Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ"

ΤΟΝ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΕ ΤΟΝ ΘΕΟ «Γιὰ νὰ μὴ μεμψιμοιρεῖς ὅτι οἱ μέρες μας εἶναι δύσκολες, δουλειὲς δὲν ὑπάρχουν καὶ τί θὰ γίνουμε αὔριο ἔτσι ποὺ πᾶμε».

Τὸν ἐξανάγκασε τὸν Θεό…

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.         Νὰ σοῦ πῶ, παιδάκι μου, γιὰ νὰ δεῖς τί δύναμη ἔχει ἡ πίστη καὶ νὰ μὴ μεμψιμοιρεῖς ὅτι οἱ μέρες μας εἶναι δύσκολες, δουλειὲς δὲν ὑπάρχουν καὶ τί θὰ γίνουμε αὔριο ἔτσι ποὺ πᾶμε…
.         Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἄρχισε ὁ γέροντας Πνευ­ματικὸς νὰ διηγεῖται στὸ πνευματικοπαίδι του μιὰ προσωπική του ἐμπειρία ἀπὸ κάποιον θεοφοβούμενο ἄνθρωπο παλαιὰ στὴ Μυτιλήνη.
–Ποὺ λές, Μιχάλη τὸν λέγανε. Τὸν ἤξερα ἐγὼ προσωπικά. Στὴ Μυτιλήνη ζοῦ­σε, σ’ ἕνα κεφαλοχώρι. Ἄνθρωπος τί­­μιος, ἐργάτης, μὲ φόβο Θεοῦ πάνω του. Οἰκοδόμος ἦταν. Μεροδούλι – μεροφάι. Ὅλη τὴ μέρα στὴ δουλειά, καὶ τὸ βρά­δυ στὸ σπίτι, στὴν οἰκογένειά του. Εἶ­χε γυναίκα καὶ ὀχτὼ παιδιά. Οὔτε ἕνα, οὔτε δύο. Ὀχτὼ τοῦ Θεοῦ τὰ εἶχε. Ἡ γυναίκα του δὲν ἐργαζόταν. Καὶ νά ’θελε, ποῦ νὰ εὐκαιρήσει μὲ ὀχτὼ παιδιά; Ἕνα ἡμερομίσθιο, καὶ μ’ αὐτό, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τά ’βγαζαν πέρα. Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός.
.         Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός, γιατὶ ἐκεῖνοι δὲν Τὸν ἄφηναν. Κατάλαβες; Ἦταν θεοσεβούμενη οἰκογένεια ἡ οἰκογένεια τοῦ κυρ-Μιχάλη, παιδί μου. Ἀπὸ τὴν ἐκ­κλη­σία δὲν ἔλειπαν Κυριακές, γιορτές, καὶ στὴ ζωή τους πολὺ προσεκτικοί. Καὶ μὲ ἐλεημοσύνες ἐπιπλέον, ὅσο μπο­ροῦ­σαν. Τί νὰ μποροῦσαν δηλαδή; ἀπ’ τὸ ὑ­στέρημά τους οἱ ἄνθρωποι… Κυλοῦσε ἡ ζωή τους ἥσυχα, κι αὐτοὶ δόξαζαν τὸν Θεό.
.         Κάποτε ὅμως ἦρθαν μέρες δύσκολες. Ἀναδουλειὲς στὸ νησί. Ἄρχισε νὰ στενεύεται ὁ κυρ-Μιχάλης. Πῶς νὰ τὰ καταφέρνει δέκα στόματα νὰ τρέφει καθημερινά; Κι ἡ καημένη ἡ γυναίκα ἀπὸ τὴν ἄλλη πιὸ πολὺ δυσκολευόταν. Ξέρεις τί ’ναι νὰ ξημερώνει, καὶ νὰ μὴν ξέρει ἡ μάνα ἂν θὰ βρεῖ νὰ ταΐσει τὰ μικρά της; Μαρτύριο σωστὸ γιὰ τὴ μητρικὴ καρδιά.
Καὶ ἔφτασε κι ἡ μέρα ποὺ δὲν εἶχε τίποτε στὸ σπίτι νὰ δώσει στὰ παιδιά. Ἀδειανὰ ὅλα τὰ ράφια. Κοίταξε χλωμή, πανιασμένη τὸν ἄντρα της:
–Ἂν σήμερα δὲν φέρεις κάτι στὸ σπίτι, τοῦ ’κανε, νὰ ξέρεις, τὰ παιδιὰ θὰ μείνουν νηστικά. Οὔτε ψίχουλο δὲν ὑπάρ­χει.
Ἔφυγε ὁ Μιχάλης γιὰ τὴν πιάτσα, μπὰς καὶ βρεῖ τίποτε. Στὸ δρόμο περ­νοῦσε ἔξω ἀπ’ τὸν κοιμητηριακὸ Ναὸ τοῦ χωριοῦ. Κοντοστάθηκε μιὰ στιγμὴ κι ἀ­μέ­σως τὸ ἀποφάσισε. Ἄλλαξε τὸ πρό­γραμμά του.
–Δὲν θὰ πάω στὴν πλατεία. Θὰ μπῶ ἐδῶ.
.         Μπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔκανε τὸ σταυ­­ρό του. Ἄναψε τὸ κερὶ καὶ κατευθύν­θηκε μπροστὰ στὸ τέμπλο. Ἔπεσε στὰ γόνατα, σήκωσε τὰ χέρια του καὶ παρακαλέθηκε:
–Ὀχτὼ τὰ ἔχω, Χριστέ μου. Δικά Σου εἶναι, Ἐσὺ μοῦ τά ’δωσες. Ἐσὺ ποὺ μοῦ τά ’δωσες, φρόντισε νὰ τὰ θρέψεις. Δὲν ἔχουν τίποτε γιὰ σήμερα νὰ φᾶνε.
Ἔμεινε λίγη ὥρα ἔτσι γονατισμένος καὶ τέλος ξαναμίλησε:
–Ἐγὼ δὲν φεύγω ἀπὸ ᾿δῶ, Χριστέ μου, ἂν δὲν μοῦ φέρεις νὰ ταΐσω τὰ παιδιά μου, ποὺ δὲν εἶναι δικά μου· δικά Σου εἶναι.
.         Εἶπε, καὶ κατευθύνθηκε στὸ ἀναλόγιο. Πῆρε τὸ Ψαλτήρι κι ἄρχισε νὰ διαβάζει.
.         Δὲν θά ’χε περάσει μισὴ ὥρα, κι ἀπ­έ­ξω ἀκούστηκαν συνομιλίες. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔδωσε σημασία. Μετὰ διέκρινε τὴ φω­νὴ τοῦ παπᾶ τους. Μιλοῦσε μὲ κά­ποιον ἄγνωστο. Ἔπιασε μιὰ λέξη, ἂν ἄ­κουγε καλά…
–Ἕναν οἰκοδόμο πρέπει νὰ βρεῖς…
Πετάχτηκε ἔξω.
–Παπα-Γιάννη, τὴν εὐχή σου.
–Νά τος! φώναξε ὁ παπάς. Τὸν ξέρεις τὸν Μιχάλη;
Κι ἀμέσως πρὸς τὸν Μιχάλη:
–Μιχάλη, τὸν γνωρίζεις τὸν κύριο;
–Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος.
–Εἶναι τοῦ Γρηγόρη τοῦ…, μακαρίτης τώρα, ἀπ’ τὸν ἀπάνω μαχαλά. Μᾶς ἦρθε χθὲς ἀπ’ τὴν Ἀμερική, χρόνια τώρα ἐκεῖ, δυὸ δεκαετίες κοντά. Τὸν θυμᾶσαι;
–Ἅμα λές, παπά μου, δυὸ δεκαετίες, ἐγὼ ἀκόμα δὲν ἤμουν ἐδῶ. Μετὰ ἐγκα­ταστάθηκα στὸ χωριό. Τὸν πατέρα του τὸν μακαρίτη τὸν ἔχω ἀκουστά.
–Κύριε Μιχάλη, εἶστε οἰκοδόμος;
–Ναί, παιδί μου.
–Ἐνδιαφέρομαι νὰ φτιάξω τὸν τάφο τῶν γονέων μου. Θέλω νὰ χτίσω κάτι ὡ­ραῖο, ἐπίσημο, σὰν τύμβο. Σὰν εἰκο­νο­στάσι. Νὰ χωράει κανεὶς νὰ μπεῖ μέσα, ν’ ἀνάψει τὸ κερί, τὸ καντήλι. Κατάλαβες; Ξέ­ρεις ἀπὸ τέτοια;
–Πῶς δὲν ξέρω, παλληκάρι μου. Ἔχω φτιάξει κι ἄλλοτε.
–Πόσα θέλεις νὰ μοῦ τὸ φτιάξεις;
Κοντοστάθηκε ὁ κυρ-Μιχάλης. «Νὰ πῶ ἑκατὸ χιλιάδες δραχμές», πῆρε νὰ σκέ­­φτεται, «μὴν τοῦ φανοῦν πολλά. Νὰ πῶ ἑβδομήντα;».
–Διακόσιες χιλιάδες σοῦ φτάνουν;
–…
–Ἔ, δὲν διαθέτω περισσότερα. Δέχεσαι;
–Δέχομαι.
–Πάρ᾿ τα.
Καὶ τοῦ ἔδωσε στὸ χέρι φάκελλο φουσκωμένο.
.         Μὲ τρεμάμενα χέρια ὁ κυρ-Μιχάλης ὁ οἰκοδόμος ξαναμπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔ­πεσε στὰ γόνατα μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔκλαψε. Ὥρα πολλή. Κάποτε σηκώ­θηκε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ σπίτι του. Στὴ γυ­ναίκα του καὶ τὰ ὀχτὼ παιδιά του. Τοῦ Θεοῦ ὅλα.
–Κατάλαβες, παιδί μου; κατέληξε ὁ γέ­­ροντας Πνευματικός. Αὐτὸς ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴν πίστη του, τὴν προσευ­χή του, ἔ­τσι ποὺ τὴν ἔκανε, πῶς νὰ ποῦ­με… τὸν ἐξανάγκασε τὸν Θεό. Ἔτσι δὲν εἶναι; Για­τὶ ἡ πίστη, ἡ ἀληθινή, ἡ ἀκράδαντη, αὐτὸ κάνει. Ἐξαναγκάζει τὸν Θεό. Συμ­φωνεῖς;

Σχολιάστε

ΕΝΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΑΞΕ «Μανούλα, πόσο θά ’θελα νὰ ἀγκαλιάσω τὸν Θεὸ σφικτά»

Ἕνας ἄγγελος πέταξε!

        .             Τὸν Στέφανο, τὸν 17χρονο μαθητὴ τῆς Γ´ Λυκείου, τὸν ἤξερε ἐδῶ καὶ χρόνια. Τὸν εἶχε στὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Καὶ τὸν θαύμαζε γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὴ λεβεντιά του. Τὸν Στέφανο τὸν ἤξερε καλὰ ἡ κ. Δημητρίου, ἡ καθηγήτρια, τὴ μητέρα του ὅμως ὄχι. Τούτη ὅμως τὴ μέρα τὴ μεγάλη – Κυριακὴ ἦταν μεσημέρι – τόλμησε νὰ τῆς τηλεφωνήσει γιὰ νὰ τὴ συλλυπηθεῖ. Αὐτὴ τὴ μεγάλη μάνα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ἔχει τέτοιο παιδί, ποὺ μόλις πρὶν ἀπὸ μία μέρα τῆς εἶχε φύγει γιὰ τὸν οὐρανό.
–Κυρία Σταυρίδου, ἐσεῖς;
–Ναί! Ποιὰ παρακαλῶ;
–Ἡ θεολόγος ἀπὸ τὸ Λύκειο τοῦ Στέ­φανου. Πληροφορήθηκα γιὰ τὸν θάνατο τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ σας καὶ τόλμησα νὰ σᾶς πάρω. Σᾶς συλλυποῦμαι. Εἴχατε ἕνα παιδὶ μὲ σπάνια ἀθωότητα καὶ ἁπλότητα. Ὁ Κύριος τὸ διάλεξε τὸ παιδί σας καὶ τὸ πῆρε κοντά Του. Δὲν θὰ ἄντεχε νὰ ζήσει ἄλλο μέσα στὴν πονηρία καὶ τὴν ἀδικία τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Εἶμαι κοντά σας αὐτὴ τὴν ὥρα τοῦ βαρύτατου πένθους σας. Ὁ Θεὸς νὰ ἀναπαύει τὸ παιδί σας στὴ Βασιλεία Του. Διαβιβάστε, παρακαλῶ, καὶ στὸ σύζυγό σας τὴ συμ­παράστασή μου στὸ πένθος σας.
.             Ἡ μητέρα ἄκουγε σιωπηλή. Καὶ λίγο μετὰ μὲ θαυμαστὴ ψυχραιμία, ποὺ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ χαρίσει αὐτὲς τὶς ὧρες, ἀπάντησε:
–Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, κυρία καθηγή­τρια. Πολὺ μὲ παρηγορεῖ τὸ τηλεφώνημά σας αὐτὴ τὴ στιγμή.
.             Ὁ Στέφανος μᾶς ἔφυγε. Νὰ ξέρετε ὅ­μως πὼς χθὲς τὸ Σάββατο πῆγε στὴν ἐκκλησία καὶ κοινώνησε. Καὶ μετά, γεμάτος θεία εὐφροσύνη, εἶπε στὸν π. Κύριλλο μέσα στὸ Ἱερό: «Πάτερ μου, πόσο θὰ ἤθελα νὰ εἶχα ἕνα ντιβανάκι, νὰ ἔμενα πάντοτε ἐδῶ μέσα στὸ Ἅγιο Βῆμα, μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία! Πόσο μὲ γαληνεύει καὶ μὲ ξεκουράζει αὐτὴ ἡ ἀτμόσφαιρα! Τὸ ξέρω, εἶναι ὑπερβολικὸ αὐτὸ ποὺ ζητάω. Ὅμως ἀφῆστε με νὰ προσευχηθῶ ἐδῶ μέσα, τὸ θέλω πολύ. Ἔχω τὴν ἄδειά σας;». «Ναί, Στέφανέ μου», τοῦ εἶπε ὁ ἱερέας, «ἐκφράσου ἐλεύθερα στὸν Θεό». Καὶ ὁ Στέφανος γονάτισε ἐκεῖ δίπλα στὴν πολυθρόνα τοῦ ἱεροῦ καὶ προσευχόταν γιὰ ἀρκετὴ ὥρα. Γιὰ νὰ μὴν αἰσθάνεται ἄσχημα μόνος του τὴν ὥρα ἐκείνη, γονάτισε διακριτικὰ κοντά του καὶ ὁ ἱερέας καὶ προσευχόταν καὶ αὐτὸς ἐκεῖ. Τί ἔλεγαν στὸ Χριστὸ δὲν ξέρω. Πάντως γύρισε στὸ σπίτι εἰρηνικὸς καὶ χαρούμενος. Καὶ τὸ ἀπόγευμα αἰσθάνθηκε ἕναν πόνο στὴν καρδιά. Καὶ μᾶς ἔφυγε ξαφνικά, πρὶν προλάβουμε νὰ τὸν σώσουμε…
.                 Ἄκουγε σιωπηλὴ ἡ καθηγήτρια. Εἶχε πνίξει τὴ συγκίνησή της. Ἀπολάμβανε τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς ζωῆς ἑνὸς μεγά­λου παιδιοῦ. Ζήλευε μιὰ τόσο ἕτοιμη ἀναχώρηση γιὰ τὸν οὐρανό.
.             Ἀκολούθησαν λίγα δευτερόλεπτα σιω­πῆς. Ἡ κ. Δημητρίου δὲν πρόλαβε νὰ πεῖ κάτι, καὶ ἡ φωνὴ τῆς μητέρας συνέχισε νὰ λέει τὰ κρυφὰ μυστικὰ τοῦ παιδιοῦ της:
–Ξέρετε… Νὰ σᾶς πῶ καὶ τὸ ἄλλο. Πρὶν ἀπὸ τρεῖς μέρες τὸ παιδί μου μοῦ εἶπε: «Μανούλα, πόσο θά ’θελα νὰ ἀγκαλιάσω τὸν Θεὸ σφικτά, πολὺ σφικτά, γιὰ νὰ αἰ­σθανθῶ δυνατὰ τὴ στοργή Του καὶ νὰ Τοῦ δώσω ὅλη τὴν ἀγάπη μου!». «Παιδί μου», τοῦ ἀπάντησα, «ὁ Θεὸς δὲν πιάνεται. Εἶναι ἄϋλος. Τὸν Θεὸ Τὸν νιώθουμε καὶ Τὸν πιάνουμε μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλ­πίδα, μὲ τὴν καλοσύνη στοὺς γύρω μας ἀν­θρώπους καὶ τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη ποὺ προσφέρουμε πρὸς ὅλους…». Τὸν ἑτοίμαζε ὁ Θεὸς τὸν Στέφανο νὰ τὸν πάρει κοντά Του. Δὲν ἄντεχε ἄλλο, φαίνεται, νὰ μένει στὴ γῆ αὐτὴ τῶν πειρασμῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας.
–Δοξάστε τὸν Θεό, κυρία Ἄννα, γιατὶ σᾶς χάρισε ἕνα τέτοιο παιδί. Σπάνιο παιδί, ἄγγελο ἐπίγειο, ποὺ δὲν τὸν ἄγγιζε ἡ κακία τοῦ κόσμου. Βλέμμα, χαμόγελο, κου­βέντα, ὅλα του ἦταν συνειδητὰ ἀθῶα.
–Ἔτσι ἦταν, ὅπως τὰ λέτε. Θέλω ὅμως καὶ κάτι ἄλλο νὰ μοιραστῶ μαζί σας, καὶ συχωρέστε με γιὰ τὰ πολλά μου λόγια ποὺ λόγῳ τῆς ἐντάσεως ἔχω.
.                    Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ μοῦ ἔλεγε τὸ παιδί μου: «Μάνα, θαρρῶ πὼς τὸ σπίτι μας δὲν ἔχει ταβάνι. Ὅταν σηκώνω τὰ μάτια μου πάνω, βλέπω ἐκεῖ τὸν Κύριο μὲ τὰ δυό Του χέρια ἁπλωμένα ποὺ μᾶς εὐλογεῖ. Δὲν βλέπεις τὸν τελευταῖο καιρὸ πόσες εὐλογίες μᾶς δίνει στὸ σπίτι μας; Συνέχεια μᾶς εὐλογεῖ καὶ μᾶς δίνει ἀκατάπαυστα πολλὰ δῶρα, πολλὲς εὐλογίες.
–Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, κυρία Ἄννα, γιὰ ὅσα πολλὰ καὶ διδακτικὰ μοῦ εἴπατε, ἢ μᾶλλον μοῦ ἐμπιστευτήκατε. Ἀσφαλῶς θὰ ἔχετε καὶ ἄλλα τέτοια, ποὺ παρακαλῶ, κάποτε ἀπὸ κοντὰ νὰ μοῦ πεῖτε γιὰ νὰ διδαχθῶ καὶ νὰ τὰ πῶ καὶ σὲ ἄλλους.
–Εὐχαρίστως· ἀργότερα ὅμως, ἀφοῦ ἠ­ρεμήσουμε. Πάντως πολὺ σᾶς εὐχαρι­στῶ γιὰ τὴν ἀγάπη σας καὶ τὴ συμπαράστασή σας αὐτὲς τὶς ὧρες.
.               Μόλις ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο, ἡ κυρία Ἄννα θυμήθηκε καὶ κάποιον ἄλλον λόγο τοῦ Στέφανου. Σὲ ἡλικία μόλις πέντε ἐτῶν, σὲ κηδεία γνωστοῦ τους μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀκούγοντας τὰ κλάματα τῶν ἀνθρώπων, εἶπε δυνατά: «Μαμά, γιατί κλαῖνε ὅλοι αὐτοί, ἀφοῦ θ’ ἀναστηθοῦμε μιὰ μέρα;». Καὶ ἀμέσως σταμάτησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ κλαῖνε. Καὶ ὁ π. Κύριλλος τῆς εἶπε: «Κυρία Ἄννα, σήμερα τὸ παιδί σας θεολόγησε».
.             Ἡ κηδεία τοῦ Στέφανου ἔγινε μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα βαθιᾶς σιγῆς. Στὰ μάτια τὰ βουρκωμένα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα, ποὺ στέκονταν ὄρθιοι δίπλα στὸ φέρετρο, μποροῦσες νὰ διακρίνεις τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, πὼς ὁ Στέφανος δὲν χάθηκε, δὲν πέθανε, ἀλλὰ ζεῖ πνευματικὰ στὴν αἰώ­νια ζωή, στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πα­τέρα, ποὺ ποθοῦσε κάποτε νὰ βρεθεῖ. Οἱ λόγοι ποὺ ἀκούστηκαν ἦ­ταν μικροὶ γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὸ μεγαλεῖο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀθώου παιδιοῦ ποὺ σὰν ἄγγελος ζοῦσε πάνω στὴ γῆ. Οἱ συμμαθητές του καὶ οἱ φίλοι του ποὺ κύκλωναν τὴ σορό του, κοιτοῦσαν ἐκ­στατικὰ τὸ φωτεινὸ πρόσωπό του. Καὶ ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὴν ἀνταύγεια τῆς ἠρεμίας του δύναμη καὶ παράδειγμα γιὰ ἁ­γία ζωή. Μετὰ τὴν ταφὴ ἔφευγαν ὅλοι βαθιὰ συλλογισμένοι, καὶ ἕνας ἡλικιωμένος καθηγητὴς ψιθύριζε: Κάμε, Χριστέ, τὸ θαῦμα Σου νὰ ζωντανέψεις τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης Σου στὰ παιδιὰ τῆς ἐποχῆς μας, μὲ τὶς προσευχὲς αὐτοῦ τοῦ ἀγγέλου ποὺ πέταξε κοντά Σου.

