα, ἀφύσικα.
-Συγχωρέστε με… Σᾶς χρειάζομαι… Φεύγω…, εἶπε στὸν π. Ἀρσένιο, καὶ πρόσθεσε σχεδὸν προστακτικά:
-Καθῆστε.
.               Ὁ π. Ἀρσένιος κάθησε στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ. Τὸ λιγοστὸ φῶς ἔκανε νὰ λαμποκοποῦν σὰν διαμάντια οἱ χοντρὲς σταγόνες τοῦ ἱδρώτα, ποὺ κάλυπταν τὸ χλωμὸ πρόσωπο τοῦ ἑτοιμοθάνατου. Τὰ μαλλιά του ἦταν κολλημένα καὶ τὰ χείλη του σφιγμένα ἀπὸ τὸν πόνο. Παρ’ ὅλη τὴν ἐξάντληση καὶ τὴ νεκρική του χλωμάδα, τὰ ὀρθάνοιχτα μάτια του, ποὺ κοίταζαν τὸν π. Ἀρσένιο σὰν δύο ἀναμμένες δάδες, φανέρωναν ὅλη τὴν προηγούμενη βιοτή του.
.               Πέθαινε. Ἔφευγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ βασανισμένος καὶ κουρασμένος. Πρὶν φύγει ὅμως, ἤθελε νὰ δώσει λόγο στὸν Θεὸ γιὰ ὅλα.
-Ἐξομολογῆστε με. Δῶστε μου ἄφεση ἁμαρτιῶν. Εἶμαι μοναχὸς μὲ μυστικὴ κουρά.
.               Οἱ διπλανοί του κρατούμενοι, βλέποντας ὅτι ἔφτανε τὸ τέλος του, σηκώθηκαν ἀπ’ τὰ κρεβάτια τους καὶ πῆγαν νὰ κοιμηθοῦν ἀλλοῦ. Ἀκόμα καὶ σ’ ἕναν θάλαμο στρατοπέδου ὁ ἑτοιμοθάνατος εἶχε δικαίωμα συγκαταβατικότητας καὶ συμπάθειας.
.               Ὁ π. Ἀρσένιος ἔσκυψε πάνω ἀπ’ τὸν μοναχὸ καὶ ἔσιαξε τὴν τριμμένη κουβέρτα ποὺ τὸν μισοσκέπαζε. Ἀκούμπησε τὸ δεξί του χέρι πάνω στὸ κεφάλι μὲ τὰ κολλημένα κοντὰ μαλλιὰ καὶ εἶπε ψιθυριστὰ τὶς εὐχές. Συγκεντρώνοντας ὅλη του τὴν προσοχή, ἑτοιμάστηκε ν’ ἀκούσει τὴν ἐξομολόγηση.
-Ἡ καρδιά μου δὲν ἀντέχει ἄλλο…, ψέλλισε μὲ δυσκολία ὁ ἑτοιμοθάνατος. Καὶ λέγοντας τὸ μοναχικό του ὄνομα, ἄρχισε νὰ ἐξομολογεῖται.
-Μιχαὴλ μὲ λένε…
.               Σκύβοντας ἐπάνω του ὁ π. Ἀρσένιος καὶ πλησιάζοντας πολὺ κοντὰ στὸ πρόσωπό του, μόλις ποὺ τὸν ἄκουγε. Αὐθόρμητα τὸν κοίταζε μέσα στὰ μάτια. Κάπου-κάπου ὁ ψίθυρος σταματοῦσε καὶ ἀκουγόταν ἕνας βαθὺς ρόγχος ἀπὸ τὸ στῆθος του. Τότε ὁ Μιχαὴλ ἄνοιγε τὸ στόμα του καὶ ἅρπαζε λαίμαργα ἀέρα. Ἄλλοτε πάλι σώπαινε ἐντελῶς καὶ φαινόταν σὰν νεκρός. Τὰ μάτια του ὅμως συνέχιζαν νὰ ἔχουν ζωή. Μέσα σ’ ἐκεῖνα τὰ ἐκφραστικὰ μάτια ἀποτυπώνονταν ὅλα ὅσα ὁ ψίθυρος ἤθελε νὰ ἐκφράσει.
