Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ"

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ὁσίου ΙΕΡΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗ

Θαυμαστὴ διάσωση
Ὁσίου Λευΐτου π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη
ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη Μιχαήλ
κοιμηθέντος στὶς 29 Ἰανουαρίου 1975

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 ἀοίδιμος καὶ χαριτωμένος ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, τὸ σέμνωμα τῆς ἱερωσύνης, τῆς ἀπλανοῦς ποδηγεσίας τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ πολύτεκνος, ἀγαθὸς καὶ ἁπλοϊκὸς λευΐτης τοῦ Πλατάνου (Βάνιας) τῶν Τρικάλων, ἀγαποῦσε καὶ ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν Ταξιάρχη μας Μιχαήλ.
.                 Ὁ Παπα-Δημήτρης δὲν ἦταν κάτοχος τῆς σοφίας τοῦ κόσμου. Μὲ δυσκολίες τελείωσε τὸ δημοτικὸ στὸ χωριό του. Ἦταν βοσκὸς προβάτων καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνει καὶ βοσκὸς ψυχῶν. Ἀπὸ μικρὸς εἶχε πλήρη ἐπικοινωνία μὲ τὸν Χριστό μας μέσα ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, εἶχε μνήμη θανάτου καὶ πόθο ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ὅταν ἔκλεινε τὰ πρόβατα στὴν στάνη πήγαινε μὲ δάκρυα κατ’ εὐθείαν στὴν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, στοὺς ἀγαπημένους του Ταξιάρχες, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν χάρη τους, νὰ τοὺς διακονήσει, νὰ τοὺς νοιώσει κοντά του. Ὅταν δὸν κατορθωνε νὰ τὸ κάνει, γιὰ κάποιους λόγους ποὺ ἦταν πέρα ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, γονάτιζε ἐκεῖ ποὺ ἦταν στὰ βουνὰ καὶ ἔκλαιγε, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ συγγνώμη, γιατὶ βρισκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸν οἶκο Του. Διάβαζε μὲ πολλὴ κατάνυξη βίους Ἁγίων καὶ τοὺς αἰσθανόταν φύλακες, εὐεργέτες καὶ προστάτες, τοὺς ἔνοιωθε δίπλα του. Εἶχε ζωντανὴ τὴν αίσθηση τῆς παρουσίας τους. Φεύγοντας κάθε πρωῒ γιὰ νὰ φυλάξει τὰ πρόβατα, περνοῦσε πρώτα ἀπὸ τοὺς Ταξιάρχες, τὸν κοντινὸ στὸ σπίτι του Ναό τους μὲ τὶς κατανυκτικὲς τοιχογραφίες τοῦ 1600, γιὰ νὰ τοὺς χαιρετήσει, νὰ τοὺς πεῖ «καλημέρα».
.                 Εἶχε τόση οἰκειότητα μαζί τους, ὥστε ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πάει στὸν στρατό, τὸ 1921, καὶ μάλιστα στὸ μικρασιατικὸ μέτωπο, τοὺς προσκύνησε καὶ τοὺς ἔκανε συμφωνητικό λέγοντας: «Σᾶς ζητῶ μιὰ χάρη. Ἐγὼ σᾶς ὑπηρετῶ ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καθαρίζω τὰ καντήλια σας, κάνω ὅ,τι μπορῶ. Τώρα ποὺ μὲ καλεῖ ἡ πατρίδα θέλω νὰ μὲ ἐνισχύσετε, νὰ μὲ βοηθήσετε, νὰ μὲ φέρετε πίσω χωρὶς νὰ μὲ ἀγγίξει κανένα κακό. Νὰ μὲ φέρετε σῶο καὶ ἀβλαβῆ. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ ἀνταποδώσω. Θὰ ὑπηρετήσω τὴν χάρη σας μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά. Ἂς μὴν μοῦ φέρει κωλύματα ἱερωσύνης ἡ στρατιωτική μου θητεία».
.                 Ἕνα βράδυ κάπου στὴν Σμύρνη, τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ποὺ κατέληξαν στὴν τραγωγία τῆς καταστροφῆς, ὁ νεαρὸς τότε στρατιώτης Δημήτριος, φύλαγε σκοπιὰ μαζὶ μὲ ἄλλους δύο συστρατιῶτες του. Τὰ μεσάνυκτα ἔφθασε ἕνα τουρκικὸ ἀπόσπασμα ἱππικοῦ καὶ ἔπεσε πάνω στοὺς σκοποὺς ἀπειλητικό. Ο πιστὸς στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πατρίδος, ὁ Δημήτριος, πρόφθασε νὰ φωνάξει:
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσέ με!
.                 Μὲ γρηγοράδα ἔπεσε στὸν διπλανὸ λαχανόκηπο. Μιὰ ἀόρατη δύναμη τὸν ἔσπρωξε καὶ τὸν ἔκανε ἀόρατο. Οἱ Τοῦρκοι γύρισαν ὅλον τὸν κῆπο μὲ τὰ ἄλογα. Ἕνας ἔφθασε μισὸ μέτρο ἀπὸ αὐτόν. Τὸ ἄλογο φοβήθηκε, ἀλλὰ ὁ Δημήτριος προσευχόμενος καὶ καλυπτόμενος ἀπὸ ἀρχαγγελικὴ προστασία ἔμεινε ἀκίμητος. Μιὰ φωνὴ ἀπομάκρυνε τοὺς Τούρκους. Οἱ δύο στρατιῶτες, δυστυχῶς, φονεύθηκαν, ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὁ Δημήτριος σώθηκε καὶ γύρισε σῶος, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ὑποσχέση του. Νὰ ὑπηρετήσει τοὺς Ταξιάρχες ὡς Ἱερεὺς στὸν Ναό τους.
.                 Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1945, ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς κατέτρωγε τὰ σπλάγχνα τοῦ ἔθνους. Ὁ Παπα-Δημήτρης μιὰ Κυριακὴ πρωῒ βλέποντας τὸν κίνδυνο ἐπιδρομῆς κτύπησε τὴν καμπάνα καὶ ἔφυγε πρὸς τὸ διπλανὸ χωριό. Καβαλάρηδες, ὅμως, ἐπιδρομεῖς ἔτρεχαν ὀπίσω του καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ τὸν περικύκλωσαν. Ὁ ἀγαθὸς λευΐτης ἔχοντας ἰσχυρὴ προστασία ἀπὸ τον οὐρανὸ σήκωσε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ φώναξε:
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε με, κινδυνεύω.
.                 Ἀμέσως τότε σὰν ἀστραπὴ παρουσιάσθηκε ὁ Ἀρχάγγελος, πλησίασε τὸν ἀρχηγό τους, ἔκοψε μὲ τὸ σπαθί του τὰ λουριὰ τῆς σέλας καὶ τὸν ἔρριξε κάτω. Οἱ ἄλλοι ἔμειναν ἀκίνητοι, σὰν νὰ τοὺς εἶχε κτυπήσει ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. Πῆρε τότε τὸν λόγο ὁ ἀρχηγὸς καὶ τοῦ λέει:
-Παπά μου, νὰ μᾶς συγχωρᾶς. Πήγαινε στὸ καλό. Ἔχεις ἰσχυροὺς προστάτες!
.                 Ἔκτοτε ὁ Παπα-Δημήτρης πιστὸς στὰ ἱερατικά του καθήκοντα λετουργοῦσε μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στοὺς Ἁγίους Ταξιάρχες στὸν Ναό τους. Μάλιστα ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἐπιτελεῖ θαυμαστὰ σημεῖα. Ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία καταθέτω τὴν μυροβλυσία τῆς Ἁγίας Τραπέζης κατὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων. Τὸ θαῦμα μᾶς εἶχε διηγηθεῖ ὁ φίλος του, Ὅσιος Φιλόθος, ὁ Ζερβᾶκος, ὁ ὁποῖος καὶ σὲ μιὰ ἐκδρομὴ ποὺ εἶχε ὀργανώσει μᾶς εἶπε καὶ τοποθετήσαμε βαμβάκια στὴν βάση τοῦ Ἐσταυρωμένου, πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τραπεζα. Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, ἱερουργούντων τῶ δύο αὐτῶν ὁσιακῶν μορφῶν, τοῦ Παπα-Δημήτρη καὶ τοῦ Παπα-Φιλόθεου, τὰ βαμβάκια ἔσταζαν μύρο.
.                 Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ὁσίοις Αὐτοῦ καὶ μεγάλη ἡ δύναμη καὶ προστασία τῶν Ἀγίων Ἀρχαγγέλων καὶ μάλιστα τοῦ Ταξιάρχη Μιχαήλ, τοῦ «Ἀρχιστρατήγου Δυνάμεως Κυρίου».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΣΤΑΥΡΟΥ καὶ ὁ ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ τῆς ΒΙΤΣΑΣ

Ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ καὶ ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος τῆς Βίτσας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .              Τὸν καιρὸ τῆς πνευματικῆς δράσεως τοῦ Γέροντος Ἰακώβου τῆς Βίτσας, τοῦ Ἁγίου τοῦ Ζαγορίου, τοῦ διδασκάλου τοῦ Ὁσίου Παϊσίου, (1870-1960), στὸ γειτονικὸ Μονοδένδρι εἶχε ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ μετὰ ἀπὸ πολυετῆ ἐπιτυχῆ ἀποδημία ἕνας χωριανός, ποὺ μαζὶ μὲ τὰ χρήματα ἔφερε στὸν τόπο του καὶ τὸ μικρόβιο τοῦ πνευματισμοῦ. Ἐκεῖ στὸ ἐξωτερικὸ εἶχε παρασυρθεῖ ὁ δύστυχος καὶ εἶχε ἐμπλακεῖ στὰ δίχτυα τοῦ πνευματισμοῦ, ποὺ εἶναι δαιμονικὴ ἐπιχείρηση καμουφλαρισμένη. Αὐτὴ ἔχει στηθεῖ ἀπὸ τὸν πολυμήχανο ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὸν καταστροφέα τῶν ψυχῶν, τὸν διάβολο. Παρουσιάζεται σὰν μιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι δαίμονες μεταμορφωμένοι, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουν τὴ ἱκανότητα νὰ μετασχηματίζονται ἀκόμη καὶ σὲ φωτόμορφους Ἀγγέλους, ὅπως μᾶς λέει καὶ ὁ μέγας Παῦλος (Β΄ Κορ. ια΄ 14), γιὰ νὰ παρασύρουν ψυχὲς στὴν ἀπώλεια. Πνευματισμὸς σημαίνει καθαρὰ δαιμονισμός. Στὶς ἡμέρες μας αὐτὴ ἡ ἠθοποιΐα ἔχει χιλιάδες θύματα. Τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὰ πνεύματα τῆς κακίας, ὑποδύονται διάφορους ρόλους καὶ κάνουν παιχνίδια τους ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μαζί τούς.
.           Ὁ πνευματιστὴς τοῦ Μονοδενδρίου ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τοῦ Ἔθνους μας, ὄχι ὅμως μὲ τὴν εὐσέβεια ἐκείνων. Εἶχε ἐπιστρέψει ὡς Δούρειος τῶν πνευματιστῶν Ἵππος προβάλλοντας τὰ πλούτη του καὶ ἀπομακρύνοντας τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ποίμνη. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος βλέποντάς τον ὡς λύκο νὰ τοῦ κατασπαράσσει τὰ πρόβατα προσπάθησε νὰ τὸν νουθετήσει πρῶτα κατ’ ἰδίαν καὶ ἔπειτα δημόσια. Δὲν πέτυχε, ὅμως, τίποτα καὶ ὡς ἀντιμίσθιο ἔλαβε τὴν ὑπεροπτικὴ καὶ περιφρονητικὴ στάση του. Δὲν τοῦ ἔμενε τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ κάθε του προσπάθεια ἐνθυμούμενος τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. γ΄ 10). Σταμάτησε νὰ τὸν νουθετεῖ, ἐπέμενε, ὅμως, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτόν, ποὺ τὸν εἶχε στὴν ἀγκαλιά του ὁ πονηρὸς καὶ μισάνθρωπος διάβολος.
.           Γνωστὸ στοὺς πνευματιστικοὺς κύκλους εἶναι τὸ φαινόμενο τῶν «στοιχειωμένων σπιτιῶν», ὅπου συμ­βαίνουν παράδοξα, ἐξωφρενικὰ καὶ ἀνησυχητικὰ φαι­νόμενα καὶ γεγονότα. Ἄλλοτε πάλι ἐξαφανίζονται ἢ μετακινοῦνται ἀντικείμενα, ἀκούονται ἐνοχλητικοὶ θόρυβοι ἢ συμβαίνουν παραδοξότητες μέσα στὸ σπίτι καὶ «δαιμονικά πράγματα», ὅπως τὰ χαρακτηρίζει ἠ λαϊκὴ σοφία.
.           Ἕνα πρωϊνὸ ὁ πνευματιστὴς ξυπνώντας εἶδε μὲ ἔκπληξη ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ σπιτιοῦ του πεταγμένα στὸ δρόμο. Ὁ πονηρὸς εἶχε ἀρχίσει τὴ δράση του. Εἶδε ὁ πνευματιστὴς τὸ σπίτι του νὰ ἔχει ἐντελῶς ἀδειάσει. Μὲ μεγάλο κόπο ἐπανέφερε τὰ ἀντικείμενα στὴ θέση του, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ συμβὰν ἐπαναλαμβανόταν συνέχεια καὶ τὰ ἑπόμενα πρωϊνά. Ἦταν, βλέπετε, δαιμονικὴ ἐνέργεια! Στὴν ἀμηχανία του, ἂν καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ περιμένει, ἀφοῦ ὅλες του οἱ ἐνέργειες γίνονταν μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν πονηρῶν πνευμάτων, οἱ συγχωριανοί του τοῦ πρότειναν νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν πατέρα Ἰάκωβο. Αὐτὸς μόλις τὸν εἶδε, τοῦ εἶπε νὰ ἀλλάξει ἀφεντικό, ἀφοῦ αὐτὸς ποὺ τὸν ὑπηρετεῖ ἐργάζεται τὴ συμφορὰ καὶ τὸ κακό μας. Τὸν συμβούλευσε νὰ χαράξει μὲ κιμωλία ἀπὸ ἕνα σταυρὸ σὲ κάθε ἀντικείμενο, γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ ὁ πονηρὸς νὰ τὸ μετακινεῖ. Ὁ πνευματιστὴς δέχθηκε καὶ χάραξε σταυροὺς στὰ εἴδη τοῦ νοικοκυριοῦ του. Ὄχι, ὅμως, σὲ ὅλα. Τὸ ἄλλο πρωϊνὸ ὅσα ἀντικείμενα εἶχαν σταυρὸ παρέμειναν στὶς θέσεις τους. Ὅσα δὲν εἶχαν βρέθηκαν πάλι στὸ δρόμο. Τὸν Σταυρὸ τὸν φοβᾶται ὁ πονηρὸς καὶ δὲν τὸν πλησιάζει, ἀφοῦ εἶναι τῶν «δαιμόνων τὸ τραῦμα» κατὰ τὸν ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας μας.
.           Μὲ χάραγμα ἑνὸς κύκλου γύρω του μέσα στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ καὶ μὲ τὴ σημείωση τοῦ τύπου τοῦ τιμίου Σταυροῦ κατόρθωσε ἀργότερα νὰ πατάξει τοὺς δαίμονες, ποὺ τοῦ παρουσιάσθηκαν σὰν σκορπιοί, καὶ ὁ συνονόματος τοῦ πατρὸς Ἰακώβου, ἐπίσης θαυμαστὸς Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὁ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, στὴν Εὔβοια. Μὲ τὸν ὕμνο: «Συντριβήτωσαν ὑπὸ τὴν σημείωσιν τοῦ τύπου τοῦ τιμίου Σταυροῦ Σου πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις», κατόρθωσε νὰ ἀπομονώσει καὶ εὐσεβὴς Χριστιανὸς τὰ σμήνη ἀπὸ σφῆκες ποὺ ἐπέδραμον τὴν ὥρα ποὺ ἐκεῖνος ἔψαλλε τὸν Ἑσπερινό. Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν πιστεύσουμε ὅτι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας παραλύει τὴ δύναμη τοῦ διαβόλου; Γιὰ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοφρονοῦντες Χριστιανοὺς τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ εἶναι τὸ σημεῖο τῆς νίκης, τὸ σημεῖο τῆς ἐπιτυχημένης πορείας στὸ δρόμο τῆς ἐπίγειας διαδρομῆς μας. Καὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ κατορθώνουμε καὶ ἀπωθοῦμε μακριὰ τὴν δύναμη τοῦ πονηροῦ.
.           Τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Σταυροῦ συγκλόνισε τὸν πνευματιστὴ τοῦ Μονοδενδρίου, ὅμως, μόνο ἐπιδερμικά, ἀφοῦ δὲν θέλησε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ καὶ νὰ δεχθεῖ νὰ μπεῖ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸν εἶχε κερδίσει, ἀλλοίμονο, ὁ μισάνθρωπος, «ὁ κοσμοκράτωρ τοῦ σκότους» (Ἐφ. ϛ΄ 12) τοῦ αἰῶνος τούτου, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν τὰ λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρὸς» (Ψαλμ. ΛΓ´[33], 22).

