Ἀρχεῖο κατηγορίας "ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ"

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ-2 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ Ἑλληνικὴ Παράδοση καὶ οἱ ἐχθροί της

Β´ Μέρος

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Μέρος Α´: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ-1 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

.               Γιὰ τὴν ἀξία τῆς Ἑλληνικῆς Παράδοσης, ὡς θεμελιώδους παράγοντα συνέχισης τῆς ὕπαρξης τοῦ Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων, ἔγραψαν οἱ περισσότεροι λόγιοί μας. Ἐκφράζουν τὴν ἀλήθεια, πὼς μὲ αὐτὴ τὴν Παράδοση οἱ Ἕλληνες διατηρήσαμε τὴν ταυτότητά μας ἐπὶ αἰῶνες σκλαβιᾶς σὲ ἑτερόδοξους καὶ ἀλλόθρησκους βάρβαρους κατακτητές μας.
.              Ὁ Γιῶργος Σεφέρης στὸ βιβλίο του «Τρεῖς μέρες στὰ Μοναστήρια τῆς Καππαδοκίας» (Ἔκδοση τοῦΓαλλικοῦ Ἰνστιτούτου Ἀθηνῶν τὸ 1953) γράφει: «Πρέπει νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ ζήσει μὲ ἄνεση ἕνα διάστημα σ’ αὐτὰ τὰ μέρη. Νὰ ἰδεῖ καὶ νὰ ξαναϊδεῖ, νὰ ἀργοπορήσει, νὰ στοχαστεῖ καὶ νὰἀναμετρήσει… Κι ἂν τύχει καὶ εἶναι Ἕλληνας, πρέπει νὰ ἔχει τὸν πόθο νὰ κοιτάξει ἀπὸ πιὸ κοντὰ τί χρωστᾶμε καὶ νομίζω ὅτι χρωστᾶμε πολλὰ στὸ σταυροδρόμι αὐτῆς τῆς Ἄκρης, ποὺ εἶναι συνάμα ἕνα ἀνυποψίαστο, γιὰ τοὺς περισσότερους, χωνευτήρι ρευμάτων Ἀνατολῆς, Βοριᾶ, Νοτιᾶ καὶΔύσης. Πρέπει νὰ ἔχει τὴν ἰδιοσυγκρασία νὰ ἰδεῖ αὐτὸ ποὺ λέμε ἑλληνικὴ παράδοση, ἐν κινήσει, ὅπου τὸ μικρὸ καὶ λησμονημένο μπορεῖ νὰ ἔχει τὴν ἴδια σημασία μὲ τὰ ἀπαρασάλευτα μνημεῖα τῆς τέχνης».
.                 Ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος στὴν παρθενική του ὁμιλία στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, τὸ 1988, εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Νὰ εἰπῶ ὅτι ἡ ἠθική μας ἀντίσταση ἔχει καταθέσει τὰ ὅπλα καὶ ὅτι κινδυνεύουμε νὰ καταποντιστοῦμε μέσα στὴν εὐρωπαϊκὴ χοάνη, ποὺ αὔριο θὰ ἀρχίσει νὰ ἐπεκτείνεται καὶ πρὸς τὰ ἐδῶ; Ν επ τι ρχίσαμε ν κατεδαφίζουμε τ γλῶσσα μας κα τι ατ σοδυναμε μ κατεδάφιση το διου τοῦ θνους μας;… Αὐτὸς εἶναι ἕνας λόγος περισσότερος ποὺ ἐπιβάλλει νὰ συνέλθουμε ἐμεῖς, σὰν φυσικοὶ κληρονόμοι, ποὺ εἴμαστε, καὶ νὰ σκεφτοῦμε τί θὰ κάνουμε. Πῶς θὰ ἀνασυνθέσουμε τὴ φθαρμένη μας ἑλληνικὴ ταυτότητα. Ὅλοι τὸ γνωρίζουμε πὼς δὲν μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε σὲ μίαν ἀνανεωμένη ἐθνικὴ παρουσία, ἔχοντας πάψει νὰ λειτουργοῦμε πάνω στὶς ρίζες μας».
.              Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος γράφει στὸ βιβλίο του «Collectanea» (Ἔκδ. Δόμος): «Χωρς τν πίστη μου κα χωρς τ γλῶσσα μου – τὰ δύο αὐτὰ ὑπερατομικὰ κρατήματα ἢ κερκέλια (σημ. γρ.: συνδετικοὺς κρίκους) – πέφτω… πέφτω… πέφτω… στὸ κενό, ὄχι τὸ φυσικὸ κενὸ ποὺ προβλημάτιζε τὸν Πασκὰλ καὶ τοὺς ἀκόλουθους τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης – μήτε τὸ κενὸ τῆς φιλοσοφίας, ποὺ τὸἀπόστεργε ὁλότελα ὁ Λάϊμπνιτς, ἀλλὰ πέφτω… πέφτω… πέφτω… στὴν ἄβυσσο τὴν πνευματική, τὴν ἄπατη».
.             Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης στὸ διήγημά του «Λαμπριάτικος ψάλτης» γράφει: «Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τι δήποτε. Ἔκαμε τὸχρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ ὁ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμη δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰφθάσῃ εἰς ὕψος καὶ νὰ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκη τῆς θρησκείας του».-   

