Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ/ – ΚΡΙΣΙΕΣ"

ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ. ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Χάρης Σκαρλακίδης

«ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»
βδομήντα στορικς μαρτυρίες (4ος-16ος α.)
σελ. 312 σελ.

.           Ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Φωτὸς κάθε Μεγάλο Σάββατο στὸν Τάφο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μοναδικὸ θαυματουργικὸ γεγονὸς στὴν παγκόσμια ἱστορία ποὺ λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο, τὴν ἴδια ἡμέρα, ἐπὶ δύο σχεδὸν χιλιετίες. Τὸ παρὸν σύγγραμμα καταγράφει τὴ μαρτυρία τῆς ἱστορίας γιὰ τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονός, καλύπτοντας μία περίοδο δεκατριῶν αἰώνων, ἀπὸ τὸν 4ο μέχρι τὸν 16ο αἰώνα.
.           Ἑβδομήντα συγγραφεῖς τοῦ μεσαιωνικοῦ κόσμου, μεταξὺ τῶν ὁποίων, δεκατέσσερις Γάλλοι, ἐννέα Ἄγγλοι, ἑπτὰ Ἕλληνες, ἔξι Γερμανοί, πέντε Ἄραβες, πέντε Ἀρμένιοι, τέσσερις Πέρσες, τέσσερις Ἰταλοί, τρεῖς Ρῶσοι, τρεῖς Ἰσλανδοί, δύο Αἰγύπτιοι, δύο Χαλδαῖοι, ἕνας Μολδαβός, ἕνας Σύρος, ἕνας Αἰθίοπας, ἕνας Βέλγος, ἕνας Αὐστριακὸς καὶ ἕνας Ἐλβετός, περιγράφουν τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Φωτός, τὸ ὁποῖο κάθε Μεγάλο Σάββατο φανερώνεται στὸν Τάφο τοῦ Θεανθρώπου ὡς ὑπενθύμιση καὶ ὡς ἐπαλήθευση τῆς Ἀναστάσεώς Του.
.           Οἱ εἰδικὲς μετρήσεις τοῦ Ἀναπληρωτῆ Καθηγητῆ Φυσικῆς Ἀντρέι Βολκὸβ στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ τὸ Μεγάλο Σάββατο τοῦ 2008 ἐπιβεβαιώνουν ἐπιστημονικὰ τὴν κάθοδο τοῦ οὐρανίου Φωτὸς καὶ ἀποκαλύπτουν τρία γεγονότα τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος χαρακτηρίζει «ἀπίστευτα καὶ πλήρως ἀνεξήγητα». Στὸ βιβλίο περιέχεται ἐπιπλέον καὶ μία ἱστορικὴ-ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα σχετικὰ μὲ τὴν ἀρχικὴ μορφὴ τοῦ Τάφου τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ βράχου τοῦ Γολγοθᾶ, μαζὶ μὲ μία σειρὰ ἀναπαραστάσεων τῶν δύο τοποθεσιῶν, ὅπως φαίνονταν τὸ ἔτος 33 μ.Χ.

1 Σχόλιο

ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ: ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΜΙΝΩΙΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ (Κων. Καραστάθης)

 ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ : ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΜΙΝΩΙΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Προσφάτως ἐκδόθηκε ἡ ἱστορικο-γλωσσική μελέτη τοῦ κ. Κώστα Β. Καραστάθη «Ἀρβανίτες – Ἀπόγονοι Μινωιτῶν Κρητῶν» ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ἰνφογνώμων». Παραθέτουμε ἕνα ἀπό τά πολλά ἐπιχειρήματα, μέ τά ὁποῖα ὁ κ. Καραστάθης ἑδραιώνει τήν ἱστορική θέση του. Γιά τήν κατανόηση τοῦ κειμένου ἀναφέρουμε ὅτι Κρῆτες τῆς Μινωικῆς ἐποχῆς ἵδρυσαν στήν Κάτω Ἰταλία τήν ἀποικία Ἰ α π υ γ ί α καί ὅτι μέρος αὐτῶν, ὁδοιπορώντας ὁλόγυρα στίς ἀκτές τῆς Ἀδριατικῆς δημιούργησαν νέα ἀποικία στή Νότια Ἰλλυρία. Τούς Ἰάπυγες αὐτούς οἱ γείτονές τους Ἰλλυριοί ὀνόμασαν Λιάπηδες, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἔδωσαν στή νέα πατρίδα τους τήν ὀνομασία Ἄ ρ β ω ν (πού μέ τήν πάρδο τοῦ χρόνου ἐξελίχθηκε σέ Ἄ ρ β α ν ο ν , ἐνῶ οἱ ἴδιοι αὐτοαποκλήθηκαν Ἀ ρ β α ν ί τ ε ς.arvanites_raxi-front