ΠΗΓΗ: osotir.org

Σχολιάστε

ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Σὰν ὄνειρο στὸν Πόντο

Τί νὰ σοῦ πῶ, ἀδελφέ μου Γιορίκα! Αὐτὰ ποὺ ζήσαμε φέτος στὴν ἀλησμόνητη Πατρίδα μας, στὸν Πόντο μας, δὲν λέγονται! Εἶναι φανταστικά. Μοιάζουν μὲ παραμύθι, κι ὅμως εἶναι πέρα ὣς πέρα ἀληθινά!
–Πότε πῆγες, φίλε μου Πάντσο, καὶ δὲν τὸ ἤξερα;
–Στὶς ἀρχὲς τοῦ καλοκαιριοῦ. Κι ἂν θές, νὰ σοῦ πῶ μερικὲς ἐντυπώσεις μου.
–Καὶ τὸ ρωτᾶς;
–Εἴχαμε γεμίσει ἕνα μεγάλο πούλμαν, σχεδὸν ὅλοι Πόντιοι, οἱ περισσότεροι ἀντρόγυνα. Ξεκινήσαμε ἀπὸ ­Θεσσαλονίκη καὶ σὲ λίγες ὧρες περάσαμε τὰ ­σύνορα καὶ μπήκαμε στὴν Τουρκία. Οἱ δρόμοι καὶ οἱ δικοί μας καὶ οἱ δικοί τους εἶναι πολὺ κα­λοὶ καὶ σύντομα φτάσαμε στὴν Πόλη. Ἄλ­λο νὰ σ’ τὰ λέω καὶ ἄλλο νὰ τὰ ­βλέπεις τὸ τί εἶναι ἡ Πόλη! Χάνεσαι. Αὐτοκίνητα, κίνηση, ἐξέλιξη, γέφυρες, οὐρανοξύστες, τεράστια ὑπερσύγχρονα καταστήματα, κόσμος πολύς, λαοί, φυλὲς καὶ γλῶσσες! Ὁ ὁδηγός μας ἦταν ἔμπειρος καὶ ­κατευ­θείαν μᾶς πῆγε στὴν Ἁγια – Σοφιά. Σκίρτη­σε ἡ καρδιά μου, ­ἀδελφέ μου, ὅταν μπή­καμε μέσα. Μᾶς εἶπαν, ­ἀ­­­παγορεύεται νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας, ἐγὼ ὅμως τὸν ἔκανα. Ἂς μὲ κάνουν ὅ,τι θέλουν, εἶπα μέ­σα μου.
Μετὰ τὴν ξενάγηση πήγαμε στὸ Φανάρι νὰ πάρουμε τὴν εὐχὴ τοῦ Πατριάρχη μας, ὁ ὁποῖος μᾶς δέχτηκε καὶ μᾶς εὐλόγησε μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ συγκίνηση.
Ἐκεῖ ἦταν κι ἕνας Δεσπότης νησιώτης ποὺ ἤξερε τὰ Τούρκικα. Ὅταν ἔμαθε τὸν σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ μας, θέλησε νά ’ρθεῖ κι αὐτὸς μαζί μας. Καὶ μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Πατριάρχη μπῆκε στὸ λεωφορεῖο μας.
Παίρνοντας τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη ξεκινήσαμε καὶ σὲ λίγες ὧρες φτάσαμε στὰ ὡραῖα παράλια τοῦ Πόντου.
–Σώζονται ἀκόμη οἱ παραλιακὲς ποντιακὲς πόλεις Σινώπη, Σαμψούντα, Τραπεζούντα;
–Σώζονται. Καὶ εἶναι πολὺ ἀναπτυγμένες. Τὰ τοπία εἶναι ἐξαιρετικά. Σκιρτοῦσε ἡ καρδιά μου ἀπὸ συγκίνηση, καθὼς ἔ­­βλεπα τὰ ἁγιασμένα αὐτὰ χώματα τῶν πατέρων μας.
–Στὴν Παναγία Σουμελᾶ πήγατε;
–Μπορούσαμε νὰ μὴν πᾶμε, ἀδελφέ; Αὐ­­­­τὴ εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω τῶν Ποντίων, ἡ Προ­στάτις μας, τὸ στήριγμα καὶ ἡ ἐλπίδα μας. Καὶ ξέρεις πόσο κόσμο συναντήσαμε ἐκεῖ; Ἀμέτρητος λαός! Ἡ χάρη τῆς Παν­αγίας σὰν ἄλλος δυνατὸς μαγνήτης τραβάει ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο πλήθη ψυχῶν κοντά της καὶ τὶς παρηγορεῖ.
Νὰ σοῦ πῶ ὅμως καὶ κάτι ποὺ ἔγινε ἕνα βράδυ, ποὺ δὲν θὰ τὸ ξεχάσω ποτέ. Τὸ θεωρῶ θαῦμα τῆς Παναγίας. Πήγαμε στὸ ξενοδοχεῖο νὰ τακτοποιηθοῦμε γιὰ τὸν ὕπνο. Εἶχε μαζευτεῖ πολὺς κόσμος. Ὁ ξενοδόχος ἔκανε, μᾶλλον, λάθος καὶ δὲν μπόρεσε νὰ μᾶς τακτοποιήσει ὅλους. Περίσσευαν πέντε καὶ ὁ Δεσπότης ἕξι. Ἐγὼ ἔδωσα τὴ θέση μου σὲ μιὰ μοναχικὴ κυρία γιὰ νὰ μείνει μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα μου, μὲ τὴν ὁποία συνεννοήθηκα βέβαια, κι ἔμεινα νὰ συμπαρασταθῶ στὸ Δεσπότη, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ τακτοποιηθεῖ πρὶν τακτοποιηθοῦν ὅλοι. Ὁ ξενοδόχος μᾶς εἶπε νὰ μὴν ἀνησυχοῦμε, διότι τηλεφώνησε σὲ δυὸ γνωστούς του καὶ θὰ μᾶς τακτοποιήσουν.
Καὶ πράγματι καθὼς περιμέναμε ἔξω ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖο, ἦλθε ἕνα κλειστὸ ἡμιφορτηγὸ μικρὸ αὐτοκίνητο καὶ πῆρε τοὺς ἄλλους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Δεσπότη κι ἐμένα. Καὶ σὲ πέντε λεπτὰ ἔρχεται ἕνα μαῦρο κλειστὸ μεγάλο τζὶπ γιὰ μᾶς καὶ μᾶς πῆγε πρὸς ἄγνωστη κατεύθυνση, καθὼς εἶχε ἀρχίσει νὰ σκοτεινιάζει.
Σταματήσαμε κάπου κι ὁ ὁδηγός, ἕνας γεροδεμένος ἄντρας, κοιτάζοντας ὁλόγυρα προσεκτικά, μᾶς ἔβγαλε γρήγορα ἀπὸ τὸ τζὶπ καὶ μᾶς ἔβαλε σ’ ἕνα σπίτι. Ἦρθε καί μᾶς χαιρέτησε μιὰ κυρία ποὺ μᾶς εἶπε στὰ Τούρκικα ὅτι εἶναι ἡ γυναίκα του καί ἔστρωσαν τραπέζι νὰ φᾶμε. Τὸ ἐκπληκτικό, φίλε μου, εἶναι ὅτι σὰν ἄλλο τραπεζο­μάντηλο ἔβαλαν μιὰ ἑλληνικὴ σημαία καὶ ἀπὸ πάνω ἕνα διαφανὲς νάυλον γιὰ νὰ μὴ λερωθεῖ. Ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε στὰ Τούρκικα τὸ «Πάτερ ἡμῶν» καὶ ὁ Δεσπότης εὐλόγησε τὸ φαγητό μας. Μὲ λίγα Τούρκικα καὶ λίγα Ποντιακὰ ὁ οἰκοδεσπότης μᾶς εἶπε ὅτι ὁ παππούς του καί ὁ πατέρας του ἦταν ἱερεῖς καὶ ὁ ἴδιος εἶχε μιὰ δημόσια θέση.
Ἀφοῦ φάγαμε, μᾶς εἶπε νὰ κοιμηθοῦμε γρήγορα, γιατὶ εἶχε σχέδιο νὰ μᾶς ξυπνήσει πολὺ νωρίς.
Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Μᾶς ξύπνησε στὶς 4 περίπου χαράματα καὶ μᾶς κατέβασε σ’ ἕνα ὑπόγειο πολὺ βαθιὰ κάτω ἀπὸ τὸ ­σπίτι του. Μείναμε ἔκπληκτοι, διότι ἦταν διασκευασμένο σὰν ἐκκλησία καὶ τὴν ὥρα ἐκείνη ἦταν καθισμένοι περισσότεροι ἀπὸ 150 ἄνθρωποι.
–Δέσποτα, θέλουμε νὰ μᾶς κοινωνήσεις, εἶπε ὁ οἰκοδεσπότης. Τοὺς εἰδοποίη­σα καὶ ἦλθαν ὅλοι αὐτοὶ μυστικὰ γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό. Πιστεύουμε ὅλοι στὸ Χριστό!
–Εἶστε βαπτισμένοι; ρώτησε συγκινημένος ὁ Δεσπότης, ἀγκαλιάζοντας ὅλους πατρικὰ μὲ τὸ βλέμμα του.
–Ὄχι, ἀλλὰ πιστεύουμε στὸ Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία, ἀπάντησε ὁ οἰκοδεσπό­της. Διαβάζουμε μάλιστα τὸ ­Εὐαγγέλιο καὶ τροπάρια γιὰ τὴν Παναγία στὰ ­Τούρκικα ἐδῶ ποὺ μαζευόμαστε κρυφά.
–Τὸ μόνο ποὺ μπορῶ νὰ κάνω, εἶναι νὰ τελέσω Ἁγιασμό, εἶπε ὁ Δεσπότης. Γιὰ τὴ θεία Κοινωνία ποὺ ποθεῖτε θὰ τὸ πῶ στὸν Πατριάρχη κι ἐκεῖνος θὰ σκεφθεῖ τί μπορεῖ νὰ γίνει. Εἶμαι βέβαιος ὅτι κάτι θὰ γίνει. Κάντε προσευχὴ καὶ θὰ βοηθήσει ἡ Παναγία. Γιὰ τώρα ὅμως μόνο Ἁγιασμό. Αὐτὸ καὶ ἔγινε μέσα σὲ μιὰ πολὺ συγ­κι­νητικὴ ἀτμόσφαιρα. Τοὺς ράντισε μὲ τὸν Ἁγιασμὸ καὶ ἀσπάστηκαν τὸν Τίμιο Σταυ­ρὸ μὲ δάκρυα στὰ μάτια.
–Ἔκλαιγα κι ἐγὼ μαζί τους, ἀδελφέ μου Γιορίκα! Ξέρεις τί θὰ πεῖ τόσες ψυχὲς μέ­σα στὴν Τουρκία νά δακρύζουν γιὰ τὴν Παναγία μας καὶ γιὰ τὴ θεία Κοινωνία; Εἶ­ναι θαῦμα αὐτό, ἀδελφέ μου! Δὲν θὰ τὸ ξεχάσω ποτὲ ὅσο θὰ ζῶ αὐτὸ ποὺ ἔζησα φέτος! Ζεῖ ὁ Χριστὸς καὶ στὸν Πόντο! Μεγάλη ἡ χά­ρη καὶ ἡ δύναμή Του!

 

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

Σχολιάστε

ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ

 

Προσκύνημα στν κορυφ το Ἄθω

.             Στὸ ψηλότερο σημεῖο τοῦ Ἁγίου Ὄρους βρίσκεται τὸ ἐκκλησάκι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, στὸ ὁποῖο κάθε Αὔγουστο οἱ πιστοὶ κάνουν λειτουργία.
.           Ἕνα ἀνθρώπινο καραβάνι ποὺ σκαρφαλώνει στὶς ἀπότομες πλαγιὲς ἀγκομαχώντας. Μπροστὰ πηγαίνουν τὰ σύμβολα, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἱερὰ σκεύη, ἕνας μεγάλος ξύλινος σταυρός, καὶ πίσω κουβάδες μὲ ἀσβέστη, φτυάρια καὶ τσάπες.
.           Ὀκτὼ ὧρες ἀνάβασης στὸν Ἄθω, τὸ βουνὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὣς τὴν κορυφή, στὰ 2.033 μέτρα, ἐκεῖ ὅπου κρέμεται τὸ ἐκκλησάκι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, μὲ θέα τὸ ἀπέραντο γαλάζιο τοῦ Αἰγαίου, μέχρι τὴ Μυτιλήνη καὶ τὸν κόλπο τῆς Θεσσαλονίκης.
newego_LARGE_t_420_54551572_type12713.           Ἡ εἰκόνα ἐπαναλαμβάνεται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ποὺ γιορτάζεται (6 Αὐγούστου μὲ τὸ νέο/19 Αὐγούστου μὲ τὸ παλιὸ ἡμερολόγιο) ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος μὲ πανηγύρεις στὶς μονὲς Κουτλουμουσίου, Παντοκράτορος καὶ στὸ ἐκκλησάκι στὴν κορυφὴ τοῦ Ἀθω.
.               Φέτος, γιὰ πρώτη φορὰ ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια, δὲν τελέστηκε λειτουργία στὰ 2.033 μέτρα. Ἀνεμοδαρμένο ἐπὶ αἰῶνες, τὸ μικρὸ ἐκκλησάκι, ποὺ ἀνήκει στὴ μονὴ Μεγίστης Λαύρας, τσακισμένο ἀπὸ τοὺς κεραυνούς, ταλαιπωρημένο ἀπὸ τὰ χιόνια ποὺ γιὰ 6 μῆνες τὸν χρόνο καλύπτουν τὴν κορυφή, ἔχρηζε ἄμεσης καὶ ριζικῆς ἀνακαίνισης. Ἔτσι φέτος ἀποφασίστηκε νὰ γίνουν οἱ ἀπαραίτητες ἐργασίες. Τὰ οἰκοδομικὰ ὑλικὰ μεταφέρθηκαν μὲ ἰδιωτικὸ ἑλικόπτερο, τὰ ὑπόλοιπα ἀνεβαίνουν καθημερινὰ μὲ μουλάρια, ὅπως καὶ ὁ μοναχοὶ καὶ οἱ ἐργάτες.
.             Χρειάζονται δύο ὧρες ἀπὸ τὸν τελευταῖο… σταθμό, τὴ μικρὴ μονὴ τῆς Παναγίας, γνωστὴ καὶ ὡς Κάθισμα τῆς Παναγίας, στὰ 1.500 μέτρα τοῦ Ἀθω. Ἐκεῖ τελέστηκε φέτος ἡ ἀγρυπνία γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος καὶ τὴν Τετάρτη μιὰ ὁμάδα προσκυνητῶν πῆραν τὴν πρωτοβουλία καὶ ἀνέβηκαν ὢς τὴν κορυφή.
.             Περίπου 300 ἄτομα ξεκίνησαν ἀπὸ τὴ Μεγίστη Λαύρα τὸ πρωὶ τῆς Τρίτης καὶ στὶς 6 τὸ ἀπόγευμα ἔφτασαν στὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας, γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ παράδοση λέει ὅτι ἐκεῖ κάθισε καὶ ξεκουράστηκε ἡ Παναγία, ὅταν ἔφτασε στὸν Ἄθω. Στὴν τράπεζα ξεκουράστηκαν γιὰ λίγη ὥρα, δείπνησαν μὲ ψάρι καὶ ζυμαρικὰ καὶ στὴ συνέχεια τελέστηκε ἡ ἀγρυπνία ποὺ κράτησε ὅλο τὸ βράδυ.
.             Τὴν Τετάρτη τὸ πρωὶ κάποιοι προσκυνητές, Ἕλληνες, Βούλγαροι καὶ Ρῶσοι, μαζὶ μὲ μία ὁμάδα μοναχῶν, ἀνέβηκαν στὴν κορυφή. Ἀψήφησαν τὸ κρύο (τὴ νύχτα αὐτὸν τὸν καιρὸ τὸ θερμόμετρο δείχνει 5 βαθμοὺς Κελσίου -φέτος ἔφτασε τοὺς δεκαπέντε!), τὸν ἀέρα, τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου λόγῳ τοῦ ὑψόμετρου. Γιὰ δύο ὧρες ἔψελναν ὕμνους πρὸς τὴν Παναγία. Ὅταν ἔφτασαν ψηλά, στὰ 2.033 μέτρα, κάθισαν στὰ κοφτερὰ βράχια, ἤπιαν ρακὶ καὶ προσκύνησαν τὶς εἰκόνες τοῦ ξυλόγλυπτου τέμπλου.
.             Τὸ ἐκκλησάκι χτίστηκε ἐπὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γ´ καὶ ἐγκαινιάστηκε τὸν Αὔγουστο τοῦ 1895. Γιὰ τοὺς πιστοὺς ἡ ἀνάβαση ἀποτελεῖ κρυφὸ τάμα: ἀνεβαίνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ βρεθοῦν πιὸ κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ νὰ προσευχηθοῦν. Γιὰ τοὺς μοναχοὺς εἶναι ἡ «Ἁγία Κορυφή», ὁ «Ἄξονας τοῦ κόσμου», ὁ «στύλος διὰ τοῦ ὁποίου οἱ προσευχές τους ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό».
.           Ὅσο οἱ προσκυνητὲς ἀνεβαίνουν μὲ ἀργὸ βῆμα τὸ φιδίσιο μονοπάτι, οἱ μοναχοὶ ψάλλουν ὕμνους στὴν Παναγία. Τοὺς συνοδεύουν τὰ κουδούνια τῶν μουλαριῶν ποὺ μεταφέρουν κάθε χρόνο τὰ ἱερὰ σκεύη, τρόφιμα καὶ ἐργαλεῖα γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ἐκκλησίας. Πρόκειται γιὰ πραγματικὴ δοκιμασία, ἀλλὰ ὑπάρχουν πιστοὶ ποὺ κάθε χρόνο ὑποβάλλονται σὲ αὐτήν.
.             Κι ἐνῶ κάθε χρόνο περίπου 300-400 ἄτομα ἀνεβαίνουν στὴν κορυφὴ τοῦ Ἀθω, κυρίως νέοι καὶ παιδιά, φέτος δὲν ἦταν παρὰ 50 προσκυνητὲς καὶ 10 μοναχοί. Μάλιστα γιὰ πρώτη φορὰ ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια δὲν μετέφεραν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, οὔτε τὸν μεγάλο ξύλινο σταυρό, οὔτε ἱερὰ σκεύη, καθὼς δὲν τελέστηκε λειτουργία. Ἀντίθετα, συνάντησαν ἐκεῖ ἐργάτες καὶ μοναχούς, κατάκοπους ἀπὸ τὴν πολύωρη ἐργασία σὲ ὑψηλὸ ὑψόμετρο. Οἱ ἐργασίες πρέπει νὰ ὁλοκληρωθοῦν τὸ συντομότερο δυνατόν, πρὶν μπεῖ τὸ φθινόπωρο, ὁπότε καὶ θὰ πέσει κι ἄλλο ἡ θερμοκρασία, ἐνῶ ἀρχὲς Ὀκτωβρίου πέφτουν τὰ πρῶτα χιόνια καὶ καλύπτουν τὴν κορυφή, ἀλλὰ καὶ μεγάλο μέρος τοῦ δρόμου.