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, , , ,

Σχολιάστε

«ΒΑΣΩ» (μαγνητοσκόπημα)

Σχολιάστε

ΕΞΙ καὶ ΜΙΑ ΛΙΡΕΣ

ΕΞΙ καὶ ΜΙΑ ΛΙΡΕΣ

Τοῦ Μητροπολ. Γόρτυνος Ἰερεμία

.             Ἦταν κάποτε ἕνας ζητιάνος. Καθόταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου καὶ ζήταγε βοήθεια. Περνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τοῦ ἔδιναν βοήθεια, ἄλλος μικρὴ καὶ ἄλλος μεγαλύτερη βοήθεια. Πέρασε ὅμως κάποιος μία ἡμέρα καὶ τοῦ ἔδωσε ἕξι λίρες. Ξαφνιάστηκε ὁ ζητιάνος. Ἕξι λίρες! Πεῖτε μου, χριστιανοί, τί ἔπρεπε νὰ κάνει στὸν φιλάνθρωπο ἄγνωστο κύριο, ποὺ τοῦ ἔδωσε μία τόση μεγάλη βοήθεια; Τὸ λιγώτερο ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνει ἦταν νὰ πεῖ ἕνα μεγάλο «εὐχαριστῶ» γιὰ τὴν τόση μεγάλη προσφορά του σ᾽ αὐτόν. Ὅμως, ἀκοῦστε.
.             Ὁ ζητιάνος σκέφτηκε καὶ εἶπε: Γιὰ νὰ μοῦ δώσει ἐμένα αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τόσα πολλὰ χρήματα, γιὰ φαντάσου πόσα ἔχει!. Δὲν εἶναι καλὰ νὰ τὸν σκοτώσω, γιὰ νὰ τοῦ πάρω καὶ τὰ ὑπόλοιπα; Αὐτὸ σκέφτηκε καὶ αὐτὸ ἔκανε. Ἐκεῖ στὴν ἄκρη, ποὺ ἦταν μόνοι τους, μὲ μία πέτρα στὸ κεφάλι ὁ ζητιάνος ξάπλωσε κατὰ γῆς τὸν φιλάνθρωπο κύριο καὶ τὸν ἔψαξε καὶ τοῦ βρῆκε μία λίρα. Δηλαδή, ὁ καλὸς αὐτὸς κύριος εἶχε ἑπτὰ λίρες, ἔδωσε ἕξι τοῦ ζητιάνου καὶ κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του μία λίρα. Ἀγνώμονας καὶ κακὸς ποὺ φάνηκε ὁ ζητιάνος!…
.             Χριστιανοί μου, τὸ ἴδιο ἀγνώμονες στὸν Θεὸ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς, ὅταν δὲν ἐκκλησιαζόμαστε. Ἀκοῦστε:
.             Ζητιάνος εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. «Δεηθῶμεν», λέμε. Δηλαδή, ὅλο ζητιανεύουμε ἀπὸ τὸν Θεό! Καὶ μᾶς δίνει ὁ καλὸς Θεός μας τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, τὸ νερὸ ποὺ πίνουμε, μᾶς δίνει ὅλα τὰ ἀγαθά, μᾶς δίνει τὰ χρόνια της ζωῆς μας, τὶς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος. Καὶ οἱ ἡμέρες καὶ ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα. Μᾶς δίνει, λοιπόν, ὁ Θεὸς ἕξι λίρες. Ἡ Δευτέρα εἶναι ἡ μία λίρα. Ἡ Τρίτη, δύο. Τετάρτη τρεῖς λίρες. Πέμπτη τέσσερις. Παρασκευὴ πέντε, Σάββατο ἕξι λίρες. Καὶ κρατάει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν Ἑαυτὸ Τοῦ μόνο μία λίρα, τὴν Κυριακὴ ἡμέρα! Ἐμεῖς, σὰν τὸ κακὸ ζητιάνο, ἀντὶ νὰ ποῦμε εὐχαριστῶ στὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἕξι λίρες, τὶς ἕξι ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, παίρνουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν μία λίρα, καὶ τὴν Κυριακὴ ἡμέρα καὶ τὴν δίνουμε σὲ κοσμικὲς καὶ ἁμαρτωλὲς πολλὲς φορὲς ἐκδηλώσεις.
.             Χριστιανοί μου! Σεβασμὸς στὴν Κυριακή.

 

ΠΗΓΗ: imgortmeg.gr

 

,

Σχολιάστε

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ τοῦ Ὁσ. ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ τῆς Βίτσας (Χαρ. Μπούσιας)

Μιὰ χριστουγεννιάτικη νύχτα
τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου, τῆς Βίτσας [1]