.           Ὁ Στέφανος ὁ Βυζάντιος παρέχει πληροφορία τοῦ Ἑκαταίου (6ος αἰώνας π. Χ.) ὡς ἑξῆς: «Ἰαπυγία: δύο πόλεις, μία ἐν τῇ Ἰταλίᾳ καί ἑτέρα ἐν τῇ Ἰλλυρίδι, ὡς Ἑκαταῖος ὁ Μιλήσιος. Τό ἐθνικόν Ἰάπυξ καί Ἰαπύγιος καί Ἰαπυ­γία».[i]
.               Οἱ ἀρχαῖοι ἱστορικοί, κάνοντας λόγο γιά μετανάστευση Ἰαπύγων Κρητῶν στή Μακεδονία, εἴτε ἀγνοοῦν, εἴτε θεωροῦν περιττό νά διευκρινίσουν ὅτι μέρος αὐτῶν βρέθηκαν στή Νότια Ἰλλυρία καί στά παράλια κοντά στά Κεραύνια, περιοχές, οἱ ὁποῖες λογίζονταν ὡς Μακεδονία, σύμφωνα μέ τίς ἀναφορές πολλῶν ἀρχαίων συγγραφέων. Δέν ἀποκλείεται διόλου ὅτι οἱ ἔποικοι Ἰάπυγες τῆς Ἠπείρου καί τῆς Νότιας Ἰλλυρίας ἦσαν τμῆμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, κατά τούς ἱστορικούς Κόνωνα καί Στράβωνα, ἐπαναστάτησαν καί διώχτηκαν ἀπό τήν Ἰαπυγία. Οἱ Ἰάπυγες αὐτοί, ὁδοιπορώντας γύρω ἀπό τήν Ἀδριατική, ἔφθασαν στή Λιβουρνία (ἀκτές τῆς σημερινῆς Κροατίας). Στήν περιοχή αὐτή, κατά τόν γεωγράφο Πτολεμαῖο ὑπῆρξαν τρεῖς νησίδες μέ δύο πόλεις ἡ καθεμιά,[ii] καί γεννᾶται τό ἐρώτημα μήπως οἱ πόλεις αὐτές μέ τά ἑλληνικἀ ὀνόματα ἱδρύθηκαν ἀπό τούς κάποιους Ἰάπυγες ἐποίκους.
.             Στή νησίδα Σκαρδώνα ἀναφέρει ὁ Πλίνιος τήν ὕπαρξη τῆς πόλης Arba[iii]. Γιά τήν πόλη A r b a ἔχει γίνει πολύς λόγος ἀπό τούς ἱστορικούς. Ἄλλοι ἐτυμολογοῦν τή λέξη ἀπό τήν ἀλβανική λέξη arbë (στά ἀρχαιότατα Ἀρβανίτικα bαρë), πού σημαίνει χορτάρι ἤ τή λατινική arbor, -oris (δέντρο, ἱστός, ναῦς κλπ.). Καί ὁ Κοσμᾶς ὁ Θεσπρωτός ἀναζητάει τήν προέλευση τοῦ ὅρου ἀπό τό ἀλβανικό arbα (=χορτάρι), ἤ ἀπό τήν παλαιά Ἀμαντία στά βορινά τῆς Χιμάρας Ἄρμπερ,[iv] ἤ τό ἰταλικό alberi (δέντρο), δηλαδή τόπο δεντρώδη.[v] Kαί ὁ Π. Φουρίκης, ἐπιχειρεῖ νά συσχετίσει τή λέξη Ἄρβανον μέ τήν ἰλλυριοαλβανική λέξη arbë, «ἐκ τοῦ πληθυντικοῦ Arbëna, τό ὁποῖον κατά τούς βυζαντινούς χρόνους, ὑπό τῶν Ἑλλήνων μετεβλήθη εἰς Ἄρβανα καί, μετ’ ἀλλαγήν τοῦ ἀριθμοῦ, εἰς Ἄρβανον», ἀλλά λησμονεῖ ὅτι προγενέστερος τύπος τοῦ Ἄρβανον, τοὐλάχιστον μέχρι τόν 4ο αἰώνα π. Χ., πού τό ἀναφέρει ὁ Πολύβιος γιά τούς πολιορκητές τῆς Ἴσσας, ἦταν Ἄρβων,ἔφυγον εἰς τόν Ἄρβωνα σκεδασθέντες»[vi].
.            Ὁ Φαλμεράϋερ, πιστεύοντας ὅτι οἱ Ἀλβανοί ἦλθαν ἀπό τόν Καύκασο, προσπαθεῖ νά βρεῖ κοινά τοπωνύμια σέ Ἀλβανία καί Καύκασο, τά ὁποῖα φανερώνουν πανάρχαιη συγγένεια τῶν δύο ὁμωνύμων φύλων, «τῶν ἐν τῇ Ἠπείρῳ καί Ἰλλυρίᾳ Ἀλβανῶν ἤ Ἀρβανιτῶν ἤ Ἀρβέρων πρός τούς ἐν Καυκάσῳ Ἀλβανούς καί τούς Ἄρβιας», πού ἀναφέρει ὁ Στράβων»: [vii] «Οἰκοῦσι δέ Ἄρβιες πρῶτον, ὁμώνυμοι τῷ ποταμῷ Ἄρβει τῷ ὁρίζοντι αὐτούς ἀπό τῶν ἑξῆς Ὠριτῶν, ὅσων χιλίων σταδίων ἔχοντες παραλίαν, ὥς φησι Νέαρχος: Ἰνδῶν δ’ ἐστί μερίς καί αὕτη: εἶτ’ Ὠρῖται ἔθνος αὐτόνο­μον…»[viii] Διέλαθε τῆς προσοχῆς τοῦ Φαλμεράϋερ ὅτι ἄλλοι Ἄ ρ β ι ο ι προϋπῆρξαν πολλούς αἰῶνες πρίν ἀπό τούς Καυκάσιους Ἄρβιες, καί μάλιστα ἦσαν Κρῆτες, καθώς ἀναφέρει ὁ Στέφανος ὁ Βυζάντιος στό λῆμμα Ἄρβις τοῦ Λεξικοῦ του: « Ἄρβις ποταμός τῆς Ἰνδικῆς. ἔθνος Ἄρβιος ἤ Ἀρβίται. ἔστι καί ἐν Κρήτῃ Ἄ ρ β ι ο ν ὄρος, ἔνθα τιμᾶται Ἄ ρ β ι ο ς Ζεύς. Ἄ ρ β ι ο ς οὖν καί ὁ κατοικῶν τό ὄρος».[ix]
.            Ὁ Κ. Παπαρρηγόπουλος, ἀναφερόμενος στήν πόλη Arba, τήν δέχεται ὡς ἑλληνική Ἄ ρ β α καί συμπε­ραίνει: «Ἀρβανίτης, ὅν μεταχειρίζεται σήμερον ὁ κοινός λαός, Ἀρβενία, ὅστις εἶναι ἐν χρήσει παρά τοῖς Γκέκοις καί ἐν ταῖς ἱεραῖς βίβλοις τῶν καθολικῶν Ἀλβανῶν καί Ἀρβερία, ὅν ἀπαντῶμεν παρά τοῖς Τόσκοις. Καί πάλι πάντα τά ὀνόματα ταῦτα ἀνακαλοῦσι εἰς τήν μνήμην ἡμῶν τήν παρά τῷ Πλινίῳ Ἰλλυρικήν νῆσον Ἄρβαν».[x] Ὁ μεγάλος ἱστορικός μας ὑπαινίσσεται στήν παραπάνω τελευταία φράση του, ὅτι ἀπό τόν ὅρο Ἄ ρ β α ἔχουν δημιουργηθεῖ ὅλοι οἱ ὅροι ἑλληνικοί καί ἀρβανίτικοι, πού ἀναφέρει: Ἄρβανον, Ἀρβανίτης, Ἀρβενία, Ἀρbερία, Ἄρbεν, Ἀρbαρέσσοι κλπ. Συμβαίνει ὄντως αὐτό, ἀλλά γεννᾶται μεγάλο ἐρώτημα ἄν ἡ λατινική ὀνομασία Arba, πού δίνει ὁ Πλίνιος στήν πόλη ἀποδίδεται σωστά στήν Ἑλληνική γλώσσα: Εἶναι ἌρβαἌρβη;
.           Δίχως ν’ἀποσιωπήσουμε τίποτε ἀπό τά κρατοῦντα μέχρι σήμερα ἐπί τοῦ θέματος στήν Ἱστορία, τολμοῦμε νά ἐκφράσουμε μιάν ἄλλη ἄποψη:
Ἔχουμε τή γνώμη ὅτι ἡ σωστή ὀνομασία τῆς πόλεως αὐτῆς εἶναι Ἄ ρ β η καί ἔγινε στή Λατινική γλώσσα Arba, ὅπως ἡ Ρώμη ἔγινε Roma, ἡ Κύμη Cuma, ἡ Καπύη Kapua κ.ο.κ. Ἡ ὀνομασία Ἄρβη ὑποδηλώνει ἱδρυτές καί κατοίκους της Ἰάπυγες μέ καταγωγή καί προέλευση τῶν γονέων ἤ προπατόρων τους ἀπό τήν Ἄρβη τῆς Κρήτης, ἀπό Ἄρβιους, οἱ ὁποῖοι κατά πάσα πιθανότητα θά ἦσαν μεταξύ ἐκείνων πού ἔφθασαν στήν Ἰλλυρία. Συνεπῶς ἡ λέξη Ἄρβη (λατινικά Arba) δέν προσδιορίζει χορταρικά οὔτε δέντρα, ὅπως ὑποστηρίζουν κάποιοι ἱστορικοί, ἀλλά ἐκφράζει πόνο καί νόστο γιά τή χαμένη προγονική πατρίδα, τήν πανάρχαιη Κρητική πόλη Ἄ ρ β η, πού ἦταν χτισμένη ἀπό τόν 19ο αἰώνα π. Χ. στή θέση τοῦ σημερινοῦ ὁμώνυμου χωριοῦ στά νότια παράλια τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου, κοντά στό Ἄρβιον ὄρος, πάνω στόν ὁποῖο ἦταν χτισμένος ναός πρός τιμήν τοῦ Ἀρβίου Διός. Προφανῶς οἱ ἔποικοι Ἰάπυγες ἔδωσαν τό ὄνομα αὐτό στή νέα τους πατρίδα γιά νά τιμήσουν τόν πολυσέβαστο γιά τούς Κρῆτες «συντοπίτη» τους θεό, τόν Κρηταγενῆ Ἄ ρ β ι ο ν  Δ ί α, πού γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε στήν Κρήτη, γιά νά τιμήσουν τήν πατρίδα τῶν προγόνων τους καί γιατί στή νέα πατρίδα τους βρῆκαν τούς γείτονές τους Ἠπειρῶτες καί Πελασγούς νά τιμοῦν τόν «Δωδωναῖο Δία», ὅπως οἱ ἴδιοι τόν «Κρηταγενῆ τους Δία» καί αὐτό ἦταν ἕνα ἐξαιρετικῶς θετικό στοιχεῖο στήν ὁμαλή γειτονική συμβίωσή τους.
.              Εἶναι δύσκολο νά πιστέψουμε ὅτι ἡ τοπωνυμία αὐτή δέν ἔχει σχέση μέ τούς Ἰάπυγες Κρῆτες, πού ἔφθασαν στήν Ἰλλυρία καί οἱ ὁποῖοι εἴτε ὅλοι εἴτε τό μεγαλύτερο μέρος τους ἦσαν Κρῆτες Ἄρβιοι· ὅτι στήν πορεία τους στήν ἀνατολική ἀκτή τῆς Ἀδριατικῆς, φθάνοντας στή Λιβουρνία γοητεύτηκαν ἀπό τήν ὀμορφιά τῶν νησίδων· καί ὅτι μέρος αὐτῶν, ἵδρυσαν στή νῆσο Σκαρδώνα πόλη, στήν ὁποία ἔδωσαν τό ὄνομα τῆς Κρητικῆς πόλης τῶν παππούδων τους: Ἄ ρ β η (καί ὄχι Ἄρβα, οὔτε Arba). Μέ ἄλλα λόγια ἡ πόλη μέ τό λατινικό ὄνομα A r b a ἦταν ἑλληνική καί προϊστορική· καί ἡ ἀρχική της ὀνομασία ἦταν Ἄ ρ β η, δημιούργημα τῶν Ἀρβίων Κρητῶν ἀποίκων τῆς Ίαπυγίας. Ἐκφράζουμε τήν ὑπόνοια ὅτι ἀπό Ἰάπυγες ἱδρύθηκε στή γειτονική νησίδα καί ἡ πόλη Ἄψορρος. Ἡ ὁμηρική λέξη ἄψορρος (Ἰλ. Γ΄313) σημαίνει τόν «πρός τά πίσω πορευόμενο», πού ἴσως ἐκφράζει τήν ποθητή ἐπιστροφή τῶν Ἀρβίων Ἰαπύγων σ’ ἑλληνικούς τόπους. Κατά πάσαν πιθανότητα λοιπόν οἱ δύο αὐτές πόλεις ἱδρύθηκαν ἀπό Ἰάπυγες καί κατοικήθηκαν ἀπό τούς ἴδιους.
.              Ὁ κύριος ὄγκος τῶν ἐποίκων Ἰαπύγων ἔφθασε καί ἐγκαταστάθηκε στά παράλια τῶν Κεραυνίων, ἀλλά καί στήν εὐρύτερη περιοχή πού ἐκτείνεται στήν ἀριστερή ὄχθη τοῦ Αἴαντος ἤ Ἀώου ποταμοῦ. Ἀπό τή πατρογονική τοπωνυμία Ἄρβη, ὀνόμασε καί τή νέα πατρίδα του Ἄρβων (πιθανότατα ἀπό τόν ἀρχικό, περιεκτικό καί ἀμάρτυρο τύπο Ἀρβιών), ἡ ὁποία ἐξελισσόμενη στούς αἰῶνες πού ἀκολούθησαν, ἔγινε Ἄ ρ β α ν ο ν.
.             Ἡ προϊστορικότητα τῶν τοπωνυμιῶν Ἄρβη καί Ἄψορρος, ἐνισχύει τήν ἄποψή μας ὅτι ἡ Ἄρβη μέ τή ρίζα της (αρβ καί αrb) ἀποτελεῖ τή μητρική λέξη δεκάδων ἄλλων λέξεων τόσο στήν Ἑλληνική, ὅσο καί στήν Ἀρβανίτικη γλώσσα καί ὅτι οὐδεμία σχέση ἔχει ὁ ὅρος Ἄρβανον μέ τά arba, arbë, arbëνα καί τή λοιπή χλωρίδα τῆς περιοχῆς. Καί τά ἐπιχειρήματα πού παρατίθενται στό βιβλίο ἑδραιώνουν τήν ἱστορική αὐτή θέση, ὅτι οἱ Ἀρβανίτες εἶναι ἀπόγονοι Μινωιτῶν Κρητῶν .

