Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ/ – ΚΡΙΣΙΕΣ"

«ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΠΟΛΕΜΙΟΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ» [Νέα ἔκδοση]

[ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ]
Φιλόλαος Δ. Δημητρίου

«Σύγχρονοι πολέμιοι τοῦ Χριστιανισμοῦ»,

EKΔOΣEIΣ “THNOΣ”,
Ἀθῆναι 2018, σελ. 400

.             Ἕνας ἀπό τούς μεγαλυτέρους ἱστορικούς τῆς ἐποχῆς μας, ὁ Γάλλος καθηγητής Μπρωντέλ ἔκανε τήν ἑξῆς δήλωσι: «Ζοῦμε στόν αἰώνα τοῦ Διαβόλου»! Βέβαια, ὁ Μπρωντέλ εἶπε τήν ἀλήθεια αὐτή, ὡς ἐπιστή­μων μελετητής τῆς συγχρόνου πραγματικότητος, ἐπαναλαμβάνει ὅμως κατά τρόπον διαπιστωτικόν τήν διακήρυξιν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου ὅτι: «Ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»!
.              Ἀκόμη σαφέστερα, ὁ συγγραφέας David J. Stewart γράφει τά ἑξῆς: «Ὁ Σατανᾶς εἶναι ὁ θεός αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ Σατανᾶς ἐλέγχει τόν κόσμο διά μέσου δαιμονοκρατουμένων προσκυνητῶν τοῦ Ἑωσφόρου, τέτοιων ὅπως ἡ Μ. Blavatsky, Alice Bailey, Albert Pike καί Aleister Crowley. Τό Lucis Trust προπαγανδίζει καί προωθεῖ τό ἔργο τοῦ δαιμονοκρατουμένου αὐτοῦ ἀνδρός (τοῦ D.K.), ὁ ὁποῖος ἐργάζονταν ἐπί 30 ἔτη διά μέσου τῆς Α.Β». Καί ὅσο –προχωρώντας– διαβάζει κανείς τά ἑωσφορικά κείμενά τους, τόσο νοιώθει νά τόν ἐγ­γί­ζη τό πάγωμα τοῦ ἀντιχριστιανικοῦ τους πάθους. Γράφουν: «Πρέπει νά καθιερωθῆ μιά παγκόσμια θρησκεία τῆς Νέας Ἐποχῆς, χωρίς τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὡς Κύριο καί Σωτήρα. Ἡ χριστια­νική ἐκκλησία εἶναι νεκρή καί πρέπει νά ἀντικατασταθῆ. Ἡ ἐπερχόμενη παγκόσμια θρησκεία τῆς Νέας Ἐποχῆς θά δώση ἔμφαση στήν ἑνότητα ὅλων τῶν θρησκειῶν καί θά ἀπορρίπτη τήν προσκόλληση στόν λόγο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: “Ἐγώ εἶμαι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή”».
.                 Καί ἰδού πῶς τόν ἐννοοῦν: «Οἱ παρανοϊκές καί ἀνώριμες ἰδέες περί “ἁμαρτίας” καί “ἐνοχῆς” δέν θά πρέπει νά ἐμφυτεύονται στούς νέους ἀπό γονεῖς, διδασκάλους, ἱερεῖς καί ἄλλους ἐνήλικες. Τά παιδιά πρέπει νά διδαχθοῦν ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες –Χριστιανισμός, Ἰνδουϊσμός, Μαγεία, Βουδδισμός, Ἰσλαμισμός, Ἰουδαϊσμός, Εἰδωλολατρεία κλπ.,– ἔχουν τήν ἴδια ἀξία καί δέν ἔχει σημασία σέ «ποιόν θεό» πιστεύει κανείς… Οἱ χριστιανικές ἰδέες, ὅπως ὁ παράδεισος, ἡ κόλαση, καί ἡ κρίση πρέπει νά ἐξαφανισθοῦν καί ἡ Ἰδεολογία τῆς Π. Διαθήκης νά ἀπορριφθῆ.»!
.               Πλέον τούτου ἀκοῦστε τί εἶπεν ὁ ἔγκριτος δημοσιογράφος καί πρώην Πρόεδρος τοῦ Προσωπικοῦ τῆς ἐφημερίδος “New York Times”, Jan Swinton, ἐξ ἀφορμῆς ἐρωτήματος ἐάν ὑπάρχη ἀνεξάρτητος ΤΥΠΟΣ εἰς τήν Ἀμερικήν: «Δέν ὑπάρχει τέτοιο πράγμα, δηλαδή ἀνεξάρτητος Τύπος στήν Ἀμερική… Εἶναι δουλειά καί καθῆκον κάθε δημοσιογράφου νά καταστρέφη τήν ἀλήθεια, νά ὑπηρετῆ τό ψέμα, νά διαστρέφη τήν πραγματικότητα, νά κολακεύη γονυπετής τόν μαμωνᾶ, νά πουλάη τήν πατρίδα του καί τήν φυλή του, γιά τόν ἐπιούσιον ἄρτον του…. Ἐμεῖς (οἱ δημοσιογράφοι) εἴμαστε τά ἐργαλεῖα καί οἱ ὑποτελεῖς τῶν πλου­σίων ἀνδρῶν τοῦ παρασκηνίου. Τά ταλέντα μας, οἱ δυνατότητές μας καί αὐτές ἀκόμη οἱ ζωές μας εἶναι ὅλα περιουσία τῶν ἄλλων. Ἐμεῖς εἴμαστε πνευματικές πόρνες».*
* (Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο: «Σύγχρονοι πολέμιοι τοῦ Χριστιανισμοῦ»).

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΠΟΛΕΜΙΟΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ (Β´) «Στὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰῶνος ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ παίρνει ἄλλες διαστάσεις.Θὰ μείνουμε ἄναυδοι βλέποντας ἀφύσικες, ἀλλοπρόσαλλες καὶ “δαιμονικὲς” συμμαχίες, κατὰ τῆς Πίστεως»

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

«ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ- ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΜΙΝΩΙΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ»

 

 

Προσαυξημένη Β´ ἔκδοση
τοῦ ἱστορικοῦ βιβλίου τοῦ Κ. Β. Καραστάθη
 

«ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ- ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΜΙΝΩΙΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ»

.              Οἱ Κρῆτες, μετά τήν ἀποτυχία τῆς ἐκστρατείας τους νά καταλάβουν τή Σικελία καί νά ἐκδικηθοῦν τό θάνατο τοῦ βασιλιᾶ τους Μίνωα Β΄, δημιουργοῦ τοῦ περίφημου μινωικοῦ πολιτισμοῦ (περί τό 1274 π.Χ.), ἐπιβιβάστηκαν στά πλοῖα τους -σύν γυναιξί καί τέκνοις- νά ἐπιστρέψουν στήν Κρήτη. Πλέοντας παράλληλα πρός τίς ἀνατολικές ἀκτές τῆς Κάτω Ἰταλίας, μεγάλη θαλασσοταραχή θρυμμάτισε τά πλοῖα τους στίς βραχώδεις ἀκτές τῆς Ἀπουλίας. Ἀναγκαστικά οἱ Μινωίτες Κρῆτες ἔγιναν μόνιμοι κάτοικοι σέ περιοχή τῆς Ἀπουλίας. Ὀνόμασαν τή νέα πατρίδα τους Ἰαπυγία ἀπό τό ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ τους (Ἰάπυξ, Ιάπυγος), καί τούς ἑαυτούς τους Ἰάπυγες. Μερίδα Ἰαπύγων τῆς ἑπόμενης ἤ μεθεπόμενης γενεᾶς ἐστασίασε καί ὑποχρεώθηκε νά ἐγκατα­λεί­ψει τήν Ἰαπυγία. Οἱ στασιαστές Ἰάπυγες ὁδοιπορώντας γύρω ἀπό τήν Ἀδριατική θάλασσα ἔφθασαν στή Λιβυρνία, ὅπου, μέ τήν ἄδεια τῶν Λιβυρνῶν, ἐγκαταστά­θηκαν στίς ἀκτές καί στά νησιά τῆς χώρας. Σ’ ἕνα μεγάλο νησί ἔκτισαν τήν πόλη Ἄρβη (Arba τήν ἀποκαλεῖ ὁ Πλίνιος), ὡς καταγόμενοι προφανῶς ἀπό τή μεγάλη παραθαλάσσια πόλη τῆς Κρήτης Ἄρβη, πού ἀπό τόν 19ο αἰώνα π.Χ. ὑπῆρξε μεγάλο διαμετακομιστικό ἐμπορικό κέντρο γιά ὁλόκληρη τή Μεσόγειο. Οἱ Ἄρβιοι αὐτοί   Ἰάπυγες ἤ ἁπλά Ἄρβιοι ἤ Ἄρβοι ἤ καί Ἄβροι – ὅπως τούς ἀναφέρει ὁ Ἑκαταῖος ὁ Μιλήσιος (6ος αἰώνας π.Χ.) – στά χρόνια ἐκείνου τοῦ ἱστορικοῦ εἶχαν ἤδη μετακινηθεῖ νοτιότερα στίς ἀνατολικές ἀκτές τῆς Ἀδριατικῆς, σέ περιοχή στήν ὁποία ἔδωσαν τό ὄνομα Ἄρβων καί στούς ἑαυτούς τους τό ὄνομα Ἀρβώνιοι Ἀρβωνίτες. Καί κατά τόν 3ο αἰώνα π.Χ. ὕστερα ἀπό τραγικά γεγονότα, ἐγκαταστάθηκαν στην περιοχή, στήν ὁποία ἔδωσαν τό ὄνομα Ἄρβανον καί στούς ἑαυτούς τους τό ὄνομα Ἀρβανίτες. Στόν Ἄρβωνα καί στό Ἄρβανο εἶχαν γείτονες τούς Ἰλλυριούς Ταυλάντιους ἤ Χελιδόνιους, μέ τούς ὁποίους συνεργάζονταν σέ νόνιμες ἤ παράνομες βιοποριστικές ἐνασχολήσεις (πειρατεῖες κλπ.), δηλαδή τούς προγόνους τῶν σημε­ρινῶν Ἀλβανῶν (Τόσκηδων).
.               Πλῆθος ἱστορικῶν, λαογραφικῶν καί γλωσσικῶν στοιχείων, πού ἀφοροῦν τούς Κρῆτες Ἰάπυγες, ἐμπλουτίζουν τήν παροῦσα προσαυξημένη β´ ἔκδοση καί ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ Ἀρβανίτες, πού ἔφθασαν στήν Ἑλλάδα κατά τούς 14ο και 15ο αἰῶνες, ἦσαν ἀναμφισβήτητα ἀπόγονοι Κρητῶν τῆς έποχῆς τοῦ Μίνωος Β´.