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         χειμώνας τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἦταν βαρύτατος στὰ ὀρεινὰ ὑψώματα τῶν Ζαγοροχωρίων. Βίτσα καὶ Μονοδένδρι εἶχαν θαφτεῖ στὸ χιόνι ἀπὸ τὰ μέσα Δεκεμβρίου καὶ ὁ ξηρὸς βοριᾶς ποὺ φυσοῦσε τὸ ἔσφιγγε καὶ τὸ ἔκανε γυαλί, ἐπικίνδυνο γιὰ κάθε ἕνα ποὺ ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ περπατήσει, εἴτε γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὰ ζωντανά του, εἴτε νὰ οἰκονομήσει κάτι γιὰ τὶς οἰκογενειακές του ἀνάγκες. Σπάνια νὰ εὕρισκες κάποιον πεζοπόρο-ὀρειβάτη, ποὺ ἤθελε νὰ ἀπολαύσει τὸ χειμωνιάτικο τοπίο μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῶν στολισμένων δένδρων ἀπὸ τὶς πανεύμορφες κρυσταλλίζουσες νιφάδες καὶ νὰ βαδίζει τυλιγμένος στὸ πανωφόρι του μὲ τὰ ἀχνίζοντα χνώτα του νὰ θαμπώνουν τὴν ὅρασή του. Χειμερία νάρκη βασίλευε παντοῦ.
.         Ἀπὸ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, στὶς 17 τοῦ Δεκέμβρη, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος δὲν εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι του. Συνήθιζε τότε νὰ σταματάει τὶς περιοδεῖες του γιὰ κατήχηση τοῦ λαοῦ καὶ ἐξομολόγηση. Ἂν βέβαια κάποιος εἶχε ἀνάγκη, τὸν εὕρισκε στὸν Προφήτη Ἠλία, στὸ ἀπόμακρο Μοναστηράκι του, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπαυε νὰ προσεύχεται γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ λειτουργεῖ μὲ βοηθὸ καὶ ψάλτρια τὴ γερόντισσα, τυφλὴ ἀδελφή του. Ὁ Γέροντας ἦταν τόσο φιλακόλουθος, ποὺ δὲν ὑπῆρχε Ἅγιος τῆς ἡμέρας, ποὺ νὰ μὴν τὸν ψάλει καὶ νὰ μὴν τὸν παρακαλέσει γιὰ ὅλους τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς ἐμπερίσταστους, αὐτοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, γιατὶ δὲν ἔχουν γευθεῖ τὴ γλυκύτητα τῆς μετάνοιας, τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας κοινωνίας.
.         Ἐκείνη τὴ χρονιὰ καὶ νὰ ἤθελε νὰ συνεχίσει τὴν ἱεραποστολική του δράση στὰ δυσπρόσιτα χωριὰ τῆς Ἠπείρου ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, εὕρισκε ἐμπόδιο τὸν καιρό. Οἱ χιονοπτώσεις καὶ ἡ παγωνιὰ τοῦ ἀπαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ἔτσι ἔμενε κλεισμένος μέσα, νὰ ἑτοιμάζεται γιὰ τὴ μεγάλη γιορτή. Οἱ ἑτοιμασίες τοῦ Γέροντα ἦταν πνευματικές. Τίποτα τὸ ὑλικὸ δὲν τὸν συγκινοῦσε. Πλημμύριζε ἡ καρδιά του ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ἔνοιωθε ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ὕμνος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων τὸ βράδυ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ μας στὸ φτωχὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» δονοῦσε τὰ σωθικά του καὶ κινοῦσε τὰ χείλη του. Καὶ ὅταν ἡ καρδιὰ εἶναι γεμάτη Χριστό, τότε τὸ στομάχι χορταίνει μὲ τὸ παραμικρό, μὲ τὸ βρεγμένο παξιμάδι καὶ τὸ ψημένο στὴ χόβολη κρεμμύδι, ποὺ ἔχει ἀνείπωτη γλυκύτητα. Αὐτά, ἄλλωστε, διέθετε καὶ τὸ μικρὸ Μοναστηράκι τοῦ Γέροντα. Στὶς ἱεραποστολικές του ἐπισκέψεις ἡ ἀδελφή του ποὺ πάντοτε τὸν συνόδευε συγκέντρωνε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν πιστῶν, ὅ,τι τῆς ἔδιναν. Ἀλεύρι σταρένιο, κριθάρινο ἢ καλαμποκίσιο, καρύδια, μύγδαλα, μέλι, ὄσπρια, τυριὰ καὶ ἄλλα φαγώσιμα, τὰ ὁποῖα κατανάλωνε μαζὶ μὲ τὸν Γέροντα ἀδελφό της καὶ περίσσευαν καὶ γιὰ τοὺς προσκυνητές. Βλέπετε, ἡ φιλοξενία ἦταν στὸ αἷμα τοῦ ταπεινοῦ λευΐτη, τοῦ πατρὸς Ἰακώβου, καὶ κανεὶς δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ ἐρημητήριό του, χωρὶς νὰ δεχθεῖ τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης του. Μήπως ἔχουμε τίποτα δικό μας, ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι, «πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστὶ καταβαῖνον», ἔλεγε. Μᾶς τὰ χαρίζει ὁ δωρεοδότης Κύριός μας, καὶ ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια τοῦ τροπαρίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων: «Δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε»!
.         Τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων τὰ χιόνια εἶχαν καλύψει τὸν αὐλόγυρο τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ χρειάσθηκε μὲ τὰ ροζιασμένα ἀλλὰ ἁγιασμένα χεράκια του νὰ ἀνοίγει μόνος του διάδρομο ἀπὸ τὴν πόρτα τῶν κελλιῶν μέχρι τὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ. Στὸ μέσο τῆς αὐλῆς ὑπῆρχε ἡ στεγασμένη δεξαμενή, ὅπου μάζευε τὰ ὄμβρια ὕδατα καὶ μὲ αὐτὰ ἐξυπηρετοῦσε ὅλο τὸ χρόνο τὰς ἀνάγκες του σὲ νερό. Αὐτὴ ἔπρεπε νὰ τὴν παρακάμψει στὸν ἀποχιονισμό, ἀλλὰ ἐξ ἀνάγκης τὴ γέμιζε μὲ περισσότερο χιόνι, ἀπ’ αὐτὸ ποὺ πετοῦσε μὲ τὸ ὁλόγιομο φτυάρι του.
.         Μέσα στὸν Ναὸ τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό. Γέμισε ὁ Γέροντας τὴν ξυλόσομπα μὲ καυσόξυλα, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τοὺς θερινοὺς μῆνες μάζευε ἀπὸ τὸ γειτονικὸ δάσος καὶ ἀρκοῦσαν καὶ γιὰ τὸ τζάκι καὶ τὴν ἑστία τοῦ μαγειρείου, τὸ βασίλειο τῆς τυφλῆς ἀδελφῆς του. Αὐτὴ ἦταν ἡ μαγείρισσα. Πόσο μιὰ τυφλὴ μποροῦσε νὰ μαγειρέψει καλὰ καὶ καθαρά; Κι ὅμως ποτὲ ὁ Γέροντας δὲν παραπονέθηκε γιὰ τὸ φαγητὸ τῆς ἀδελφῆς του. Τὸ θεωροῦσε εἶδος πρὸς συντήρηση. «Δὲν ζοῦμε, γιὰ νὰ τρῶμε», ἔλεγε, «ἀλλὰ τρῶμε γιὰ νὰ ζοῦμε».
.         Τὴν ὥρα τοῦ «ἱλαροῦ φωτός», τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἄναψε ὅλα τὰ καντήλια τοῦ τέμπλου καὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης ψάλλοντας τὸ δοξαστικὸ τῶν Χριστουγέννων: «Τί Σοὶ προσενέγκωμεν, Χριστέ»; Τί νὰ σοῦ προσφέρουμε, Χριστέ μου, ἀφοῦ «ἰσαρίθμους τῇ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Βασιλεῦ Ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον»; Εὐπρέπισε τὸ προσκυνητάρι βάζοντας τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μας μὲ μερικὰ κλαδιὰ δένδρων, τοποθέτησε τὸ νάμα καὶ τὸ πρόσφορο στὴν Ἁγία Πρόθεση καὶ ἄναψε ὅλα τὰ κεριὰ τοῦ πολυελέου. Σήμερα γεννήθηκε ὁ Χριστός μας, μονολόγησε, πρέπει νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε βάζοντας τὰ γιορτινά μας. Ὅλος ὁ Ναὸς πρέπει νὰ λάμψει σὰν τὴν φάτνη ἀπὸ τὸ ἀστέρι τῶν Χριστουγέννων. Μόνο βοσκοὺς δὲν ἔχουμε, εἶπε, νὰ προσκυνήσουν τὸ νεογέννητο θεῖο Βρέφος. Ὄχι ὅτι τὰ χωριά μας δὲν ἔχουν βοσκούς, ἀφοῦ ἡ κτηνοτροφία εἶναι ἡ βασικὴ πηγὴ ζωῆς στὴν ὀρεινὴ περιοχή μας, καὶ κάθε πλαγιὰ ἔχει καὶ τὴ δική της στάνη, ἀλλὰ μὲ τέτοιο χιονιὰ ποιός θὰ μπορέσει νὰ φύγει ἀπὸ τὴ στάνη του, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ χριστουγεννιάτικη λειτουργία τοῦ ἀπόμερου Μοναστηριοῦ μας;