[i] Lexicon Stephanus Byzantinus, L. Holstenii – A. Berkelii, 1825, σελ. 231

[ii] Πτολεμαῖος, Γεωγραφία , 2.15.8

[iii] Πλίνιος, Βιβλίο ΙΙΙ, κεφ. 129

[iv] Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ἐλευθερουδάκη, λῆμμα Λιαπουριά

[v] Λαζάρου Ἀχ. Προσωπογραφία τῶν Ἀρβανιτῶν, Πρακτικά Ἑταιρείας Βοιωτικῶν Μελετῶν

       σελ. 651

[vi] Πολύβιος, Ἱστορία, Βιβλίο 2, κεφ. 11

[vii] Κουπιτώρης Π. Ἱστορική καί φιλολογική μελέτη περί τοῦ Ἀλβανικοῦ ἔθνους», σελ. 9

[viii] Στράβων 15, 1

[ix] Στέφανος Βυζάντιος, Ἐθνικά, λῆμμα Ἄρβις

[x] Παπαρρηγόπουλος Κ. Ἱστορία τοῦ Ἑλλ. Ἔθνους, 1955, τόμ. Δ΄, σελ. 277

,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ καὶ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ στὰ Πρακτικὰ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμεν. Συνόδων

%ce%b5%ce%ba%ce%ba%ce%bb-%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bc-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%bf%ce%b4%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bbΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ καὶ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ
στὰ Πρακτικὰ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν  Οἰκουμεν. Συνόδων

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πατρῶν
κ. κ. Χρυσοστόμου

Προλογίζοντας τὴν διπλωματικὴ ἐργασία τοῦ Αἰδεσιμολoγιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου, Κληρικοῦ τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερᾶς καὶ Ἀποστολικῆς Μητροπόλεως, μὲ θέμα: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της στὰ πρακτικὰ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων», αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ σημειώσω κάποιες σκέψεις τόσο γιὰ τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχολεῖται ὁ π. Ἀναστάσιος στὴν ὡς εἴρηται ἐργασία, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο. 

Εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ ἐνασχόληση μὲ τὰ περὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης στὴν συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο καὶ μάλιστα σὲ σχέση μὲ τὰ πρακτικὰ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθ᾽ ὅσον πολλὴ συζήτησις γίνεται καὶ στὶς ἡμέρες μας γιὰ τὴν θέση τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης στὴν πορεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἕως τῆς σήμερον.

Ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὰς ἀψευδεῖς πηγᾶς, φωτίζει τὶς πτυχὲς τοῦ τόσο ἐνδιαφέροντος διαχρονικὰ ζητήματος, ἰδιαιτέρως δὲ τὸ περὶ τοῦ «πρωτείου» θέμα καὶ ἐκεῖνο περὶ τῆς «οὐνίας». Ἀκανθωδέστατα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δυναμιτίζουν τὸν ὅποιο διάλογο ἤθελε διεξαχθῆ, ἀνάμεσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική, μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ στὴν Δύση.