(Δελτίο τύπου τοῦ Ἐκδοτικοῦ Οἴκου «Ινφογνώμων)

Σχολιάστε

«ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

«Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.             Ἐξεδόθη πρόσφατα ἕνα σημαντικό βιβλίο ἀπό τόν καθηγητή Βασίλειο Τσίγκο μέ τίτλο «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» καί μέ ὑπότιτλο «Κατά τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα», ἀπό τόν ἐκδοτικό οἶκο «Ostracon Publishing (Θεσσαλονίκη 2017).
.             Μέχρι τώρα ὁ καθηγητής, μέ τήν ἐπιμέλεια πού τόν χαρακτηρίζει, ἐξέδωσε ἄλλα αὐτοτελῆ ἔργα του, ὅπως «Ἐκκλησιολογικές θέσεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Αὐθεντία καί πρωτεῖο», «Ὁ ἀνακαινισμός τοῦ ἀνθρώπου κατά τή δογματική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου», «Δογματικά καί θεολογικά μελετήματα Α’», «Προλεγόμενα στή θεολογική γνωσιολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», «Θέματα Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «Περιχώρησις. Θεολογικό περιεχόμενο τοῦ ὅρου καί οἱ ἐφαρμογές του κατά τή Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «Χάρισμα καί θεσμός στήν περί Ἐκκλησίας διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου».
.             Εἶναι εὐνόητον ὅτι ὕστερα ἀπό μιά μεγάλη ἐμπειρία στήν μελέτη καί πραγμάτευση δογματικῶν θεμάτων, μέσα ἀπό τήν ὅλη ἐκκλησιαστική διδασκαλία καί τήν ἐμπειρία τῶν θεοπτῶν θεολόγων, προῆλθε ὡς ἀποκορύφωμα ὁ νέος εὔχυμος καρπός μέ τόν τίτλο «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἑπομένως, τό νέο αὐτό ἔργο εἶναι ἕνας ὥριμος καρπός πολυετοῦς μελέτης πάνω σέ δογματικά ζητήματα.
.          Θά ἤθελα στήν συνέχεια νά καταγράψω μερικές σκέψεις πού μοῦ δημιουργήθηκαν κατά τήν ἀνάγνωση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου.

1.Ὁ συγγραφεύς καί τά ἐπιστημονικά του ἐνδιαφέροντα

.             Ὅταν διαβάζη κανείς ἕνα κείμενο ἤ ἕνα βιβλίο ἐξετάζει κατ’ ἀρχάς τό ὄνομα τοῦ συγγραφέως γιά νά διαπιστώση τήν ἐγκυρότητά του. Ὁ συγγραφεύς τοῦ παρόντος βιβλίου Βασίλειος Τσίγκος εἶναι καθηγητής στό Τμῆμα Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας στό Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, διδάσκει τήν Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἦταν μαθητής καί εἶναι διάδοχος τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδου καί κατά βάση ἐκφράζει τήν θεολογία του.

.             Στό ἐσώφυλλο τοῦ ἐξωφύλλου τοῦ βιβλίου γράφεται ὅτι τά διερευνητικά ἐνδιαφέροντα τοῦ Βασιλείου Τσίγκου εἶναι στραμμένα:

«-Στήν μελέτη τοῦ περιεχομένου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς μέσα ἀπό τά μνημεῖα ἑνός πολιτισμοῦ λόγου καί τέχνης πού δημιουργεῖ ἐν παντί τόπῳ καί χρόνῳ ἡ Ἐκκλησία.
-Στήν ἀκριβῆ ἔκθεση καί αὐθεντική ἑρμηνεία τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων τῆς πίστεως, μέ διαχρονία καί συγχρονία μέ τόν τρόπο ζωῆς τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.
-Στήν ἁρμονική συνύφανση, τήν ἄρρηκτη ἑνότητα καί σύνδεση τῆς δογματικῆς θεολογίας μέ τή βιβλική μαρτυρία καί τήν πατερική παράδοση, μέ τό ἦθος καί τή λατρεία, μέ τή θεωρία καί τήν πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
-Στήν ἀναγκαιότητα μιᾶς σύγχρονης ἐκφορᾶς τῆς θεολογικῆς μαρτυρίας σέ διάλογο μέ τά θεμελιώδη προβλήματα, τίς ἀπορίες καί τίς ἀναζητήσεις τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου».

Ὅλα αὐτά τά σημαντικά ἐρευνητικά ἐνδιαφέροντα τοῦ καθηγητοῦ ἀντικατοπτρίζονται στό βιβλίο τῆς «Δογματικῆς» του.

2. Ἡ σχολαστικοποίηση τῆς Δογματικῆς

.             Πρίν ἀναφερθῶ στήν «Δογματική» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου, θά κάνω μιά μικρή ἀνασκόπηση σέ «Δογματικές» πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τόν σχολαστικισμό, γιά νά φανῆ ἡ ἀξία τῆς παρούσης «Δογματικῆς».
Τήν δεύτερη χιλιετία τοῦ Χριστιανισμοῦ κατά τήν ὁποία γίνονταν πολλές ἀνακατατάξεις στόν δυτικό Χριστιανισμό, ἐπηρεάσθηκε καί ἡ «Δογματική» τῆς Ἐκκλησίας. Στήν ἀρχή τῆς δεύτερης χιλιετίας ἡ διατύπωση καί ἡ ἔκφραση τῶν δογματικῶν θεμάτων ἔγινε μέ σχολαστικό τρόπο μέ τήν ἐμφάνιση τῆς λεγομένης σχολαστικῆς θεολογίας καί στήν ὁποία πρωτεύοντα ρόλο διεδραμάτισε ὁ ὀρθολογισμός-λογικοκρατία.
.            Στήν συνέχεια ὑπῆρξε ἀντίδραση ἐναντίον τοῦ σχολαστικισμοῦ ἀπό τήν πλευρά τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ὅμως, ὁ σχολαστικός τρόπος ἐκφράσεως τῶν δογμάτων ἐπηρέασε καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Ἔτσι, σχεδόν ὅλες οἱ «Δογματικές» πού ἐγράφησαν μέχρι τόν 20ό αἰώνα ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τόν σχολαστικό τρόπο καταγραφῆς τῶν δογματικῶν θεμάτων. Αὐτό φαίνεται στήν διάρθρωση τῶν θεμάτων τῶν κατά καιρούς «Δογματικῶν».
.              Συνήθως, ἐκεῖνο πού ἐπικράτησε στίς σύγχρονες «Δογματικές» ὡς ἐπηρεασμός ἀπό τίς παλαιότερες σχολαστικές «Δογματικές» εἶναι ἡ διάρθρωσή τους σέ ἰδιαίτερα κεφάλαια, ὅπως Τριαδολογία, Χριστολογία, Ἀνθρωπολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία.
.              Γιά παράδειγμα, στήν εἰσαγωγή τῆς «Δογματικῆς» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου, ἡ ὁποία ἐπηρέασε ἐν πολλοῖς καί ἄλλες «Δογματικές», γίνεται λόγος γιά τόν ὁρισμό τῆς «Δογματικῆς», τό δόγμα καί τήν ἀποκάλυψη, τό δόγμα καί τόν ὀρθό λόγο, τίς πηγές καί τόν γνώμονα τῆς Δογματικῆς, τήν σχέση τῆς Δογματικῆς πρός τά ἄλλα θεολογικά θέματα, τήν μέθοδο τῆς Δογματικῆς, τήν διαίρεση τῆς δογματικῆς καί τήν ἱστορία τῆς Δογματικῆς. Ἀμέσως μετά τό βιβλίο διαιρεῖται σέ δύο μέρη.
.             Τό πρῶτο μέρος τιτλοφορεῖται «προϋποθέσεις τῆς ἐν Χριστῷ ἀπολυτρώσεως» καί ὑποδιαιρεῖται σέ κεφάλαια, ὅπως ἡ θεολογία (γιά τόν Θεό), ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἡ θεία Πρόνοια, ὁ κόσμος.
.             Τό δεύτερο μέρος τιτλοφορεῖται «ἡ ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωσις» καί ὑποδιαιρεῖται σέ τρία τμήματα καί κάθε τμῆμα σέ ἐπιμέρους κεφάλαια. Τό πρῶτο τμῆμα φέρει τόν τίτλο «Χριστολογία» καί ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια γιά «τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», «τό κοσμοσωτήριον ἔργον τοῦ Κυρίου», τό «Βασιλικόν ἀξίωμα τοῦ Κυρίου». Τό δεύτερο τμῆμα ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια «ἡ θεία Χάρις», «ἡ Ἐκκλησία», «τά μυστήρια». Καί τό τρίτο τμῆμα φέρει τίτλο «ἡ τελείωσις τῆς ἀπολυτρώσεως (Ἐσχατολογία)» καί ὑποδιαιρεῖται στά κεφάλαια «ἡ μερική κρίσις» καί «ἡ τελείωσις τῶν πάντων».
.             Ὁ ἴδιος ὁ Χρῆστος Ἀνδρούτσος στήν εἰσαγωγή του γράφει ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διαιρεῖται σέ περιόδους, ἤτοι τήν πρώτη περίοδο τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τό 8ο αἰώνα, καί τήν δεύτερη περίοδο ἀπό τόν ἱερό Δαμασκηνό μέχρι σήμερα.
.              Ἀναφερόμενος σέ αὐτήν τήν δεύτερη περίοδο γράφει ὅτι ἡ «Δογματική» ἀπέβαλε τήν παραγωγική δύναμή της καί περιορίζεται στήν ἐπεξεργασία τῶν παραδεδομένων δογμάτων «ἄνευ αὐτοτελείας καί ζωῆς». Μέ τόν τρόπο αὐτόν παραγνωρίζει καί ὑποτιμᾶ τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ὅλων τῶν Φιλοκαλικῶν-νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα, γράφει ὅτι τά δογματικά ἐγχειρίδια τά ὁποῖα ἐμφανίσθηκαν ἀπό τόν 18ο αἰώνα καί στήν συνέχεια «εἶνε μᾶλλον συνόψεις τῶν δογμάτων κατά τήν Σχολαστικήν μέθοδον, ἥτις ἀπό τοῦ 13ου αἰῶνος σπουδαίαν ῥοπήν ἤρξατο ἀσκοῦσα ἐπί τήν ἡμετέραν Θεολογίαν».
.             Αὐτή ἡ ἐπίδραση ἀπό τήν σχολαστική θεολογία καί τόν μετέπειτα γερμανικό ἰδεαλισμό ἤδη φαίνεται καί στήν «Δογματική» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου, ἀφ’ ἑνός μέν στήν διάρθρωσή της, ἀφ’ ἑτέρου στό περιεχόμενό της. Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι τό ἀντικείμενο τοῦ παρόντος κειμένου.