.         Στὸ ἀναλόγιο ἡ τυφλὴ καλόγρια ἀδελφή του μὲ καθαρὴ μαντήλα καὶ ράσα ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων. Ἔψαλλε ὅσα γνώριζε ἀπὸ στήθους λόγῳ τῆς πολυχρόνιας ἐμπειρίας καὶ ψαλμωδίας καὶ ἀπήγγελλε τοὺς Ψαλμοὺς καὶ τὰ Ἀναγνώσματα μὲ περισσὴ κατάνυξη. Ὁ Γέροντας ντυμένος μὲ ἁπλᾶ, ἀλλὰ πεντακάθαρα ἄμφια, βοηθοῦσε ψάλλοντας τὰ ἰδιόμελα τῆς Ἑορτῆς μὲ τὴ μελωδικώτατη φωνή του: «Τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γεννηθέντος πεφώτισται τὰ σύμπαντα…».
.         Ὅταν ἔφθασαν στὰ Καθίσματα τοῦ Ὄρθρου καὶ ἄρχισαν νὰ ψάλλουν τὰ κατανυκτικώτατα «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοὶ ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός…», ἄκουσαν κτυπήματα στὸ χερούλι τῆς ἐξώπορτας τοῦ Μοναστηριοῦ. Κοίταξε μὲ ἀπορία ὁ Γέροντας στὸ πρόσωπο τὴν ἀδελφή του, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ θορυβημένη μὲ μορφασμοὺς ἐκδήλωνε τὴν ἀνησυχία της. Δέν περίμεναν μὲ τέτοιο καιρὸ κανέναν. Καὶ ἡ νύχτα ἦταν ἤδη προχωρημένη. Ποιός μποροῦσε νὰ πλησιάσει μέσα ἀπὸ τὸ ἀπάτητο χιόνι στὸ Μοναστήρι;
-Θὰ εἶναι ἐχθρὸς ἢ φίλος; Ρώτησε ἡ καλόγρια.
-Δὲν ἔχουμε ἐχθρούς. Ὅλοι εἶναι ἀδέλφια μας καὶ ἴσως κάποιος νὰ ἔχει ἀνάγκη, ἀπάντησε ὁ Γέροντας, ὁ ὁποῖος φόρεσε ἕνα χοντρὸ ἐπανωφόρι καὶ βιάστηκε νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὸ Ναὸ παίρνοντας μαζί του ἕνα λυχνοφάναρο, γιὰ νὰ τοῦ φέγγει τὸ διάδρομο μέχρι τὴν ἐξώπορτα. Τὸ παγωμένο χιόνι ἀντιφέγγιζε μὲ τὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ, ἀλλὰ ἐμπόδιζε τὸ περπάτημα. Ἡ ζεστασιὰ τῆς θείας Γεννήσεως θέρμαινε τόσο τὸν Γέροντα, ποὺ δὲν ἔνοιωθε πόνο ἀπὸ τὸν παγωμένο βοριά, ποὺ τοῦ ρίπιζε τὸ σκαμμένο ἀπὸ τὸ χρόνο ἀσκητικό του πρόσωπο.
-Χριστὸς ἐτέχθη, φώναξε! Ποιός εἶσαι, ἀδελφέ;
Ἡ φωνὴ τοῦ ξένου ἀκούσθηκε χαμηλή, ἴσα ποὺ τὴν ξεχώριζες.
-Χριστιανὸς εἶμαι, χάθηκα μέσα στὰ βουνὰ καὶ τὸ χιόνι μοῦ δυσκόλεψε τὸν προσανατολισμό. Ἄκουσα τὴν καμπάνα καὶ κατάλαβα ὅτι κάπου κοντὰ γιορτάζουν τὰ Χριστούγεννα. Εἶπα· «Χριστέ μου, βοήθησέ με νὰ γιορτάσω κι ἐγὼ τὴ γέννησή Σου! Κι’ Ἐσὺ δὲν εἶχες τόπο νὰ γεννηθεῖς στὴ χειμωνιάνικη Βηθλεὲμ καὶ βρέθηκε τὸ σπήλαιο νὰ Σὲ δεχθεῖ. Βρές μου κι ἐμένα τώρα ἕνα σπήλαιο. Ἂν δὲν βρῶ σύντομα μιὰ ζεστὴ γωνιά, θὰ πεθάνω ἀπὸ τὸ κρύο. Μὴν μὲ ἐγκαταλείπεις, Χριστέ μου, ἀφοῦ γιὰ ἐμᾶς ἔγινες ἄνθρωπος»!
.         Ὁ Γέροντας ἄνοιξε γρήγορα τὴν πόρτα καὶ τὴν ἔκλεισε πίσω του. Καλωσόρισε τὸν παγωμένο ὁδοιπόρο καὶ πηγαίνοντας μπροστὰ μὲ τὸ λυχνοφάναρο τὸν ὁδήγησε κατ’ εὐθεῖαν στὸν ζεστὸ καὶ ὁλόφωτο Ναό. Τοῦ ἔβαλε μιὰ καρέκλα δίπλα στὴν ξυλόσομπα καὶ τὸν προέτρεψε νὰ καθήσει ἐκεῖ, γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, καὶ ὁ ἴδιος βγάζοντας τὸ πανωφόρι του μπῆκε στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ ἄρχισε τὶς Καταβασίες. Δονήθηκε ὅλος ὁ Ναὸς μὲ τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε», τὸν περίφημο Κανόνα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Μελωδοῦ καὶ τὸ «Ἔσωσε λαὸν θαυματουργῶν Δεσπότης» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἡ τυφλὴ καλόγρια βαστοῦσε τὸ ἴσο καὶ ἐπαναλάμβανε τὶς γνωστὲς σὲ ἐκείνην καταβασίες. Ὁ ξένος ἔνοιωσε τὴ θαλπωρὴ τοῦ Ναοῦ καὶ τὴν Ψαλμωδία τῶν δύο ἀδελφῶν σὰν οὐράνιο δῶρο. «Ζεῖ Κύριος» μονολογοῦσε. «Δὲν μὲ ἄφησε νὰ χαθῶ. Ἔχασα τὸ δρόμο μου μέσα στὶς δυσκολοπερπάτητες βουνοπλαγιὲς καὶ μέσα στὸ βαρύτατο χιονιά, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε καὶ γιὰ μένα σήμερα».
.         Πρὶν τοὺς Αἴνους ὁ Γέροντας πλησίασε τὸν ἄγνωστο χριστουγεννιάτικο ἐπισκέπτη του, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ κατάσταση ἀπόλυτης κατανύξεως.
-Πῶς πᾶς, ἀδελφέ; Τὸν ρώτησε. Ζεστάθηκες; Ὁ Κύριός μας σὲ ἀγαπᾶ. Γιὰ ὅλους μας γεννήθηκε σήμερα. Σὲ ἔστειλε κοντά μας. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Του. Μήπως θέλεις νὰ Τὸν νοιώσεις πιὸ βαθιὰ στὴν καρδιά σου; Μήπως θέλεις νὰ ἐξομολογηθεῖς, ἂν ἔχεις κάτι ποὺ σὲ βαραίνει;
.         Ὁ ξένος συγκατένευσε καὶ σὲ λίγο ἐμπρὸς στὴν Ὡραία Πύλη καὶ κάτω ἀπὸ τοὺς κινούμενους ἀπὸ τὸν Γέροντα πολυελέους συντελέσθηκε τὸ μυστήριο. Ἡ ἐξομολόγηση καθάρισε τὴν καρδιὰ τοῦ ὁδοιπόρου καὶ τὴν ἑτοίμασε νὰ ζεσταθεῖ καὶ αὐτὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ νεογέννητου Χριστοῦ.
.         Στὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» ὁ ξένος δέχθηκε τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ στὴν καρδιά του ποὺ ἔγινε φάτνη γεννήθηκε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Ὁ Γέροντας περίχαρις ἀπευθύνθηκε στὴν ἀδελφή του λέγοντας:
-Καλογραῖα, νὰ ποὺ ὁ Χριστός μας ἔστειλε καὶ τοὺς βοσκοὺς νὰ τὸν προσκυνήσουν! Ἡ καμπάνα μας ἔγινε ὁ ἀστέρας ποὺ ὁδήγησε τὸν ἀδελφὸ κοντά μας. Τὸν ὁδήγησε ἐδῶ, ὥστε καὶ ἐκεῖνος νὰ χαρεῖ τὴν πνευματικὴ τῶν Χριστουγένων ἀγαλλίαση, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς νὰ μὴν εἴμαστε μόνοι, χρονιάρα μέρα.
.         Στὸ τζάκι δίπλα μετὰ τὸ «δι’ εὐχῶν» μιὰ ζεστὴ σούπα ἦταν τὸ καλύτερο βάλσαμο γιὰ ὅλους. Καὶ τὸ φτωχικὸ χριστουγεννιάτικο τραπέζι τοῦ Γέροντα καὶ τῆς ἀδελφῆς του ἦταν καλύτερο καὶ φαινόταν πλουσιότερο ἀπὸ τὰ πιὸ ἀριστοκρατικά, χριστουγεννιάτικα τραπεζώματα στὰ μεγάλα ἀρχοντόσπιτα. «Κανεὶς δὲν χορταίνει μὲ τὰ φαγητά», ἔλεγε, ὁ Γέροντας, «ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεμίζει καὶ θερμαίνει καρδιές».