Ὁ π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, εἶναι κληρικὸς ζηλωτὴς μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ σφρίγος πνευματικό. Ἡ ἐνασχόλησή του μὲ τὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας καὶ μάλιστα λεπτομερῶς καὶ εἰς βάθος, τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὶς διαχριστιανικὲς σχέσεις μὲ γνώμονα πάντοτε τὴν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια καὶ ἡ σταθερὰ προσήλωσή του στὴν ἁγία παράδοση τῆς Ἁγιωτάτης ἠμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὸν ἔχουν ἀναδείξει βαθυνούστατον μελετητὴν καὶ αὐστηρὸν θεολόγον μεταξὺ τῶν συμπρεσβυτέρων του.

Τὸν συνοδεύει πάντοτε ἡ ἀγάπη μας καὶ ἡ εὐχή μας γιὰ ὅ,τι καλὸν καὶ πνευματικὸν πρὸς δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι ὀρθοδόξως προσκυνουμένου Θεοῦ ἠμῶν καὶ φωτισμὸν μέσω τῶν τῆς Ἐκκλησίας μᾶς δογμάτων καὶ σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν ἐπαινοῦμε γιὰ τὸ ὡραῖο ἀνὰ χεῖρας πόνημά του καὶ δεόμεθα τοῦ Κυρίου ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τῆς εὐσεβοῦς οἰκογενείας του, στὴν ὁποία ἐν συγκινήσει ἐδιαβάσαμε, ὅτι ἀφιερώνει τὴν παροῦσα ἐργασία του.

 

 

,

Σχολιάστε

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Φιλοκαλική διάκριση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως

ἀπό τὸ νέο βιβλίο
τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«Η ΟΔΟΣ»
– ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

%ce%b7-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83.         Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
.         Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α´ Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

.           Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
.           Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
.           Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
.           Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
.           Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
.           Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη – πιστότητα – βεβαιότητα (trust – faithfulness – certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 

 β) Ἡ «πρώτη» πίστη – ἡ «ἁπλὴ» πίστη – ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

.           Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
.           Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
.           Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
.           Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
.           Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι´-ια´ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
.           Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
.           Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
.           Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.

.           Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
.           Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:

.           Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C – 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
.           Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
.           Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
.           Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
.           Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

.           Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
.           Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
.           Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
.           Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
.           Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

 Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

ΠΗΓΗ: impantokratoros.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-1

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Βασ. Γαϊτάνη,
«Ἀπὸ τὴν Ἐπικοινωνία στὴν Κοινωνία»
(Ὀρθόδοξος Ἐπικοινωνιακὴ Θεολογία),
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 2008 σελ. 109-115

Ἠλ. στοιχειοθ.: «Χριστ. Βιβλιογραφία»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  Τί γίνεται ἆραγε σήμερα ὡς μιὰ ἐκλεπτυσμένη θεώρηση-ἐξέλιξη τοῦ «ἄρτου καὶ τῶν θεαμάτων» τῆς ἀρχαίας Ρώμης; Ἡ κοινωνία ἀπαιτεῖ δημόσια ψυχαγωγία, ἀλλιῶς θὰ χασμουριέται μέχρι θανάτου. […] Ἡ διασκέδαση γεννιέται ὡς ἀπεγνωσμένη ἀπόπειρα ὑπερβάσεως τῆς ἀνίας, ἀνίας ποὺ ἀναδύεται ὡς ἔλλειψη θρησκευτικοῦ νοήματος τῆς ὑπάρξεως.
.            Τὸ θέαμα εἶναι ἡ «ὑπὲρ-ἰδεολογία» ποὺ διέπει ὁλόκληρη τὴν κοινωνικὴ ζωή, ὄχι ὡς κάτι ποὺ ἐπιβάλλεται ἐξωτερικὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὡς κάτι στὸ ὁποῖο ἠθελημένα καὶ ἡδονικὰ αὐτoεγκλείονται οἱ ἴδιοι. Ἡ «συνδιαμόρφωση», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ MacLuhan μιλώντας γιὰ τὸν Κινηματογράφο, ἔγινε ἀπόλυτη «ἐπαναμόρφωση» τοῦ ἑαυτοῦ.
.           Ὁ Postman στὸ ἔργο του «Amusing Ourselves to Death» καταδεικνύει τὶς διαφορὲς ποὺ μποροῦν νὰ ἀνευρεθοῦν στὴν «κινδυνολογία» τοῦ Orwell σὲ σχέση μὲ τὸ πλαίσιο καὶ τὶς δομὲς τοῦ σύγχρονου, μεταμοντέρνου κόσμου.

 .           α) Ὁ Orwell στὸ κλασικὸ ἔργο του «1984» πίστευε ὅτι ὁ κίνδυνος θὰ ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὸν ἐξωτερικὸ αὐταρχισμὸ ἑνὸς παντοδύναμου δυνάστη. Θεωροῦσε ὅτι ἡ δικτατορία τῆς «ἄνωθεν κυριαρχίας» θὰ ἦταν ἡ τραγικὴ μοίρα τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀτομικὴ προσωπικότητα τοῦ κάθε ἀτόμου, ἡ ἀνεπανάληπτη προσωπικότητά του θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαφανιστοῦν μέσα στὴ διάσταση τοῦ μαζικοῦ καὶ ἀπρόσωπου στοιχείου. Ὁ δικτάτορας θέλει τὸ σύστημά του νὰ εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ὁ δυνάστης «Μεγάλος Ἀδελφὸς» στὴν ζοφερὴ προφητεία τοῦ Orwell εἶναι ὁ ἐπικυρίαρχος δικτάτορας τῆς ὕπαρξης.
.           Ἀντίθετα ὁ Neil Postman -ἐπαναλαμβάνοντας τὴν συλλογιστική τοῦ Huxley, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε στὸ ἔργο «Ὁ θαυμαστὸς καινούργιος κόσμος» (Brave New World)- πιστεύει ὅτι στὴν σύγχρονη μεταμοντέρνα κοινωνία δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ κάποιος «Μεγάλος Ἀδελφὸς» (Big Brother), ἀλλὰ ὅτι ἀποπλάνηση τῆς ὕπαρξης θὰ γίνεται μἕναν ἀπείρως πιἐκλεπτυσμένο τρόπο. Γιὰ νὰ στερηθεἀνθρωπότητα τὴν μεταφυσικἀναγωγή της, τὴν πνευματική της ὡριμότητα καὶ τὴν ἱστορικὴ μνήμη τῆς ἐλευθερίας της, θἀρκεῖ μόνο νὰ τῆς ἐπιβληθεἕνα μοντέλο ψυχαγωγικῆς ζωῆς, τὸ ὁποῖο ἡ ἴδια ἡ ἀνθρωπότητα θὰ ἀποδέχεται ὡς τὴν ἀνώτερη μορφὴ ὕπαρξης. Μὲ ἄλλα λόγια σιγὰ-σιγὰ ἡ ἴδια αὐτὴ ἡ ἀνθρωπότητα θὰ αὐτοαποδεχθεῖ ἀπὸ μόνη της τὴν ἄρση τῆς ἐλευθερίας της. Οἱ ἄνθρωποι θὰ καταλήξουν οἱ ἴδιοι -σὲ κάποια κοντινὴ ἐποχὴ- νὰ «ἀγαποῦν τὴν καταπίεσή τους», θὰ καταλήξουν νὰ «λατρεύουν τὴν τεχνολογία καὶ νὰ ἀποδομοῦν τὴν ἱκανότητά τους γιὰ σκέψη». Μὲ ἄλλους ὅρους, ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ἐγκλωβίζεται πιὰ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ πλουτοκρατικὸ εἴτε δικτατορικὸ «Μέσο» σὲ κάποια συμβολικὴ φυλακή, παρὰ θὰ αὐτο-ηδονίζεται ὁ ἴδιος νὰ ἐγκλωβίζει τὸν ἑαυτό του. Θὰ πλάθει ὑπὸ μία ἔννοια, ὁ ἴδιος τὴν φυλακή του, θὰ νιώθει τὴν ζοφερή, διαστροφικὴ χαρὰ νὰ δημιουργεῖ ὁ ἴδιος τὸν «Μεγάλο Ἀδελφό» του καὶ νὰ αὐτο-φυλακίζεται ἀπ’ αὐτόν!