Διαφήμιση

, ,

Σχολιάστε

ΚΑΙ ΜΟΣΧΟΒΟΛΑ Η ΑΙΘΟΥΣΑ, ΜΠΑΡΟΥΤΙ ΚΑΙ ΛΙΒΑΝΙ… (Δ. Νατσιός)

Κα μοσχοβολ αθουσα, μπαρούτι κα λιβάνι…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                     Κάθε πρωὶ γράφω στὸν πίνακα τῆς αἴθουσας, μετὰ τὴν ἡμερομηνία, τὸ ὄνομα τοῦ ἀθλητῆ τῆς Πίστεως ἢ τῆς Πατρίδας ποὺ ἑορτάζει. Ἀναζητῶ στὰ Συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας ἢ τοῦ Γένους τὸν ἅγιο ἢ τὸν ἥρωα. Μάρτυρες, Πατέρες, ἀσκητές, ἀπόστολοι καὶ ἐθναπόστολοι, ναυμάχοι, μπουρλοτιέρηδες καὶ ἀδούλωτοι κλεφταρματολοί, ποιητὲς ἐθνικοί, Ζάλογγα καὶ Δερβενάκια, ἡ ἀπροσκύνητη καὶ ἐλεύθερη Ρωμιοσύνη, ἡ Πονεμένη… Καὶ μοσχοβολᾶ ἡ αἴθουσα, μπαρούτι καὶ λιβάνι. Νὰ ξεκινᾶ ἡ σχολικὴ μέρα μὲ ὀσμὴ εὐωδίας πνευματική. Χαίρονται τὰ παιδιὰ καὶ ἂς εἶναι «μνήμη θανάτου». Θυμήθηκα ἕνα τραγούδι:
«Θεέ μου τί παράξενοι εἶναι οἱ δικοί μας τόποι
θλιμμένα τὰ τραγούδια μας, μὰ γελαστοὶ οἱ ἀνθρῶποι».
Γελοῦν οἱ  μικροὶ οἱ «ἀνθρῶποι», συγκινοῦνται γιατί σὰν τοὺς συντρόφους τοῦ Ὀδυσσέα δὲν ἔλιωσε τὸ κερὶ στὰ αὐτιά τους, οἱ σειρηνωδίες τῶν φανταχτερῶν, ἁρπακτικῶν τεράτων δὲν τοὺς μόλυναν… Διασώζονται τρία ὀνόματα Σειρήνων. Ἡ Ἀγλαόπη, ἡ ἀγλαή, ἡ λαμπρὴ στὴν ὄψη, ἡ Θελξιέπεια, ἡ γοητευτικὴ καὶ θελκτικὴ στὸν λόγο (ἔπος) καὶ ἡ Πεισινόη, ἡ πειθὼ τοῦ νοός, ἡ ὁποία ἀφόπλιζε, ξεμυάλιζε καὶ ὁδηγοῦσε στὸν ἀφανισμό. Στὰ τρία αὐτὰ ὀνόματα ἀναγνωρίζουμε τὰ «ὅπλα μὲ σιγαστήρα», ποὺ σαγηνεύουν, παρασύρουν καὶ διαφθείρουν, ὁ «ἀγγελικὸς» κόσμος καὶ ὑπόκοσμος τῶν ΜΜΕ.
.                     Ἐπανέρχομαι στὴν προλογικὴ σκέψη, συμμαζεύομαι στὴν αἴθουσα. Ἔχω ἕτοιμο τὸ συναξάρι τῆς ἐρχόμενης Τρίτης, θὰ μοιράσω στὰ παιδιὰ καὶ τὸ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν κείμενο. Λοιπόν, «τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνείαν ποιούμεθα»… (Προτρέπω συναδέλφους, τώρα ποὺ φαγώθηκε νὰ μᾶς ἀξιολογήσει τὸ ὑπουργεῖο «Παιδομαζώματος», νὰ διδάξουν ἐνώπιον τῶν ἀξιολογητῶν, ἕνα κείμενο