.               Πολλοὺς εἶχε ἐξομολογήσει ὁ π. Ἀρσένιος λίγο πρὶν πεθάνουν, καὶ τέτοιες ἐξομολογήσεις εἶχαν πάντα κάτι τὸ συγκλονιστικό. Τώρα ὅμως, ἀκούγοντας τὴν ἐξομολόγηση τοῦ Μιχαήλ, διαπίστωνε ὁλοκάθαρα πὼς εἶχε μπροστά του ἕναν ἄνθρωπο ξεχωριστό, ποὺ εἶχε φτάσει σὲ μεγάλα ὕψη πνευματικῆς τελειώσεως. Πέθαινε ἕνας δίκαιος, ποὺ εἶχε ἀφιερώσει τὴν ζωή του στὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Πέθαινε ἕνας δίκαιος, καὶ ὁ π. Ἀρσένιος ἄρχισε νὰ συνειδητοποιεῖ πὼς ὁ ἴδιος, μολονότι ἱερέας, ἦταν μπροστά του τόσο μικρός, τόσο ἀσήμαντος. Ἦταν ἀνάξιος ἀκόμα καὶ νὰ φιλήσει τὴν ἄκρη τῶν ἐνδυμάτων τοῦ μοναχοῦ Μιχαήλ.
.             Ὁ ψίθυρός του σταματοῦσε ὅλο καὶ πιὸ συχνά, ἀλλὰ τὰ μάτια του ἔλαμπαν πάντα, συμπληρώνοντας εὔγλωττα τὰ κενὰ τῶν λόγων του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -2

Σχολιάστε

Η ΚΑΜΠΑΝΑ – (Ἀληθινὴ ἱστορία)

Η ΚΑΜΠΑΝΑ – (Ἀληθινὴ ἱστορία)
τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

–Τά ’μαθες, παππού; Ἀπὸ ’δῶ κι ἐμ­πρὸς τὰ μαγαζιὰ θ’ ἀνοίγουν καὶ τὶς Κυριακές.
–Τί λές, παιδάκι μου, στύλωσε μὲ ἀπορία καὶ ἔκπληξη τὰ γεροντικά, θολωμένα ἀπ’ τὰ χρόνια μάτια του πάνω στὸν ἐγγονό του ὁ μπαρμπα-Δημητρός.
–Ναί, παππού, εἶναι ἀπόφαση τοῦ Ὑ­­πουργοῦ.
–Ἄλλο καὶ τοῦτο. Καὶ γιατί, μαθές, αὐτό; Πῶς τοῦ ’ρθε νὰ βγάλει τέτοια ἀπόφαση;
–Εἶναι νόμος τοῦ κράτους, παππού. Κάποιες Κυριακὲς τὸ χρόνο τὰ καταστήματα μποροῦν νὰ παραμένουν ἀνοιχτά, νὰ πηγαίνει ὁ κόσμος νὰ ψωνίζει.
–Δηλαδή, θὲς νὰ πεῖς, θὰ χτυπᾶ ἡ καμπάνα τὸ πρωί, καὶ ὁ κόσμος θὰ βγαίνει γιὰ τὴν ἀγορά;
–Ἔ, κάπως ἔτσι…
.             Κούνησε τὸ κεφάλι του λυπημένος ὁ γέροντας. Χαμήλωσε κουρασμένο τὸ βλέμμα του, ἔμεινε γιὰ λίγο σκεφτικός, κι ἔπειτα, χωρὶς νὰ τὸ σηκώσει πάλι, μονολόγησε:
–Δὲν πᾶμε καλά. Τὸ λέω ἐγώ. Θὰ μᾶς χάσει ὁ Θεός!
.              Καὶ βύθισε πιότερο τὸ κεφάλι στὸ στέρνο του.