 .           β) Ὁ Orwell διατύπωσε στὸ ἔργο του «1984» τὸν τρομακτικὸ φόβο ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀπαγόρευαν κάποια στιγμὴ τὰ βιβλία. Οὐσιαστικὰ αὐτὸς ὁ φόβος εἶναι συμβολικός. Ἐκφράζει τὴν ἀπώλεια τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας σ’ ἕνα κόσμο ἐργαλειακοῦ καὶ ἐμπορικοῦ πραγματισμοῦ. Ἡ «ἄλλη πραγματικότητα», αὐτὴ τῆς ἀνώτερης τέχνης (ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ Marcuse), ἐκείνη ἡ «ἀνώτερη» πραγματικότητα τῆς τέχνης καὶ τοῦ πνεύματος, θὰ εἶχε ἐγκαταλειφθεῖ ἐντός τοῦ νέου χώρου τοῦ νεομοντερνιστικοῦ, τεχνοκρατικοῦ λειτουργισμοῦ.
.           Postman καὶ Huxley, ἀντίθετα, προωθοῦν ὣς τὰ ἔσχατα τὴν σκέψη τοῦ Ὄργουελ καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποδομοῦν στοὺς βασικοὺς ὅρους της: ἡ ἔσχατη ἀποδόμηση τοῦ πνεύματος εἶναι ἡ πίστη ὅτι σὲ κάποια διαλεκτικὴ στιγμὴ τῆς ἱστορίας δὲν θὰ ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπαγορευτοῦν τὰ βιβλία, ἀφοῦ θἔχει ἐπέλθει ἄρνηση τῶν πρώτων ὅρων τῆς ἴδιας τῆς ἔννοιας τῆς ὕπαρξης τῶν βιβλίων ὡς ἐργαλεῖα μόρφωσης καὶ χειραφέτησης. Ἡ μυστηριακὰ συγκλονιστικἀπόλαυση τοῦ διαβάσματος θἔχει ὁριστικἀπολεσθεῖ. Δὲν θὑπάρχει πλέον λόγος γιὰ τὴν ἀπαγόρευση τῶν βιβλίων, ἀφοῦ θἔχει ἀναδειχθεῖ μία ἐποχὴ μέσα στὴν ὁποία δὲν θὰ βρίσκεται πλέον ἄνθρωπος πρόθυμος νὰ τὰ διαβάσει!

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-2

, ,

Σχολιάστε

«ΑΡΧΕΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ (1686-1897)»: Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΟΝΤΙΚΗΣ ΤΣΑΚΩΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

«ρχεο οκογένειας Σαραντάρη (1686-1897)»:
ποποιία τς ρχοντικς τσακώνικης οκογένειας,
ποποιία λου τοῦ λληνισμο

Παρουσίαση* τοῦ βιβλίου
ἀπὸ τὸν Γιῶργο Ν. Παπαθανασόπο
υλο

.             Τὸ βιβλίο «Ἀρχεῖο Οἰκογένειας Σαραντάρη (1686-1897» ἀποτελεῖ ἕνα ἀνεκτίμητο θησαυρὸ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Τσακωνιᾶς καὶ γενικότερα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
.             Θεωρῶ ἐξαιρετικὴ τιμή μου ποὺ ὁ Δῆμος Νότιας Κυνουρίας καὶ τὸ Ἀρχεῖο Τσακωνιᾶς μὲ προσκάλεσαν νὰ παρουσιάσω τὸ βιβλίο «Ἀρχεῖο Οἰκογένειας Σαραντάρη 1686-1897)». Στὴν ἀρχὴ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ μιλήσω γιὰ τὸν ἀγαπητό μου Ἀριστείδη Χρ. Κορολόγο, φιλόλογο καὶ τέως προϊστάμενο τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους, Τοπικοῦ Ἀρχείου Λεωνιδίου καὶ τέως Γενικὸ Γραμματέα τοῦ Ἀρχείου Τσακωνιᾶς. Τὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο παρουσιάζομε σήμερα εἶναι μία ἐξαιρετικὴ πνευματικὴ δημιουργία καὶ ψυχὴ αὐτῆς τῆς δημιουργίας εἶναι ὁ Ἀριστείδης Κορολόγος. Παρακολούθησα ἀπὸ κοντὰ καὶ ἐξετίμησα τὴν θαυμάσια ἐργασία του. Αὐτὴ εἶναι συνδυασμὸς γνώσης, ἐπιστημονικῆς κατάρτισης, ἀγάπης στὸ δημιούργημά του καὶ πολυετοῦς μόχθου.
.             Ὅποιος δεῖ τὰ πρωτότυπα ἔγγραφα ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως τὴ δυσκολία τῆς ἀνάγνωσης καὶ τῆς μεταφορᾶς τους στὸ χαρτί. Ἐπίσης οἱ παρατηρήσεις καὶ τὰ σχόλιά του δείχνουν τὴν ποιότητα τῆς ἐντρυφήσεώς του στὰ γλωσσολογικά, πραγματικά, ἱστορικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα τῶν Τσακώνων τῆς περιόδου 1686 -1897. Οἱ γνώσεις του καὶ ἡ φιλολογικὴ ἱκανότητά του ‘Ἁρ. Κορολόγου τὸν βοήθησαν, μέσα ἀπὸ τὰ δημοσιευόμενα ἔγγραφα, νὰ δώσει  μὲ τὴν εἰσαγωγή, τὶς παρατηρήσεις καὶ τὰ σχόλιά του μία πολὺ γλαφυρὴ εἰκόνα τῆς τσακώνικης πραγματικότητας τῆς ἐποχῆς, ποὺ μπορεῖ, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν τοπικῶν ἰδιατεροτήτων, νὰ εἶναι ἡ πραγματικότητα ποὺ ἔζησε ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκεῖνα τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς του. Χωρὶς νὰ εἶμαι εἰδικός, ἡ ταπεινή μου ἄποψη εἶναι πὼς τὸ παρουσιαζόμενο βιβλίο εἶναι ἡ πληρέστερη μελέτη γιὰ τὴ ζωὴ τῶν Τσακώνων γιὰ τὴν προαναφερθεῖσα περίοδο.
.             Ὁ δεύτερος ἀλλὰ ὄχι λιγότερο σημαντικὸς γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου εἶναι ὁ προσφιλέστατός μας Παναγιώτης Σαραντάρης. Ὁ Παν. Σαραντάρης συνεχίζοντας τὴν Παράδοση τῆς οἰκογενείας του, προσφέρει τὸν ἑαυτό του στὸ Λεωνίδιο ἐδῶ καὶ περισσότερο ἀπὸ σαράντα χρόνια καὶ ἔχει ἐπιτελέσει σπουδαῖο ἔργο ἐπιστημονικὸ – ἀρχιτεκτονικό, κοινωνικὸ καὶ πατριωτικό. Στὴν πατριωτικὴ προσφορὰ τοῦ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἔκδοση τοῦ παρουσιαζόμενου βιβλίου. Πρῶτον διατήρησε τὸ πολύτιμο ὑλικὸ ποὺ τοῦ παρέδωσαν οἱ πρόγονοί του, καὶ τὸ παρέδωσε πρὸς ἐπεξεργασία στὸν Ἄρ. Κορολόγο. Βίωσα τὴν ἀγωνία του ἡ ἐργασία νὰ προχωρήσει καὶ νὰ ἐκδοθεῖ. Χρηματοδότησε τὸ βιβλίο καὶ τὸ διέθεσε στὸ Ἀρχεῖο Τσακωνιᾶς. Εἶναι μία ἀκόμη συνεισφορὰ τοῦ Παν. Σαραντάρη στὴν διατήρηση τῆς Τσακωνικῆς κληρονομιᾶς.
.         Σημειώνω πὼς ὁ Θανάσης Βαγενᾶς ἔγραψε ὅτι ἡ οἰκογένεια Σαραντάρη τοῦ Πραστοῦ εἶναι μία ἀπὸ τὶς παλαιότερες, πλουσιότερες καὶ σημαντικότερες τῆς Τσακωνιᾶς. Τὸ ἀποδεικνύει ἡ κτητορικὴ ἐπιγραφὴ τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας τῆς Ὀρθοκωστᾶς, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1425 καὶ στὴν ὁποία ἀναφέρεται ὡς εὐεργέτης της ὁ Ἀντώνιος Σαραντάρης.