3. Ἡ «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως»

.             Ἐπειδή ὁ Χρῆστος Ἀνδρούτσος ἀναφέρθηκε στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ ὡς σχολαστικός θεολόγος. Ἄλλωστε, ἡ κυρίως σχολαστική θεολογία ἐμφανίσθηκε στήν Δύση μεταξύ τοῦ 11ου – 13ου αἰῶνος. Ἔπειτα, τό βιβλίο του μέ τίτλο «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» συνοψίζει ὅλη τήν πατερική διδασκαλία τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων, ἀλλά δέ ὁμοιάζει καθόλου μέ τήν μέθοδο καί τόν τρόπο τῶν σχολαστικῶν θεολόγων. Ἔτσι, τό δογματικό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ δέν ὑπενθυμίζει καθόλου τήν σχολαστική θεολογία, ὅπως δυστυχῶς ἰσχυρίζονταν οἱ παλαιότεροι ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι.
.             Ἡ διάρθρωση τοῦ βιβλίου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» διακρίνεται σέ τέσσερα μέρη. Στό πρῶτο μέρος γίνεται λόγος γιά τόν Θεό, τό ἀκατάληπτο τοῦ Θεοῦ, τά ρητά καί ἄρρητα, τά γνωστά καί ἄγνωστα τοῦ Θεοῦ καί γενικά γιά τήν Ἁγία Τριάδα, τόν τρόπο ἑνώσεως καί διακρίσεως κλπ. Στό δεύτερο μέρος γίνεται λόγος γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, ἤτοι τήν δημιουργία τῶν ἀγγέλων τῆς κτίσεως καί τοῦ ἀνθρώπου. Στό τρίτο μέρος γίνεται λόγος γιά τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, δηλαδή τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί στό τέταρτο μέρος γίνεται λόγος γιά τά μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅπου γίνεται λόγος γιά τήν Ἐκκλησία, τά μυστήρια, τούς ἁγίους καί τά λείψανα τους, τήν Θεοτόκο, τίς εἰκόνες, τήν Ἁγία Γραφή, τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τήν παρθενία, τόν ἀντίχριστο καί τά τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως.
.             Φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός δέν χωρίζει τήν «Δογματική» του σέ Τριαδολογία, Ἀνθρωπολογία, Χριστολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία, γιατί γνωρίζει καλά ὅτι ὅλα αὐτά ἔχουν μιά ἑνότητα μεταξύ τους. Τό κυριότερο εἶναι ὅτι δέν χωρίζει τήν Τριαδολογία ἀπό τήν Χριστολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία.
.             Πράγματι, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη Τριαδολογία χωρίς τήν Χριστολογία, οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρξη Χριστολογία χωρίς τήν Τριαδολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία, οὔτε μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά Ἐκκλησιολογία χωρίς τήν Χριστολογία, οὔτε μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά ἐσχατολογία χωρίς τήν Τριαδολογία, τήν ἀνθρωπολογία, τήν Χριστολογία καί τήν Ἐκκλησιολογία.
.             Στήν πραγματικότητα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν τήν Χριστολογία μέσα ἀπό τήν Τριαδολογία, καί μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως φαίνεται στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς ἐπίσης βλέπουν τήν Ἐκκλησιολογία, τήν ἀνθρωπολογία καί τήν ἐσχατολογία μέσα ἀπό τήν Χριστολογία, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

4.  Ἡ Ὀρθόδοξη Δογματική

.             Ὅλα αὐτά ἦταν ἀπαραίτητα νά λεχθοῦν γιά νά δοῦμε τήν ἀξία τῆς «Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου.
.             Στόν πρόλογο ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ ἐπίτομη αὐτή Δογματική ἐπιχειρεῖ νά ἐκθέσει μέ ἀκρίβεια καί νά ἑρμηνεύσει, κατά τό δυνατόν πληρέστερα, τό περιεχόμενο τῆς πίστεως καί τῆς καταγεγραμμένης ἐμπειρίας τοῦ “εὐσεβοῦς φρονήματος” καί τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Στήν προσπάθεια αὐτή «συνεισφέρουν οὐσιαστικά καί δημιουργικά ἡ λειτουργική συνύπαρξη, ἡ ἄρρηκτη σύνδεση καί συσχέτιση τῆς Δογματικῆς μέ τή βιβλική μαρτυρία καί τήν πατερική παράδοση, μέ τό ἦθος καί τή λατρεία, μέ τήν θεωρία καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπίσης, ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ θεολογική καί ἱστορική τεκμηρίωση τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς πίστεως ἀκολουθεῖ “τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα” (Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας)».
.             Εἰσαγωγικά πρίν ἀρχίση ἡ ἐπεξεργασία τῶν ἐπί μέρους κεφαλαίων ἀναπτύσσεται τό θέμα «θεολογικά πρότερα στό δόγμα καί τήν Δογματική». Σέ αὐτό τό κεφάλαιο κατ’ ἀρχάς γίνεται λόγος «περί δογμάτων καί πραγμάτων», ἤτοι γιά τό ὀρθόδοξο δόγμα στήν Ἐκκλησία, τίς πηγές καί τά θεμέλια τοῦ δόγματος, τήν σύγχρονη μαρτυρία τῆς πίστεως, καί στήν συνέχεια γίνεται λόγος γιά τήν διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου, γιά τήν Θεολογία καί τήν Οἰκονομία, τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν σύγχρονη θεολογική ἔρευνα, καί τήν μέθοδο καί τό περιεχόμενο τῆς Δογματικῆς. Ἑπομένως, στό εἰσαγωγικό αὐτό κείμενο ἐκτίθενται «τά ἑρμηνευτικά κλειδιά» τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.
.             Στήν συνέχεια ἀκολουθοῦν τά βασικά ἕξι κεφάλαια ἤτοι: «Οἱ θεοφάνειες ὡς πηγή θεογνωσίας», «Περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ», «Τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ», «Ἄνθρωπος, ὁ ἐν μικρῷ μέγας», «Περί τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς», «…καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Στό τέλος παρατίθενται ἡ βιβλιογραφία (πηγές καί βοηθήματα) καί οἱ πίνακες.
.             Μέ τήν ἀπαρίθμηση καί μόνον τῶν κεφαλαίων γίνεται κατανοητό ὅτι ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος στηρίζεται πάνω σέ ὀρθόδοξες θεολογικές βάσεις, ἀπηλλαγμένες ἀπό τήν σχολαστική θεώρηση τῶν δογμάτων καί τῶν πραγμάτων, ἀποφεύγει τήν διαίρεση τῆς «Δογματικῆς» σέ Τριαδολογία, Χριστολογία, Κοσμολογία-ἀνθρωπολογία, Ἐκκλησιολογία καί Ἐσχατολογία. Κάνει δέ λόγο γιά τίς Θεοφάνειες πού εἶχαν οἱ θεόπτες ἅγιοι καί ὅτι ἡ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πηγή τῆς Θεογνωσίας, γιά τόν Θεό, γιά τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, γιά τόν ἄνθρωπο, ἤτοι τήν δημιουργία του, τήν πτώση του, τήν ἀνακαίνισή του καί τήν κοινωνία τῆς θεώσεως, γιά τήν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία χαρισμάτων καί μυστηρίων καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή, γιά τήν ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος πού ἀρχίζει μέ τόν ἀνακαινισμό τῆς κτίσεως, τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρός τά ἔσχατα διά τῆς ἱστορίας, τόν ἀρραβώνα τοῦ πνεύματος ἀπό τήν ζωή αὐτή, τήν κοινωνία τῶν ἐσχάτων καί τήν ἐσχατολογική τελείωση, καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
.             Ἔτσι, ὑπάρχει μιά ὀργανική σύνδεση μεταξύ τῶν κεφαλαίων τοῦ βιβλίου μέ τέτοιο τρόπο πού νά μή φαίνωνται ὅτι εἶναι ξεχωριστά, παρά τήν ἀνάγκη τῆς διακρίσεώς τους γιά τήν μελέτη τῶν ἐπί μέρους θέματων. Καί αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί ἡ θεολογία εἶναι ἑνιαία.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε:
«Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει κυκλικό χαρακτήρα. Εἶναι σάν ἕνας κύκλος. Ὅπου καί ἄν ἀκουμπήσης πάνω στόν κύκλο, ξέρεις ὅλο τόν κύκλο, γιατί ὅλος ὁ κύκλος ὁ ἴδιος εἶναι. Ὅλα ἀνάγονται στήν Πεντηκοστή. Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἱερωσύνη, ὁ γάμος, τό βάπτισμα, ἡ ἐξομολόγηση κλπ., οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων κλπ. Ἐκεῖνο εἶναι τό κλειδί τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἡ Πεντηκοστή. Γι’ αὐτό, καί ἐκεῖνος πού φθάνει στήν θέωση μετά τήν Πεντηκοστή, ὁδηγεῖται “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”.
.             Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ “πᾶσα ἀλήθεια”; Εἶναι κάτι, πού ὑπερβαίνει τήν λογική τοῦ ἀνθρώπου. Συμπεριλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καί κατοικεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο πού ἔχει φθάσει στόν φωτισμό καί στήν θέωση. Ὅλο τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, τῆς Ἁγίας Τριάδος, περί θείας Χάριτος, περί θεραπείας τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος, περί τοῦ παρελθόντος τῆς σωτηρίας στήν Παλαιά Διαθήκη, περί τοῦ μέλλοντος καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὅλα εἶναι μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική Τόμος Β´, σελ. 269).
.             Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τόν λόγο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ πού δείχνει αὐτήν τήν ἑνότητα: «Ἡ δέ χάρις, αὐτήν τελεσιουργεῖ τήν ἀπόρρητον ἕνωσιν· δι’ αὐτῆς γάρ ὅλος μέν ὅλοις τοῖς ἀξίοις ὁ Θεός περιχωρεῖ· ὅλῳ δέ ὅλοι περιχωροῦσιν ὁλικῶς οἱ ἅγιοι τῷ Θεῷ· ὅλον ἀντιλαμβάνοντες ἑαυτῶν τόν Θεόν· καί τῆς πρός αὐτόν ἀναβάσεως, οἷον ἔπαθλον αὐτόν μόνον κτησάμενοι τόν Θεόν· ψυχῆς πρός σῶμα περιφῦντα τρόπον, ὡς οἰκείοις μέλεσι, καί ἐν αὐτῷ εἶναι καταξιώσαντα».
Ἐδῶ παρατηρεῖ κανείς ὅτι γίνεται λόγος γιά τό «ὅλον» καί τό «ὁλικῶς». Αὐτό δείχνει τήν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτό τό «ὅλον» τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας τό ἔχει καταλάβει πολύ καλά ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος, ὅπως φαίνεται σέ πολλά σημεῖα τῆς «Δογματικῆς» του. Θά ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικό σημεῖο.
.             Σέ κάποιο κεφάλαιό του ἀναφέρεται στήν «χριστοκεντρική Ἐκκλησιολογία» καί ὑπογραμμίζει ὅτι «δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὀρθόδοξη διδασκαλία περί Ἐκκλησίας χωρίς τήν Χριστολογία, ἀλλά καί αὐτή κατανοεῖται εὐχερέστερα διά τῆς Ἐκκλησιολογίας». Ἐπίσης, τονίζει ὅτι «τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται ἀρρήκτως καί ἀχωρίστως μέ τό μυστήριο τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, ἔχοντας ὡς στέρεο ὑπόβαθρο τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Χριστολογία θεμελιώνεται στήν Τριαδολογία καί συνεπῶς στήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού δέν χωρίζεται ἀπό τήν Τριαδολογία.
.             Σέ ὑποσημείωση γράφει: «Τά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς τοῦ περασμένου αἰώνα τῶν Ἑλλήνων θεολόγων (Ζ. Ρώση, Χ. Ἀνδρούτσου, Π. Τρεμπέλα, Ἰ. Καρμίρη, Ν. Μητροπούλου, Ν. Ξεξάκη), σχολαστικῶν ἐν πολλοῖς ἐπιδράσεων, αὐτονομοῦν τήν Ἐκκλησιολογία καί τήν παρουσιάζουν ὡς ἕνα ἰδιαίτερο, ἀπομονωμένο, ἀνεξάρτητο καί αὐτοτελές τμῆμα (κεφάλαιο) τῆς Δογματικῆς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ ὀγκωδέστατη μελέτη τοῦ Ἰωάννου Καρμίρη, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία. Δογματικῆς τμῆμα Ε΄ (831 σελίδων). Πρῶτος ὁ π. Γ. Φλωρόφσκυ, στή συνέχεια ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ Ν. Ματσούκας καί ἄλλοι θεολόγοι ἀνέτρεψαν πλήρως τό σχολαστικό καί ἄκρως συστηματικό αὐτόν τρόπο ἐκθέσεως καί ἑρμηνείας τῆς πίστεως καί ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
.             Καταλήγει δέ στό συμπέρασμα «ὅτι εἶναι ἀδιανόητο νά ὁμιλοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία χωρίς τήν πλήρη καί αὐθεντική Χριστολογία, ἡ ὁποία εἶναι ἀδιαιρέτως συνδεδεμένη μέ τήν Τριαδολογία καί ἰδιαιτέρως μέ τήν Πνευματολογία. Καί τοῦτο διότι ἡ Ἐκκλησία, ὡς τό σῶμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ, οἰκοδομεῖται μέ τήν κοινή ἐνέργεια ὁλόκληρης τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἡ ζωή της ἀντανακλᾶ τήν τριαδική κοινωνία. Αὐτό ὑπονοεῖ ὅτι δέν μπορεῖ νά διαμορφωθεῖ θεολογία περί τῆς Ἁγίας Τριάδος χωρίς στερεά χριστολογική καί ἐν ταυτῷ πνευματολογική βάση».
.                Πρόκειται, λοιπόν, γιά μιά Δογματική πού διαφέρει σαφῶς ἀπό παλαιότερες «Δογματικές» καί στηρίζεται πάνω σέ αὐθεντικές πατερικές βάσεις.