ἀπὸ τὴν σπουδαία καὶ ἀπὸ τοὺς σπουδαίους τῆς πνευματικῆς παράδοσής μας. Προβλέπεται ἐξ ἄλλου μία παρέκκλιση ἀπὸ τὸ ἀναλυτικὸπρόγραμμα. Ἔχω κατὰ νοῦ τὸν Παπαδιαμάντη, ἐκεῖ στὸν «Λαμπριάτικο Ψάλτη», ποὺ «στολίζει» τοὺς γραικύλους τῆς σήμερον. Νὰ μὴν ξεχάσει ὁ λαὸς – ὅσοι ζωντανοὶ- στὶς ἐρχόμενες ἐκλογὲς νὰ ἀξιολογήσει καὶ αὐτὸς τὴν ὑπουργὸ Παιδείας καὶ τὸ ὑπουργεῖο της. Νὰ θυμηθεῖ τί προωθεῖ στὰ ἀθῶα καὶ ἄγουρα παιδιά).
.                     Τὸν  Ὀκτώβριο τοῦ 1964, ὁ Ἠλίας Βενέζης, ὁ σπουδαῖος λογοτέχνης μας καὶ ἀκαδημαϊκός, ἐκφώνησε λόγο στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν μὲ τίτλο «τὸ πάθος τῶν Φιλικῶν».
Στὸν ἐπίλογο τῆς ὁμιλίας του ἀναφέρθηκε στὸν θάνατο τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη, τοῦ ἀθάνατου ἀρχηγοῦτῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας.
.                     Διαβάζω:
«Ὅταν οἱ Αὐστριακοὶ ἀποφυλάκισαν τὸν πρίγκιπα ἦταν πιὰ ἀργά. Λίγες μέρες μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης πέθανε στὴν Βιέννη, στις 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1828.  Ἑτοιμοθάνατο τὸν βρῆκε ὁ συμπολεμιστής του τοῦ Ἱεροῦ Λόχου, ὁ Κοζανίτης, Γεώργιος Λασσάνης. Τοῦ ἔφερε τὴν ἐφημερίδα τοῦ τόπου, τὸν “Αὐστριακὸν Παρατηρητήν”.
– Τί νέα γράφουν; ρώτησε ἀργὰ τὸν Λασσάνη ὁ Ὑψηλάντης.
– Ὁ Καποδίστριας ἔφθασε στὴν Μάλτα. Μία φρεγάδα ἀγγλικὴ τὸν περιμένει νὰ τὸν μεταφέρει στὴν Ἑλλάδα, τοῦ ἀποκρίθηκε.
– Ἂς ἔχει δόξαν ὁ Θεός, μουρμούρισε ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης καὶ ἄρχισε νὰ ψελλίζει τὸ “Πάτερ ἡμῶν”. Ἀλλά πρὶν τελειώσει τὴν προσευχή του, εἶχε ξεψυχήσει». Τί διαβάζουμε ἐδῶ; Τὸ ὁσιακὸ τέλος ἑνὸς Ρωμιοῦ, ἑνὸς ἀληθινοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ. «Οἱ Ὑψηλάντες θυσίασαν πρῶτα ζωὴ καὶ πλούτη. Καὶθυμῶνται τὸν Θεόν, πατρίδα καὶ θρησκεία», ἐπιμαρτυρεῖ καὶ ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης.
Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, ἄλλο ἐθνικὸ πανηγύρι, ἡ μνήμη τοῦ ἐλευθερωτῆ μας.
.                      Τὴν Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843, κλείνει τὰ μάτια του στὴν Ἀθήνα, τὸ ζωντανὸ Εἰκοσιένα, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Ἕλληνας ἥρωας μὲ τὴν σημαντικότερη θέση στὸ εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Τὸνὰ θέλεις νὰ πλέξεις «τὸν ἐπιτάφιον στέφανον αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ περιλάβης τὸν μέγαν Ἑλληνικὸν Ἀγώνα», ὅπως ἀναφώνησε ὁ Σοῦτσος κατὰ τὸ ξόδι του. Ζήτησε νὰ βάλουν στὸν τάφο του, κάτω ἀπὸ τὰ τσαρούχια του τὴν τουρκικὴ σημαία, νὰ ποδοπατᾶ τὴν Τουρκιὰ καὶ στὸ μνῆμα. Αὐτὸ τὸ λιοντάρι μόνο μία φορὰφοβήθηκε. Πότε; «Εἰς τὸν καιρὸ τοῦ προσκυνήματος ἐφοβήθηκα μόνο διὰ τὴν πατρίδα μου, ὄχι ἄλλη φορά, οὔτε εἰς τὰς ἀρχάς, οὔτε εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἦλθε μὲ τριάντα χιλιάδες στράτευμα ἐκλεκτό, οὔτε ποτέ, μόνο εἰς τὸ προσκύνημα ἐφοβήθηκα».
Καὶ τότε βροντοφώναξε καὶ ἐμεῖς μαζί του: «Φωτιὰ καὶ τσεκούρι στοὺς προσκυνημένους».
Τὸν ἔκλαψε ὅλος ὁ λαός, τραγούδησε καὶ τὴν θανή του.
«Κολοκοτρώνης πέθανε στὸ γάμο τοῦ Κολίνου
τὸ θάνατο γνώρισε, πού ᾽θελε ν᾽ ἀποθάνη
καὶ τοῦ Γενναίου μίλησε, καὶ τοῦ Κολίνου λέγει:
Ποῦ εἶσαι, Γενναῖε στρατηγέ, Κολίνο σπουδασμένε!
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, μὲ τριγυρίζει ὁ Χάρος.
Σώπα, πατέρα, μὴν τὸ λές, μὴ λὲς πὼς θὰ πεθάνης
κι ἔχουμ᾽ ὀχτροὺς καὶ χαίρονται καὶ φίλους καὶ λυπάνται.
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, καὶ νά ᾽στε μονοιασμένοι».
.                 Τώρα ποὺ νυχθημερὸν μᾶς ἀπειλοῦν τὰ ἀνισόρροπα μεμέτια τῆς Ἄγκυρας, εἶναι λαμπρὸ μάθημα πατριδογνωσίας, «ἐθνικῆς ἀνατάσεως» θὰ ἔλεγαν παλιά, νὰ διαβάζουν οἱ μαθητές, ποῦ ζήτησε νὰ μπεῖ ὁΚολοκοτρώνης ἡ σκοτεινὴ «ἡμισέληνος».