–Παππού, θυμᾶσαι – τὸν ἔβγαλε ἀπ’ τὸν μελαγχολικό του βυθισμὸ ὁ ἐγγονός – θυμᾶσαι ποὺ ἐρχόμασταν μέρες Πάσχα στὸ χωριό, ὅταν ἤμουν στὸ Δημοτικό, κι ἔτρεχα μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ ποιὸς θὰ χτυπήσει τὴν καμ­πάνα Μ. Παρασκευή, ὅλη τὴ μέρα πένθιμα, καὶ μετά, τὴν Ἀνάσταση…; Τί γινόταν τότε!… Ἔ, θυμᾶσαι;
–Ἄχ, καλό μου παιδί, ἐσὺ μόνο αὐ­τὸ θυ­μᾶσαι! Φυσικὸ εἶναι. Στὴν πόλη μεγάλωσες, δὲ νογᾶς τί θὰ πεῖ ὁ ἦ­­­χος τῆς καμπάνας. Γιὰ μᾶς στὸ χωριὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ξέρεις τί ἦταν ἡ καμπάνα; Ὅλη ἡ ζωή μας μὲ τὴν καμπάνα κυλοῦσε. Θὲς χαρά, θὲς γάμος, θὲς πανηγύρι, θὲς θλίψη καὶ πέν­θος, κίνδυνος, φωτιά, μάζωξη τοῦ χωριοῦ στὴν πλατεία, ὅλα μὲ τὴν καμπάνα σημαίνουνταν. Μὲ τὴν καμπάνα τῆς ἐκ­κλησιᾶς. Καταλαβαίνεις τί θὰ πεῖ αὐ­τό; Ἡ ἐκκλησιὰ ἦταν ἡ μάνα μας, καὶ ἡ καμπάνα ἡ φωνή της. Ἔτσι τὴ νιώθαμε, γιόκα μου. Μιλοῦσε ὁ ἦχος της. Μὲ πιάνεις; Μιλοῦ­σε… Νά, τώ­ρα δά, μοῦ ʼρθε στὴ σκέψη καὶ ὁ Παναής…
–Ποιὸς εἶπες, παππού;
–Ξέρεις τί θαῦμα ἔγινε μὲ δαῦτον τὸν ἄνθρωπο, παλληκάρι μου, μὲ τὴν καμπάνα; Σὰν τώρα θυμᾶμαι τὰ λό­για του, ποὺ μᾶς διηγιόταν στὴν πλα­τεία τοῦ χωριοῦ…
.             Ὁ Παναής, ποὺ λές, ἦταν φοβερὸς ἄν­θρωπος. Ἀγρίμι σωστό. Ἀλειτούργητος καὶ ἀλιβάνιστος. Τσομπάνης πάνω στὸ βου­νό, μὲ τὶς στάνες του καταγίνουνταν ὁλοχρονίς. Τὸ πόδι του εἶχε χρόνια ὁλόκληρα νὰ τὸ πατήσει στὴν ἐκκλησιά. «Δὲν πατάω ἐγὼ στὸ μαγαζὶ τοῦ παπᾶ», ἔλεγε. Δὲν ξέρω, κάτι, φαίνεται, παλιά, μιὰ παραξήγηση, κι οὔτε ἀπ’ ἔξω ἀπ’ τὴν ἐκκλησιὰ δὲν ἤθελε νὰ περάσει, ἕνα σταυρὸ νὰ κάνει ὁ βλογημένος! Ἀλειτούργητος χρόνια καὶ ἀκοινώνητος, παιδί μου. Εἶχε ἀγριέψει τὸ πρόσωπό του. Κι ἀπ’ τὴν κοινωνία μέσα ξεχωρίστηκε, σάν – τί νὰ πῶ; – σὰν ἀ­­­­­φο­ρεσμένος ἐκεῖ πὰ στὸ βουνό, ἀ­­λάργα, στὶς στάνες…
Αὐτόν, ποὺ λές, τὸν Παναή, μιὰ μέ­ρα τὸν εἴδαμε στὴν ἐκ­κλησιά. Κοιτα­χ­τήκαμε ἀναμεταξύ μας. Τί ­ἔπαθε ὁ Παναής; Τὸ κεφάλι χαμηλά, ἀξύριστο, ἄλουστο τὸ ­πρόσωπό του, κι οὔτε ποὺ τὸ σήκωνε μιὰ στάλα. Κάθισε σ’ ὅλη τὴ Λειτουργία καὶ μετὰ ἔφυγε σὰν κυνηγημένος. Καὶ τὴν ἄλ­λη φορὰ πάλι, καὶ πάλι. Πρῶτος στὴν ἐκκλησιὰ ὁ Παναής. Ἡμέρεψε τὸ πρόσωπό του. Γιὰ καιρὸ ὅμως δὲ μιλοῦσε. Μιλιά, σοῦ λέω. Ἔπειτα ἀπὸ καιρὸ μᾶς βρῆκε στὴν πλατεία. Τὸν φωνάξαμε γιὰ καφὲ κι ἐκεῖ μᾶς τά ’πε ὅλα.