5. Θησαυρός βιβλικῶν, πατερικῶν, συνοδικῶν καί λατρευτικῶν ἐκφράσεων

.             Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος κάποτε μοῦ εἶπε ὅτι ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος εἶναι «μιά ἐργατική μέλισσα»», ἐννοώντας ὄχι μόνον ὅτι ἐργάζεται καί διαβάζει τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων καί τῶν ἁγίων, καί γενικά τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλά ὅτι συγκεντρώνει ὅ,τι καλύτερο ἀνευρίσκει σέ αὐτά καί ἔτσι καταρτίζει ἕνα γλυκύτατο θεολογικό μέλι.
.             Αὐτό παρατηρεῖ κανείς ὅταν διαβάζη τά κείμενα τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου καί ἰδιαιτέρως τήν «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», στήν ὁποία ἀναφέρομαι ἐδῶ. Αὐτό τό παρατήρησα καί σέ ἕνα παλαιότερο κείμενό μου γιά ἕνα ἄλλο βιβλίο μέ τίτλο «Δογματικά καί θεολογικά μελετήματα».
.               Ὁ καθηγητής ἔχει διαβάσει ἐπισταμένως τήν Ἁγία Γραφή, τά κείμενα τῶν Πατέρων, τίς Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τά τροπάρια τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί τίς εὐχές τῆς Ἀκολουθίας τῆς θείας Μεταλήψεως, τά Φιλοκαλικά κείμενα, τά Συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό ὅλα αὐτά ἔχει κρατήσει ὄχι μόνον τήν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ἀλλά συνέλεξε ὡς μιά καλή «θεολογική μέλισσα», καί τίς καλύτερες φράσεις, μέ τίς ὁποῖες διανθίζει τήν ἀνάπτυξη τῶν δογματικῶν θεμάτων. Καί αὐτό πράγματι συνιστᾶ τό πρωτότυπο τῆς «Δογματικῆς» του.
.             Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λουγδούνου θά πῆ χαρακτηριστικά: «Δόξα γάρ Θεοῦ ζῶν ἄνθρωπος, ζωή δέ ἀνθρώπου ὅρασις Θεοῦ». Στήν φράση αὐτή φαίνεται ὅτι συνδέεται στενώτατα ὁ ζῶν κατά Χριστόν ἄνθρωπος μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὁ ζῶν ἄνθρωπος μετέχει τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι ἀληθινός ἄνθρωπος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει ἁπλῶς ψυχή καί σῶμα, ἀλλά ἐκεῖνος πού βλέπει τόν Θεό μέσα στό Φῶς Του. Αὐτό συνιστᾶ τόν «ζωντανό ὀργανισμό» καί ἔχει μεγάλη σημασία, γιατί αὐτό εἶναι ἡ βάση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ γράφει: «Οἱ “Πατέρες” ἦσαν ἐν πρώτοις διδάσκαλοι (doctores). Ἦσαν δέ διδάσκαλοι ἐν ᾧ μέτρῳ ἦσαν μάρτυρες (testes). Πρέπει νά γίνεται διάκρισις μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν λειτουργημάτων, πού ἐν τούτοις εἶναι τόσον στενῶς συνυφασμένα». Γι’ αὐτό καί «οἱ Πατέρες ἦταν πραγματικοί ἐμπνευσταί τῶν Συνόδων, παρόντες καί in absentia, καί συχνά μετά τήν κοιμησίν των. Διά τόν λόγον αὐτόν κατ’ αὐτήν τήν ἔννοιαν αἱ Σύνοδοι ἐσυνήθιζον νά τονίζουν ὅτι ἠκολούθουν τούς ἁγίους Πατέρας, “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσιν”, κατά τήν διατύπωσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος». Οἱ Πατέρες ἦσαν ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας, σχολιασταί τῆς πίστεώς της, τηρηταί τῆς Παραδόσεώς της, μάρτυρες τῆς ἀληθείας καί τῆς πίστεως». Τελικά, «ἡ διδακτική αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βασίζεται εἰς τό ἀλάνθαστον τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὑπέρτατη “αὐθεντία” εὑρίσκεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, πού εἶναι εἰς τόν αἰῶνα τό θεμέλιον της Ἀληθείας» (Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις).
.             Σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἴδιος παρατηρεῖ: «Ἦταν σύνηθες νά χαρακτηρίζεται ἡ θεολογία τοῦ Εἰρηναίου ὡς “θεολογία γεγονότων”. Ἐξ ἴσου δικαιολογημένος θά ἦταν ἐπίσης ὁ χαρακτηρισμός τῆς θεολογίας τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς “θεολογίας γεγονότων”. Εἰς τήν ἰδικήν μας ἐποχήν ὁλονέν κλίνομεν πρός τήν πεποίθησιν ὅτι “ἡ θεολογία γεγονότων” εἶναι ἡ μόνη ὑγιής ὀρθόδοξος θεολογία. Εἶναι βιβλική. Εἶναι πατερική. Εὑρίσκεται εἰς πλήρη συμμόρφωσιν εἰς τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας».
.             Μπορεῖ κανείς νά χαρακτηρίση τήν «Δογματική» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου ὡς «θεολογία γεγονότων».
.             Συγχρόνως, ὅμως, ὁ καθηγητής Βασίλειος Τσίγκος παραθέτοντας τήν «δογματική συνείδηση» τῆς Ἐκκλησίας, γνωρίζει καί τήν ὅλη συζήτηση πού ἔγινε καί γίνεται ἀπό τούς συγχρόνους θεολόγους πάνω σέ δογματικά θέματα, καί γι’ αὐτό καταθέτει μέ ψυχραιμία καί νηφαλιότητα ὡς ἀπάντηση τήν ζωή καί τήν μαρτυρία τῶν ἁγίων καί γενικά τήν ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Φαίνεται καθαρά, ὅταν δαβάζη κανείς προσεκτικά τό βιβλίο αὐτό, ὅτι ὁ συγγραφεύς του παρεμβαίνει δημιουργικά στήν συζήτηση πού γίνεται στίς ἡμέρες μας πάνω σέ θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά ζητήματα, ἔχοντας ὅμως ὡς ἐφόδιο τήν πνευματική ἐμπειρία ὅλων τῶν θεουμένων ἁγίων καί τις ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ἔτσι, ἡ «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία» πού μελετᾶμε ἀνταποκρίνεται στήν ἑνότητα πού πρέπει νά ὑπάρχη μεταξύ τοῦ lex credendi καί τοῦ lex orandi, ἀφοῦ δόγμα καί προσευχή, πίστη καί λατρεία συνδέονται ἄρρηκτα μεταξύ τους καί δέν μπορεῖ τό ἕνα νά νοηθῆ χωρίς τό ἄλλο.
.             Χάρηκα διαβάζοντας αὐτήν τήν «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ὄχι μόνον γιατί γενικά ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, «τήν θεολογία τῶν γεγονότων», ἀλλά καί γιατί συνάντησα καταπληκτικές φράσεις ἀπό τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὅπως καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀφοῦ ἔχει περισυλλεγῆ ὅ,τι καλύτερο ἔχει διατυπωθῆ ἀπό ἐκείνους πού ἔζησαν ἐν Χριστῷ.
.             Ἐπίσης, ἐκεῖνο πού μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι ὅτι, χρησιμοποιώντας ὁ καθηγητής διάφορες μικρές καί σημαντικές φράσεις, οἱ ὁποῖες ἀποδίδουν αὐτό πού λέγεται στά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Πατέρων –«βραχύ ρήματι καί πολλῇ συνέσει» καί χαρακτηρίζονται μέ «τό κάλλος τοῦ φθέγματος»–, παραπέμπει μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο στά κείμενα ἀπό τά ὁποῖα ἀποσπῶνται. Δηλαδή, ἡ παραπομπή ἀναφέρεται στόν ἅγιο στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ συγκεκριμένη φράση, καί στό κείμενο ἀπό τό ὁποῖο ἀποσπάσθηκε, χωρίς νά δίνονται περαιτέρω λεπτομερειακές πληροφορίες.
.               Γιά παράδειγμα, ἡ παραπομπή μιᾶς φράσεως γίνεται ὡς ἑξῆς: Μεγάλου Ἀθανασίου, Κατά Ἀρειανῶν 4∙ Γρηγορίου Θεολόγου, Θεολογικός Γ’ περί Υἱοῦ∙ Μεγάλου Βασιλείου, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τοῦ κακοῦ ὁ Θεός, Εἰς τόν προφήτην Ἡσαΐαν∙ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εὐχή Μεταλήψεως∙ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία∙ Συμεών Νέου Θεολόγου, Κατήχησις 5∙ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως 3∙ Τροπάριον κανόνος Μεγάλης Πέμπτης∙ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Περί θείων ἐνεργειῶν, κατά Γρηγορᾶ κλπ.
.             Νομίζω ὅτι αὐτό τό κάνει ὥστε νά ἱκανοποιοῦνται καί οἱ ἐπιστημονικοί λόγοι πού δείχνουν τήν προέλευση τῶν κειμένων, ἀλλά καί νά παρακινηθοῦν οἱ ἀναγνῶστες καί οἱ ἐνδιαφερόμενοι νά ἀνατρέχουν στά ἴδια τά κείμενα γιά νά διαβάσουν ὅλο τό περιεχόμενό τους καί ὄχι νά τά ἀντιγράφουν ἐπιπολαίως.
.             Τό ὅλο ἔργο ἀφιερώνεται ἀπό τόν συγγραφέα «στούς ἐραστές τῶν ὀρθῶν τῆς πίστεως δογμάτων» καί «στούς ἐξηγητές τοῦ ἐναπόθετου πλούτου, τοῦ κεκρυμμένου κάλλους τῶν δογμάτων». Προσφέρεται σέ αὐτούς πού ἀγαποῦν τά ὀρθά τῆς πίστεως δόγματα, καί σέ αὐτούς πού ἐξηγοῦν τόν ἐσωτερικό πλοῦτο καί τό κεκρυμμένο κάλλος τῶν δογμάτων. Αὐτοί εἶναι οἱ θεούμενοι, ὅσοι δηλαδή μετέχουν τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.             Θέλω νά συγχαρῶ τόν καθηγητή Βασίλειο Τσίγκο γι᾽ αὐτήν τήν ἐνδιαφέρουσα «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» πού μᾶς προσφέρεται γιά ἀνάγνωση, ἀλλά καί γιά τήν καθόλου προσφορά του στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μακάρι νά τήν διαβάσουν ὅσοι ἐνδιαφέρονται γιά δογματικά θέματα, ἀφοῦ μάλιστα ζοῦμε σέ μιά ἐποχή, πού γιά ὅλα τά θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα πρέπει νά ὑπάρχη σταθερή καί νηφάλια γνώση, ἡ ὁποία μᾶς προφυλάσσει ἀπό τίς ὑπερβολές πού προέρχονται ἐκ δεξιῶν καί ἐξ εὐωνύμων.
.              Ἐπειδή στήν ἐποχή μας δεχόμαστε ποικίλες ἐπιδράσεις ἀπό διάφορα ὄθνεια θεολογικά ρεύματα, γι’ αὐτό χρειαζόμαστε μιά αὐθεντική πυξίδα πλεύσεως. Αὐτήν τήν ἀνάγκη ἱκανοποιεῖ καί ἡ «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Τσίγκου (ἐκδόσεις Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη).