.                  Θὰ μποροῦσε καὶ ὁ ἡμέτερος ὑπουργὸς Ἄμυνας, νὰ ἀποστείλει στὸν Τοῦρκο συνάδελφό του καὶτὸ παρακάτω κείμενο. Ἀποδεικνύει τὴν ξακουστὴ μαχητικότητα τῶν Τούρκων, τὸν φόβο καὶ τὸν τρόμο τῆς ὑδρογείου. Ὅπως ἔχω ξαναγράψει , τὴν μόνη «γαλάζια πατρίδα» ποὺ θὰ κατακτήσουν εἶναι ὁ βυθὸς τοῦΑἰγαίου, ἐκεῖ ποὺ θὰ σαπίζουν τὰ κουφάρια τους.
.                  “Γιὰ τοὺς Τούρκους εἶναι ἡ πρώτη ἐμφάνιση ποὺ κάνουν στὴν Κορέα. Εἶχε προηγηθεῖ μία λαμπρὴφήμη, γιὰ τὴν ἀνδρεία, ἀκόμα καὶ τὴν ἀγριότητά τους. Οἱ πρῶτες εἰδήσεις ἀπὸ τὶς μάχες τους ἠλεκτρίζουν τὰ γραφεῖα συντάξεως τῶν ἀμερικανικῶν ἐφημερίδων. Οἱ Τοῦρκοι ἐφόρμησαν μὲ τὶς ξιφολόγχες, ἔκαναν μακελειό, συνέλαβαν ἑκατοντάδες αἰχμαλώτους… Τὸ μόνο σφάλμα τῶν ἀνδρείων αὐτῶν στρατιωτῶν εἶναι ὅτι ἔκαναν λάθος στὸν ἐχθρό: πῆραν γιὰ Κινέζους (ἐχθρούς) τοὺς Νοτιοκορεάτες (συμμάχους), ποὺτρέπονται σὲ φυγή. Ὅταν συναντοῦν τοὺς πραγματικοὺς Κινέζους, ἔρχεται ἡ δική τους σειρὰ νὰκατακρεουργηθοῦν. Τὰ λείψανα τῆς Ταξιαρχίας καταφεύγουν στὶς γραμμὲς τοῦ 38ου (ἀμερικανικοῦ) συντάγματος…
Μία τουρκικὴ ἐφοδιοπομπή, ποὺ μπῆκε ἀνυποψίαστα σ’ αὐτὸν τὸν τομέα, ἐξοντώθηκε, πέφτοντας σὲ τρεῖς ἐνέδρες, τὴ μία πίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη”.
 Τὸ περιγράφει στὴ “Μεταπολεμικὴ Παγκόσμια Ἱστορία” του ὁ σπουδαῖος δημοσιογράφος καὶ σημαντικὸς ἱστορικὸς Ρεϊμὸν Καρτιέ. Καὶ στὴν Κύπρο, τὸ 1974,  τὰ ἴδια ἔπαθαν, ὅταν βύθιζαν τὸ ἀντιτορπιλικό τους «Κοτζάτεπε», κάνα δύο ἄλλα δικά τους ποὺ κατέστρεψαν καὶ 11 πολεμικά τους ἀεροπλάνα, χάρις στὸν ξεχασμένο ἥρωα πλωτάρχη Ἐλευθέριο Χανδρινό.
«Ἂν ἔρθουν κανένα βράδυ οἱ τρελοὶ Τοῦρκοι», ὅπως πολλάκις ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἐρντογάν, νὰ προσέχουν νὰμὴν γίνει, ὅπως ἔλεγαν παλιά, τῆς Κορέας…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΝΑ ΞΑΝΑΓΙΝΕΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΚΙΒΩΤΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑΣ (Δ. Νατσιός) [«Ξεβαπτίζονται καὶ ξεμυρίζονται τὰ παιδιά μας, γι’ αὐτὸ ἀγρίεψαν καὶ θὰ χαθοῦμε».]