.            Θὰ ἀναφερθῶ τώρα ἐν συντομίᾳ στὴν ὕλη τοῦ βιβλίου. Μέσα ἀπὸ τὰ ἔγγραφα τοῦ Ἀρχείου τῆς οἰκογένειας Σαραντάρη μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχει μία καλὴ καὶ σαφῆ εἰκόνα τῆς ζωῆς τῶν Τσακώνων γιὰ πάνω ἀπὸ διακόσια χρόνια. Ὅπως εἶναι γνωστὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωσή τους, τὸ 1821, καὶ μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως πέρασαν τρεῖς περιόδους σκλαβιᾶς, δύο φορὲς τουρκοκρατία (1464 – 1685 καὶ 1715-1821) καὶ μία, ἐνετοκρατία (1685-1715).

Σ’ αὐτὲς τὶς περιόδους ἔχω σημειώσει τὰ ἑξῆς:

1. Τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ Τσάκωνες ζοῦσαν ὡς νὰ ἦσαν ἐλεύθεροι καὶ ὄχι σκλαβωμένοι. Σημειώνω ὅτι ὁ Δημ. Δερνίκος ἀναφέρει σὲ ἄρθρο του στὰ «Χρονικὰ τῶν Τσακώνων» (Τόμος Α΄, Ἀθῆναι, 1956, σελ. 17 κ.ε.) πὼς κατὰ τὴν γενομένη ἐπὶ τουρκοκρατίας, τὸ 1811, ἀπογραφὴ τὸ βιλαέτιο τοῦ Ἁγίου Πέτρου καὶ Πραστοῦ εἶχε 3.000 ἑλληνικὰ σπίτια καὶ ἕνα μόνο τούρκικο, τοῦ κατῆ… Στὰ ἔγγραφα δὲν ὑπάρχει καμία ἀναφορὰ σὲ τοῦρκο, ἢ σὲ τουρκικὴ ἐξουσία. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ὑπάρχει μόνο μία ἀπόφαση, τοῦ 1801, ποὺ ἐξέδωσε ὁ ὀθωμανὸς κατὴς τοῦ Μυστρᾶ καὶ ζητάει ἀπὸ Πραστιῶτες νὰ ὁριοθετήσουν χωράφι,§ ποὺ ἦταν καταπατημένο. Βεβαίως ὑπῆρχε φορολογία. Στὰ 1718 οἱ Μαλεβίτες μοναχοὶ ὑποχρεώθηκαν νὰ πουλήσουν 12 στρέμματα χωράφι γιὰ νὰ πληρώσουν τὴ «δεκατία», τὸ φόρο στὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία, ποὺ ἦταν τὸ 1/10 τοῦ θεωρούμενου ἀπὸ αὐτὴν εἰσοδήματος τῆς Μονῆς.

2. Σημαντικὴ εἶναι ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας. Στὰ περισσότερα ἔγγραφα ὑπάρχει ὁ παπὰς ἢ ὁ καλόγερος, ὡς μάρτυρας, ἢ ὡς γραμματικός. Εἶναι μία ἀπάντηση σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀμφισβητοῦν τὸ ρόλο τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς περιόδους τῆς τουρκοκρατίας καὶ τῆς ἐνετοκρατίας. Στὸ πρῶτο καὶ παλαιότερο ἔγγραφο, τοῦ 1686 – μόλις εἶχε ἀρχίσει ἡ ἐνετοκρατία-, ποὺ εἶναι ἕνα πωλητήριο, ὑπάρχει στὴν ἀρχὴ ἕνας Σταυρὸς καὶ μεταξὺ αὐτῶν ποὺ ὑπογράφουν εἶναι καὶ ὁ «ἠοασάφης ὑερομόναχος ἀπὸ ὀρθωκοστὰ περικαλλαιτῶς ἔγραψα καὶ μαρτηρω τὰ ἀνόθεν». Δηλαδὴ τὸν ἱερομόναχο τῆς Μονῆς Ὀρθοκωστᾶς παρακάλεσαν ἡ πωλήτρια καὶ ὁ ἀγοραστὴς νὰ γράψει τὸ πωλητήριο καὶ νὰ εἶναι μάρτυρας τῆς πράξης. Αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται σὲ πολλὰ ἔγγραφα. Τὸ πῶς ἔγραφαν τὰ ἔγγραφα; Πιὸ ἀνορθόγραφα δὲν γινόταν! Ὅμως ἦσαν ἑλληνικὰ καὶ κατανοητά!
.           Οἱ Ἐπίσκοποι ἔκριναν τὶς δικαστικὲς ὑποθέσεις μὲ τὴ βυζαντινὴ νομοθεσία, ὅπως κατεγράφη ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἁρμενόπουλο στὸ «Πρόχειρο τῶν Νόμων», ἢ «Ἑξάβιβλο». Ἐπέβαλαν ἐπίσης ἐπιτίμια, ὅταν κάπου εὕρισκαν ὅτι ὑπάρχει ἀδικία. Τὸ 1789 μπροστὰ στὸν Ἐπίσκοπο Ρέοντος καὶ Πραστοῦ, «λογαριάστηκαν» γιὰ χρέος δύο Πραστιῶτες καὶ συμφώνησαν γιὰ τὴν ἐξόφλησή του ὁ ὀφειλέτης νὰ δώσει στὸ δανειστὴ τοῦ μισὸ λιοτρίβι, ἐλιὲς στὴ Στάη (συνοικία τοῦ Λεωνιδίου) καὶ μισὸ χωράφι στὸν Πραστό..
.              Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν καὶ οἱ διαθῆκες μὲ πολλὲς ὄμορφες ἐκκλησιαστικὲς ἐκφράσεις. Στῆς Παγώνας Γιώργη Σαραντάρη λ.χ. τὴ διαθήκη στὴν ἀρχὴ γράφεται: « Ἐπειδὴ ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ἐλεεινά τοῦ πανδαμάτορος θανάτου τρόπαια…». Τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα στὶς Διαθῆκες ἐκφράζεται παραστατικὰ μὲ προσφορὲς στὸν ΠανάγιοΤαφο, σὲ ναοὺς καὶ μοναστήρια τῆς περιοχῆς, ἀλλὰ καὶ μὲ καλοσύνες κυρίως πρὸς ὀρφανὲς κοπέλες.