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, ,

Σχολιάστε

«ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ»: ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

«ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ»

ἐκδ. «Χριστιανικὴ Ἐλπίς»
Ὀρθόδοξος Ἀδελφότης
Θεσσαλονίκη 2015-2017

.          Τώρα ποὺ πλέον τὰ Θρησκευτικὰ στὰ σχολεῖα ἀντὶ νὰ διαφωτίζουν τὰ παιδιὰ τὰ θαμπώνουν μὲ διάφορα ἀρρωστημένα νεοεποχίτικα, τώρα θὰ χρειαστεῖ νὰ ἀνατρέξουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, γονεῖς καὶ κατηχητές, σὲ ἐξωσχολικὰ βοηθήματα γιὰ νὰ ἀναπληρώσουν τὰ κενά.
Μιὰ τέτοια σειρὰ ἐξαιρετικῶν βοηθημάτων ὐπὸ τὸν γενικὸ τίτλο: «Μαθαίνω γιά τόν Θεό», μὲ τὴν συνοδεία ψηφ. δίσκου μέ ἐποπτικό ὑλικό (εἰκόνες, ζωγραφιές, σχεδιαγράμματα, προβολές, παιχνίδια, κατασκευές) ἔχει ἐκδόσει ἡ Ὀρθόδοξος Ἀδελφότης «Χριστιανικὴ Ἐλπίς» στὴν Θεσσαλονίκη ἤδη ἀπὸ τὸ 2015. Καὶ συνεχίζει (2017) μὲ τὰ βοηθήματα γιὰ τὸ Μέσο Κατηχητικό.
Ἀπαρτισμένα μὲ περισσὴ ἀγάπη καὶ φροντισμένα ἀπὸ πλευρᾶς ἐκδοτικῆς συνθέτουν ἕνα παιδαγωγικὸ-κατηχητικὸ «ἐργαλεῖο» πρώτης τάξεως ποὺ ἀνταποκρίνεται στὰ παιδιὰ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. (π.χ. «ἡ τηλεόραση εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους κλέφτες: παιχνιδοφάγος, ὑπνοφάγος, βαθμοφάγος, εὐρωφάγος, χρονοφάγος»).
Ἀξίζει ἔπαινος γιὰ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ παραγωγή. Μὲ τὸ καλὸ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ὅλη ἡ σειρά.

Βοήθημα Κατωτέρου Κατηχητικοῦ, Α´
(γιά τά παιδιά τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου).

Οἱ περισσότερες διηγήσεις στόν Α΄ τόμο εἶναι ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη.

Βοήθημα Κατωτέρου Κατηχητικοῦ, Β´

Τά θέματα τῶν μαθημάτων τοῦ τόμου αὐτοῦ εἶναι κυρίως ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, καί συγκεκριμένα ἀπό τά τέσσερα Εὐαγγέλια.

Βοήθημα Κατωτέρου Κατηχητικοῦ, Γ΄

Τά θέματα τῶν μαθημάτων τοῦ τόμου αὐτοῦ εἶναι κυρίως ἀπό τίς «Πράξεις τῶν ἀποστόλων», ὅπου παρακολουθοῦμε τά πρῶτα βήματα τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο. Οἱ βίοι τῶν ἁγίων πού πρόσθετα παρουσιάζονται σκιαγραφοῦν ὅλη τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τά χρόνια τῶν διωγμῶν μέχρι τή νεώτερη ἐποχή.

 

Βοήθημα Μέσου Κατηχητικοῦ, Α´
Μέ ποικίλα πνευματικά καί ἐφηβικά θέματα.

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

«ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΙ ΧΙΤΩΝΕΣ» [Νέο Βιβλίο]

Νέο βιβλίο

«Δερμάτινοι χιτῶνες»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Ἡ πτώση τῶν Πρωτοπλάστων ἦταν ἕνα συνταρακτικό γεγονός στήν ζωή τους, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἀπογόνους τους καί καθορίζει τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μέ τήν πτώση αὐτή ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, καί ἔτσι ἐπῆλθε ὁ θάνατος, πρῶτα ὁ πνευματικός καί στήν συνέχεια ὁ σωματικός.