Ἐργασίες

.           Σύμφωνα μὲ τὸν προγραμματισμό, οἱ ἐργασίες ἀνακαίνισης τῆς ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἔχουν τελειώσει ὣς τὰ μέσα Σεπτεμβρίου. Τότε οἱ μοναχοὶ θὰ κλειδώσουν τὸν μικρὸ ναό, θὰ κατέβουν στὴ μονὴ Μεγίστης Λαύρας καὶ θὰ ἐπιστρέψουν τὸν ἑπόμενο Αὔγουστο γιὰ τὸν λαμπρὸ ἑορτασμὸ τῆς γιορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος.
.             Τὰ μουλάρια θὰ ξεχειμωνιάσουν στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἐνῶ κατὰ μῆκος τῆς διαδρομῆς πρὸς τὴν κορυφὴ ὑπάρχουν 12 ἐρημίτες ποὺ μένουν σὲ σπηλιὲς καὶ ἀποφεύγουν τὴν ἐπαφὴ μὲ τὸν ἔξω κόσμο. Ὅσοι ἀνεβαίνουν στὴν ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος δὲν τοὺς ἐνοχλοῦν, κάποιοι μοναχοὶ ὡστόσο ἀφήνουν ἔξω ἀπὸ τὶς σπηλιὲς ἢ κοντὰ σὲ αὐτὲς τρόφιμα καὶ εἴδη πρώτης ἀνάγκης γιὰ τὸν δύσκολο χειμώνα ποὺ ἔρχεται.

 

ΠΗΓΗ: ethnos.gr

 

 

, ,

Σχολιάστε

«ΕΧΕ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ! ΘΑ ΒΡΕΘΕΙ…!»

«Ἔχε ἐμπιστοσύνη στὴν Παναγία!… Θὰ βρεθεῖ…»

   .             Δεκαπενταύγουστος ἦταν καὶ τότε. Ζέστη πολλή. Ἀκόμη καὶ στὸ ἐξοχικό τους ἐλάχιστη ἀναψυχὴ εἶ­­χαν ἀπὸ τὸν καύσωνα τοῦ ­καλοκαιριοῦ. Ὅ­­­μως δὲν ἦταν ἡ ὑψηλὴ θερμοκρασία ποὺ ἄφησε ἀνεξίτηλο στὴ μνήμη της ἐκεῖνο τὸν Δεκαπενταύγουστο. Θυμᾶται! Πάντα θὰ θυμᾶται ὅσο θ’ ἀναπνέει σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ πιότερο τοῦτες τὶς μέρες. Τὶς μέ­­ρες τῆς χάρης της. Σταυροκοπιέται! Μ’ εὐγνωμοσύνη, μ’ ἀνάπαυση γιὰ τὴν προστασία τῆς μάνας Παναγιᾶς!
.             Ἦταν δυναμικὴ γυναίκα. Θὲς τὸ πιὸ ἤ­­­πιο τοῦ χαρακτήρα τοῦ ἄνδρα της, θὲς ὁ δικός της χαρακτήρας, θὲς οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς, τὴν ἔκαναν ἀκόμη πιὸ ριψοκίνδυνη καὶ ἀποφασιστική. Τό ’χε πρὶν χρόνια ἀπὸ τότε σχεδιάσει στὸ μυαλό της. Ἔβλεπε ἄλλωστε τὴν ἐπαγγελματικὴ πορεία τοῦ γιοῦ της. Ἐλεύθερος ἐπαγγελματίας. Μὲ σπουδές, μὲ ἱκανότητες, πλὴν ὅ­­­μως χωρὶς κάτι σταθερό. Ζοῦσε, ἀλίμονο, ἀλλὰ ἄλλοτε εὐημεροῦσε κι ἄλλοτε περίμενε μῆνες γιὰ νὰ εἰσπράξει χρήματα. Οἱ κόρες της καλοσπουδαγμένες θὰ τὰ κατάφερναν. Ὁ γιός της ὅμως; Γι’ αὐτὸν ἔπρεπε κάτι νὰ κάνει. Καὶ τό ’χε κα­λὰ σχεδιάσει. Εἶχε ρωτήσει κι ἦταν γιὰ ὅλα ἐνήμερη. Γι’ αὐτὸ καί, ὅταν ὁ ἄνδρας της σταμάτησε τὴν ἐργασία του καὶ πῆρε τὸ «ἐφάπαξ», ἀμέσως τοῦ ξεδίπλωσε τὸ σχέδιό της. Τοῦ ἀράδιασε τὰ ἐπιχειρηματικά της σχέδια καὶ φυσικὰ τὸν ­ἔπεισε. Δὲν ἤθελε ἄλλωστε καὶ πολύ. Χρόνια τώρα ἐκεῖνος τὴν ἐμπιστευόταν σ’ αὐτά. Ἀγόρασε λοιπὸν μὲ ὅλο τὸ ποσὸ ἕνα φορτηγὸ δημοσίας χρήσεως. Καὶ ­ἀμέσως, ὅπως τό ’χε σχεδιάσει, τὸ ­νοίκιασε. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ μηνιαῖο μίσθωμα θὰ ἐξασφάλιζε ἐφ’ ὅρου ζωῆς τὴν ἀσφάλεια τοῦ γιοῦ της. Τὴν ἰατροφαρμακευτική του κάλυψη ἀλλὰ καὶ σύνταξη καὶ «ἐφάπαξ» γιὰ τὸν ἴδιο ἱκανοποιητικό, ὅταν θὰ περνοῦσαν τὰ χρόνια. Καὶ πράγματι, ὅλα ἔγιναν ὅπως τά ᾿χε σχεδιασμένα. Ἀλλὰ μόνο γιὰ πέντε μῆνες…
.             Μεσημέρι ἦταν, θυμᾶται, ποὺ ὁ ἐνοικια­στὴς τὴν πῆρε τηλέφωνο. ­Τραυλίζοντας σχεδὸν τῆς εἶπε ὅτι τὸ φορτηγὸ δὲν ἦταν ἐκεῖ ποὺ τὸ ἄφησε. Τὴ ρώτησε ἂν ξέρει κάτι ἡ ἴδια. Κίνησε γῆ καὶ οὐρανό: ἀστυνομία, ἀσφάλεια, καταθέσεις ­μαρτύρων. Τίποτα. Βγῆκε μὲ τὸ αὐτοκίνητό της νὰ ψά­χνει ἀπεγνωσμένα σ᾿ ­ὁλόκληρη τὴν πόλη. Ἀποτέλεσμα μηδέν. Τίποτα ­ἀπολύ­τως.
.             Τσάκισε. Λύγισε. Ὁ ἱδρώτας μιᾶς ζωῆς τοῦ ἄνδρα της. Τὸ μέλλον τοῦ ­παιδιοῦ της. Τὸ δικό της εὐφυὲς σχέδιο! Ὅλα στάχτες, θρύψαλα, χαλάσματα. Δὲν εἶχε πλέον καμιὰ ἐλπίδα. Κανεὶς δὲν τῆς ἔδινε. «Κύκλωμα», ἔλεγε ἡ ἀστυνομία. «Μὴν ἐλ­πίζετε. Μᾶλλον ἤδη, κυρία μου, τὸ φορτηγό σας ἔχει βγεῖ στὸ ἐξωτερικό. Ὑπάρχουν συχνὰ κρούσματα τὸν τελευταῖο καιρό».
.             Θυμᾶται! Καμίνι ἡ θερμοκρασία ἐκεῖνο τὸν Αὔγουστο. Φωτιὰ καὶ ἡ θλίψη νὰ σιγοκαίει ἐντός της. Ἔφυγαν ὅλοι γιὰ τὸ ἐξο­χικό. Περισσότερο γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴ δεύτερη, τὴ θλίψη. Τηλέφωνα δὲν πολυσήκωναν. Δὲν εἶχαν ὄρεξη. «Γιατί, Κύριε;», μονολογοῦσε συχνά. «Γιατί τέτοια δοκιμασία, τέτοιο σταυρό, τέτοιο πόνο;».
.             Θυμᾶται κι ἐκεῖνο τὸ τηλεφώνημα. Πῶς τῆς ἦρθε νὰ σηκώσει τὸ τηλέφωνο; Μιὰ κρυφὴ ἐλπίδα ὅτι κάποιο στοιχεῖο θὰ τῆς ἔδιναν ἀπὸ τὴν ἀστυνομία.
–Τί κάνετε;
.             Ὁ Πνευματικός της! Σπάνια· τί σπάνια… ποτὲ δὲν τοὺς τηλεφωνοῦσε. Θά ᾿μαθε, σκέφτηκε, καὶ πῆρε νὰ τὴν παρηγορήσει. Δὲν εἶχε καμιὰ ὄρεξη γιὰ τέτοια τώρα.
–Τί κάνετε; σὲ ὕφος πανηγυρικό, γιορτινὸ ἐκεῖνος.
.              Ὄχι, ἀποκλείεται. Δὲν ξέρει τίποτα. Ἔ­­­τσι πῆρε…
–Τί καιρὸ κάνει ἐκεῖ;
.                Ἄχ! Ἂν εἶναι δυνατόν! Ὄρεξη ἔχει… σκέφθηκε.
–Τί καιρὸ νὰ κάνει, πάτερ; Ζέστη πολλή. Δὲν ἀπέχουμε δὰ καὶ χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν πόλη. Λίγο πιὸ ἔξω εἴμαστε. Ὅ,τι καιρὸ ἔχετε κι ἐσεῖς, εἶπε ἀνόρεχτα καὶ λίγο ἐκνευρισμένα.
–Λοιπόν, ἄκου νὰ δεῖς. Ἔχε ἐμπιστοσύνη στὴν Παναγία! Ὅλα θὰ πᾶνε καλά. Θὰ βρεθεῖ… Ἔχε ἐμπιστοσύνη… Ὁ Θεὸς μαζί σου…
.             Καὶ πρὶν καλά-καλὰ προλάβει νὰ τὸν ρωτήσει ποῦ τό ’μαθε, πῶς ξέρει ὅτι θὰ βρεθεῖ, ἐκεῖνος τό ’κλεισε. Ρώτησε τὸν ἄν­τρα της, τὶς κόρες της, τὸν γιό της ποιὸς ἀπ’ ὅλους ἐνημέρωσε τὸν παππούλη γιὰ τὴ δυστυχία τους, ἀλλὰ κανένας δὲν τό ’χε κάνει, τὴ διαβεβαίωναν. Ἦταν 4 Αὐ­­γούστου! Πέρασαν μερικὲς μέρες καὶ ὅλα ξεχάστηκαν. Ἡ θλίψη τὰ ­σκέπασε ὅ­­­λα: τὸ τηλεφώνημα, τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀ­­­πο­­ρία ποιὸς ἐνημέρωσε τὸν ­Πνευματικό της.
.             Ἦταν πρωὶ 13 Αὐγούστου, ὅταν χτύπησε τὸ τηλέφωνο.
Ἦταν ἀπὸ τὴν ἀστυνομία.
–Ἔχουμε εὐχάριστα! τῆς εἶπαν. Εἶστε τυχεροί. Τὸ φορτηγό σας βρέθηκε ἐγκαταλελειμμένο καὶ ἄθικτο. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ Θήβα, στὴ θέση «Παναγιά».
.             Πῆγαν. Πράγματι. Σὲ μιὰ ἐσοχὴ τοῦ ἐ­­­θνικοῦ δρόμου ἦταν ἀφημένο τὸ φορτηγό τους. Ὁ κόπος μιᾶς ζωῆς τοῦ ἄνδρα της. Ἡ ἐλπίδα καὶ τὸ μέλλον τοῦ παιδιοῦ της. Ἡ ἀστυνομία ἔδωσε τὴ δική της ἐκδοχή. Μὲ πειστήρια καὶ ἀποδείξεις.
–Τὸ φορτηγό σας τὸ συνόδευε ἕνα ἡμιφορτηγάκι, τὸ ὁποῖο φρόντιζε γιὰ τὸν ἀνεφοδιασμό του.
.             Ἐπειδὴ φοβοῦνταν πιθανὰ δικά μας σήματα, δὲν τὸ ἀνεφοδίαζαν σὲ βενζινάδικα, ἀλλὰ φρόντιζε γι’ αὐτὸ τὸ συνοδευτικὸ ὄχημα μέχρι νὰ βγοῦν ἀπὸ τὰ σύνορα.
.             Κοιτάξτε ἐδῶ! Προσπάθησαν νὰ τὸ γεμίσουν μὲ πετρέλαιο, ἀλλά… λείπει ἡ τά­πα τοῦ ρεζερβουάρ. Μᾶλλον μὲς στὴν τα­ραχή τους τοὺς ἔπεσε, τὴν ἔχασαν, δὲν θέλησαν νὰ ριψοκινδυνέψουν καί… τὸ ἐγ­κατέλειψαν. Ἡ σήμανση τελείωσε. Φρον­τίστε γιὰ τὴ μεταφορὰ τοῦ φορτηγοῦ σας.
.             Ἡ ἀστυνομία ἔδωσε τὴ δική της ­ἐκδοχή. Ὅλα ὅσα ἴσως ἀκριβῶς συνέβησαν, χω­ρὶς νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ ποιὸς τὰ μεθόδευ­σε…
.             Γι’ αὐτὸ μιλοῦσε ξεκάθαρα ἡ θέση ποὺ βρέθηκε: «Παναγιά!». Καὶ τὸ προσκυνητάρι της λίγα μέτρα πιὸ πέρα!

ΠΗΓΗ: osotir.org

,

Σχολιάστε

«ΕΛΕΝΗ, ΚΟΙΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ!» Κάθε μέρα ποὺ ἔδινε Πανελλήνιες ἐξετάσεις, διάβαζε τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας.

«Ἑλένη, κοίταξε ἀριστερά!»

.                    Ἦταν χρυσοχέρης καὶ καλόψυχος ὁ Ἀντρέας. Τεχνίτης ὑδραυλικὸς ἄριστος σὲ μιὰ γειτονιὰ τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου. Τὸν προτιμοῦσαν ὅλοι στὴ γειτονιὰ καὶ μὲ τὶς οἰκονομίες του κατάφερε νὰ ἀγοράσει κι ἕνα διαμερισματάκι. Ὅταν καθόταν τὸ βραδάκι στὴ βεράντα του νὰ ξαποστάσει ἀπ’ τὸν κόπο τῆς μέρας κι ἀγνάντευε τὴ θάλασσα πίνοντας τὸ καφεδάκι του, ἀναγάλλιαζε ἡ ψυχή του μὲ τὴν ὡραία θέα τῆς θάλασσας.
.                     Θυμόταν τὴ μάνα του ποὺ ζοῦσε στὸ χωριό τους, στὰ παράλια τῆς Κορινθίας, καὶ πότε πότε τῆς τηλεφωνοῦσε καὶ τὴν παρακαλοῦσε νὰ ἀνέβει στὴν Ἀθήνα νὰ μείνει μαζί του· μὰ ἐκείνη δὲν ἤθελε νὰ ξεσπιτωθεῖ καὶ νὰ ἀφήσει τὴν ἡσυχία της στὸ χωριό.

   –Καλά ’μαι, γιόκα μου, ἐδῶ. Μὴν ἀνησυχεῖς γιὰ μένα! Δὲν μοῦ λείπει τίποτε.
.                    Ὕστερα καὶ σὺ δὲ μὲ ξεχνᾶς. Μοῦ στέλνεις ἐπιταγὲς κάθε τόσο, νά ’σαι καλά. Μοῦ τὶς φέρνει στὸ σπίτι ὁ ταχυδρόμος ὁ κυρ-Σπύρος. Τὸν θυμᾶσαι ἀσφαλῶς. Προσεύχομαι νὰ σὲ φυλάει ὁ Θεὸς καὶ νὰ σοῦ δώσει καὶ καλὸ ταίρι γιὰ νὰ κάνεις καλὴ οἰκογένεια. Πρόσεχε πολύ, παιδί μου. Σὲ φιλῶ μὲ ἀγάπη.