 

 

[1] Νέος Ὅσιος Γέροντας, ὁ π. Ἰάκωβος Βαλαδῆμος, κοιμήθηκε στὶς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1960.

,

Σχολιάστε

ΘΑΥΜΑ: ΜΙΛΗΣΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΓΟΡΓΟΫΠΗΚΟΟ!

Θαμα σ 18χρονο στ Δοχειαρίου!
Μίλησε γιὰ πρώτη φορὰ μπροστὰ στὴν εἰκόνα

τῆς Παναγίας τῆς Γοργοεπηκόου

 Τῆς ἐφημ. «Δημοκρατία»
14.12.2016

βλ. σχετ.: ΠΑΡΑΚΛΗΣΙ ΕΙΣ ΤΗΝ «ΓΟΡΓΟΫΠΗΚΟΟΝ» ΚΥΡΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

.               Συγκίνηση καὶ δέος προκαλεῖ τὸ θαῦμα, ποὺ ἐξιστόρησε ὁ μοναχὸς Γαβριὴλ ἀπὸ τὴ Μονὴ Δοχειαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιὰ ἕναν 18χρονο μουγκό, ὁ ὁποῖος μίλησε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή του, μόλις βρέθηκε μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γοργοεπηκόου! Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία, ὁ νεαρὸς εἶχε πρόβλημα ὁμιλίας, ἀλλά, ὅταν βρέθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ προσκύνησε τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας στὴν Ἱερὰ Μονὴ Δοχειαρίου, ἄρχισε νὰ μιλάει καθαρά! Τὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς περιέγραψε καθηλώνοντας τοὺς πιστοὺς ὁ μοναχός, εὑρισκόμενος στὴν Καλαμαριὰ κατὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ ἀντιγράφου τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας.
.               Ὁ μοναχὸς Γαβριὴλ ἐκπροσωποῦσε τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς Δοχειαρίου, ἀρχιμανδρίτη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν εὐλογία του γιὰ νὰ μεταφερθεῖ τὸ ἱερὸ ἀντίγραφο τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας στὴν Καλαμαριὰ στὶς ἀρχὲς Δεκεμβρίου. Μέσα στὸν κατάμεστο ναὸ ὁ γέροντας μίλησε γιὰ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα καὶ περιέγραψε ἕνα θαυμαστὸ γεγονός.
.               Σύμφωνα μὲ ὅσα εἶπε, ὁ 18χρονος Σκοπιανὸς ἀπὸ τὴν πόλη Στρώμνιτσα, ποὺ ἀντιμετώπιζε πρόβλημα ὁμιλίας, ἔμαθε γιὰ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Δοχειαρίου καὶ θέλησε νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γοργοεπηκόου. Αὐτὸς, ποὺ τοῦ μίλησε γιὰ τὴν εἰκόνα, ἦταν ἕνας γνωστὸς τῆς οἰκογένειάς του ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ὁ ὁποῖος τὸν βοήθησε νὰ φτάσει στὸ περιβόλι τῆς Παναγιᾶς. Συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν πατέρα του, ὁ νεαρός, ποὺ δὲν εἶχε μιλήσει ποτὲ στὴ ζωή του καὶ ἔβγαζε μόνο ἄναρθρες κραυγές, ἔφτασε στὸ μοναστήρι στὰ τέλη Νοεμβρίου.
.               «Ἐκεῖ τὸν ὑποδέχθηκε ὁ μοναχὸς Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος εἶναι προσμονάριος, δηλαδὴ ἔχει τὸ διακόνημα νὰ ὑποδέχεται προσκυνητὲς καὶ νὰ κάνει παρακλήσεις στὴν Παναγία, ὅταν τοῦ τὸ ζητοῦν. Ὁ μοναχὸς δέχθηκε τὸν πατέρα καὶ τὸν γιό του, ὁ ὁποῖος δὲν μιλοῦσε καθόλου. Ὅση ὥρα ἔκανε παράκληση ὁ Γαβριήλ, ὁ πατέρας τοῦ νεαροῦ ἔκλαιγε. Μόλις τελείωσε ὁ μοναχός, ὁ γιὸς κοίταξε τὸν πατέρα του καὶ τοῦ εἶπε μὲ καθαρὴ φωνή: “Πατέρα, μὴν κλαῖς”! Ἂν καὶ δὲν μιλοῦσε πρὶν φτάσει στὸ μοναστήρι, στὴ συνέχισε ἄρχισε νὰ ὁμιλεῖ κανονικά!» περιέγραψε συγκλονισμένος ὁ μητροπολίτης Νέας Κρήνης καὶ Καλαμαριᾶς κ. Ἰουστίνος, ὁ ὁποῖος ἦταν παρὼν στὴν ὑποδοχὴ τῆς εἰκόνας καὶ ἄκουσε τὸ κήρυγμα τοῦ μοναχοῦ Γαβριήλ.
.               Τὴν ἐξιστόρηση τοῦ θαύματος ἄκουσαν καὶ οἱ ἑκατοντάδες πιστοὶ ποὺ ὑποδέχθηκαν τὴν ἱερὴ εἰκόνα στὴν κεντρικὴ πλατεία τῆς πόλης καὶ τὴ συνόδευσαν μὲ πομπὴ στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν Ἀρετσού, ὅπου ἐνθρονίστηκε ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Νέας Κρήνης καὶ Καλαμαριᾶς. Ὅπως ἀναφέρουν ἐκκλησιαστικοὶ κύκλοι, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γοργοεπηκόου ἔχει κάνει πολλὰ θαύματα, ὡστόσο τὰ περισσότερα βλέπουν σπάνια τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας, καθὼς δὲν εἶναι στὶς προθέσεις τῆς ἐκκλησίας νὰ τὰ δημοσιοποιεῖ.

Ἀπὸ τὸ 1563 «ἀκούει γρήγορα τοὺς πιστοὺς»

.               Ἡ τοιχογραφία τῆς Παναγίας τῆς Γοργοεπηκόου (ὀνομάζεται ἔτσι ἐπειδὴ «ἀκούει γρήγορα τοὺς πιστούς»), ποὺ φυλάσσεται ἀπὸ τὸ 1563 στὴ Μονὴ Δοχειαρίου, εἶναι ἡ γνωστότερη θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀμέσως μετὰ τὴν Παναγία τὴν Πορταΐτισσα τῆς Μονῆς Ἰβήρων καὶ τὴν Παναγία «Ἄξιόν Ἐστι».
.               Τὸ 1646 ἕνας μοναχός, ὀνόματι Νεῖλος, περνοῦσε μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα κρατώντας ἀναμμένα δαδιά. Μία βραδιὰ ἄκουσε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Μὴν περνᾶς ἀπὸ ἐδῶ καὶ μαυρίζεις τὸν τόπο μὲ καπνό»! Ὁ μοναχὸς δὲν ἔδωσε σημασία, ὕστερα ὅμως ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὅταν ξαναπέρασε μὲ ἀναμμένα δαδιά, ἄκουσε πάλι τὴ φωνή: «Ὦ, μοναχὲ ἀμόναχε, ἕως πότε θὰ συνεχίζεις νὰ καπνίζεις τὴ μορφή μου καὶ νὰ μὲ μαυρίζεις χωρὶς νὰ μὲ τιμᾶς;»
.           Ἡ τιμωρία γιὰ τὴν ἀνυπακοή του ἦταν νὰ χάσει τὸ φῶς του. Ὁ μοναχὸς κατασκεύασε ἕνα στασίδι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τὴν παρακαλοῦσε συνεχῶς νὰ τοῦ συγχωρέσει τὸ ἐξ ἀπροσεξίας ἁμάρτημα. Καὶ ἡ Θεοτόκος εἰσάκουσε τὴν προσευχή του.