Ὁ Ἀδάμ πρό καί μετά τήν πτώση

.             Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμήνευσαν, μέσα ἀπό τήν δική τους πνευματική ἐμπειρία πού εἶχαν, τό πῶς ζοῦσε ὁ Ἀδάμ πρό τῆς πτώσεως στόν Παράδεισο καί τί ἔγινε μετά ἀπό αὐτήν. Δηλαδή, μέ βάση τήν ζωή τῆς θεώσεως πού ζοῦσαν περιέγραψαν τήν ζωή τῶν Πρωτοπλάστων στόν Παράδεισο, ἀλλά καί τήν τραγικότητα τῆς ζωῆς μετά τήν πτώση.
.             Ὁ ἱερός Χρυσόστομος κάνει λόγο γιά τήν ἀγγελική ζωή τῶν Πρωτοπλάστων πρίν τήν πτώση, ἀφοῦ δέν φλέγονταν ἀπό ἐπιθυμίες καί πάθη, δέν ὑπόκειντο στις ἀνάγκες τῆς φύσεως, ἦταν ἄφθαρτοι καί ἀθάνατοι καί δέν χρειάζονταν νά φορέσουν ἱμάτια. «Καθάπερ ἄγγελοι οὕτω διῃτῶντο ἐν τῷ παραδείσῳ, οὐχ ὑπό ἐπιθυμίας φλεγόμενοι, οὐχ ὑπό ἑτέρων παθῶν πολιορκούμενοι, οὐ ταῖς ἀνάγκαις τῆς φύσεως ὑποκείμενοι, ἀλλά δι’ ὅλου ἄφθαρτοι κτισθέντες καί ἀθάνατοι, ὅπουγε οὐδέ τῆς τῶν ἱματίων περιβολῆς ἐδέοντο». Ἦταν γυμνοί, ἀλλά «τῇ ἄνωθεν ἦσαν δόξῃ ἠμφιεσμένοι, δι’ ὅ οὐδέν ἠσχύνοντο».
.             Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου. Γράφει: «Τοιγαροῦν καί ἐπλάσθη σῶμα μέν ἔχων ὁ Ἀδάμ ἄφθαρτον, ὑλικόν μέντοιγε καί ὅλον οὔπω πνευματικόν, καί ὡς βασιλεύς ἀθάνατος ἐν ἀφθάρτῳ κόσμῳ, οὐ λέγω μόνῳ τῷ παραδείσῳ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ τῇ ὑπ’ οὐρανόν, κατέστη ὑπό τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ». Σέ ἕνα ποίημά του παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλοῦς, δηλαδή ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, καί μέ τούς αἰσθητούς ὀφθαλμούς ἔβλεπε τά κτίσματα, ἐνῶ μέ τούς νοερούς ὀφθαλμούς «πρόσωπον ἔβλεπεν ἐμοῦ τοῦ κτίστου, ἐθεώρει μου τήν δόξαν καί ὡμίλει μοι καθ’ ὥραν». Μετά, ὅμως, πού ἔφαγε τό ξύλο «ἀπετυφλώθη καί ἐγένετο ἐν σκότει τοῦ θανάτου».
.             Εἶναι ἀξιόλογη ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου: «Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, γνώρισε στόν Παράδεισο τήν γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης». Ἐνθυμούμενος δέ, μετά τήν πτώση, αὐτήν τήν ζωή «θλιβόταν καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς ἀναστεναγμούς. Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του: “Λύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό”. Δέν μετάνοιωσε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού προσείλκυε ἀκόρεστα τήν ψυχή στόν Θεό». Ἔτσι, ὁ «ἀδαμιαῖος θρῆνος» γινόταν λόγῳ τῆς μεγάλης ἀγάπης πού γνώρισε ὁ Ἀδάμ στόν Παράδεισο πρίν τήν πτώση. «Ὁ Ἀδάμ πορευόταν ἐπάνω στήν γῆ καί δάκρυζε ἀπό τόν πόνο τῆς καρδιᾶς, καί μέ τό νοῦ του σκεπτόταν ἀδιάκοπα τόν Θεό. Καί ὅταν τό ταλαιπωρημένο σῶμα του δέν εἶχε πιά δάκρυα, τότε τό πνεῦμα του φλεγόταν γιά τόν Θεό, γιατί δέν μποροῦσε νά λησμονήσει τό κάλλος τοῦ Παραδείσου. Ὅμως ὅλο καί περισσότερο ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ ἀγαποῦσε τόν Θεό καί συνεχῶς ὁρμοῦσε μέ τή δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν».
.             Ὁ ἅγιος Σιλουανός παρουσιάζει τόν Ἀδάμ νά διηγῆται τήν ζωή πού πέρασε στόν Παράδεισο, ἀλλά νά λέγη καί τόν πόνο πού αἰσθανόταν στήν ἐξορία, λόγῳ τῆς ἀναμνήσεως τοῦ ἀγαπημένου Θεοῦ: «Στόν Παράδεισο ἤμουν χαρούμενος, μέ εὔφρανε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ἤμουν ἀπαλλαγμένος ἀπό παθήματα. Ὅταν, ὅμως, ἐξορίστηκα ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ζῶα καί πουλιά, πού μέ ἀγαποῦσαν προηγουμένως, ἄρχισαν νά μέ φοβοῦνται καί νά μέ ἀποφεύγουν· οἱ κακές σκέψεις τάραζαν τήν καρδιά μου· κρύο καί πείνα μέ βασάνιζαν· μέ ἔκαιγε ὁ ἥλιος καί μέ ἔδερναν οἱ ἄνεμοι· μέ κατάβρεχαν οἱ βροχές καί μέ καταπονοῦσαν οἱ ἀρρώστιες καί τά ὑπόλοιπα δεινά τῆς γῆς. Ἐγώ, ὅμως τά ὑπέφερα ὅλα μέ ἀκλόνητη ἐλπίδα στόν Θεό».

Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες ὡς ἡ φθαρτότητα καί ἡ θνητότητα

.             Ἡ Παλαιά Διαθήκη γράφει ὅτι ὁ Θεός μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας μέ τήν ἀγάπη Του ἔραψε δερμάτινους χιτῶνες γιά νά φορέσουν καί νά σκεπάσουν τήν γύμνωσή τους. «Καί ἐποίησεν Κύριος ὁ Θεός τῷ Ἀδάμ καί τῇ γυναικί αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καί ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γεν. γ΄, 21). Αὐτό τό χωρίο δείχνει ὅτι τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχασε τήν προηγούμενη δόξα του, καί, ἐνῶ πρῶτα ἦταν πάνω ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, τώρα δέχεται τήν ἐπήρειά του καί ἔχει ἀνάγκη νά δεχθῆ κάτι προστατευτικό. Ὁπότε, ὑπῆρξε μιά συνταρακτική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό. Ἡ διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔραψε τούς δερμάτινους χιτῶνες θέλει νά δείξη τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία Του στόν ἄνθρωπο, ἀκόμη καί στήν κατάσταση τῆς πτώσεώς του. Ἔτσι, οἱ δερμάτινοι χιτῶνες εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά συγχρόνως καί ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί εὐλογία γιά τήν σκληρότητα τῶν συνθηκῶν τῆς πτωτικῆς ζωῆς.
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀναφερόμενος στό γεγονός τῆς πτώσεως, κάνει λόγο γιά «ζόφωσιν» τῆς θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο, γιά «γύμνωσιν» τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν «ἄφθονον χάριν τοῦ Πνεύματος» καί γιά «ἔνδυσιν τῶν δερματίνων χιτώνων» πού εἶναι οἱ χιτῶνες «τῆς νεκρώσεως».
.             Κατά τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας οἱ δερμάτινοι χιτῶνες δέν εἶναι ἁπλῶς τά ἐνδύματα πού φόρεσαν οἱ ἄνθρωποι γιά νά προστατευθοῦν ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλά εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς πού προσέλαβε ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί ἀπό τά ὁποῖα προηγουμένως οἱ Πρωτόπλαστοι ἦταν ἐλεύθεροι, ἀπαλλαγμένοι.
.             Ἔτσι, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμηνεύουν τούς δερμάτινους χιτῶνες ὡς τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα, πού εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων. Ὁπότε, τό συνταρακτικό γεγονός τῆς πτώσεως, πού συνδεόταν μέ τήν ἀπώλεια τῆς θείας ζωῆς, τήν γύμνωση ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ζόφωση, συνεχίζεται μέ τήν ἀλλαγή ὅλης τῆς ψυχοσωματικῆς συγκροτήσεως τοῦ ἀνθρώπου καί εἶναι μιά τραγική κατάσταση. Στήν ζωή τῶν Πρωτοπλάστων μετά τήν πτώση ἔγινε κάτι τραγικό.
.             Εἰδικότερα, στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε πολλές ἑρμηνευτικές ἀναλύσεις σχετικά μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες μέ τούς ὁποίους ἐνέδυσε ὁ Θεός τούς Πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση. Εἶναι κάτι πού ἐνδύεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό περιβάλλον, ἀφοῦ προηγουμένως ἔχασε κάτι πού εἶχε. Πρίν τήν πτώση ἐνδυόταν ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού κυριαρχοῦσε στήν ψυχή καί τό σῶμα, ἀλλά στήν συνέχεια αὐτό τό θεῖο ἔνδυμα ἀντικαταστάθηκε ἀπό τούς δερμάτινους χιτῶνες. Πρόκειται γιά τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα, τήν ζωή τῶν ἀλόγων ζώων πού εἰσῆλθε στόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ζοῦσε στόν Παράδεισο ὡς ἄγγελος.
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἀναφέρεται στούς δερμάτινους χιτῶνες καί δίνει τήν θεολογική ἑρμηνεία τους. Γράφει ὅτι στήν πρώτη ζωή, πού δημιούργησε ὁ Θεός, δέν ὑπῆρχε οὔτε γῆρας, οὔτε νηπιότητα, οὔτε τά πάθη ἀπό διάφορες ἀσθένειες, οὔτε κάτι ἄλλο ἀπό τήν σωματική ταλαιπωρία, ἀφοῦ δέν ἦταν δυνατόν νά δημιουργήση ὅλα αὐτά ὁ Θεός, ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν κάτι τό θεῖο προτοῦ ὁρμήση στήν ἀνθρωπότητα τό κακό. «Ταῦτα δέ πάντα τῇ εἰσόδῳ τῆς κακίας ἡμῖν συνεισέβαλεν». Στήν συνέχεια λέγει ὅτι ἡ φύση μας μέ τήν πτώση ἔγινε ἐμπαθής καί ἔτσι ἀναγκαστικά ὑπέστη ὅλα ὅσα εἶναι ἐπακόλουθα τῶν παθῶν. Ὅλα τά ἐμπαθῆ «ἐκ τῆς ἀλόγου ζωῆς τῇ ἀνθρωπίνῃ κατεμίχθη φύσει», ἐνῶ προηγουμένως δέν ὑπῆρχαν στόν ἄνθρωπο. Κάνοντας λόγο γιά τούς δερμάτινους χιτῶνες γράφει: «δέρμα δέ ἀκούων τό σχῆμα τῆς ἀλόγου φύσεως νοεῖν μοι δοκῶ, ᾧ πρός τό πάθος οἰκειωθέντες περιεβλήθημεν». Ἀναλυτικά, στούς δερμάτινους χιτῶνες, σέ αὐτά δηλαδή πού προσέλαβε «ἀπό τοῦ ἀλόγου δέρματος», περιλαμβάνονται «ἡ μίξις, ἡ σύλληψις, ὁ τόκος, ὁ ῥύπος, ἡ θηλή, ἡ τροφή, ἡ ἐκποίησις, ἡ κατ’ ὀλίγον ἐπί τό τέλειον αὔξησις, ἡ ἀκμή, τό γῆρας, ἡ νόσος, ὁ θάνατος».
.             Στό Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου ἔργο του ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἀναφέρεται στά ἄλογα πάθη πού εἶναι μέσα μας καί ἔχουν ἀφορμή καί συγγένεια «πρός τήν ἄλογον φύσιν». Στόν πεπτωκότα ἄνθρωπο εἰσῆλθε ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων, ὡς πρός τόν τρόπο τῆς γενέσεως. «Οἷς γάρ ἡ ἄλογος ζωή πρός συντήρησιν ἑαυτῆς ἠσφαλίσθη, ταῦτα, πρός τόν ἀνθρώπινον μετενεχθέντα βίον, πάθη ἐγένετο». Ἀναφερόμενος στά διάφορα πάθη τοῦ παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς λέγει ὅτι ὅλα αὐτά καί τά παρόμοια εἰσῆλθαν στήν κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου «διά τῆς κτηνώδους γενέσεως».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται στούς δερμάτινους χιτῶνες: «Ἐξόριστος γίνεται (ὁ Ἀδάμ) καί τούς δερματίνους ἀμφιέννυται χιτῶνας (ἴσως τήν παχυτέραν σάρκα καί θνητήν καί ἀντίτυπον)».
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρεται στό γεγονός τῆς πτώσεως, στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος, μέ τόν δελεασμό τοῦ διαβόλου, δέν φύλαξε τήν ἐντολή τοῦ δημιουργοῦ καί γι’ αὐτό γυμνώθηκε ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἀπεκδύθηκε τήν παρρησία πρός τόν Θεό καί στήν συνέχεια σκεπάσθηκε ἀπό τά φύλλα τῆς συκῆς, πού εἶναι ἡ τραχύτητα «τοῦ μοχθηροῦ βίου». Ἔπειτα, ἐνδύθηκε τά νεκρά δέρματα, δηλαδή περιεβλήθηκε τήν νέκρωση «ἤτοι τήν θνητότητα καί παχύτητα τῆς σαρκός» καί ἐξορίσθηκε ἀπό τόν Παράδεισο καί ἔτσι ἔγινε κατάκριτος στόν θάνατο καί ὑποχείριος στήν φθορά.
.             Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης στόν Κανόνα του (τόν λεγόμενο Μέγα Κανόνα) κάνει εὐρύτατη ἀναφορά στήν κατάσταση αὐτή. Κάνει λόγο γιά ἀμαύρωση τοῦ ὡραίου τῆς ψυχῆς· γιά τήν ἀπώλεια τοῦ πρωτοκτίστου κάλλους καί τῆς εὐπρέπειας· γιά σπίλωση τοῦ χιτῶνος τῆς σαρκός καί καταρρύπωση τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση· γιά διάρρηξη (ξέσκισμα) τῆς πρώτης στολῆς τήν ὁποία ἐξύφανε «ὁ Πλαστουργός ἐξ ἀρχῆς, καί ἔνθεν κεῖμαι γυμνός»· γιά ἔνδυση μέ τόν «διερρηγμένον χιτῶνα»· γιά ἔνδυση μέ «τούς δερματίνους χιτῶνας», πού κατέρραψε ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ προηγουμένως τόν γύμνωσε «τῆς θεοϋφάντου στολῆς» (ὠδή β´).