   –Εὐχαριστῶ, μάνα μου. Συνέχισε τὶς προσευχές σου. Τὶς χρειάζομαι πολύ. Ν’ ἀνάβεις καὶ κανένα κεράκι στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ μας, στὸν ἅγιο Βλάση, γιὰ μένα.
.                       Οἱ προσευχὲς τῆς πιστῆς μάνας ἀκούστηκαν γρήγορα. Καὶ σύντομα ὁ Ἀντρέας ἔκανε θρησκευτικὸ γάμο μὲ τὴν Ἑλένη, ποὺ ἀπὸ καιρὸ τὴν εἶχε γνωρίσει σ’ ἕνα ἐργαστήριο ὅπου δούλεψε κι αὐτὸς γιὰ ἕνα διάστημα. Τοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ σοβαρότητα καὶ ἡ εὐγένειά της. Κι ἡ μάνα του ποὺ τὴν εἶδε νυφούλα τὴ γλυκοφιλοῦσε καὶ καμάρωνε τὸν γιό της γιὰ τὴν ἐκλογή του.
.                       Στὸ δεύτερο χρόνο ἕνα χαριτωμένο ἀγοράκι γέμιζε ἄλλοτε μὲ τὸ κλάμα του κι ἄλλοτε ἀργότερα καὶ μὲ τὸ γέλιο του τὸ σπίτι καὶ τὶς καρδιὲς τοῦ Ἀντρέα καὶ τῆς Ἑλένης. Στὸ χρόνο ἐπάνω βάφτισαν τὸ μωρὸ καὶ τοῦ ’δωσαν τὸ ὄνομα Παῦλος, ὄνομα τοῦ μακαρίτη τοῦ πατέρα τοῦ Ἀντρέα.
.                       Ἡ χαρὰ τῶν γιαγιάδων ἦταν ἀπερίγραπτη. Οἱ παπποῦδες εἶχαν φύγει πρὶν ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ παρακολουθοῦσαν τὶς χαρὲς τῶν παιδιῶν τους ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἡ μάνα τῆς Ἑλένης περίμενε νὰ ἔρθει ἡ σειρά της νὰ τῆς βγάλουν κι αὐτηνῆς τὸ ὄνομα μὲ κανένα κορίτσι ποὺ θὰ ἀποκτοῦσαν. Καὶ τὰ ἤθελαν πολύ, ὅπως ἔλεγαν, τὰ παιδιά. Ὅσα θὰ τοὺς ἔδινε ὁ Θεός.
.                       Ὅλα πήγαιναν καλά. Ρόδινα. Σὰν τὰ ἀνοιξιάτικα δειλινὰ τοῦ Σαρωνικοῦ, ποὺ τὰ ἀπολάμβαναν κάθε μέρα σχεδὸν ἀπὸ τὴ βεράντα τους.
.                       Ξαφνικὰ ὅμως, λὲς καὶ χτύπησε ἀστροπελέκι τὸ σπίτι τους! Ἐνῶ ἔτρωγαν ἥσυχα ἕνα βράδυ, ὁ Ἀντρέας ἔπαθε συγκοπὴ καρδιᾶς καὶ δὲν μπόρεσε νὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὸ πάτωμα. Ἡ Ἑλένη ἔκανε προσπάθειες κλαίγοντας νὰ τὸν σηκώσει, μὰ ἔμενε ἀναίσθητος. Ἡ γυναίκα του τηλεφώνησε ἀμέσως στὸ Πρώτων Βοηθειῶν καὶ ὁ γιατρὸς ποὺ ἦρθε μαζὶ μὲ τὸ Συνεργεῖο διαπίστωσε ὅτι ὁ ἄντρας της ἦταν νεκρός.
.                       Ὁ πόνος καὶ τὰ δάκρυα τῆς Ἑλένης ἦταν ἀσταμάτητα. Στὴν κηδεία τὸ βουβὸ κλάμα της ράγιζε καὶ πέτρες. Πλήθη συγγενῶν καὶ γνωστῶν τὴν συνόδευαν μέχρι τὸν τάφο. Ὅταν ἔβαλαν στὸν τάφο τὸν ἄντρα της φώναξε: «Ἀντρέα μου, δὲν θὰ βάλω ἄλλον ἄντρα στὴ θέση σου»!
.                     Καὶ τὸν τήρησε τὸν λόγο της. Ἀφοσιώθηκε στὸ παιδί τους. Ὥσπου νὰ μεγαλώσει, τὸ ἄφηνε στὸν Παιδικὸ Σταθμὸ καὶ ἡ ἴδια ξενοδούλευε ὡς καθαρίστρια καὶ ἔπαιρνε τὸ μεσημέρι τὸ παιδί της. Στὸ πρόσωπό του ἔβλεπε τὸν ἀγαπημένο ἄντρα της, ποὺ δὲν τὸν ξεχνοῦσε ποτέ.
.                       Καθὼς μεγάλωνε ὁ Παῦλος, οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ δασκάλες καὶ ἀργότερα οἱ καθηγήτριες καὶ οἱ καθηγητὲς τῆς ἔδιναν πάντα συγχαρητήρια γιὰ τὸν γιό της. «Εἶναι ἄριστος σὲ ὅλα»! τῆς ἔλεγαν μὲ χαρά, «καὶ στὰ μαθήματα καὶ στὸ ἦθος. Νὰ σᾶς ζήσει! Νὰ τὸν χαίρεστε!».
.                       Περνοῦσε ὁ καιρὸς καὶ πλησίαζαν οἱ μέρες τῶν Πανελλήνιων Ἐξετάσεων. Ὁ Παῦλος ἤθελε νὰ πετύχει στὴν Ἰατρικὴ καὶ ἑτοιμαζόταν ἐντατικά.
.                       Ἕνα μεσημέρι καθὼς ἐπέστρεφε ἡ Ἑλένη κατάκοπη ἀπὸ ἕνα ξένο σπίτι στὸ σπίτι της καὶ σκεφτόταν τὸν Παῦλο της, βαδίζοντας στὸ πεζοδρόμιο, ἄκουσε ἔντονη μέσα της μιὰ φωνή: «Ἑλένη, κοίταξε ἀριστερά!». Στὸ ἀριστερὸ πεζοδρόμιο ἦταν ἕνας κάδος ἀπορριμμάτων. Κοίταξε πρὸς τὰ ἐκεῖ, καὶ τί νὰ δεῖ! Δίπλα στὸν κάδο σ’ ἕνα ἀνοιχτὸ σκουπιδοτενεκὲ ἄστραφτε κάτι.
.                       Πλησιάζει καὶ βλέπει ὄρθια στὸ σκουπιδοτενεκὲ μιὰ ἀσημένια εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ἄλλη μία τῶν Ταξιαρχῶν. Τά ’χασε μιὰ στιγμή. Σύντομα ὅμως συνῆλθε. Ἴσως νὰ τὸ ἔκαναν κάποιοι ἄθεοι ἢ αἱρετικοὶ ἢ φανατικοὶ μουσουλμάνοι, σκέφτηκε. Ὁ Θεὸς νὰ τοὺς ἐλεήσει.
.                       Ἔβαλε ἔπειτα προσεκτικὰ τὶς εἰκόνες σὲ μιὰ σακούλα ποὺ εἶχε στὴν τσάντα της καὶ βάζοντάς τες στὴν ἀγκαλιά της τὶς ἔφερε στὸ σπίτι της. Ἐκεῖ τὶς καθάρισε προσεκτικὰ καὶ ἄναψε κερὶ καὶ λιβάνι μπροστά τους. Καὶ κάθε μέρα ποὺ ἔδινε Πανελλήνιες ἐξετάσεις ὁ Παῦλος, διάβαζε τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας ἐμπρὸς σ’ αὐτὴ τὴν ἀσημένια εἰκόνα. Καὶ παρακαλοῦσε μὲ ἁπλότητα καὶ πίστη τὴν Θεοτόκο νὰ βοηθήσει τὸν Παῦλο της νὰ πετύχει στὴν Ἰατρική, ὅπως ἤθελε, ἀλλὰ στὴν Ἀθήνα. «Ἂν πετύχει σὲ ἄλλη πόλη, Παναγία μου», Τῆς ἔλεγε, «δὲν θὰ μπορέσω νὰ τὸν σπουδάσω· τὸ βλέπεις ὅτι εἶμαι φτωχιά. Καὶ σεῖς, ἅγιοι Ἀρχάγγελοι, παρακαλῶ σας», ἔλεγε σὲ κάθε της προσευχή, «προστατέψτε τὸ παιδί μου ἀπὸ κάθε πειρασμό. Εἶχε κάνει τὶς δυὸ αὐτὲς εἰκόνες καταφύγιο τῆς καρδιᾶς της.
.                       Καὶ ἡ θερμὴ προσευχὴ τῆς χαροκαμένης μάνας εἰσακούστηκε. Ἡ πιστὴ μάνα ὅμως δὲν ἔπαυσε νὰ προσεύχεται καὶ ὅλα τὰ χρόνια τῶν σπουδῶν τοῦ Παύλου της στὴν Ἰατρική Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ ἴδιο κι ὅταν ἔγινε καρδιολόγος. Καὶ μαζί του δοξολογοῦν τὸν Θεό, τὴν Ὑπεραγία Μητέρα του καὶ τοὺς ἁγίους Ταξιάρχες γιὰ τὴ μεγάλη εὐλογία καὶ προστασία τους.

ΠΗΓΗ: osotir.org

Σχολιάστε

«ΕΙΣΑΙ ΠΑΛΙΟΓΕΡΟΣ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

τοῦ Γέρ. Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
«Ὁ Γέροντάς μου,
Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς καὶ Σπηλαιώτης»
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Ἀντωνίου Ἀριζόνας 2014
σελ. 72-74

Ἠλ. στοιχειοθεσία «Χριστιανικῆς Βιβλιογραφίας»

.           Κάποια μέρα, στὰ Κατουνάκια, ἕνας γείτονας μοναχός, Κρητικὸς στὴν καταγωγή, ἄρχισε νὰ φωνάζῃ καὶ νὰ βρίζῃ ἄδικα τὸν Γερο-Ἐφραίμ, γιὰ κάποιο ὁροθέσιο κοντὰ στὴν καλύβη τους.
— Εἶσαι παλιόγερος, εἶσαι τέτοιος, εἶσαι τέτοιος…
.           Τοῦ ’λεγε, καὶ ὁ Γερο-Ἐφραίμ, ἐπειδὴ ἦταν πολὺ πράος καὶ ἁπλὸς δὲν ἤθελε νὰ ἀπαντήσῃ καὶ γι’ αὐτὸ φώναζε:
— Τί τραβάω ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο! Τί τραβάω ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο!
.           Ὁ Φραγκίσκος, νέος τότε μὲ ζωντανὰ τὰ πάθη ἀκόμα μέσα του, μόλις εἶδε τὸ σκηνικὸ ἄναψε ἀπὸ τὸν θυμό. Σκέφθηκε νὰ βγῇ ἔξω ἀγανακτισμένος καὶ νὰ «τακτοποιήσῃ» τὸν ἀγενῆ γείτονα, διότι ἄδικα στενοχωροῦσε τὸν Γέροντά του.
.           Ἡ καρδιὰ τοῦ νεαροῦ ὑποτακτικοῦ ἄρχισε νὰ κτυπάῃ γρήγορα, τὸ αἷμα νὰ βράζῃ καὶ ὁ νοῦς νὰ θολώνῃ, διότι ἦταν ἐκ φύσεως λίαν θυμώδης. Ὁ λογισμὸς τοῦ ἔλεγε: «Βγὲς ἔξω καὶ κτύπα τον!»
.           Κατάλαβε ὅμως πώς, ἐὰν ἔβγαινε ἔξω, δὲν μποροῦσε νὰ προβλέψῃ ποῦ θὰ ἔφθανε. Σὰν ἀνδρεῖος καὶ ὁρμητικὸς ποὺ ἦταν, θὰ ἔκανε μεγάλη ζημιά. «Ἂν βγῶ ἔξω τώρα, δὲν μοῦ γλυτώνει!» ἔλεγε μέσα του. Γι’ αὐτὸ μόλις εἶδε τὸν κίνδυνο κρατήθηκε καὶ ἀμέσως ἔτρεξε μέσα στὸ παρεκκλήσι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἔπεσε ξαπλωτὸς μέσα στὸ πάτωμα τοῦ ναοῦ καὶ μὲ δάκρυα καὶ λυγμοὺς ἄρχισε νὰ ἐπικαλῆται τὴν Παναγία μας νὰ τὸν συγκρατήσῃ ἀπὸ κάποια ἀκραία συμπεριφορά.
Βοήθα με! Βοήθα με, τώρα, Παναγιά μου, νὰ μὴ βγῶ ἔξω! Βοήθα με Χριστέ μου, σῶσε με. Διότι ἂν βγῶ ἔξω τώρα, δὲν ξέρω τί θὰ γίνῃ. Βοήθα με, σῶσε με, κατεύνασε τὸ πάθος.
.           Κλαίγοντας καὶ ὀδυρόμενος βρέχοντας τὸ ἔδαφος μὲ τὴν πλημμύρα τῶν δακρύων του, τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ ὑποχώρησε καὶ ὁ νεαρὸς ὑποτακτικὸς ἠρέμησε καὶ λογικεύθηκε. Καὶ ἀφοῦ εἰρήνευσε, βγῆκε ἔξω καὶ τακτοποίησε τὸ πρᾶγμα μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ γλυκύτητα:
— Ἔ, δὲν εἶναι καὶ τίποτε σπουδαῖο. Δὲν ἤρθαμε ἐδῶ νὰ κληρονομήσουμε καλύβες καὶ ἐλιὲς καὶ βράχια. Ἐδῶ ἤρθαμε γιὰ τὴν ψυχή μας, ἤρθαμε γιὰ ἀγάπη. Ἂν χάσουμε τὴν ἀγάπη, χάσαμε τὸν Θεό. Αὐτὰ θὰ τ’ ἀφήσουμε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπη θὰ τὴν πάρουμε καὶ θὰ πάρουμε καὶ τὸ μῖσος. Καὶ τί βγαίνει, Γέροντα, ἐμεῖς ἀφήσαμε γονεῖς, ἀφήσαμε τόσα καὶ τόσα καὶ τώρα θὰ μαλώνουμε γι’ αὐτό, θὰ γίνουμε ρεζίλι «Ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις» καὶ σ’ ὅλη τὴν κτίσι;
.           Καὶ ἔτσι ὁ ἄξεστος μοναχὸς ὑποχώρησε. Καὶ ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ἐκ τῶν ὑστέρων ὡμολογοῦσε: «Ἂν δὲν κυριαρχοῦσα στὸν θυμό μου ἐκείνη τὴ μέρα, ἴσως καὶ νὰ σκότωνα τὸν μοναχό, γιατί εἶχα τόση ἀνδρεία καὶ δύναμι μέσα μου, ποὺ μποροῦσα νὰ τὰ βάλω μὲ δέκα καὶ νὰ τοὺς νικήσω. Ἔτσι ἦταν ἡ πρώτη νίκη ποὺ ἔκανα στὸ ἀρχικό μου στάδιο. Ἀπὸ τότε ἔνοιωσα τὸν θυμό, τὴν ὀργὴ νὰ ἔχῃ πέσει, νὰ μὴν ἔχῃ αὐτὴ τὴν ἔντασι».