3. Οἱ γυναῖκες εἶναι ἰσότιμες ἀπολύτως μὲ τοὺς ἄνδρες. Ὑπογράφουν ὅπως οἱ ἄνδρες τὰ ἔγγραφα. Ὅταν εἶναι χῆρες, οἱ υἱοὶ πάντα ἐνεργοῦν μὲ τὴ συγκατάθεση καὶ τὴν εὐχὴ τῶν μητέρων τους. Αὐτὸ τὸ περνᾶμε κάπως ἐπιφανειακά. Δὲν γνωρίζω ἂν σὲ ἄλλη χώρα στὸν κόσμο οἱ γυναῖκες ἦσαν τόσο χειραφετημένες ἐκείνους τοὺς αἰῶνες. Δὲν ξέρω, ἂν ἀκόμη σὲ κάποιο μέρος τοῦ κόσμου στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰώνα ὑπῆρχαν καπετάνισσες, ὅπως ἡ Μπουμπουλίνα καὶ σπουδαῖες στρατιωτικὲς ἡγέτιδες, ὅπως ἡ Μαντὼ Μαυρογένους. Ὁ Ἁρ. Κορολόγος θεωρεῖ καὶ εἶναι ἀξιομνημόνευτη καὶ σπάνια ἡ ἀμεροληψία τῆς μάνας, ποὺ ὅταν ὁ γυιός της δὲν μπόρεσε νὰ βρεῖ μάρτυρες, ὅτι ἕνα κτῆμα τῆς ἀνῆκε καὶ μετὰ τὸν ὅρκο τοῦ Γιώργη Πλαφιτζῆ ὅτι ἦταν δικό του, τοῦ τὸ ἄφησε νὰ τὸ πάρει.

4. Οἱ δοσοληψίες ἕως τὴν καθιέρωση τῆς δραχμῆς στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα γίνονταν κυρίως σὲ γρόσια, ἀνεξάρτητα μάλιστα ἂν ἦταν τουρκοκρατία, ἢ ἐνετοκρατία. Τὸ γρόσι ἀπὸ τὸ 1687 δημιούργησε ἕνα νέο νομισματικὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο 1 γρόσι = 40 παράδες = 120 ἄσπρα. Ἦταν ἀσημένιο νόμισμα, ποὺ πάντως σὺν τῷ χρόνῳ ἔχανε τὴν περιεκτικότητά του στὸ πολύτιμο μέταλλο. Ἀπὸ περιεκτικότητα 900/1000 στὸν 14ο αἰώνα στὸν 17ο ἔφτασε αὐτὴ νὰ εἶναι ἀνεξέλεγκτη. Κυκλοφοροῦσαν ἐπίσης ρεάλια, ποὺ ἦσαν τὰ ἑνετικὰ νομίσματα ἐκείνης τῆς περιόδου. Οἱ ἰσοτιμίες καὶ οἱ ἀξίες ἔπαιζαν τόσο, ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα, οὔτε οἱ εἰδικοὶ νομισματολόγοι ἔχουν κατασταλάξει σὲ μία σαφῆ εἰκόνα τῶν νομισμάτων καὶ τῶν συναλλαγῶν ἐπὶ τουρκοκρατίας καὶ ἐνετοκρατίας. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ τὴν καθιέρωση τῆς δραχμῆς ἔχουμε καὶ συναλλαγὲς μὲ ὁμολογίες, ἀκόμη καὶ μὲ ἐπιταγές, ἐνῶ φαίνεται καὶ ἡ ἀπὸ τότε τάση γιὰ τοκογλυφία, ὅταν ἀπὸ τὰ ἔγγραφα φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε δανεισμὸς μὲ ἐπιτόκιο 1,5% τὸ μήνα!… Ἀπὸ τὰ ἔγγραφα φαίνονται ἐπίσης συμφωνίες γιὰ συμμετοχὴ Πραστιωτῶν σὲ ἐπιχειρήσεις, κυρίως ναυτιλιακὲς καὶ ἐμπορικές. Ἀκόμη ὑπῆρχε τὸ ἔθος τὰ ἔναντι τοῦ δανεισμοῦ ἐνέχυρα (χωράφια ἢ κάποια ἐμπορικὴ ἢ βιοτεχνικὴ ἐπιχείρηση) νὰ τὰ ἐκμεταλλεύεται ὁ δανειστής, ἕως ὅτου ἐξοφληθεῖ τὸ δάνειό του.
.             Τὸ βιβλίο «Ἀρχεῖο Οἰκογένειας Σαραντάρη» ἀποτελεῖ μία συμβολὴ ἔμπρακτη στὴν ἀπόδειξη τῆς συνέχειας τοῦ Ἔθνους μας. Ἡ σκυτάλη τοῦ Ἔθνους εἶναι ἡ πολύτιμη συνέχειά μας. Γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ ὑπάρχουν δύο τάσεις σήμερα. Ἡ μία ὑποστηρίζει πὼς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμαστε ἕνα πρόσφατο ἐθνικὸ μόρφωμα. Ὑποστηρίζουν ὅτι ἔτυχε νὰ κατοικοῦμε στὸν χῶρο, ποὺ ζοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ πὼς – οἱ ἀφελεῖς – πιστέψαμε, ἢ μᾶς ἔκαμαν οἱ ξένοι νὰ πιστέψουμε ὅτι εἴμαστε συνέχεια τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Κατὰ τὸν ἰδιοφυῆ ἱστορικὸ Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, δογματικ ντίληψη τς ρνησης τς συνέχειας το θνους μας ξεκιν π ξένους: τν Gibbon κα τν de Montesquieu, πο πηρέασαν τν Κοραή.
.           Ἡ ἄλλη τάση, ὅλων τῶν ὑπόλοιπων Ἑλλήνων, εἶναι πὼς εἴμαστε ἡ συνέχεια τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τῶν Ρωμιῶν τοῦ Βυζαντίου καὶ τῶν ραγιάδων τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῆς Ἐνετοκρατίας.
.           Ὁ σημαντικὸς σύγχρονος ἱστορικὸς Διονύσιος Ζακυθηνὸς στὸ σύγγραμμά του «Μεταβυζαντινὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ» γράφει: « Ρωμαιοκρατία κα Τουρκοκρατία, κτιμώμεναι κα κρινόμεναι π τ φς τν σημερινν δεδομένων τς πιστήμης, ποδεικνύονται ποχα μείζονες τῆς λληνικς στορίας». Πράγματι οἱ Ἕλληνες περάσαμε βάσανα πολλά. Στὸ διάβα τῶν αἰώνων πολλοὶ μηδίσανε, πολλοὶ κατάντησαν γραικύλοι, πολλοὶ ἐξισλαμίστηκαν καὶ γίνηκαν γενίτσαροι, ἀρκετοὶ συνεργάστηκαν μὲ τοὺς Φράγκους καὶ τοὺς Ἐνετούς, μπολιάστηκαν μὲ τὴ νοοτροπία τους καὶ ἀφομοιώθηκαν ἀπὸ αὐτούς. μως πάντα πρχαν ο λληνες πο κρατοσαν τ σκυτάλη κα τν διναν στν πόμενη γενιά, ἕως τὶς ἡμέρες μας, ὅπως σοφὰ περιέγραψε τὸ γεγονὸς ὁ Σεφέρης, στὴν ὁμιλία του κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Νόμπελ τῆς Λογοτεχνίας, στὶς 11 Δεκεμβρίου 1963. Εἶπε τότε, μεταξὺ ἄλλων:
«Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. λληνικ γλώσσα δν παψε ποτέ της ν μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται κάθε τί ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη….».
.               Στὶς ἡμέρες μας ὁ κίνδυνος νὰ πετάξουμε κάτω τὴ σκυτάλη τῆς ἐθνικῆς συνέχειας εἶναι ὑπαρκτός. Ὅμως οἱ Ἕλληνες πιστεύουμε σ’ αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Παλαμᾶς στὸν «Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου»: «Κι ἂν πέσαμε σὲ πέσιμο πρωτάκουστο καὶ σὲ γκρεμὸ κατρακυλήσαμε, ποὺ πιὸ βαθὺ καμμιὰ φυλὴ δὲν εἶδ’ ὣς τώρα, εἶναι γιατί μὲ τῶν καιρῶν τὸ πλήρωμα ὅμοια βαθὺ εν’ ἀνέβασμα μᾶς μέλλεται πρὸς ὕψη οὐρανοφόρα». Ἡ παράδοσή μας πάντως ἀποδεικνύει πὼς θὰ ἀντιμετωπίσουμε πάλι μὲ ἐπιτυχία τὴν ἐθνοκτόνα ἐπίθεση ποὺ δεχόμαστε, ὅπως ὅλες τὶς προηγούμενες φορές.
.             Οἱ Τσάκωνες εἶχαν τὴν εὐλογία νὰ μὴν ὑποστοῦν τὴν ἔντονη καταπίεση τῶν κατακτητῶν τῆς χώρας μας. Γι’ αὐτὸ καὶ διατήρησαν τὴν πολύτιμη καὶ αὐθεντικὴ ἑλληνική τους παράδοση, στὴν ὁποία περιλαμβάνεται καὶ τὸ γλωσσικό τους ἰδίωμα. Εἶναι εὐχάριστο τὸ γεγονὸς πὼς οἱ σημερινοί τους ἀπόγονοι εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ συνεχίσουν αὐτὴ τὴν Παράδοση. Στὴ συνέχιση τῆς σημαντικῆς αὐτῆς ἐθνικῆς παράδοσης συμβάλλει μὲ πρότυπο καὶ ἐξαιρετικὸ τρόπο ὁ Δῆμος Νότιας Κυνουρίας καὶ τὸ Ἀρχεῖο Τσακωνιᾶς μὲ τὸ ἐκδοθὲν καὶ παρουσιαζόμενο σήμερα βιβλίο «Τὸ Ἀρχεῖο τῆς οἰκογένειας Σαραντάρη». Εἶναι πολὺ εὐχάριστο τὸ γεγονὸς ὅτι νέοι ἄνθρωποι ἐργάζονται μὲ κέφι, γνώση καὶ ἀγάπη γιὰ τὴ διατήρηση αὐτῆς τῆς πολύτιμης Παράδοσης.