–Τί εἶπε, παππού;
–Σὰν τώρα θυμοῦμαι τὰ λόγια του: «Τί ’ναι αὐτὸ ποὺ μοῦ γίνηκε, ὠρὲ παιδιά; Δὲν μπορῶ νὰ τὸ γροικήσω. Μπορεῖτε σεῖς νὰ μοῦ τὸ ξηγήσετε; Ἤμαν, μαθές, πάνω κεῖ κι ἔβοσκα τὰ πρόβατα. Ἀπόβραδο, καὶ θὰ τά ’μπα­ζα σὲ λίγο στὴ στάνη. Ἔκατσα μιὰ στιγμὴ στὸ χορτάρι, ἔτσι ­φρέ­σκο πού ’ταν, Ἀπρίλης μήνας βλέ­πεις. Φύσαε στρωτὸ μαϊστράλι. ­Πεθαμένους ἀνάσταινε, τέτοια φυσηματιά. Ἔτσι μὲ ’σύχασε αὐτὸ τὸ ἀπόγι καὶ δὲν ἔλεα νὰ σηκωθῶ ἀπ’ ἐκεῖ. Καὶ τότε ἦταν… Ἦρθε στ’ αὐτιά μου ἡ καμπάνα. Ἡ καμπάνα τοῦ ἁϊ-Γιώργη, ἐδῶ, τῆς ἐκκλησιᾶς. Μπὰς καὶ πρώτη φορὰ τὴ γροικοῦσα; Κάθε μέρα δὲ χτύπαγε; Ἔ, σᾶς λέω, πρώτη φορὰ τὴ γροίκησα. Δηλαδή, πῶς νὰ σ’ τὸ πῶ, βάρεσε μέσα μου ὁ χτύπος, κατάλαβες; Τινάχτηκα πάνου. Γιὰ μένα βαράει ἡ καμπάνα, εἶπα. Γιὰ μένα! Τό ’νιωθα αὐτὸ τὸ πράμα, κατάλαβες; Κι ἀμέσως, σάν – τί νὰ πῶ; – σὰ λιβάνι νὰ μοῦ ’ρθε. Ἔπαθα, σοῦ λέω! Μ’ ἔπιασαν τὰ δάκρυα. Γιὰ μένα βαράει ἡ καμπάνα, ἔλεγα, γιὰ μένα! Νά, αὐτὸ ἔπαθα. Μπορεῖς τώρα σὺ νὰ τὸ ξηγήσεις;».
.             Αὐτὰ εἶπε ὁ Παναής. Καὶ τότε, ποὺ λές, γιόκα μου, σηκώθηκε ὁ γεροντότερος καὶ στάθηκε ἀναμεσό μας κι ἔδωσε ἑρμηνεία: «Αὐτό, χωριανοί, δὲν εἶναι τυχαῖο πράμα. Παναή, αὐτὴ δὲν ἦταν ἡ φωνὴ τῆς καμπάνας. Ἦταν ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ! Κατάλαβες; Μὲ τὴ φωνὴ τῆς καμπάνας σοῦ μίλησε ὁ Θεός. Σοῦ ’δωσε νόημα ὁ Θεὸς νὰ σὲ μπάσει στὴν ἐκκλησιά. Πῶς σὺ σφυρᾶς καὶ μπάζεις τὰ πρόβατα στὴ στάνη; Ἔτσι καὶ ὁ Θεός. Καὶ τό ’πιασες, Παναή, τὸ νόημα. Τό ’πιασες! Καὶ δὲν εἶσαι τώρα ὁ ἀλειτούργητος καὶ ὁ ἀκοινώνητος. Κατάλαβες, αὐτὸ ἦταν».
–Αὐτὸ ἦταν, γιόκα μου. Ἡ καμπάνα! Καὶ τώρα μοῦ λές, θὰ σημαίνει τὴν Κυριακὴ τὸ πρωί, καὶ ὁ κόσμος θὰ βγαίνει στὴν ἀγορὰ γιὰ ψώνια. Ἄχ, καὶ θὰ μᾶς χάσει ὁ Θεός, παλληκάρι μου. Τί νὰ πῶ, δὲν ξέρω…

1 Σχόλιο