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπέκδυση τῶν δερματίνων χιτώνων

.             Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ἑκουσίως τό φθαρτό καί τό θνητό σῶμα, χωρίς τήν ἁμαρτία, γιά νά νικήση τόν θάνατο ἐπάνω Του καί νά γίνη ἔτσι τό φάρμακο τῆς ἀθανασίας στόν ἄνθρωπο, ὥστε στήν συνέχεια καί ἐκεῖνος μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἀποβάλη σιγά-σιγά τούς δερμάτινους αὐτούς χιτῶνες καί νά ἰσχύση ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ´, 27). Ὁ ἀπώτερος σκοπός τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι νά ἀπεκδυθῆ τούς δερμάτινους χιτῶνες, νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τήν γύμνωση καί νά ἐνδυθῆ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά φωτισθῆ τό κατ’ εἰκόνα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἐν Χριστῷ νά εἰσέλθη στήν πραγματική οἰκία τοῦ Πατρός, πού εἶναι τό φῶς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρεται στόν βαθύτερο σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναφορικά μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες. Ὁμιλώντας γιά τήν Παναγία, πού ἔγινε ἡ αἰτία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, λέγει ὅτι τώρα δέν εἴμαστε ἔρημοι, μή ἔχοντας τήν λαμπρότητα τῆς θείας εἰκόνας, τήν πλούσια Χάρη τοῦ Πνεύματος: «Οὐκέτι γάρ ἡμεῖς γυμνοί καί ἀνείμονες καί τῆς θείας εἰκόνος μή φέροντες τήν λαμπρότητα καί τήν ἄφθονον χάριν σεσυλημένοι τοῦ Πνεύματος». Ἀναφερόμενος δέ στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ λέγει: «τεθέωμαι μέν ὁ ἄνθρωπος, ὁ δέ θνητός ἠθανάτισμαι καί τούς δερματίνους χιτῶνας ἐκδέδυμαι• τήν γάρ φθοράν ἀπημφίασμαι καί ἀφθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς θεότητος». Ὁ ἴδιος, ὁμιλώντας στήν Γέννηση τῆς Παναγίας μας, τήν ἀποκαλεῖ ἀμνάδα πού γέννησε τόν Ποιμένα, ὁ Ὁποῖος θά ἐνδύση τό πρόβατο, ἀφοῦ θά ξεσχίση τούς χιτῶνες τῆς νεκρώσεως: «ἡ γάρ ἀμνάς τίκτεται, ἐξ ἧς ὁ ποιμήν περιβαλεῖται τό πρόβατον καί τούς χιτῶνας διαρρήξει τῆς πάλαι νεκρώσεως».
.             Σέ ἄλλο κείμενό του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέγει ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του δέν παραμέλησε τόν ἐξόριστο ἄνθρωπο πού φόρεσε τούς δερμάτινους χιτῶνες τῆς φθορᾶς καί τῆς θνητότητας καί ἔτσι Αὐτός πού τοῦ ἔδωσε τό εἶναι τοῦ χαρίζει καί τό εὖ εἶναι. Ἀφοῦ τόν διαπαιδαγώγησε μέ πολλούς τρόπους στήν συνέχεια ἐνηνθρώπησε, ἐνδύθηκε ὁ Ἴδιος τό φθαρτό καί θνητό σῶμα γιά νά νικήση τόν θάνατο. Ἐπειδή ὁ θάνατος εἰσῆλθε στόν κόσμο «ὥσπερ τι θηρίον ἄγριον καί ἀνήμερον τόν ἀνθρώπινον λυμαινόμενος βίον» ἔπρεπε αὐτός πού θά τόν ἐλευθέρωνε νά εἶναι ἀναμάρτητος καί ὄχι ὑπεύθυνος γιά τόν θάνατο πού προῆλθε ἀπό τήν ἁμαρτία. Συγχρόνως ἔπρεπε ἡ ἀνθρώπινη φύση νά νευρωθῆ καί νά ἀνακαινισθῆ καί νά διαπαιδαγωγηθῆ μέ ἔργο καί νά διδαχθῆ τήν ὁδό τῆς ἀρετῆς πού ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν φθορά καί τόν ποδηγετεῖ «πρός τήν ζωήν τήν αἰώνιον». Αὐτό ἔγινε μέ τόν Χριστό ὁ ὁποῖος προσέλαβε σάρκα παθητή καί θνητή, χωρίς ἁμαρτία, καί πάλεψε μέ τόν ἐχθρό καί τόν νίκησε.
.             Ἔτσι, μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή, μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τίς ἀσθένειες καί τόν θάνατο καί ἀποκτᾶ αἴσθηση ζωῆς τῆς ἀθανάτου. Ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος θά γράψη: «Ἡ ἀγάπη γλυκυτέρα τῆς ζωῆς. Καί γλυκυτέρα ἡ κατά Θεόν σύνεσις, ἐξ ἧς ἡ ἀγάπη τίκτεται ὑπέρ μέλι καί κηρίον. Οὐκ ἔστι λύπη τῇ ἀγάπῃ, δέξασθαι ὑπέρ τῶν ἀγαπώντων αὐτήν μέγαν θάνατον. Ἡ ἀγάπη γέννημά ἐστι τῆς γνώσεως. Καί ἡ γνῶσις, γέννημά ἐστι τῆς ὑγείας τῆς ψυχῆς. Ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς ἐστί δύναμις, ἥτις ἐκ τῆς ὑπομονῆς τῆς μακρᾶς γέγονεν». Στήν ἐρώτηση τί εἶναι ἡ γνώση ἀπαντᾶ: «Αἴσθησις τῆς ζωῆς τῆς ἀθανάτου». Καί στήν ἐρώτηση τί εἶναι ζωή ἀθάνατη ἀπαντᾶ: «Αἴσθησις ἐν Θεῷ. Ὅτι ἐκ τῆς συνέσεως ἡ ἀγάπη. Ἡ δέ κατά Θεόν γνῶσις, βασιλεύς ἐστι πασῶν τῶν ἐπιθυμιῶν, καί τῇ δεχομένῃ καρδίᾳ αὐτήν, πᾶσα ἐν τῇ γῇ γλυκύτης περισσή ἐστι. Τῇ γάρ γλυκύτητι τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἔστιν οὐδέν ὅμοιον».

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

,

Σχολιάστε

«ΔΙΩΓΜΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ στὴν ‘‘ἐποχὴ τῶν Φώτωνˮ καὶ στὰ χρόνια τῆς Βαρβαρότητας» [Nέα ἔκδοση]

Νέα ἔκδοση
τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου
(Πενταλόφου Κιλκίς),
ὑπό τόν τίτλο
«ΔΙΩΓΜΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ στὴν ‘‘ἐποχὴ τῶν Φώτωνˮ
καὶ στὰ χρόνια τῆς Βαρβαρότητας».