, ,

Σχολιάστε

ΣΑΝ …ΖΕΣΤΑΣΙΑ

Σάν… ζεστασιὰ

 .          Ἐγώ, ποὺ λές, πάτερ, δὲ λέω, εἶχα πάν­τοτε σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία, πήγαινα τὶς Κυριακὲς στὴ Λειτουργία, ἄναβα τὸ κερί μου, καθόμουνα μέχρι τὸ τέλος, ἔπαιρνα τὸ ἀντίδωρό μου καὶ ἔφευγα γιὰ τὸ σπίτι μου.
.           Ἔτσι κάπως ἄρχισε τὴ διήγησή του ὁ κυρ-Μανώλης πρὸς τὸν π. Εὐμένιο, εὐ­λα­βῆ ἱερέα ἀπὸ κάποιο χωριὸ τῆς Μακεδονίας. Εἶχαν γνωριστεῖ μέσα στὸ καραβάκι πηγαίνοντας ἀπὸ τὴν Οὐρανούπολη πρὸς τὴ Δάφνη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καὶ εἶχαν ἀρχίσει τὴ συζήτηση γιὰ τὰ θαύματα τῆς Παναγίας μας. Ὁ π. Εὐμένιος τοῦ εἶχε ἤδη διηγηθεῖ κάποια ἀπὸ τὰ γνωστὰ ποὺ κατὰ καιροὺς ἔχουν γίνει μὲ τὴ χάρη τῶν πανσεβάσμιων εἰκόνων της τῶν ἱε­ρῶν Μονῶν τοῦ ­Ἄθωνος, κι ἀφοῦ σταμάτησε, πῆρε τὸν λόγο ὁ συνταξιδιώτης του γιὰ νὰ τοῦ ἀναφέρει τί συνέβη στὸν ἴδιο ἀπὸ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
–Αὐτὴ ἦταν ἡ σχέση μου μὲ τὸν Θεό. Οὔ­τε λιγότερα οὔτε περισσότερα. Ὅ,τι εἶ­­­χα μάθει ἀπὸ τὸ πατρικό μου ­σπίτι, τοὺς γονεῖς μου. Τυπικὰ πράγματα. Καὶ γιὰ προσ­ευχὴ τὸ βράδυ ἕνα σταυρό, καὶ τὸ πολύ-πολὺ τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Τίποτε ἄλ­­λο. Ἄκουγα γιὰ τὴν Παναγία, γιὰ τοὺς Ἁ­­­γίους, δὲν ἔδινα σημασία. Ἔ, μερικὰ εἶ­­ναι καὶ τῶν παπάδων, ­σκεφτόμουν. Ὑ­­­­περβολές. Τέλος πάντων, δὲν ἀντι­δροῦ­σα κιόλας, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ ­ἀπο­δεχόμουν βαθιά.
Κάποια μέρα λοιπόν…
.           Ἔσπασε ὁ κυρ-Μανώλης. Ἀπὸ ’δῶ καὶ μπρὸς ἡ διήγησή του διακοπτόταν ἀπὸ λυγμούς.
–Δὲν μπορῶ, πάτερ, ὅποτε τὸ θυ­μᾶμαι, δὲν τὸ ἀντέχω αὐτὸ ποὺ μοῦ συνέβη.
Εἶπε καὶ ἔκρυψε τὸ πρόσωπό του μέ­σα στὶς παλάμες του. Ντρεπόταν νὰ τὸν βλέπει ὁ ἱερέας καὶ οἱ ἄλλοι συνταξιδιῶ­τες νὰ κλαίει σὰν παιδί.
–Κάποια μέρα λοιπὸν βρισκόμουν στὴ δουλειά. Δύσκολη δουλειά, βαριά. Σὲ σιδηρουργεῖο. Πῶς ἔγινε, κάτι δὲν πῆγε κα­λά. Μιά-δυό, τίποτε. Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ φέρω βόλτα. Ἀγανάκτησα. Καί… κατά­λαβες; Βλασφήμησα, ­πάτερ. Ποτὲ δὲν μοῦ εἶχε συμβεῖ αὐτό. ­Βλασφήμησα τὴν Παναγία. Κι ὄχι μιὰ φορά· δύο ­ἀ­­­πανωτές. Δὲν ξέρω πῶς τό ’παθα. Τό ’κα­να πάντως.
Καὶ ξέρεις τί μοῦ συνέβη τότε, πάτερ;
Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα, καὶ μέσα μου σὰν κάτι νά ’παθα. Μοῦ ἦρθε κάτι σάν… ζεστασιά, μιὰ ἀλλοίωση. Γιὰ τὴν Πανα­γία ἐννοῶ. Τὴν ἔνιωσα πολὺ κοντά μου, δίπλα μου, τόσο ζεστὴ παρουσία, ­τό­σο γλυκιά. Μιὰ ἕλξη ἐσωτερική. Πῶς τὸ παιδὶ κολλάει στὴ μάνα του καὶ νιώθει τὸ χάδι της, τὴ στοργή της. Κάτι τέτοιο μοῦ συν­έβη. Δὲν ἄντεξα. Ἄρχισα νὰ κλαίω σὰ μι­κρὸ παιδί. Πῆγα ἔξω, ἔφυγα νὰ μὴ μὲ βλέπουν, καὶ ἔκλαιγα. «Παναγία μου», ἔλεγα. «Γλυκιά μου μανούλα».
.          Αὐτὸ μοῦ συνέβη, πάτερ. Ἀπὸ τότε πέ­ρασε καιρός. Δὲν πήγαινα νὰ τὸ ἐξομο­­λογηθῶ τὸ ἁμάρτημά μου. Δὲν ξέρω, δὲν ἄντεχα, τὸ θεωροῦσα πολὺ βαρὺ κι ἔλεγα «πῶς θὰ τὸ πῶ στὸν Πνευματικό;». Βλέπεις, ἀκόμα δὲν ἤξερα καλὰ αὐτὰ τὰ πράγματα. Μόνο ἔκλαιγα, ὅταν τὸ θυμόμουν.
.          Καὶ κάτι ἀκόμα. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ­ἐκείνη ποὺ σοῦ εἶπα πὼς ἔνιωσα αὐτὴ τὴ ζεστα­σιά, τὴ γλυκύτητα μέσα μου, μοῦ δη­­­­μι­ουργήθηκε καὶ μιὰ ἐσωτερικὴ ὁρμὴ ἀ­κα­τα­νίκητη, σφοδρὴ διάθεση νὰ μάθω γιὰ τὴν Παναγία μας. Ὅπου ἄκουγα γιὰ βι­βλίο, ἐκπομπὴ ραδιοφωνική, ὁτιδήποτε γιὰ τὸ πρόσωπό της, ἔτρεχα νὰ ἀκούσω, νὰ διαβάσω. Ἔμαθα πολλὰ ἀπὸ τότε. Καὶ ἡ πρώτη ἐκείνη ­ζεστασιὰ ὄχι μόνο δὲν ἔφυγε ἀπὸ μέσα μου, ἀλλὰ ὅλο καὶ αὐξάνεται. Τελικά, πῆγα καὶ ἐξομολογήθηκα τὸ ἁμάρτημά μου καὶ ἔλαβα τὴν ἄφεση ἀπὸ τὸν Πνευματικό. Καὶ τώρα, γι’ αὐτὸ βρίσκομαι ἐδῶ – ­πρώτη φο­ρὰ ἔρχομαι στὸ «Περιβόλι» της – γιὰ νὰ προσκυνήσω τὶς ἅγιες θαυματουργὲς εἰκόνες της καὶ νὰ πάρω τὴ χάρη της, ἐ­­­γὼ ὁ ἀχρεῖος.
.          Μόνο, πάτερ, θέλω κάτι νὰ σὲ ρωτήσω. Κάνει νὰ ἐπανέρχομαι μὲ τὸ μυαλό μου σὲ κεῖνο τὸ συμβὰν καὶ νὰ τὸ ξαναθυμοῦμαι μέσα μου;
–Ἀπὸ μόνος σου νὰ μὴν τὸ κάνεις, Μα­νώλη, ὥστε νὰ μὴ λυπεῖσαι καὶ καταπίπτεις ψυχικά. Εἶναι καὶ ὁ πονηρὸς ποὺ ἐκμεταλλεύεται τέτοιες καταστάσεις καὶ προσπαθεῖ νὰ σπείρει μέσα μας λογισμοὺς ὅτι τὸ ἁμάρτημά μας ἦταν πολὺ μεγάλο καὶ δὲν συγχωρήθηκε. Ἂν ὅμως ἔρχεται στὸ μυαλό σου, νὰ δοξάζεις τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μεγαλύνεις τὴ χάρη τῆς μεγάλης Μητέρας μας. Αὐτὸ ποὺ διηγήθηκες εἶναι πράγματι θαυμαστό. Δείχνει τὴν ἀγάπη τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τὴ στοργὴ ποὺ ἔχει στὸν ­καθένα μας. Ἂν ξέραμε, Μανώλη, τί κάνει καθημερινὰ ἡ Παναγία γιὰ τὸν κόσμο ὅλο, γιὰ τὸν κάθε ἕ­­­ναν ξεχωριστά, πόσο ­τρέχει, ­ἐνδιαφέρεται, ἀγωνίζεται γιὰ τὴ ­σωτηρία μας, παρακαλεῖ τὸν Υἱό της, δέεται, προσ­εύχεται, σκορπᾶ παντοῦ τὴν ἀγαθότητά της, κυριολεκτικὰ θὰ λιώναμε, δὲν θὰ ἀν­τέχαμε.
.          Ὠκεανὸς δὲν εἶναι τὸ ἔλεος καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Υἱοῦ της; Ἔτσι κάπως εἶναι καὶ ἡ δική της φιλοστοργία γιὰ τὸν κόσμο. Ὄχι μόνο γιὰ τοὺς ἄξιους· καὶ γι’ αὐτοὺς ἀκόμα ποὺ τὴν βρίζουν. Μάνα μας εἶναι, καὶ ἡ μάνα δὲν ἀποστρέφεται τὰ παιδιά της, οὔτε καὶ ἐκεῖνα ποὺ τὴ στενοχωροῦν καὶ τὴ χλευάζουν. Αὐτὴ τὴ μητρικὴ στοργή της ἔδειξε καὶ σὲ σένα, ἀδελφέ μου.    Αὐτὸ εἶναι ποὺ εἶπες, ἔνιωσες «σὰ ζεστασιά». Ἔτσι δὲν εἶναι;
–Ἔτσι εἶναι, πάτερ Εὐμένιε, ἀκριβῶς ὅ­­­πως τὰ λές. Πῶς νὰ μὴ συντρίβεται κα­­νείς, ὅταν τὰ σκέφτεται αὐτά; Τί ­εὐχαρι­στία, τί ἀνταπόδοση εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρει στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ γι’ αὐ­τὴ τὴ στοργή, τὴν ἀγάπη της;

ΠΗΓΗ: osotir.org

,

Σχολιάστε

«ΕΔΩΣΑ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ καὶ ΔΕΝ ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΩ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ;»

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

.             Ἕνας ἀδελφὸς ἔκανε συνεχῶς αὐτὴ τὴν προσευχὴ στὸν Θεό:cf80ceb5cf81ceb9cf83cf84ceb1cf84ceb9cebaceac-cebcceb5cf84ceb1cebdcebfceafceb1cf82
-Κύριε, δὲν ἔχω φόβο Θεοῦ! Στεῖλε μου λοιπὸν κεραυνὸ  ἢ καμιὰ ἄλλη τιμωρία ἢ ἀρρώστια ἢ δαιμόνιο, μήπως κι ἔτσι ἔρθει σὲ φόβο ἡ πωρωμένη μου ψυχή.
.           Ἄλλοτε πάλι παρακαλοῦσε κι ἔλεγε:
-Ξέρω πὼς ἔχω πολὺ ἁμαρτήσει ἐνώπιόν Σου, Δέσποτα, καὶ πὼς εἶναι ἀναρίθμητα τὰ σφάλματά μου. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τολμῶ νὰ Σοῦ ζητήσω νὰ μὲ συγχωρέσεις. Ἂν ὅμως εἶναι δυνατόν, συγχώρεσέ με γιὰ τὴν εὐσπλαγχνία Σου. Ἂν πάλι εἶναι ἀδύνατον, τουλάχιστον τιμώρησέ με στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ μὴ μὲ κολάσεις στὴν ἄλλη. Κι ἂν εἶναι καὶ τοῦτο ἀκόμη ἀδύνατον, στεῖλε μου ἐδῶ ἕνα μέρος τῆς τιμωρίας κι ἀλάφρωσέ μου ἐκεῖ τὴν κόλαση. Ἄρχισε μόνο ἀπὸ τώρα νὰ μὲ τιμωρεῖς.  Ἀλλὰ τιμώρησέ με σπλαγχνικά, ὄχι μὲ τὴν ὀργή Σου, Δέσποτα.
.             Ἔτσι λοιπὸν μετανοοῦσε ἕναν ὁλόκληρο χρόνο κι αὐτὰ ἔλεγε μὲ δάκρυα ἱκετευτικά, ὁλόθερμα κι ὁλόψυχα, λιώνοντας καὶ τσακίζοντας σῶμα καὶ ψυχὴ μὲ νηστεία καὶ ἀγρυπνία καὶ ἄλλες κακουχίες.
.             Μία μέρα, καθὼς καθόταν καταγῆς, ὅπως συνήθιζε, θρηνώντας καὶ φωνάζοντας σπαρακτικά, ἀπὸ τὴν πολλή του λύπη, νύσταξε κι ἀποκοιμήθηκε. Καὶ νά! Παρουσιάζεται μπροστά του ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ λέει μὲ φωνὴ γεμάτη ἱλαρότητα:
-Τί ἔχεις, ἄνθρωπέ μου; Γιατί κλαῖς ἔτσι;
Ὁ ἀδελφὸς Τὸν ἀνεγνώρισε καὶ ἀποκρίθηκε ἔντρομος:
-Γιατί ἔπεσα, Κύριε!
-Ἔ, σήκω!
-Δὲν μπορῶ, Δέσποτα, ἂν δὲν μοῦ δώσεις τὸ χέρι Σου !
.            Τότε Ἐκεῖνος ἅπλωσε τὸ χέρι του, ἔπιασε τὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν σήκωσε. Μὰ κι ὅταν αὐτὸς σηκώθηκε, συνέχισε νὰ θρηνεῖ.
-Γιατί κλαῖς, ἄνθρωπέ μου; Γιατί εἶσαι λυπημένος; τοῦ ξαναλέει ὁ Κύριος μὲ ἁπαλὴ καὶ ἱλαρὴ πάλι φωνή.
-Δὲν θέλεις, Κύριε, νὰ κλαίω καὶ νὰ λυπᾶμαι, ἀπάντησε ὁ ἀδελφός, ποὺ τόσο πολὺ Σὲ πίκρανα, ἂν καὶ ἀπόλαυσα τόσα ἀγαθὰ ἀπὸ Σένα;
.             Ἐκεῖνος ἅπλωσε ξανὰ τὸ χέρι Του, τ’ ἀκούμπησε στὸ κεφάλι τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τοῦ εἶπε:
-Μὴ λυπᾶσαι πιά. Γιατί ἂν ἔδωσα τὸ αἷμα μου γιὰ σένα, πολὺ περισσότερο θὰ δώσω συγχώρηση καὶ σὲ σένα καὶ σὲ κάθε ἄλλη ψυχὴ ποὺ γνήσια μετανοεῖ.
.           Μόλις συνῆλθε ὁ ἀδελφὸς ἀπὸ τὴν ὀπτασία, ἔνιωσε τὴν καρδιά του γεμάτη χαρά. Ἔτσι πληροφορήθηκε πὼς ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε. Κι ἀπὸ τότε ζοῦσε μὲ πολλὴ ταπείνωση, εὐχαριστώντας Τον.

 ΠΗΓΗ: agiameteora.net

, ,

Σχολιάστε

Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΗΛΙΑΣ TΣΕΤΒΕΡΟΥΧΙΝ (†16 Φεβρ. 1934) ΚΑΙ Η ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ «Ξέρεις, ἡ καρδιά μου φλέγεται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό. Νομίζω ὅτι ἦλθα ἐδῶ γιὰ νὰ καταλάβω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τίποτε καλύτερο, τίποτε πιὸ θαυμαστὸ ἀπὸ Αὐτόν. Θὰ ἤθελα νὰ πεθάνω γι᾽ Αὐτόν!»

Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΗΛΙΑΣ TΣΕΤΒΕΡΟΥΧΙΝ (†16 Φεβρ. 1934)
ΚΑΙ Η ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ
[1]

Περ. «Ἁγιορειτικὴ Μαρτυρία»
Τριμηνιαία ἔκδοσις Ἱ. Μονῆς Ξηροποτάμου
ἀρ. τ. 18, Ἀπρίλιος 1995