[…]

Ἡ μονὴ ποὺ κτίστηκε ἀπὸ τὸν ὑποτακτικό τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου

.               Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Δοχειαρίου εἶναι ἡ πρώτη ποὺ ὑποδέχεται ἀπὸ τὰ δυτικά τοὺς προσκυνητὲς στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἀρχικὰ χτίστηκε τὸν 11ο αἰώνα στὴν περιοχὴ τῆς Δάφνης ἀπὸ τὸν ὑποτακτικὸ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, τὸν Εὐθύμιο Δοχειάρη (ἀποθηκάριος), καὶ ἀφιερώθηκε στὸν ἅγιο Νικόλαο. Πειρατὲς κατέστρεψαν τὸ μοναστήρι, τὸ ὁποῖο ξαναχτίστηκε τὸ 1578 στὸν σημερινὸ χῶρο ὅπου βρίσκεται ἡ Μονὴ Δοχειαρίου.
.               Ὕστερα ἀπὸ ἕνα θαῦμα τῶν ἁγίων Ἀρχαγγέλων, χάρη στὸ ὁποῖο σώθηκε ἕνα παιδί, τὸ μοναστήρι ἑορτάζει κάθε χρόνο στὶς 8 Νοεμβρίου. Τὸν 17ο καὶ τὸν 18ο αἰώνα χτίστηκαν νέες πτέρυγες καὶ τὸ καμπαναριό. Τὸ 1783 κατασκευάστηκαν τὸ ἀξιόλογο τέμπλο καὶ τὸ περίφημο ξυλόγλυπτο κιβώριο τῆς ἁγίας τράπεζας.
.               Σήμερα ἡ μονὴ ἔχει 10 παρεκκλήσια, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι τοιχογραφημένα. Τὸ ὑψηλὸ καθολικὸ τῆς μονῆς τοιχογραφήθηκε τὸ 1568 ἀπὸ τὸν Τζώρτζη καὶ οἱ τοιχογραφίες εἶναι θαυμάσιες. Τὸ τέμπλο καὶ τὸ κιβώριο, ποὺ εἶναι ξυλόγλυπτα, πλούσια σὲ σχήματα καὶ φυτικὸ διάκοσμο, θεωροῦνται τὰ ὡραιότερα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
.               Στὴ Μονὴ Δοχειαρίου ὑπάρχει ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γοργοεπηκόου, μία τοιχογραφία ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν τράπεζα σὲ ἰδιαίτερο παρεκκλήσι, στὸ ὁποῖο καθημερινὰ ἕνας ἱερομόναχος ψάλλει παράκληση πρὸς τὴ Θεοτόκο, ζητώντας βοήθεια γιὰ τοὺς χριστιανούς.

ΠΗΓΗ: dimokratianews.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

«ΓΙΑΤΙ ΑΔΙΑΦΟΡΗΣΑΤΕ ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ;»

«Γιατί ἀδιαφορήσατε τόσο καιρό;»