.         Τό βιβλίο αὐτό, τό ὁποῖο προλογίζει ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, ἔρχεται νά καλύψει ἕνα μεγάλο κενό στήν ἐνημέρωση τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοῦ σχετικά μέ τόν βαρύ φόρο αἵματος πού πλήρωσαν οἱ Χριστιανοί σέ δύο χρονικές περιόδους κοσμοϊστορικῆς σημασίας: τήν Γαλλική Ἐπανάσταση καί τήν περίοδο τοῦ Ναζισμοῦ στή Γερμανία. Καί μάλιστα ἔρχεται σέ μιά περίοδο κατά τήν ὁποία ὁ πόλεμος κατά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας λαμβάνει καθημερινά διαστάσεις ἐφιαλτικές (θέσπιση ἀντίχριστων νόμων γιά τήν Οἰκογένεια, τήν Παιδεία κ.ἄ.).
.            Τά κείμενα τῶν Γάλλων καθηγητῶν κ.κ.Ντέ Βιγκερί καί Ρουβιλουά μᾶς εἰσάγουν, μέ ἐπιστημονική αὐστηρότητα, στό κλῖμα τοῦ ζόφου πού προέκυψε ἀπό τά οὐτοπικά ὄνειρα τῶν πρωταγωνιστῶν αὐτῶν τῶν περιόδων, πού ὑπόσχονταν νά κάνουν Παράδεισο τή γῆ καί τήν ὁδήγησαν στήν Κόλαση. «Ἐμεῖς οἱ Γάλλοι», τονίζει μέ περισσή εἰλικρίνεια ὁ κ. Βιγκερί, «ἔχουμε μεγάλη καί τρομερή εὐθύνη. Μέ τά ὑποτιθέμενα ‘‘φῶταˮ δηλητηριάσαμε ὁλόκληρο τόν κόσμο».
.         Στό βιβλίο προτάσσεται ἐκτενής εἰσαγωγή γιά τό κίνημα τοῦ Διαφωτισμοῦ, τούς πρωταγωνιστές του καί τήν ἐπίδραση πού αὐτό εἶχε στό παγκόσμιο ἱστορικό γίγνεσθαι… Στό τέλος τοῦ βιβλίου, παρατίθεται μιά ἀληθινή ἱστορία ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου.

Διάθεση:
Ἱερό Κοινόβιο Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου,
Πεντάλοφος Παιονίας Κιλκίς.

Τηλ. 23430 42314 12-2 μμ καθημερινῶς

, ,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ καὶ ΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ» (Νέο βιβλίο)

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
Ἡγουμ. Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
«ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ καὶ ΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ
ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ»
(Παλαιὲς καὶ σύγχρονες μαρτυρίες καὶ γεγονότα)
ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, σελ. 450
Θεσσαλονίκη 2017

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Εἰσαγωγή
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             Τί ἀλήθεια, ἆρα γε, μπορεῖ νὰ προσφέρη ὁ πτωχὸς ἀνθρώπινος λόγος στὸ κεφαλαιῶδες ζήτημα τῶν λογισμῶν, ὅταν ἡ ἰδία ἡ Ἁγία Γραφὴ ἐπισημαίνη: «Ὁ γὰρ λογισμὸς τῶν μὲν ἀρετῶν ἐστὶν ἡγεμών, τῶν δὲ παθῶν αὐτοκράτωρ. Ἐπιθεωρεῖτε τοίνυν πρῶτον διὰ τῶν κωλυτικῶν τῆς σωφροσύνης ἔργων, ὅτι αὐτοδέσποτός ἐστι τῶν παθῶν ὁ λογισμός»; Δηλαδή, «ὁ λογισμὸς εἶναι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ὁδηγὸς τῶν ἀρετῶν, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ κυρίαρχος καὶ ἐξουσιαστὴς τῶν παθῶν. Παρατηρεῖτε λοιπὸν πρῶτον, ὅτι διὰ τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν τὴν σωφροσύνη, ὁ κακὸς λογισμὸς εἶναι ἀπολύτως κύριος καὶ δεσπότης ἐπάνω στὰ πάθη» (Δ´ Μακ. Α´ 30).
[…]
.             Τὸ κεφάλαιο τῶν «λογισμῶν» τὸ ἑρμήνευσαν ἀπὸ τὴν κάθε του πλευρὰ καὶ ἄποψι οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑποδεικνύουν μὲ κάθε ἀκρίβεια καὶ λεπτομέρεια τοὺς ὀρθοὺς τρόπους καὶ τὶς ἁγιοπνευματικὲς μεθόδους, διὰ τῶν ὁποίων, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν θὰ κατορθώσουμε νὰ διαφύγουμε τοὺς θανατηφόρους σκοπέλους καὶ τοὺς ὑπούλους ὑφάλους, ποὺ κρύπτονται στὴν ἀτελέστο πορεία τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ θὰ ἐπιτύχουμε νὰ στρέψουμε τοὺς λογισμούς μας πρὸς τὰ Ἄνω γιὰ τὸν προσωπικό μας καταρτισμὸ καὶ ἀσκητικὸ ἀγῶνα καὶ τὴν κάθαρσι τῆς ψυχῆς μας, ἕως ὅτου ἀποκτήσωμε «νοῦν Χριστοῦ» (Α´ Κορ. δ´ 13).
.             Γιὰ τὴν φύλαξι τοῦ νοός μας ἀπὸ τοὺς κακοὺς λογισμοὺς ἐπιβάλλεται ἡ ἐσωτερικὴ ἀφύπνισις, ἡ ἐγρήγορσις καὶ προσοχή, δοθέντος ὅτι ἡ ἁμαρτία ξεκινᾶ ὄχι ἀπὸ τὴν προσβολὴ τοῦ λογισμοῦ, γιὰ τὴν ὁποία δὲν εὐθυνόμεθα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς ἀποδοχῆς του καὶ τῆς καλλιεργείας του ἀπὸ ἐμᾶς.
.             Ἔλεγε κάποιος ἁγιορείτης γέροντας ὅτι ἕνας καλὸς καὶ σωστὸς συλλογισμὸς πολλὲς φορὲς ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ χίλιες μετάνοιες.
.             Ἡ καθοριστικὴ σημασία τῶν λογισμῶν γιὰ τὸν ἄνθρωπο φαίνεται ξεκάθαρα στοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους, κατὰ τὴν τελικὴ Κρίσι τῶν ἀνθρώπων, ὁ Θεὸς θὰ λάβη ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὶς πιὸ μύχιες, δηλαδὴ τὶς μυστικὲς σκέψεις καὶ ἐνέργειες τῶν ἀνθρώπων καὶ γενικῶς ὅλα τὰ ἀπόκρυφα καὶ τὰ κίνητρα τῆς ψυχῆς των: «…Ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν» (Α´ Κορ. δ´ 5)
[…]
.             Ἡ ἀνὰ χεῖρας ἐργασία σκιαγραφεῖ τὸ πῶς ἐφαρμόζεται καὶ βιώνεται αὐτὴ ἡ ἐπίπονος μέν, εὐλογημένη δὲ καὶ καρποφόρος ἄθλησις καὶ ἐμπειρία ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς ὑγιοῦς ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
.             Στὸ πρῶτο μέρος τῆς παρούσης ἐργασίας, ποὺ καταλαμβάνει καὶ τὸ μεγαλύτερο τμῆμα της, ἀναφερόμεθα σὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὸ καυτὸ ζήτημα τῶν λογισμῶν. Τέτοια εἶναι π.χ. ἡ προέλευσίς των, τὰ εἴδη των, τὰ στάδια ἀναπτύξεώς των, ἡ τακτικὴ τοῦ αἰτίου, τὸ ὁποῖο τοὺς παράγει (Θεός, ἑαυτός μας, δαίμων, κόσμος), οἱ τρόποι ἀντιμετωπίσεώς των, δηλαδὴ ἡ ἀπόρριψις ἢ ἡ ἀποδοχή των κ.λπ.
.             Στὸ δεύτερο μέρος ἀναφερόμεθα σὲ κάποια πνευματικὰ φαινόμενα τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ὅπως ἡ χορήγησις καὶ ἡ ἄρσις τῆς χάριτος, ἡ γενικωτέρα τακτικὴ τοῦ διαβόλου ἐναντίον μας, ἡ μαγεία, ἡ διαφορὰ ψυχοπαθείας, δαιμονισμοῦ καὶ δαιμονικῆς προσβολῆς, ἡ θεραπεία τῶν παθῶν καὶ λοιπά.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Εἰσαγωγὴ
1. Τί εἶναι οἱ λογισμοί, ποῦ παράγονται καὶ ποιά εἶναι ἡ προέλευσις τῶν
2. Οἱ ἐκ Θεοῦ λογισμοὶ
3. Οἱ ἐκ τῶν δαιμόνων λογισμοὶ – Οἱ δαίμονες σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τοὺς ἀγγέλους
4. Οἱ ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ μας λογισμοὶ – Καλοί, κακοί, ἀδιάφοροι
5. Οἱ σύνθετοι λογισμοὶ
6. Οἱ ἐκ δεξιῶν καὶ οἱ ἐξ ἀριστερῶν λογισμοὶ
7. Πότε οἱ λογισμοὶ εἶναι ἁμαρτία
8. Τὰ στάδια καὶ οἱ τρόποι ἀντιμετωπίσεως τῶν πονηρῶν λογισμῶν
9. Ὁ ρόλος τῶν ἀνθρωπίνων αἰσθητηρίων ὀργάνων στὴν δημιουργία καὶ ἀνάπτυξι τῶν λογισμῶν καὶ περὶ τηλεοράσεως
10. Περὶ τῶν λογισμῶν βλασφημίας
11. Ἡ ἐξαγόρευσις τῶν λογισμῶν
12. Οἱ λογισμοὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ κατὰ τὶς θεάρεστες ἐργασίες
13. Περὶ διακρίσεως, σχετικότητος, ἀσυμβατότητος καὶ τῶν ὁρίων τῶν λογισμῶν
14. Ἡ μέθοδος καὶ ἡ τακτικὴ τοῦ διαβόλου, ὁ πνευματικὸς ἀγώνας καὶ περὶ ἀντιχρίστου
15. Περὶ μαγείας
16. Διαφορὰ ψυχοπαθείας, δαιμονισμοῦ, δαιμονικῆς προσβολῆς καὶ ἐπηρείας
17. Μετάνοια, ἐξομολόγησις, ὑπακοή, πνευματικὴ ἄθλησις καὶ θεραπεία τῶν παθῶν
18. Ἡ προσωπική μας σχέσις μὲ τὸν Θεὸ – Ἡ δωρεά, ἡ ἄρσις καὶ ἡ συμπεριφορὰ τῆς Χάριτος
19. Μηνύματα καὶ συμπεράσματα ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ θαυμαστὰ πνευματικὰ φαινόμενα
20. Τρόποι ὁράσεως τοῦ Θείου Φωτὸς – Ἡ μάστιγα τῶν ψυχοτρόπων

 

 

 

 

 

,

Σχολιάστε