.               Ἡ ζωὴ τοῦ π. Ἠλία εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴ ζωὴ τῆς ἐναρέτου συζύγου, ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἡ ὁποία μοιράστηκε μαζί του ὅλες τὶς λύπες καὶ τὶς χαρές. Ἡ Εὐγενία ἦταν μία πολὺ εὐσεβὴς κόρη ποὺ σκεπτόταν νὰ γίνη μοναχή, ἀλλὰ μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ Γέροντος Βαρνάβα τῆς Σκήτης τῆς Γεθσημανῆ, ἄρχισε νὰ ἀναζητᾶ ἕναν εὐσεβῆ σύζυγο. Οἱ γονεῖς τοῦ Ἠλία εἶχαν μεγάλα σχέδια γιὰ τὸν γυιό τους, ἐπειδὴ ἦταν ἕνας λαμπρὸς φοιτητὴς στὸ Πανεπιστήμιο. Ὅταν ὅμως γνώρισε τὴν Εὐγενία, ἄρχισαν καὶ οἱ δύο νὰ μελετοῦν μὲ πόθο πνευματικὰ βιβλία. Ἐγκατέλειψε τὸ Πανεπιστήμιο καὶ μία δελεαστικὴ καριέρα καὶ εἰσῆλθε στὸ ἱερατικὸ Σεμινάριο τοῦ Ἁγίου Σεργίου τῆς Λαύρας τῆς Ἁγίας Τριάδος.
.              Ἡ οἰκογένεια τῆς Εὐγενίας ζοῦσε ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἁγίων Γερόντων. Ἡ μητέρα της γνώριζε πολλοὺς Γέροντες καὶ συχνά τους ἐπισκεπτόταν. Βλέποντας αὐτὸ ὁ Ἠλίας Νικολάγιεβιτς θέλησε νὰ ἔχη καὶ αὐτὸς ἕνα Γέροντα, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν καθοδηγοῦσε. Ἡ Εὐγενία τοῦ συνέστησε νὰ πάη στὴ Σκήτη τῆς Γεσθημανῆ, στὸν Γέροντα Βαρνάβα. Τὴν ἄλλη μέρα ὁ νεαρὸς ἱεροσπουδαστὴς πῆγε στὸν Γέροντα.
.               Ὁ Γέροντας τὸν δέχθηκε μὲ εὐγένεια, τὸν ἔβαλε νὰ καθίση, τοῦ ἔφερε σαμοβάρι καὶ τοῦ ἔδωσε νὰ πιῆ τσάι, ἐνῶ συνεχῶς τοῦ ἔλεγε καθὼς τὸν κτυποῦσε χαϊδευτικὰ στὸ κεφάλι: «Εἶσαι ὁ μάρτυράς μου! Εἶσαι ὁ ὁμολογητής μου!». Μετὰ τοῦ ἔδωσε μερικὲς συμβουλὲς καὶ τὸν ἄφησε νὰ φύγη.
.               Ὁ ἱεροσπουδαστὴς γύρισε χαρούμενος στὸν ξενώνα. Ἐπιτέλους, εἶχε βρῆ ἕναν πνευματικὸ ὁδηγό, στὸν ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ἐμπιστευθῆ ὅλη του τὴ ζωή! Τὸ βράδυ πῆγε στὸν ναὸ καὶ μὲ κατάπληξη ἄκουσε νὰ μνημονεύουν τὸν κεκοιμημένο ἱερομόναχο Βαρνάβα! Πόσο μεγάλη ἦταν πραγματικὰ ἡ ἔκπληξής του καὶ ἡ λύπη του, ὅταν ἔμαθε ὅτι λίγες ὧρες μετὰ τὴν ἀναχώρησή του, ὁ Γέρων Βαρνάβας πέθανε! Ταραγμένος ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του.
.               Ἀλλὰ ὁ Κύριος δὲν ἄφησε ἀνεκπλήρωτη τὴν βαθειὰ ἐπιθυμία τῆς γεμάτης πίστη ψυχῆς του. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ οἱ συσπουδασταί του τοῦ πρότειναν νὰ τὸν πάρουν μαζί τους στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ζωσιμᾶ, ποὺ δὲν ἦταν μακρυὰ ἀπὸ τὴν Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιὰ νὰ δοῦν τὸν ἐρημίτη Γέροντα Ἀλέξιο (ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἀνέσυρε τὸν κλῆρο γιὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος). Ὁ Ἠλίας δέχθηκε εὐχαρίστως. Ὁ Γέροντας τοὺς ὑποδέχθηκε ἐγκάρδια καὶ σύντομα ἔγινε ὁ πνευματικὸς ὁδηγὸς τοῦ Ἠλία καὶ τῆς μνηστῆς του. Ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ τοὺς εἶδε μαζί, ἀνεφώνησε: «Τί ψηλὸς ποὺ εἶναι αὐτός, καὶ τί μικρούλα αὐτή!». Πραγματικὰ ὁ Ἠλίας ἦταν πολὺ ψηλὸς καὶ δυνατός, πραγματικὸς ἱππότης, ἐνῶ ἡ Εὐγενία ἦταν ἕνα μικροκαμωμένο καὶ εὐαίσθητο κορίτσι. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντος Ἀλεξίου συνηντῶντο δύο φορὲς τὸν μήνα στὸ σπίτι τῆς Εὐγενίας, καὶ δύο φορὲς τὸ μήνα μποροῦσε νὰ τῆς γράφη ἕνα γράμμα, τὸ ὁποῖο ὅμως ἔπρεπε νὰ τὸ διαβάζη προηγουμένως ἡ μητέρα τῆς Εὐγενίας. Ἔτσι πέρασαν μερικὰ χρόνια… Ὁ Ἠλίας τελείωσε μὲ ἐπιτυχία τὸ Σεμινάριο καὶ ἄρχισε νὰ σπουδάζη στὴ Θεολογικὴ Ἀκαδημία.
.             Τότε ἡ Εὐγενία ἦταν 25 ἐτῶν, δηλαδὴ ὄχι πιὰ νέα, κατὰ τὴν ἀντίληψη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὑπῆρχε ἕνας νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖο οἱ φοιτηταὶ τῆς Ἀκαδημίας μποροῦσαν νὰ ἦταν ἔγγαμοι. Ἡ οἰκογένεια τῆς Εὐγενίας ζοῦσε ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς Γέροντος στὴ Μόσχα, ὁ ὁποῖος συνέστησε ἐπίσπευση τοῦ γάμου τους. Ὁ Ἠλίας ὑπακούοντας στὸν Γέροντα πῆγε στοὺς γονεῖς τῆς Εὐγενίας. Ἀλλὰ τότε παρουσιάστηκε ἕνα ἀπροσδόκητο ἐμπόδιο: ὁ πατέρας τῆς Εὐγενίας ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ τοῦ τὴν δώση γιὰ σύζυγο, ἐπειδὴ δὲν εἶχε δυνατότητα νὰ τὴν συντηρήση. Ὁ Ἠλίας θύμωσε καὶ ἔφυγε βροντώντας πίσω του τὴν πόρτα. Ὅμως ἡ μητέρα τῆς Εὐγενίας τὸν ἔπεισε νὰ τὴν ζητήση πάλι ἀπὸ τὸν πατέρα της. Καὶ χρειάστηκε νὰ τονίση ἐπανειλημμένα ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ ζήσουν μόνο μὲ τὰ δικά τους μέσα, ἂν καὶ στὴν πράξη ὅλα τὰ χρήματα ποὺ εἶχαν ἦταν ἕνα μικρὸ ποσὸ ποὺ εἶχε συγκεντρώσει ἡ Εὐγενία παραδίδοντας μαθήματα μουσικῆς, καὶ τὸ ὁποῖο εἶχε βάλει στὴν ἄκρη μὲ τὴν εὐλογία τῆς μητέρας της, γιὰ τὴν προίκα της. Τελικὰ ὁ πατέρας της συμφώνησε. Ἔκαναν ἥσυχα καὶ ταπεινὰ τὴν τελετὴ τοῦ γάμου τους καὶ ἀμέσως μετὰ ἔφυγαν γιὰ τὸ γαμήλιο ταξείδι. Πῆγαν στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ζωσιμᾶ γιὰ νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὴ μετάληψη τῆς θείας Κοινωνίας, κοντὰ στὸν ἀγαπημένο τους Γέροντα.
.               Ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τῆς Εὐγενίας σέβονταν πολὺ τὸν Γέροντα Ἀλέξιο. Ἕνας ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς της, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μοναχός, πήγαινε συχνὰ στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ζωσιμᾶ καὶ ἔβλεπε ἐπανειλημμένα τὸ ἴδιο ὄνειρο. Τοῦ φαινόταν σὰν νὰ ἦταν κάποια μεγάλη γιορτή. Ὁ ἱδρυτὴς τῆς Μονῆς, ὁ ἀσκητὴς Ζωσιμᾶς, στεκόταν στὴ μέση τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ ἐμύρωνε κάθε ἕναν ποὺ ἐρχόταν. Μετὰ τὸ μύρωμα, μὲ τὰ ὁλόλαμπρα λευκά τους ἐνδύματα, περνοῦσαν κατ’ εὐθείαν μέσα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη! Τὸ ὄνειρο αὐτό, εἰδικὰ ἐπειδὴ ἐπαναλαμβανόταν τόσο συχνὰ καὶ ἐπειδὴ ἔμπαιναν στὸ Ἱερὸ ἀκόμη καὶ γυναῖκες, προκάλεσε μεγάλη ἀπορία στὸν νέο αὐτόν. Τελικά, ὅταν εἶδε τὸ ὄνειρο γιὰ ἕκτη φορά, πῆγε στὸν Γέροντα Ἀλέξιο. Ὁ Γέροντας δὲν ἀποκάλυψε τὴν ἐξήγησι τοῦ ὀνείρου, ἀλλὰ μόνο ρώτησε ἂν ἦταν πολλοὶ ἄνθρωποι.
—Ἦταν πολλοί, πάτερ, ὁλόκληρο πλῆθος!
—Ὡραῖα! Δόξα τῷ Θεῷ, δόξα τῷ Θεῷ! ἐπανέλαβε χαρούμενα ὁ Γέροντας.
.               Οἱ νεαροὶ νεόνυμφοι ἔμειναν ἕνα μήνα στὸ μοναστήρι. Μετὰ γύρισαν στὴ Μόσχα καὶ νοίκιασαν ἕνα διαμέρισμα στὴν περιοχὴ Σέργκιεφ Ποσάντ, κοντὰ στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Ζοῦσαν πολὺ φτωχικά, ἀλλὰ ὅπως ὑποσχέθηκαν στὸν πατέρα τῆς Εὐγενίας, ζοῦσαν μόνο μὲ δικά τους χρήματα. Ἡ Εὐγενία πάντα τόνιζε ὅτι σ’ ὅλη τους τὴ ζωὴ ποτὲ δὲν χρωστοῦσαν σὲ κανέναν οὔτε μία δεκάρα. Ζοῦσαν τόσο φτωχικά, ποὺ ἡ Εὐγενία ἀναγκαζόταν νὰ ρίχνη στὴ σόμπα μόνο ἕξι ξύλα τὴν ἡμέρα γιὰ νὰ ζεστάνη τὸ διαμέρισμα, τὸ ὁποῖο ἔτσι δὲν ἦταν ποτὲ ἀρκετὰ ζεστό.
.              Ὅταν γεννήθηκε τὸ πρῶτο παιδί τους, ἔστειλαν ἀμέσως τηλεγράφημα στὴν ἀδελφή τῆς Εὐγενίας. Ὅταν ἦρθε κοντά τους, τοὺς ἐξήγησε ὅτι ἔμαθε τὴ γέννηση τοῦ παιδιοῦ, πρὶν πάρη τὸ τηλεγράφημα!
—Μὰ πῶς: τὴ ρώτησαν.
—Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἐμφανίστηκε στὸ ὄνειρό μου καὶ μοῦ εἶπε: «Πήγαινε νὰ τοὺς συγχαρῆς! Ἔχουν γυιὸ καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι Σέργιος». Πράγματι ὠνόμασαν τὸν πρῶτο τους γυιὸ Σέργιο καὶ τὸν δεύτερο Σεραφείμ.
.               Ὁ π. Ἠλίας τελείωσε τὴν Ἀκαδημία πρὶν ξεσπάση ἡ ἐπανάστασις (τοῦ 1917). Μετὰ τὴν χειροτονία του, ὑπηρέτησε γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα στὴν ἐκκλησία ἑνὸς πτωχοκομείου, κατόπιν μετετέθη στὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ Τολματσὲφ τῆς Μόσχας, ὅπου καὶ ὑπηρέτησε μέχρι τὴ σύλληψή του τὸ 1932.
.               Ὁ π. Ἠλίας ἦταν ἕνας εὐλαβὴς ἱερεύς. Ποτὲ δὲν συντόμευε τὶς ἀκολουθίες. Κανοναρχοῦσε τὰ στιχηρὰ καὶ συχνὰ διάβαζε τοὺς κανόνες (ποὺ συνήθως παραλείπονταν στὶς ρωσικὲς ἐνορίες). Ἡ πρεσβυτέρα πήγαινε κάθε μέρα στὴν ἐκκλησία καὶ διηύθυνε τὴ χορωδία. Σ’ ἐκείνη τὴ θλιβερὴ ἐποχή, μετὰ τὸ ξέσπασμα τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ Τολματσὲφ ἦταν φάρος πνευματικοῦ φωτὸς γιὰ πολλοὺς πιστούς. Μία ἐνορίτισσα τοῦ π. Ἠλία ἀναπολεῖ: «Ὤ, ἡ ἐκκλησία μας στὸ Τολματσέφ, ἄστραφτε ἀπὸ καθαριότητα! Ἀλλὰ ἦταν τόσο κρύα, ποὺ πάγωναν τὰ πόδια σου στὸ πάτωμα!». Ὅμως ἡ πρεσβυτέρα, σὲ ὁποιαδήποτε περίσταση, ποτὲ δὲν ἔχανε τὴν ἐλπίδα της στὸν Θεό.
.               Κάποτε, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἡ πρεσβυτέρα γυρνοῦσε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καί, βάζοντας τὸ χέρι της στὴν τσέπη, ἀνακάλυψε ὅτι ἦταν ἄδεια. Τέτοια μέρα κάθε χρόνο, συνήθιζαν νὰ καλοῦν ἐνορίτες στὸ σπίτι τους γιὰ ἕνα λιτὸ γεῦμα. Ἡ πρεσβυτέρα γύρισε γρήγορα στὴν ἐκκλησία καὶ ρώτησε τὸν π. Ἠλία ἂν εἶχε καθόλου χρήματα. Αὐτός, μὲ λυπημένο βλέμμα, τῆς ἔδωσε μόνο μερικὰ κέρματα. Δὲν γινόταν τίποτε. Ἡ πρεσβυτέρα ξεκίνησε γιὰ τὸ σπίτι. Στὸν δρόμο συλλογιζόταν τί ὡραῖα ποὺ θὰ ἦταν ἂν εἶχε μονάχα δύο ρούβλια. Θὰ ἀγόραζε κάμποσα μπιζέλια, λίγο λάδι, κάτι ἄλλο ἀκόμη καὶ αὐτὰ θὰ τοὺς ἔφθαναν. Μὲ τέτοιες σκέψεις βάδιζε γιὰ τὸ σπίτι. Ἦταν μία ζεστὴ ἀνοιξιάτικη ἡμέρα, καὶ μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους εἶχαν σχηματιστεῖ λακκοῦβες μὲ λασπόνερα. Τὰ πόδια της τὰ εἶχε τυλιγμένα μὲ πανιά, ἀφοῦ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ἀδύνατο νὰ βρεθοῦν παπούτσια, καὶ μ’ αὐτὴ τὴν ὑπόδηση πηδοῦσε πάνω ἀπὸ τὰ λασπόνερα. Ξαφνικὰ βλέπει μπροστά της δυὸ προσεκτικὰ διπλωμένα χαρτονομίσματα, ποὺ ἔπλεαν στὸ νερὸ σὰν δυὸ μικρὲς βαρκοῦλες. Τὰ πῆρε, τὰ ξεδίπλωσε, ἦταν δύο ρούβλια! Ἄρχισε νὰ ρωτᾶ τοὺς διαβάτες ἂν ἔχασαν δύο ρούβλια, ἀλλὰ ὅλοι ἀπαντοῦσαν ἀρνητικά. Τότε ἡ πρεσβυτέρα εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ ἐπανέλαβε γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ϛ´ 33). Κατόπιν ἄρχισε νὰ ἑτοιμάζη ἕνα λιτὸ γεῦμα.
.               Κάποια ἄλλη φορά, ἡ πρεσβυτέρα καὶ ὁ π. Ἠλίας ἀπεφάσισαν νὰ πᾶνε στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ζωσιμᾶ. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ τὸ Μοναστήρι δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ παραθέτη τράπεζα γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες, ἀφοῦ μόλις καὶ μετὰ βίας ἐπαρκοῦσαν τὰ τρόφιμα γιὰ τοὺς μοναχούς. Ἂν καὶ δὲν εἶχαν τότε οὔτε μία δεκάρα, ἐν τούτοις ἡ πρεσβυτέρα δὲν ἄλλαξε τὴν ἀπόφαση νὰ ξεκινήσουν γιὰ τὸ προσκύνημα, καὶ πῆγε σ’ ἕναν ἡλικιωμένο ἀναγνώστη νὰ τὸν παρακαλέση, ἂν μποροῦσε, νὰ προσέχη τὰ παιδιά τους ὅσο θὰ ἔλειπαν. Στὸ δρόμο ἐπανελάμβανε: «Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτὸς σὲ διαθρέψει» (Ψαλμ. νδ´ 23). Αὐτὸ ἦταν τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τῆς πρεσβυτέρας: τὰ λόγια της Γραφῆς, τὰ ὁποῖα γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἁπλὲς λέξεις ποὺ τὶς ἀποστηθίζουν ἀπὸ τὰ βιβλία, γι’ αὐτὴν ἦταν λόγοι ὁλοζώντανοι καὶ ἀληθινοί.
.               Γυρνώντας στὸ σπίτι, εἶδε ξαφνικὰ ἕνα μακρὺ ἀντικείμενο τυλιγμένο σ’ ἕνα λινὸ σάκκο. Ἡ πρεσβυτέρα φοβήθηκε ὅτι ἦταν ἕνα πτῶμα καὶ ἄρχισε νὰ τρέχη. Μετὰ ὅμως πρόσεξε ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενο δὲν ἦταν τόσο μεγάλο καὶ πίεσε τὸν ἑαυτό της νὰ ὑπερνικήση τὸν φόβο καὶ νὰ ἐπιστρέψη. Μὲ τὴ σκέψη ὅτι πιθανὸν θὰ ἦταν κάποιο παιδὶ ποὺ τὸ εἶχαν ἐγκαταλείψει, κύτταξε μέσα στὸ σάκκο καὶ ἔμεινε κατάπληκτη ἀπὸ τὸ θέαμα. Ἦταν γεμάτος μὲ διάφορα τρόφιμα, κρέας, λάδι, ψωμί, δηλαδὴ ὅ,τι ἀκριβῶς χρειαζόταν γιὰ τὸ ταξείδι τους! Πιθανὸν κάποιος χωρικὸς τὰ ἔφερε γιὰ νὰ τὰ πουλήση στὴν πόλη, ἀλλὰ φοβήθηκε τὴν ἐθνοφυλακὴ καὶ ἔρριξε τὸ σάκκο στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου.
.               Βέβαια, δὲν εἶχαν ὅλες οἱ δυσκολίες τέτοια εὐτυχῆ κατάληξη γιὰ τὴν πρεσβυτέρα, ἀλλὰ αὐτὴ ποτὲ δὲν ἔχανε τὴν πνευματική της ἐγρήγορση. Κάποτε ἦρθε κάποια ἄγνωστη καὶ πρότεινε νὰ τῆς πουλήση μία τσάντα γεμάτη μὲ λαχανικὰ σὲ τιμὴ μᾶλλον χαμηλή. Μὲ μεγάλη δυσκολία συγκέντρωσε τὸ ποσὸ καὶ τὸ ἔδωσε στὴ γυναίκα, ἡ ὁποία τὴν ἔφερε στὸ σιδηροδρομικὸ σταθμὸ ὅπου, ὅπως ἔλεγε, ἦταν τὰ τρόφιμα. Ὅταν ἔφθασαν στὸ σταθμὸ ἡ γυναίκα εἶπε στὴν πρεσβυτέρα νὰ τὴν περιμένη καὶ αὐτὴ μπῆκε στὸν θάλαμο τοῦ σταθμοῦ, γιὰ νὰ φέρη τὰ τρόφιμα. Ἡ πρεσβυτέρα περίμενε μερικὲς ὧρες προτοῦ πάη ἡ ἴδια στὸν θάλαμο, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δῆ ὅτι ἡ πόρτα ἦταν κλειδωμένη καὶ δὲν ἦταν κανεὶς ἐκεῖ μέσα. Πόσο δύσκολο τῆς ἦταν νὰ γυρίση στὸ σπίτι, ὅπου τὴν περίμεναν τὰ πεινασμένα παιδιὰ καὶ ὁ παπάς της τόσο ἀνυπόμονα! Στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς ἡ πρεσβυτέρα συλλογιζόταν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχηθῆ κανεὶς γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους. Πάντως αὐτοὶ μᾶς βοηθοῦν στὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, ἐνῶ συγχρόνως, χάνουν τὴ σωτηρία τῆς δικῆς τους ψυχῆς. Ὅταν ἡ πρεσβυτέρα μπῆκε στὸ δωμάτιο καὶ εἶδε ὅλους νὰ τὴν κοιτάζουν μὲ ἀπορία, εἶπε:
Παιδιά, σηκωθῆτε! Ἂς προσευχηθοῦμε! “Δόξα τ Θε πάντων νεκεν”. Μς κλεψαν!