Εὐχαριστοῦμε καὶ πάλι τοὺς Παν. Σαραντάρη, Ἀριστείδη Κορολόγο, τὸ Δῆμο Νότιας Κυνουρίας καὶ τὸ Ἀρχεῖο Τσακωνιᾶς γι᾽ αὐτή τους τὴν προσφορὰ πρὸς τὸν τόπο καὶ γενικότερα πρὸς τὸν Ἑλληνισμό.-

,

Σχολιάστε

ΜΥΡΙΠΝΟΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ [Νέο βιβλίο]

ΜΥΡΙΠΝΟΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ
Ἀνθολόγιο κειμένων,
πού ἀναφέρονται στόν
Μεγαλομάρτυρα Ἅγιο Δημήτριο,
τόν Μυροβλήτη

Παρουσίαση  βιβλίου τοῦ Κωνσταντίνου Ἰ. Χολέβα
ἀπό τόν Κώστα Β. Καραστάθη

.            «Μυρίπνοος Εὐχαριστία» τιτλοφορεῖται τό νέο βιβλίο τοῦ γνωστοῦ πολιτικοῦ ἐπιστήμονος, ἀρχισυντάκτου τοῦ περιοδικοῦ «Ἐκκλησία», συνεργάτου ἐφημερίδων, περιοδικῶν, ραδιοφωνικῶν σταθμῶν καί ἱστολογίων τοῦ Διαδικτύου κ. Κωνσταντίνου Χολέβα. Προσκαλούμενος ὡς χαρισματικός ὁμιλητής ὁ κ. Χολέβας σέ ἐθνικές ἤ ἄλλες τοπικές ἱστορικές ἐπετείους ἔχει περιέλθει ὅλες σχεδόν τῆς ἑλληνικές πόλεις. Τούτη τή φορά, ἀνταποκρινόμενος σέ μιά διαφορετική πρόσκληση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου Ἀττικῆς (Μπραχαμίου), ἀφιέρωσε πρόθυμα πολύ χρόνο στή μελέτη πολλῶν βιβλίων, γιά νά ἐπιλέξει κείμενα ἀναφερόμενα στή ζωή, τή δράση, τό μαρτύριο καί τά ἄπειρα θαύματα τοῦ Μυροβλήτου Ἁγίου καί νά καταρτίσει τό ἐν λόγῳ περισπούδαστο Ἀνθολόγιο, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ ὄντως μυρίπνοο εὐχαριστία πρός τόν προστάτην τῆς συπρωτεύουσας Θεσσαλονίκης. Τά κείμενα τῆς συλλογῆς εἶναι Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ (10ος αἰώνας), Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου (12ος αἰώνας), Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (14ος αἰώνας) καί πολλῶν συγχρόνων μας συγγραφέων, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τοῦ Κ. Σαρδελῆ καί τοῦ Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης κ. Παντελεήμονος. Ὁ πρῶτος ἀντλεῖ τά ἐνδιαφέροντα ἱστορικά στοιχεῖα ἀπό τό «Βιβλίο τῶν Θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου», πού ἔχει συγγράψει ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἰωάννης (610-640), καθώς καί ἀπό τά μεταγενέστερα «Μαρτυρολόγια» ἀνώνυμου συγγραφέα. Ὁ δεύτερος δίνει ἐπίσης ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέροντα ἱστορικά στοιχεῖα περί τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου κατά τούς Βυζαντινούς χρόνους. Καί ὅλα μαζί τά κείμενα τοῦ Ἀνθολογίου συνθέτουν τήν ἄρτια βιογραφία, τά σχετικά πρός τό μαρτύριο καί τά ἀναρίθμητα διαμέσου τῶν αἰώνων θαύματα τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ διά Χριστόν Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου.
.             Τό βιβλίο ἐκδόθηκε ἀπό τόν ἐν λόγῳ Ἱερό Ναό διά τῶν Ἐκδόσεων «Ἐν πλῷ» μέ εὐγενική χορηγία τῆς φιλαγίου οἰκογενείας Ἠλία καί Εὐαγγελίας Δούκα. Πρόκειται γιά μιά θαυμάσια ἔκδοση μέ χρυσή, ἀπαστράπτουσα εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καί τά γράμματα χρυσά στό ἐξώφυλλο.
.              Μεγάλο μέρος τῶν ἀντιτύπων δωρήθηκε σέ πολλές ἑκατοντάδες πιστούς πού εἶχαν κατακλύσει τήν τεράστια αἴθουσα πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων τοῦ Ναοῦ τό ἀπόγευμα τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 2016, γιά νά μετάσχουν σέ μιά ὄντως λαμπρή ἐκδήλωση, πού εἶχε ὀργανώσει τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, γιά τά «20 χρόνια Δημήτρια», δηλαδή τήν εἰκοστή ἐπέτειο ἀφότου ὁ ἱερός ναός ἀπέκτησε ἱερό τεμάχιο λειψάνου τοῦ Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου (1997). Στήν ἐκδήλωση αὐτή ὁμιλητές ἦσαν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαγκαδᾶ Λητῆς καί Ρεντίνης κ. Ἰωάννης, ὁ Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Κ. Κορναράκης, ὁ ὁποῖος παρουσίασε τό βιβλίο, καί ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, ἐνῶ ἡ κ. Σοφία Χατζῆ συντόνισε τή συζήτηση.

,

Σχολιάστε