.               Σ’ ἕνα χωριὸ τοῦ Πηλίου ζοῦσαν ὁ μπαρμπα-Χρίστος μὲ τὴν κυρα-Καλλιόπη. Ἦταν ἕνα ἀγαπημένο ἡ­λικιωμένο ἀντρόγυνο. Τὸ σπίτι τους εἶ­χε ὡραία αὐλὴ μὲ δέντρα καί, καθὼς ἦ­ταν στὴν πάνω γειτονιὰ τοῦ χωριοῦ, εἶχε θαυμάσια θέα πρὸς τὴ θάλασσα. Τὰ δειλινά, ὅταν ἦταν καλὸς ὁ καιρός, κάθονταν οἱ δύο γέροι στὴν αὐλὴ κι ἀπολάμβαναν τὸ ἡλιόγερμα ἀπέναντι στὴν ἀνοικτὴ θάλασσα κι ἀναγάλλιαζε ἡ καρδιά τους. Ἦταν ἡ πιὸ ὄμορφη ὥρα αὐτὴ τῆς κάθε μέρας τους.
.               Τὰ παιδιά τους τὰ εἶχαν παντρέψει ἀ­πὸ καιρὸ καὶ ζοῦσαν στὴν Ἀθήνα. Ἡ τελευταία κόρη τους, πρὶν φύγει κι αὐτὴ γιὰ τὴν Ἀθήνα, φρόντισε καὶ βρῆκε μιὰ γυναίκα καὶ συμφώνησαν μὲ πληρωμὴ νὰ φροντίζει τοὺς γονεῖς της. Τοὺς εἶπε βέβαια νὰ τοὺς πάρει μαζί της καὶ ἐπέμεινε γι’ αὐτὸ πολύ, ἀλλὰ οἱ γέροι μὲ καν­έναν τρόπο δὲν ἤθελαν ν’ ἀφήσουν τὸ σπίτι τους καὶ τὴν ἡσυχία τους.
.               Πρόβλημα οἰκονομικὸ δὲν εἶχαν. Ἔ­παιρναν τὴ σύνταξη τοῦ ΟΓΑ, τοὺς ἔ­στελναν καὶ τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα τακτικὰ ἐπιταγές.
.               Ὅσο ἦταν κοντά τους ἡ κόρη τους ἡ Ἀ­ρετή, τοὺς ἔπαιρνε μαζί της κάθε Κυρια­κὴ καὶ μεγάλη γιορτὴ στὴν ἐκκλησία καὶ λειτουργιόντουσαν καὶ κοινωνοῦσαν. Ἀ­πὸ τότε ὅμως ποὺ ἔφυγε καὶ ἡ μοναχοκόρη ἀπὸ κοντά τους γιὰ τὴν Ἀθήνα, εἶ­χαν ἀραιώσει τὴ Θεία Κοινωνία. Καί πλέον μονότονη καὶ κάπως κουραστικὴ περ­νοῦσε ἡ κάθε μέρα τους. Κάποιο τηλεφώνημα πότε-πότε ἀ­πὸ τὰ παιδιὰ διέκοπτε τὴ μονοτονία τοῦ ρυθμοῦ τῆς ζωῆς τους.
.               Κάτι ὅμως ποὺ συνέβη στὴν ἀρχὴ τοῦ καλοκαιριοῦ, ἔδωσε ἕνα κέντρισμα στὶς καρδιές τους καὶ μιὰ ἀφορμὴ νὰ δοῦν μὲ ἄλλο μάτι τὴ ζωή.
.           Δίπλα ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ σπίτι τους σ’ ἕνα ὡραῖο σπίτι σὰν τὸ δικό τους ἔμενε μιὰ οἰκογένεια δυὸ ἡλικιωμένων, ὁ μπαρμπα-Νίκος καὶ ἡ κ. Εὐφροσύνη. Τὰ παιδιὰ καὶ αὐτῶν καλοπαντρεύτηκαν καὶ ζοῦν στὴν Ἀθήνα. Κάθε Πάσχα ἔρχονται στὸ χωριὸ καὶ κάνουν χαρὲς μεγάλες μὲ τὰ ἐγγονάκια τους ὁ παπποὺς καὶ ἡ γιαγιά.
.               Μόλις μπῆκε αὐτὸ τὸ καλοκαίρι, ἦλθε γιὰ λίγες μέρες νὰ δεῖ τὴ μεγαλύτερη ἀ­δελφή της, τὴν Καλλιόπη, καὶ τὸν ἄντρα της ἡ ἀδελφή της ἡ Εὐδοκία, ποὺ μένει οἰκογενειακῶς στὴν Ἀθήνα, στὸ Νέο Ψυχικὸ κοντὰ στὴν Ἁγία Σοφία.
.               Καθὼς ἔπιναν ἕνα ἀπόγευμα τὸν καφέ τους οἱ τρεῖς τους στὴν ὡραία βεράντα τους ἀγναντεύοντας τὴ θάλασσα μπροστά τους, ποὺ λὲς καὶ ἦταν ἕνα τεράστιο σεντόνι ἀπὸ ἀτλάζι, συζητοῦσαν γιὰ πολ­λὰ καὶ διάφορα, οἰκογενειακὰ καὶ ἄλ­λα. Τελικὰ ἦρθε ἡ κουβέντα καὶ γιὰ τοὺς γείτονες.
.                 –Δὲ μοῦ λές, Καλλιόπη μου, πῶς τὰ πᾶτε μὲ τὴν κυρα-Φρόσω; ρώτησε ἡ Εὐδοκία.
–Πολὺ καλά! Δὲν μᾶς ἐνοχλοῦν καθόλου. Σὰν νὰ μὴν ὑπάρχουν οἱ ἄνθρωποι.
–Δηλαδὴ δὲν τὰ λέτε πότε-πότε;
–Ἀραιὰ καὶ ποῦ. Ἔχουν τὰ προβλήματά τους κι ἐμεῖς τὰ δικά μας. Εἶναι καὶ τὰ γεράματα βλέπεις.
–Τοὺς βλέπετε τὴν Κυριακὴ στὴν ἐκ­κλησία;
–Γιὰ νά ᾿μαι εἰλικρινής, παλιότερα τοὺς ἔβλεπα, τὰ τελευταῖα ὅμως τρία – τέσσερα χρόνια δὲν τοὺς βλέπω.
–Τρία τέσσερα χρόνια! Γιατί ἀδιαφορήσατε τόσο καιρό; Γιατί δὲν ἐνδιαφερθήκατε γιὰ τὴν ψυχή τους; Ἐμεῖς στὴν ἐνορία μας ἔχουμε ἕναν κύκλο κυριῶν ποὺ μελετοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ φροντίζουμε νὰ βοηθήσουμε κι ἄλλες ψυχὲς ν’ ἀγαπήσουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Ἂν διαπιστώσουμε ὅτι κάποιες κυρίες ἐρχόντουσαν στὴν ἐκκλησία τακτικὰ κάθε Κυριακὴ καὶ ξαφνικὰ παύουν νὰ ἔρχονται, δὲν ἀδιαφοροῦμε. Σκεφτόμαστε μήπως παρασύρθηκαν ἀ­πὸ αἱρετικοὺς ἢ κάτι ἄλλο πιθανὸν νὰ με­σολάβησε καὶ διακριτικὰ δύο-δύο ἢ τρεῖς-τρεῖς τὶς ἐπισκεπτόμαστε καὶ συζητᾶμε ἀδελφικὰ μαζί τους. Καὶ συνήθως, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ξανάρχον­ται στὸν ἱερὸ Ναό μας. Καὶ τί νὰ σοῦ πῶ, δὲν φαντάζεσαι, ἀδελφή μου, τί χα­ρὰ ἔνιωσα, ὅταν βοήθησα κι ἐγὼ κάποιες ψυχὲς καὶ ξανά ᾽ρθαν στὴν Ἐκκλησία, στὴ θεία Λειτουργία!
–Ἄξιος ὁ μισθός σας! εἶπε ἡ Καλλιόπη.
–Ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε, Καλλιόπη μου, δὲν πᾶμε νὰ χαιρετίσουμε τοὺς καλοὺς γείτονές μας; Θὰ χαροῦν πιστεύω! Ἡ καλησπέρα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἐμένα ἴσως νὰ μὴ μὲ θυμοῦνται. Θὰ μιλήσεις πρώτη ἐσὺ καὶ θὰ μὲ συστήσεις. Ὥσπου ν’ ἀνοίξουν τὴν πόρτα τους, νὰ προσευχόμαστε. Ἔ­λα καὶ σὺ μαζί μας, Χρίστο.
.               Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Ὁ μπαρμπα-Νίκος καὶ ἡ κυρα-Φροσύνη τοὺς δέχτηκαν μὲ χαρὰ καὶ εὐχαριστήθηκαν ἰδιαίτερα μὲ τὴ γνωριμία τῆς Εὐδοκίας, ποὺ εἶχαν πολὺ και­ρὸ νὰ τὴ δοῦν καὶ ἡ ὁποία τοὺς πρόσφερε καὶ μιὰ εἰκόνα τῆς ἁγίας Σοφίας. Ἐ­πειδὴ ἦταν νωρὶς ἀκόμη, κάθησαν ὅλοι στὴν ὡραία βεράντα καὶ συζητοῦσαν.
.               Ἡ Εὐδοκία, ποὺ εἶχε ἰδιαίτερη πείρα σὲ τέτοιες συζητήσεις, ἔφερε τὴν κουβέντα στὰ πνευματικὰ θέματα.
–Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία, κύριε Νίκο, εἶναι νὰ μὴ χάσουμε τὴν ψυχή μας, ἀλλὰ νὰ κερδίσουμε τὴν εὐτυχία τοῦ Παραδείσου! Ὅλα τ᾿ ἄλλα ἐδῶ μένουν. Καὶ δὲν ξέρει κανεὶς πότε θὰ φύγει ἀπ’ αὐτὸ τὸν μάταιο κόσμο. Γι’ αὐτὸ πρέπει νά ᾿μαστε ἕτοιμοι πάντοτε.
–Ἔτσι εἶναι, ὅπως τὰ λές, εἶπε ἡ Εὐ­φροσύνη.
–Ἔχετε ἐξομολογηθεῖ, κοινωνᾶτε; ρώτησε ἡ Εὐδοκία. Αὐτὴ εἶναι ἡ καλύτερη ἑτοιμασία γιὰ μᾶς τοὺς ἡλικιωμένους.
–Ἔχουμε πολὺ καιρὸ νὰ κοινωνήσουμε, εἶπε ὁ μπαρμπα-Νίκος.
–Ὅλα διορθώνονται, κύριε Νίκο. Θὰ σᾶς δώσω ἕνα βιβλιαράκι, ποὺ θὰ τὸ διαβάσετε καὶ θὰ σᾶς βοηθήσει πολὺ γιὰ νὰ κάνετε μιὰ καλὴ ἐξομολόγηση σ’ ἕνα καλὸ Πνευματικό, στὸν ὁποῖο θὰ σᾶς πᾶμε μὲ ταξὶ μὲ τὴν Καλλιόπη. Καὶ ὅλοι μαζὶ τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία, καὶ θὰ κοινωνήσουμε. Νὰ δεῖτε πῶς θὰ σκιρτάει ἡ καρδιά σας ἀπὸ χαρὰ καὶ συγκίνηση!
.               Οἱ δυὸ γέροντες ἐξομολογήθηκαν μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἀπὸ συγκίνηση. Ὁ θεοφώτιστος Πνευματικὸς τοὺς ἔδωσε ὁ­δη­γία καὶ ἐντολὴ νὰ κοινωνήσουν καὶ τὶς τρεῖς ἐν συνεχείᾳ Κυριακές. Τὴν τέταρτη Κυριακὴ πέταξε γιὰ τὰ οὐράνια ἕτοιμος ὁ μπαρμπα-Νίκος, καὶ στὰ σαράντα του τὸν ἀκολούθησε καὶ ἡ σύζυγός του Εὐ­φροσύνη.
.               Καὶ ἡ Εὐδοκία μὲ τὴν Καλλιόπη καὶ τὸν μπαρμπα-Χρίστο δοξολογοῦσαν τὸν Σω­τήρα Κύριο.

ΠΗΓΗ: osotir.org

Σχολιάστε