.               Ἀλλὰ ὅλες αὐτὲς οἱ θλίψεις ἦταν ἀσήμαντες μπροστὰ στὴν ὀδύνη τῆς πρεσβυτέρας, ὅταν ὁ μικρότερος γυιός της, ὁ Βάνια, πέθανε. Ἔπαιζε μὲ κάποια μεγαλύτερα παιδιὰ στὸν δρόμο καὶ ἅρπαξε ἕνα κρυολόγημα, καὶ καθὼς ἡ πρεσβυτέρα δὲν μποροῦσε νὰ τὸν προσέχη συνεχῶς (κάθε μέρα συμμετεῖχε στὴ χορωδία τῆς ἐκκλησίας) τὸ κρύωμα γύρισε σὲ μηνιγγίτιδα. Καὶ τότε ἀκριβῶς ἡ πρεσβυτέρα ἔσπασε τὸ χέρι της… Ὅλες μαζὶ οἱ συμφορὲς ἔπεσαν ἐπάνω της: ἡ θανατηφόρος ἀρρώστια τοῦ γυιοῦ της, τὸ σπασμένο χέρι της, ἡ πείνα… Ἀλλὰ αὐτὴ κατάφερνε νὰ παρίσταται καθημερινὰ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ὅπως πρίν.
.               Ὁ Βάνια πονοῦσε τόσο ἀνυπόφορα, ὥστε ρωτοῦσε τὴ μητέρα του: «Εἶναι ἀλήθεια, μητέρα, ὅτι εἶμαι κι ἐγὼ ἕνας μάρτυρας;». Πέθανε τὴν ἴδια μέρα ποὺ πέθανε καὶ ὁ Γέροντας Ἀλέξιος. Ὁ π. Ἠλίας στὸν ἐπικήδειο λόγο του εἶπε ὅτι αὐτὴ τὴν ἡμέρα πέθανε ἕνα πολὺ μικρὸ παιδί, ἀφοῦ ὑπέφερε πολὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς μεγάλους, ἂν καὶ δὲν εἶχε ἀνάλογες ἁμαρτίες. Ἡ μοναχὴ ποὺ ὑπηρετοῦσε στὸ ἱερὸ ἦρθε στὴν πρεσβυτέρα καὶ τῆς εἶπε: «γαπητή μου πρεσβυτέρα, συγχαρητήρια, χεις δη να γυι στν Παράδεισο!»
.               Στὸ τέλος τῆς ζωῆς της ἡ πρεσβυτέρα δὲν θυμόταν τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Βάνια. Συνήθιζε νὰ λέη: «Εἶχα πέντε παιδιά». Καὶ μετά, μὲ λυπημένο χαμόγελο, πρόσθετε: «Δὲν θυμᾶμαι ὅλα ὅσα πέρασα στὴ ζωή μου. Ὁ Κύριός μου πῆρε ἀπὸ τὴν μνήμη τὰ πιὸ δύσκολα».
.               Ὁ π. Ἠλίας ζοῦσε ἀσκητικὴ ζωή. Μόνο δύο ἑβδομάδες τὸν χρόνο περνοῦσε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴν ἐξοχή, ὅπου τὰ παιδιὰ μποροῦσαν νὰ ξεκουραστοῦν, κατὰ τὴν διάρκεια ἀπαραιτήτων ἐπισκευῶν καὶ καθαριότητος τοῦ ναοῦ. Κατὰ κανόνα ἐκτελοῦσε κάθε μέρα ὅλες τὶς ἀκολουθίες χωρὶς νὰ παραλείπη ἢ νὰ συντομεύη τίποτα. Τὸ βράδυ μετὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες, γίνονταν πνευματικὲς συζητήσεις.
.               Ἡ πρεσβυτέρα φρόντιζε καθημερινὰ νὰ μπορῆ ὁ παπάς της νὰ δειπνεῖ πρὶν ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα. Γυρνοῦσε στὸ σπίτι κάθε μέρα μετὰ τὶς ἕνδεκα. Τὸ πρωὶ ὁ π. Ἠλίας θὰ κοιμόταν ἀκόμη, ὅταν θὰ παρουσιαζόταν βιαστικὰ κάποια πνευματική του κόρη ρωτώντας ἂν ἔχη σηκωθῆ (οἱ περισσότεροι ἐνορίτες ἦταν νεαροί). Ἡ πρεσβυτέρα ποτὲ δὲν γκρινίαζε γι’ αὐτὲς τὶς ἐνοχλήσεις, μόνο ἔλεγε: «Κάποια δούλη τοῦ Θεοῦ ἦρθε, δὲν φαίνεται τόσο χαρούμενη». Λίγο ἀργότερα, αὐτὴ ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ ἐκαλεῖτο στὸν “κλῆρο’’[2] γιὰ συνομιλία.
.               Ἀργότερα, ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης εἶπε στὴν πρεσβυτέρα (ἡ ὁποία πήγαινε στὴν ἐκκλησία του μετὰ τὸν θάνατο τοῦ π. Ἠλία): «Ὁ παπάς σου ἦταν τὸ πρότυπό μου, καὶ ἐσὺ ἤσουν ἡ πιστὴ βοηθός του σὲ ὅλα». Σ᾽ ἐκείνους τοὺς δύσκολους καιροὺς τῆς πείνας κατάφεραν νὰ διατηρήσουν τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν λάμψη τῆς ἐκκλησίας καὶ τὸν πλοῦτο τῶν ἀμφίων. Πόσο ὑπερήφανοι ἦταν ὅταν ἔβλεπαν τὸν ἱερέα τους νὰ λειτουργῆ μὲ πλούσια καὶ ὄμορφα ἄμφια, ἢ ὅταν τοὺς διάβαζε καὶ τοὺς ἐξηγοῦσε τὰ ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων! Κάποτε, μετὰ ἀπὸ μία ἰδιαίτερα ἐπιτυχημένη ὁμιλία γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ὅταν ὁ π. Ἠλίας πέρασε πίσω ἀπὸ τὸν “κλῆρο’’, ἡ πρεσβυτέρα του ψιθύρισε: «Τὸ ὕψος ἡμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν» (ἀπὸ τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου).
.              Ἦταν τότε τὸ ἔτος 1932. Παντοῦ γίνονταν ἔρευνες, συλλήψεις καὶ ἐξορίες. Μερικοὶ ἐνορίτες συνελήφθησαν, μαζὶ μὲ πολλοὺς συγγενεῖς τους. Τὸν π. Ἠλία τὸν κάλεσαν στὴ NKVD[3] καὶ τοῦ ὑπεσχέθησαν ὅτι δὲν θὰ τὸν πειράξουν καθόλου, ἀρκεῖ μόνο νὰ ἐγκατέλειπε τὴν ἱερωσύνη. Κάποιοι φίλοι του προσπαθοῦσαν νὰ τὸν βάλουν σὲ μία καλὴ θέση στὴν Πινακοθήκη Τρετιακώφ, ὡς εἰδικό τῆς τέχνης. Μὴ ξέροντας τί νὰ κάνη, ὁ π. Ἠλίας γύρισε στὸ σπίτι καὶ ἡ πρεσβύτερα, τὸν ἐνίσχυσε στὸν ἀγώνα τῆς ὁμολογίας.
.              Μετὰ ἀπὸ λίγο ἦταν ἡ ὀνομαστικὴ ἑορτὴ τοῦ π. Ἠλία καὶ ἦρθαν μερικοὶ ἐπισκέπτες. Ὁ πατερούλης εἶχε βρῆ πάλι τὸ κέφι του καὶ ἦταν εὔθυμος καὶ χαρούμενος. Οἱ ἐπισκέπτες ἔφυγαν ἀργὰ τὸ βράδυ. Σὲ λίγα λεπτὰ ἕνα κορίτσι ἐπέστρεψε καὶ ψιθύρισε στὴν πρεσβυτέρα ὅτι ἡ ἀστυνομία παρακολουθοῦσε στενὰ τὸ σπίτι τους. Ἡ πρεσβυτέρα εὐχαρίστησε τὸ κορίτσι καὶ βγῆκε ἔξω. Μία ὁμάδα τριῶν ἀνδρῶν τὴν πλησίασε καὶ τὴ ρώτησε ποῦ μένουν οἱ Τσετβιρούχιν. Ἡ πρεσβυτέρα τοὺς ἔδειξε τὸ σπίτι, τοὺς εἶπε τὸν ἀριθμὸ τοῦ διαμερίσματος καὶ ἀμέσως ἔτρεξε στὸ σπίτι. «Παπά, ἦρθαν γιὰ σένα!», εἶπε μόλις μπῆκε στὸ δωμάτιο. Ὁ π. Ἠλίας φόρεσε τὸ ἐπιτραχήλιο τοῦ Γέροντος Ἀλεξίου καὶ διάβασε τὴν “εὐχὴ ἐπὶ τῇ ἐνάρξει παντὸς ἀγαθοῦ ἔργου”. Δὲν πρόλαβε νὰ πῆ τὶς τελευταῖες λέξεις καὶ ἀκούστηκε ἕνα τραχὺ κτύπημα στὴν πόρτα. Ἡ πρεσβυτέρα τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ μία ἐλαφρὰ ὑπόκλιση: «Περάστε». Φαίνονταν βιαστικοὶ καὶ ρώτησαν σαστισμένοι:
—Ἑσύ δὲν ἤσουν ποὺ μᾶς ἔδειξες τὸ δρόμο:
—Ναί.
—Λοιπόν, ἑτοίμασε τὰ πράγματά του.
.               Καθὼς ἡ πρεσβυτέρα ἑτοίμαζε βιαστικὰ ὅ,τι ἦταν ἀπαραίτητο, αὐτοὶ ἔκαναν μία ἐπιφανειακὴ ἔρευνα. Γενικὰ ἦταν πολὺ εὐγενικοὶ καὶ τοὺς ἐπέτρεψαν νὰ ἀποχαιρετιστοῦν. Φεύγοντας ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε:
—Λοιπόν, παπαδιά, μπορεῖς νὰ κοιμηθῆς ἥσυχη. Δὲν θὰ σὲ ἐνοχλήσουμε ἄλλο[4].
—Πῶς μπορῶ νὰ κοιμηθῶ ἥσυχη τώρα; ἀπάντησε ἡ πρεσβυτέρα.
.               Ὅλη τὴ νύχτα τὴν πέρασε μὲ προσευχὴ καὶ δάκρυα. Κατὰ τὸ πρωὶ ὅμως ἀποκοιμήθηκε καὶ τότε εἶδε μία ἀνέκφραστα μεγαλόπρεπη Κυρία ποὺ τῆς εἶπε:
—Μη φοβᾶσαι! Δὲν θὰ πάθη τίποτε ὁ παπάς σου στὴ φυλακή. Ἐγὼ θὰ μεσιτεύω γι’ αὐτόν.
—Πραγματικά ἔχεις ἐσὺ ἐξουσία μέσα στὴ φυλακή; ρώτησε ἡ πρεσβυτέρα μὲ ἔκπληξη.
—Ἐγώ ἔχω παντοῦ ἐξουσία. Μὴ φοβᾶσαι· δὲν θὰ πάθη τίποτε στὴ φυλακή. Ἐσὺ ὅμως νὰ προσεύχεσαι στὸν Ἀδριανὸ καὶ στὴ Ναταλία! Καὶ μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ἡ ὑπέροχη Κυρία ἐξαφανίστηκε! Ἡ πρεσβυτέρα ξύπνησε μὲ μεγάλη ἀπορία: γιατί ἡ Θεοτόκος (κατάλαβε ὅτι αὐτὴ ποὺ εἶχε ἔρθει ἦταν ἡ Πανάμωμος Παρθένος) τῆς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ προσεύχεται στοὺς ἁγίους Ἀδριανὸ καὶ Ναταλία; Ὅταν ὅμως διάβασε τὸ συναξάρι τους (26 Αὐγούστου) καὶ διεπίστωσε ὅτι ὁ Ἀδριανὸς ἦταν μάρτυς, ἐνῶ ἡ Ναταλία ὑπέφερε μαζί του λόγῳ τῆς ἀγάπης της πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν ἐνίσχυε στὸ μαρτύριο, τότε κατάλαβε γιατί ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος τῆς εἶπε νὰ προσεύχεται σ’ αὐτοὺς τοὺς ἁγίους.
.               Μετὰ τὴ σύλληψη τοῦ π. Ἠλία καὶ ἄλλες θλίψεις βρῆκαν τὴν πρεσβυτέρα. Τοὺς ἔδιωξαν ἀπὸ τὸ διαμέρισμα, καὶ γιὰ ἕνα διάστημα ἦταν περιπλανώμενοι ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἕως ὅτου κάποια οἰκογένεια τοὺς πῆρε μαζί τους. Ἔδιωξαν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ σχολεῖο, τοὺς ἔκλεψαν τὴν τεράστια βιβλιοθήκη τους. Ὅμως ἡ μεγαλύτερη δοκιμασία ἦταν ὁ θάνατος τῆς μοναχοκόρης τους. Ἡ Μάσενκα ἦταν τὸ μικρότερο παιδὶ τῆς οἰκογενείας. Ὅταν ἡ πρεσβυτέρα περίμενε τὴ γέννησή της, ἐπισκέφθηκε τὸν Γέροντα Ἀλέξιο, ὁ ὁποῖος τότε ζοῦσε ἀκόμη. Τὴν ὑποδέχθηκε μὲ τὴν ἐρώτηση:
—Ποιός εἶναι;
—Ἡ ἁμαρτωλὴ Εὐγενία.
—Εἶσαι μόνη σου;
—Ὄχι, πάτερ, εἴμαστε δύο!
Πλησιάζοντας γιὰ νὰ πάρη τὴν εὐχή του, ρώτησε:
—Πάτερ, τί θὰ κάνω;
—Κόρη, μόνο ποὺ θὰ πρέπη νὰ τῆς ράψης νυφικό.
—Μὰ φυσικά, ἂν ἔχη κανεὶς κορίτσι, θὰ πρέπη νὰ τοῦ ράψη τὸ νυφικό του, εἶπε ἔκπληκτη ἡ πρεσβυτέρα. Μόνο μετὰ τὸν θάνατο τῆς Μασένκα κατάλαβε τὰ λόγια του Γέροντα —ὅτι ἡ θυγατέρα της θὰ γινόταν νύφη Χριστοῦ.
.               Ἡ κόρη της πέθανε ἀπὸ μία συνηθισμένη παιδικὴ ἀρρώστια. Ὁ ἀσθενικὸς ὀργανισμός της (ἦταν μόνο πέντε ἐτῶν) δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίση συγχρόνως τὴν πείνα, τὸ κρύο καὶ τὴν ἀρρώστια. Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες (τότε εἶχε πεθάνει καὶ ἡ μητέρα τῆς Εὐγενίας) τὴν ἐνδυνάμωνε, ὅπως ἔλεγε ἡ ἴδια, μόνο ἕνα πράγμα: ἡ προσευχὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τὴν ὁποία ἐπανελάμβανε ἀκατάπαυστα: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».
.               Λόγῳ αὐτῶν τῶν δοκιμασιῶν, μόνο μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια μπόρεσε ἡ πρεσβυτέρα νὰ πάη στὸν σύζυγό της, ποὺ ἦταν τότε ἐξόριστος στὴν περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Κράσναγια Βίσερα. Ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ πάη σ’ αὐτὴν τὴν ἀπομονωμένη βόρεια περιοχὴ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀνοίξεως, ὁπότε εἶχε πολλὲς λάσπες, ἀλλὰ τελικὰ ἔφθασε στὸν προορισμό της. Ἔφερε γιὰ τὸν π. Ἠλία ἕνα Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα μικρὸ φιαλίδιο μὲ ἁγιασμό. Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ ἅρπαξαν ἀμέσως, ἐνῶ γιὰ τὸ φιαλίδιο ρώτησαν:
—Τί εἶναι αὐτό;
—Γιὰ σᾶς εἶναι ἁπλὸ νερό, ἀλλὰ γιὰ μένα εἶναι κάτι ἱερό. Εἶναι τὸ φάρμακό μου, ἀπάντησε ἡ πρεσβυτέρα καὶ τελικά τῆς ἐπέτρεψαν νὰ τοῦ τὸ δώση.
.               Μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ἡ Εὐγενία κατάλαβε ὅτι ὁ π. Ἠλίας ἦταν πολὺ διαφορετικός. Δὲν τὴν εὐλόγησε, ἀλλὰ ἀντίθετα τῆς εἶπε: «Τώρα ἐδῶ δὲν ἀσκῶ πιὰ τὴν ἱερωσύνη». Φαινόταν σὰν νὰ τὸν εἶχαν βασανίσει, σὰν νὰ εἶχε καταρρεύσει. Ἡ συνάντηση κράτησε πολὺ καὶ ὁ π. Ἠλίας μπόρεσε νὰ τῆς πῆ τὰ πάντα.
.               Μετὰ τὴ σύλληψή του τὸν ἔφεραν στὴ φυλακή, ὅπου τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα “εἰδικὸ κελλί”. Ὁ μικρὸς θάλαμος ἦταν ἐντελῶς γεμάτος καὶ μὲ τὴν πρώτη ματιὰ φαινόταν ὅτι δὲν ὑπῆρχε καθόλου ἄδειος χῶρος. Ὁ π. Ἠλίας δὲν ἤξερε τί νὰ κάνη, ἀλλὰ κάποιος τοῦ φώναξε: «Χώσου κάτω ἀπὸ τὰ κρεββάτια!». Αὐτὸ δὲν ἦταν τόσο εὔκολο γι’ αὐτὸν ποὺ ἦταν τόσο ψηλός. Τελικὰ ὅμως μπόρεσε νὰ χωθῆ κάτω ἀπὸ τὰ ξύλινα κρεββάτια καὶ νὰ ξαπλώση στὸ βρώμικο πάτωμα, ποὺ ἦταν γεμάτο ἀπὸ φτυσίματα. Ἦταν ἀδύνατο νὰ κοιμηθῆ κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες, δὲν τὸν ἄφηναν ἄλλωστε οἱ φωνὲς καὶ οἱ βλαστήμιες ποὺ ἀκούγονταν στὸν θάλαμο. Θυμήθηκε τὰ πνευματικά του τέκνα καὶ πόσο τὸν σέβονταν καὶ ξέσπασε σὲ δάκρυα. Τῆς εἶπε ἀκόμη πῶς τοὺς ἔφεραν στὴν ἐπαρχία Κράσναγια Βίσερα. Τοὺς ἀνάγκασαν νὰ περπατοῦν πάνω στὸ χιόνι, ποὺ εἶχε παγώσει ἐπιφανειακά. Τὸ λεπτὸ στρῶμα τοῦ πάγου ἔσπαζε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους καὶ οἱ κατάδικοι σὲ κάθε βῆμα βυθίζονταν μέσα στὸ χιόνι μέχρι τὴ μέση. Κάποιος ποὺ βάδιζε πίσω ἀπὸ τὸν π. Ἠλία εἶπε: «Πάντα ἀγαποῦσα τὸ δάσος, τώρα ὅμως τὸ μισῶ» καὶ ἔκανε μία ἀπειλητικὴ χειρονομία μὲ τὴ γροθιά του πρὸς τὸ δάσος. Βρεγμένοι μέχρι τὸ κόκκαλο, χωρὶς νὰ ἔχουν φάη ἢ πιῆ τίποτα ὅλη τὴν ἡμέρα, ἀναγκάστηκαν νὰ περάσουν τὴ νύχτα μέσα σὲ μία καλύβα. Οἱ ἐξουθενωμένοι ἄνδρες ἀμέσως ἔπεσαν στὸ πάτωμα καὶ ἀποκοιμήθηκαν σὰν πεθαμένοι. Μόνο ὁ π. Ἠλίας ἔμεινε ξάγρυπνος. Μέσα στὰ βαθειὰ μεσάνυχτα ἕνας ἀναστεναγμὸς ξέσπασε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του: «Ὦ Κύριε, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες; Σὲ ὑπηρέτησα τόσο πιστά. Ὁλόκληρη τὴ ζωή μου τὴν ἀφιέρωσα σὲ Σένα. Πόσες φορὲς διάβασα τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο καὶ τοὺς Κανόνες. Μὲ πόση εὐλάβεια ὑπηρετοῦσα στὴν ἐκκλησία. Γιατί μὲ ἐγκατέλειψες καὶ ὑποφέρω τόσο πολύ; Ὦ Ὑπεραγία Θεοτόκε, ὦ ἅγιε ἱεράρχα Νικόλαε, ὦ ἅγιε πάτερ Σεραφείμ, πάντες οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ! Μετὰ ἀπ’ ὅλες τὶς προσευχές μου σὲ σᾶς, γιατί βασανίζομαι τόσο;».
.               Ὅλη τὴ νύκτα ἔτσι ἔκραζε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ξαφνικ μία θεία πίσκεψη, σν φλόγα, γγιξε τν πονεμένη ψυχή του κα τ γέμισε μ μία περκόσμια παρηγοριά. Τ φς τς πίστεως φώτισε μυστικ τν καρδιά του κα ναψε μέσα του μία νέκφραστη κα κατανίκητη γάπη πρς τν Χριστό, τὴν ὁποία ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β´ Κορ. ιβ´ 4).
.               Ὅταν ξημέρωσε, ἦταν νέος ἄνθρωπος, ἀναγεννημένος, σὰν νὰ εἶχε βαπτισθῆ ἐν πυρὶ (Ματθ. γ´ 11). Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ νύκτα δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ ζῆ μία συνηθισμένη ζωή. Ὁ ἴδιος τόνισε στὴν πρεσβυτέρα: «Καὶ ἂν ἀκόμα μ’ ἀφήσουν ἐλεύθερο, μὴ νομίσεις ὅτι θὰ λειτουργήσω ποτὲ ὅπως πρίν. Ὁ παλιὸς κόσμος ἔφυγε γιὰ πάντα, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ξαναγυρίση». Ὁ κόσμος στὸν ὁποῖο εἶχε συνηθίσει νὰ ζῆ εἶχε ἐξαφανιστῆ γιὰ πάντα γι’ αὐτόν, ἐπειδὴ εἶχε χαριστῆ σ’ αὐτὸν μία ὑπερκόσμια ἐμπειρία, μὲ τὴν μεσιτεία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅπως εἶχε ὑποσχεθῆ στὴν πρεσβυτέρα Εὐγενία, τὴ σύγχρονη ἁγία Ναταλία. Συνεπς εχε ν διαλέξη να π τ δύο: ν ποχωρήση κα ν γίνη νας κανονικς σοβιετικς σκλάβος-πολίτης, ν πεθάνη ντελς ς πρς ατν τν κόσμο. Ἡ εὐθύτης τοῦ χαρακτῆρος του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε, κάτω ἀπὸ συνθῆκες ἀθεϊστικῆς καταπιέσεως, νὰ “ἄρη τὸν ζυγὸν” τῆς ἱερωσύνης. Τὸ συνειδητοποίησε αὐτὸ καὶ διάλεξε τὸν θάνατο ὡς ἕνωση μὲ τὸν Ζωοδότη Χριστό, τὸν Κύριό μας! Καθὼς ὁ π. Ἠλίας ἀποχαιρετοῦσε τὴν πρεσβυτέρα, τῆς εἶπε: «Ξέρεις, καρδιά μου φλέγεται π γάπη γι τν Χριστό. Νομίζω ὅτι ἦλθα ἐδῶ γιὰ νὰ καταλάβω ὅτι δν πάρχει πολύτως τίποτε καλύτερο, τίποτε πι θαυμαστ π Ατόν. Θ θελα ν πεθάνω γι᾽ Ατόν!». Ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἡ πρεσβυτέρα ξεκίνησε γιὰ τὸ μακρὺ καὶ δύσκολο ταξείδι τῆς ἐπιστροφῆς. Ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι, τὴν περίμενε ἕνα τηλεγράφημα: στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως ἄναψε μία πυρκαϊά καὶ ὁ π. Ἠλίας ἔγινε παρανάλωμα τοῦ πυρὸς μαζὶ μὲ ἕνδεκα ἄλλους! Πόσο ταιριαστὸ ἦταν τὸ ὄνομά του στὴ ζωή του καὶ στὸν θάνατό του —Ἠλίας σημαίνει ἀκριβῶς “πύρινος”[5]!
.               Μετὰ τὸν τραγικὸ θάνατο τοῦ π. Ἠλία ἡ πρεσβυτέρα ἔπεσε ἄρρωστη γιὰ πολὺ καιρό. Ὅταν ἔγινε καλὰ ἄρχισε νὰ γράφη τὰ ἀπομνημονεύματά της. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ εἶδε ἕνα ὄνειρο: ἐμφανίστηκε σ᾽ αὐτήν, ὅπως ὅταν ζοῦσε, ὁ π. Πέτρος Λαγκώφ, (ἕνας ἱερεὺς ποὺ εἶχε τουφεκισθῆ μερικὰ χρόνια πρίν), καὶ τῆς εἶπε: «Καλή μου πρεσβυτέρα, πρέπει νὰ προσεύχεσαι στὸν ἅγιο Σέργιο, στὸν ἅγιο Σεραφεὶμ καὶ στὸν ἅγιο ἱερομάρτυρα Πάμφιλο. Ἂς προσευχηθοῦμε μαζί: ἅγιε πάτερ Σέργιε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν! Ἅγιε πάτερ Σεραφείμ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν! Ἅγιε ἱερομάρτυς Πάμφιλε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν!». Ὅταν ξύπνησε ἡ πρεσβυτέρα συλλογίσθηκε ὅτι ἡ οἰκογένειά της πάντα σεβόταν τὸν ἅγιο Σέργιο καὶ τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ καὶ ἔδωσαν τὰ ὀνόματα τῶν δύο αὐτῶν ἁγίων σὲ δύο ἀγόρια τους. Ἀλλὰ γιὰ τὸν ἱερομάρτυρα Πάμφιλο, οὔτε κἂν εἶχε ἀκούσει τίποτε. Ὅταν ὅμως πῆγε στὴν ἐκκλησία καὶ ἄνοιξε τὸ Μηναῖο, ἀνακάλυψε ὅτι ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα ἦταν ἡ ἑορτὴ τοῦ ἱερομάρτυρος Παμφίλου (16 Φεβρουαρίου). Μελετώντας τὸ συναξάρι τοῦ ἁγίου, ἔμαθε ὅτι ὁ ἅγιος Πάμφιλος ἦταν ἕνας πρεσβύτερος πολὺ μορφωμένος, ποὺ εἶχε μία τεράστια βιβλιοθήκη καὶ ὁ ὁποῖος μαρτύρησε μαζὶ μὲ ἄλλους ἕνδεκα μάρτυρες, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους “πυρὶ ἐτελειώθησαν”!
.               Ἡ ὑπόλοιπη ζωὴ τῆς πρεσβυτέρας δὲν ἦταν εὔκολη. Ἦταν μόνη της, χωρὶς τὸν σύντροφο τῆς ζωῆς της, μὲ ἕνα παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐξακολουθοῦσε κάθε μέρα, ὅπως καὶ πρῶτα, νὰ ψάλλη καὶ νὰ διευθύνη τὴ χορωδία τῆς ἐκκλησίας. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ π. Ἠλία, ἡ πρεσβυτέρα ἔψαλλε στὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, ὅπου λειτουργοῦσε ἕνας ἐπίσκοπος ποὺ λεγόταν Ἰωάννης. Ἦταν ἀρκετὰ νέος, δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη τὰ σαράντα. Αὐστηρὸς ἀσκητὴς ὁ ἴδιος, ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τοὺς ψάλτες ἀκριβῆ τήρηση τοῦ Τυπικοῦ. Οἱ μακρὲς μοναστηριακὲς ἀκολουθίες καὶ ἡ ἔντονη πνευματικὴ ζωὴ τῆς ἐνορίας δὲν ἄρεσαν στὶς ἀρχές. Κατὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή τοῦ 1937 ἦρθαν γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν Δεσπότη. Κάποιος τὸν εἶχε ἤδη προειδοποιήσει καὶ ἦταν προετοιμασμένος γιὰ τὴ σύλληψή του. Ὅταν ἡ ἀστυνομία τὸν κάλεσε νὰ βγῆ ἔξω “γιὰ λίγα λεπτὰ”, εἶπε στὴν πρεσβυτέρα: «Ἂν δὲν γυρίσω σὲ δεκαπέντε λεπτά, ἀρχίστε τὸ Ἀπόδειπνο χωρὶς ἐμένα». Φυσικὰ δὲν γύρισε ποτέ! Ἡ πρεσβυτέρα θυμόταν μὲ μεγάλο σεβασμὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἰωάννη. Ποτὲ δὲν ἄφηνε ἀπὸ τὰ χέρια της τὸ κομποσχοίνι ποὺ τῆς εἶχε δώσει, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴ συνεχῆ χρήση εἶχε γίνει γκρὶ (ἀπὸ ἄσπρο, ὅπως συνηθίζουν οἱ Ρῶσοι). Τὸ τοποθέτησαν στὸν τάφο μαζί της.
.               Ὅταν ἄρχισε ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος ἡ πρεσβυτέρα ἀντιμετώπισε πολλὲς νέες δοκιμασίες. Ὁ ἕνας γυιός της συνελήφθη, τοὺς ἄλλους δύο τοὺς ἔστειλαν στὸ μέτωπο, ἀπ’ αὐτοὺς ὁ μεγαλύτερος δὲν γύρισε ποτέ! Αὐτὴ ἡ ἴδια ὑπέφερε ἀπὸ τὴν πείνα. Ἀλλὰ πάντοτε παρέμενε ἡ ἴδια ἤρεμη πρεσβυτέρα, ποὺ πάντοτε ἤλπιζε στὸν Θεό. Κάποτε ὅμως ἄρχισε νὰ ἔχη ἀμφιβολίες, βλέποντας τόσες πολλὲς δυστυχίες νὰ ἔρχονται στοὺς πιστούς. Ἀναρωτιόταν μήπως πραγματικὰ εἶχε ἔλθη τὸ τέλος τῆς χριστιανικῆς πίστεως γιὰ τὴ Ρωσία. Μ᾽ αὐτὲς τὶς σκέψεις ἔπεσε νὰ κοιμηθῆ καὶ εἶδε ἕνα ὄνειρο. Ἡ Θεοτόκος τῆς εἶπε: «Ὅσο ἀνάβει τὸ καντήλι μπροστὰ στὴ λειψανοθήκη τοῦ ἁγίου Σεργίου, ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία θὰ ἀντέχη». Ἡ πρεσβυτέρα ἐξακολουθοῦσε νὰ ἀμφιβάλλη καὶ γι᾽ αὐτὸ προσευχήθηκε: «Ὦ Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἂν ἤσουν πράγματι Ἐσύ, κάνε νὰ δῶ αὐτὸ τὸ ὄνειρο γιὰ δεύτερη φορά». Τὴν ἑπομένη νύχτα πράγματι εἶδε πάλι τὸ ἴδιο ὄνειρο. Ὅταν τὸ διηγεῖτο αὐτὸ ἡ πρεσβυτέρα, δὲν παρέλειπε νὰ προσθέτη: «Καὶ τὸ καντήλι εἶναι ἀκόμη ἀναμμένο!».
.               Τὰ χρόνια περνοῦσαν. Ἡ πρεσβυτέρα ζοῦσε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ζωῆς ὅπως καὶ προηγουμένως. Πάντοτε τὴν περιτριγύριζαν πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐπειδὴ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ π. Ἠλία ἀνέλαβε τὴν καθοδήγηση τῶν πνευματικῶν του τέκνων, ὅπως τῆς εἶχε ζητήσει ὁ ἴδιος. Κάτω ἀπὸ τόσο δύσκολες συνθῆκες, οἱ ὁποῖες ἀνάγκαζαν ἀκόμη καὶ πολλοὺς κληρικοὺς νὰ ἀποστατοῦν ἀπὸ τὴν πίστη, αὐτὴ κρατοῦσε κοντὰ στὴν Ἐκκλησία ἕναν μεγάλο ἀριθμὸ ἀνθρώπων. Ἀμέσως μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου ἡ πρεσβυτέρα πῆρε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν μικρότερο γυιό της. Τῆς ἔγραφε ὅτι γυρνοῦσε ἀπὸ τὸ μέτωπο. Ὅλα τὰ παράθυρα τοῦ σπιτιοῦ της ἦταν σπασμένα καὶ ἡ πρεσβυτέρα ἤθελε νὰ τὰ ἐπισκευάση, πρὶν ἔρθη ὁ γυιός της. Γι᾽ αὐτὴ τὴ δουλειὰ ὅμως χρειαζόταν τουλάχιστον ἑκατὸ ρούβλια, ἐνῶ αὐτὴ δὲν εἶχε οὔτε ἕνα καπίκι. Ὡς συνήθως, ἡ πρεσβυτέρα ἔσπευσε στὴν προσευχή. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε μία νεαρὴ κόρη καὶ τῆς ἔδωσε ἑκατὸ ρούβλια! Φυσικὰ ἡ πρεσβυτέρα ἔμεινε σὰν κεραυνόπληκτη ἀπὸ ἔκπληξη, παίρνοντας ἕνα τέτοιο δῶρο ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο κορίτσι. Ἀλλὰ ἡ κόρη τῆς ἐξήγησε ὅτι τὴ νύχτα εἶδε στὸ ὄνειρό της τὴ μητέρα της, μία ἐνορίτισσα τοῦ π. Ἠλία ποὺ εἶχε πεθάνει πρὶν ἀπὸ ἀρκετὸ καιρό, καὶ τῆς εἶπε: «Θέλεις νὰ δώσης στὴν πρεσβυτέρα Εὐγενία ἑκατὸ ρούβλια γιὰ μνημόσυνο τῆς ψυχῆς μου;». Κι ἔτσι ὁ Κύριος γιὰ ἄλλη μία φορὰ βοήθησε θαυματουργικὰ τὴν πρεσβυτέρα.
.               Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς της ἡ πρεσβυτέρα ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο ὁλοφάνερα τὸ διορατικὸ χάρισμα. Μία φορὰ πήγαινε στὴν ἐκκλησία μὲ μία πνευματική της κόρη. Μὲ τὸ συνηθισμένο γρήγορο βῆμα της προσπέρασε δύο χωριατόπαιδα, τὰ ὁποῖα ἔβλεπε γιὰ πρώτη φορά. Ἡ πρεσβυτέρα, χωρὶς νὰ σταματήση, τὰ χτύπησε ἐλαφρὰ στὸ κεφάλι καὶ εἶπε: «Νικόλαος καὶ Σέργιος». Τότε ἡ συνοδός της ἀπεφάσισε νὰ ἐλέγξη τὸν λόγο τῆς πρεσβυτέρας. Σταμάτησε καὶ ρώτησε τὰ ἀγόρια πῶς ὀνομάζονται. Ἡ ἀπάντησι ἦταν: «Νικόλαος καὶ Σέργιος!».
.               Ἤδη ἡ πρεσβυτέρα, κατὰ θεία παραχώρηση, εἶχε ὑποφέρει πάρα πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ δοκιμασίες, ἀλλ᾽ ὅμως ὁ Κύριος ἤθελε νὰ δοκιμάση τὴν πίστη της μέχρι τέλους, καὶ κατὰ κάποιο τρόπο νὰ διακηρύξη καὶ νὰ δείξη σ’ ἕναν κόσμο ποὺ εἶχε παραφρονήσει, ὅλες τὶς ἀρετὲς τῆς δούλης Του. Στὰ ὀγδόντα της χρόνια ἡ πρεσβυτέρα ἔπεσε καὶ ἔσπασε τὰ πλευρά της καὶ λόγῳ ἐσφαλμένης θεραπείας οἱ μῦς ἔγιναν ἀτροφικοί. Ἔτσι, μέχρι τὸν θάνατό της δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ σηκωθῆ ἀπὸ τὸ κρεββάτι της. Γιὰ δέκα ὁλόκληρα χρόνια ἦταν κατάκοιτη καὶ περνοῦσε τὸν καιρό της μὲ τὴ μελέτη, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ τροφοδότηση πολλῶν. Στὰ ἐνενήντα της χρόνια, λόγῳ ἀπρόσεκτης νοσηλείας, ἔπαθε “κατάκλιση” (πληγὲς λόγῳ συνεχοῦς κατακλίσεως) καὶ τὸ σῶμα της ἔγινε τόσο σαθρό, ὥστε αὐτοὶ ποὺ φρόντιζαν τὴν καθαριότητά της μποροῦσαν νὰ δοῦν τὰ ὀστᾶ τῆς σπονδυλικῆς της στήλης. Ὑπέφερε πάρα πολύ. Ἡ νύφη της (ζοῦσε μὲ τὸν μικρότερο γυιό της) συχνὰ τὴν περιγελοῦσε καὶ κάποτε τῆς εἶπε:
—Νά, ἐσὺ ἔδωσες τὰ πάντα στὸν Θεό σου, καὶ τὸν ἄνδρα σου καὶ τὰ παιδιά σου. Αὐτὸς τώρα πῶς σὲ ξεπληρώνει ἔτσι;
—«Ὃν ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει» (Παροιμ. γ´ 12), ἀπάντησε ἡ πρεσβυτέρα.
—Ἔ, τότε γιατί παιδεύει καὶ μένα ἐξ αἰτίας σου;
Ἡ πρεσβυτέρα χαμογέλασε καὶ εἶπε:
—Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶ καὶ σένα!
.               Στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς της ἡ πρεσβυτέρα ἀσχολήθηκε σοβαρὰ μὲ τὴν συγγραφὴ τῶν ἀπομνημονευμάτων της. Προφανῶς, εἶχε ἀντιληφθῆ τὴ μεγάλη σπουδαιότητα ποὺ εἶχαν τὰ γεγονότα τόσο τῆς δικῆς της ζωῆς, ὅσο καὶ τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ποὺ ἔζησαν κοντά της. Ἀγαποῦσε νὰ θυμίζη ὅτι ἦταν αὐτόπτης μάρτυς τῆς ἀναγνωρίσεως πολλῶν ἁγίων, καὶ κυρίως τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ καὶ τοῦ ἁγίου Ἑρμογένους τῆς Μόσχας. Καὶ συχνὰ προσέθετε: «Καὶ θὰ πεθάνω, ὅταν θὰ γίνη μία ἀναγνώριση». Δὲν διευκρίνιζε ποιὸς ἅγιος ἐπρόκειτο νὰ ἀναγνωρισθῆ, ἀλλὰ προφανῶς ἐννοοῦσε τοὺς Νεομάρτυρες, ἀφοῦ ἕνα μήνα πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό της εἶπε: «Γνωρίζετε καλὰ τὸν παπά μου, καὶ τὸν ἐπίσκοπο Ἰωάννη, καὶ τὸν π. Πέτρο Λαγκώφ, καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους —ὅλοι τους εἶναι ἅγιοι Μάρτυρες». Καὶ μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση ἐπανέλαβε: «Ἅγιοι Μάρτυρες!».
.               Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκδημία της κάλεσαν ἕναν ἱερέα γιὰ νὰ τῆς μεταδώση τὴν θεία Μετάληψη. Μόλις ἔλαβε τὰ τίμια Δῶρα, αὐτὴ ἡ ὑπέργηρη γυναίκα, ἡ ὁποία στὴν πράξι ἦταν ἤδη νεκρή, ξαφνικὰ μὲ καθαρὴ φωνὴ εἶπε: «Ἀγαπητέ μου πάτερ! Κύριε ἐλέησον! Τί εὐτυχία!». Ὁ Ἱερεὺς γονάτισε μπροστὰ στὸ κρεββάτι της καὶ τὴν παρακάλεσε: «Καλή μου πρεσβυτέρα, ὅταν συναντήσεις τὸν Κύριο, ἐνθυμήσου καὶ μένα, τὸν ἁμαρτωλό!». Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ἡ πρεσβυτέρα ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Τὰ παιδιά της καὶ ὅλοι ἐμεῖς στεκόμασταν γύρω της. Ξαφνικὰ εἴδαμε κάτι ποὺ δὲν τὸ εἴχαμε ξαναδῆ ποτὲ ἄλλοτε, οὔτε πρόκειται νὰ τὸ δοῦμε ἄλλη φορά: τὸ πρόσωπό της ἄρχισε νὰ μεταβάλλεται καὶ ἀπὸ μία συνηθισμένη ἁπλὴ ταπεινὴ γριά, ὅπως τὴ βλέπαμε πάντοτε, ἔγινε μία ἐντελῶς ἀσυνήθιστα θαυμαστή, ὁλόλαμπρη γυναίκα. Ἕνας γυιός της ψιθύρισε: «Ἴσως τώρα μόλις συνάντησε τὸν παπά της!». Ἕνα λεπτὸ ἀργότερα ὅλα πέρασαν, ἡ ψυχή της βγῆκε ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἡ πρεσβυτέρα φαινόταν σὰν ἕνας συνηθισμένος νεκρὸς ἄνθρωπος[6].
.               Ἡ πρεσβυτέρα Εὐγενία ἔζησε μία μακρὰ καὶ ἐξαιρετικὰ δύσκολη ζωή. Ποτὲ δὲν ὕψωσε τὴ φωνή της, σὲ κανένα δὲν ἔκανε τὸν δάσκαλο, ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἥσυχης, ταπεινῆς ἠλικιωμένης γυναίκας ἦταν ἡ καλύτερη διδασκαλία τῆς χριστιανικῆς εὐσέβειας, γιὰ ἐκείνους ποὺ θέλουν, στὴν ἄθεη ἐποχή μας, νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἁγία Ναταλία, ἡ ὁποία ἐπέζησε μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Ἀδριανοῦ καὶ “ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ”, ἔτσι καὶ ἡ πρεσβυτέρα Εὐγενία ἦταν καὶ αὐτὴ μάρτυς μαζὶ μὲ τὸν “μαρτυρικῶς τελειωθέντα” σύζυγό της πατέρα Ἠλία.

Μοναχὴ Μαρία Γιεράστοβα

[1] .RUSSIA’S CATACOMB SAINTS. Lives of the new Martyrs. Saint Herman of Alaska Press, Platina California 1982. σελ. 404-416.

[2] «Κλῆρος» εἶναι τὸ παραπέτασμα (εἰκονοστάσι) πίσω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ψάλλει ἡ μικτὴ χορωδία, χωρὶς νὰ εἶναι ὁρατὴ ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα.

[3] NKVD: Ἡ Σοβιετικὴ μυστικὴ ἀστυνομία ἡ ὁποία κατὰ περιόδους εἶχε διαφορετικὰ ὀνόματα: GPU, NKVD, Chcka, MVD καὶ τελευταία KGB.

[4] Εἰρωνικὸ ὑπονοούμενο γιὰ τὴν προθυμία της.

[5] Κατ᾽ ἄλλη ἐτυμολογία Ἠλίας σημαίνει: “ὁ Ἰεχωβὰ εἶναι Θεός μου”.

[6] Παρόμοιο θαυμαστὸ γεγονὸς ἀναγράφεται ἀτὸ συναξάρι τῆς ἁγίας Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ (29 Αὐγούστου καὶ 5 Ἀπριλίου) τῆς ὁποίας ὁ βίος παρουσιάζει μερικὲς ὁμοιότητες μὲ τὴν ζωὴ τῆς πρεσβυτέρας Εὐγενίας.

ΠΗΓΗ: proskynitis.blogspot.gr (ἀπὸ impantokratoros.gr)

Σχολιάστε