Ν ξαναγίνει πατρίδα μας κιβωτς σωτηρίας κα λπίδας 

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 .                  «…Οἱ πελαργοί, ὅταν οἱ γέροι γονιοί τους γυμνωθοῦν τελείως ἀπὸ τὸ πέσιμο τῶν φτερῶν, ποὺγίνεται στὰ γεράματα, τοὺς περικυκλώνουν καὶ τοὺς ζεσταίνουν μὲ τὰ φτερά τους, τοὺς ἑτοιμάζουν ἄφθονη τροφὴ καὶ τοὺς βοηθοῦν, ὅσο εἶναι δυνατόν, στὴν πτήση, σηκώνοντάς τους ἁπαλὰ μὲ τὸ φτερὸ καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές. Καὶ αὐτὸ εἶναι τόσο πολὺ γνωστό, ὥστε μερικοὶ καὶ τὴν ἀνταπόδοση τῶν εὐεργεσιῶν νὰ τὴν ὀνομάζουν ἀντιπελάργωσιν». (ΕΠΕ 4, 318). Τοῦ Μεγάλου Βασιλείου αὐτὸ τὸ ἡλιοστάλαχτο κείμενο. Ὅταν γεράσουν οἱ πελαργοί, τὰ παιδιά τους τοὺς παίρνουν στὰ φτερά τους καὶ τοὺς σηκώνουν ψηλά… Ἀντίδωρο εὐγνωμοσύνης γιὰ τοὺς κόπους τῶν γονέων τους. Σπουδαῖο μάθημα, μεγαλοπρεπὴς εἰκόνα. «Εἰς ἀντιπελάργωσιν», τὸ ὀνομάζει ὁ ἅγιος. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὴν πατρίδα μας, ποὺ ἔπεσε, ἀλλὰ δὲν ξέπεσε. Προδομένη, συκοφαντημένη, φτωχὴ καὶ γερασμένη. Περιμένει, καρτερᾶ τὰ παιδιά της, ὅσα ἀκόμη τὴν σέβονται καὶ τὴν ἀγαποῦν, νὰ τὴν πάρουν στὰ σφριγηλὰ φτερά τους εἰς ἀνταπόδοση τῶν εὐεργεσιῶν της. Εἶναι ἡ μάνα μας ἡ πατρίδα, εἶναι βράχος, καὶ
«ὅταν γερὰ ἡ μάνα
καὶ ἄλλο κὲ μπορεῖ
ἀτότεθελ’ βοήθειαν,
ἀτότεθελ’ ζωήν», ὅπως ὄμορφα τραγουδᾶ ὁ Ποντιακὸς Ἑλληνισμός, ἀπὸ τοὺς εὐλογημένους τόπους ποὺἔζησε καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος.
.                       Γιορτάζουμε τὴν Πρωτοχρονιά, τὸν Μέγα Βασίλειο, ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ σεβόταν ὁ λαός μας, ὅταν ἀκόμη βαστοῦσε τὸ ρωμαίικο ἦθος. Λένε κάποιοι δοκησίσοφοι τῆς σήμερον ὅτι ἡ Ἐκκλησία, οἱἱερεῖς, οἱ ἱεράρχες της δὲν πρέπει νὰ παίρνουν θέση γιὰ θέματα τῆς πολιτείας, ἀλλὰ νὰ κοιτοῦν τὰ τοῦ οἴκου τους. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὅμως «τύπος καὶ ὑπογραμμὸς» εἶναι οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δίσταζαν νὰσυγκρουστοῦν καὶ μὲ τὸν Καίσαρα, ὅταν αὐτὸς νομοθετοῦσε κατὰ τοῦ ποιμνίου της. «Τὴν βασιλέως φιλίαν μέγα μὲν ἡγοῦμαι μετ’ εὐσεβείας, ἄνευ δὲ ταύτης, ὀλεθρίαν ἀποκαλῶ», θὰ πεῖ ὁ ἅγιος Βασίλειος στὸν αἱρετικὸ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ὅταν τὸν ἀπειλεῖ. Ἔχουμε σήμερα εὐσεβεῖς ἄρχοντες; Ὑποταχτήκαμε στὶς ἄπληστες συμμορίες καὶ «ἀγορὲς» καὶ γονατίζουμε ἀπὸ τὰ καταστρεπτικὰ δάνεια. «Νὰ μὴ δεχτεῖς ποτὲ δανειστή, ποὺ σὲ πολιορκεῖ. Νὰ μὴν ἀνεχθεῖς ποτὲ νὰ σὲ ἀναζητοῦν, γιὰ νὰ βροῦν τὰ ἴχνη σου καὶ νὰ σὲ συλλάβουν σὰν ἄλλο θήραμα (οἱ τοκογλύφοι). Τὸ δάνειο εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ ψεύδους· εἶναι ἀφορμὴ ἀχαριστίας, ἀγνωμοσύνης καὶ ἐπιορκίας. Ἄλλα λέει ἐκεῖνος, ποὺ δανείζεται καὶ ἄλλα ἐκεῖνος, ποὺδανείζει… Εἶσαι φτωχὸς τώρα, ἀλλὰ ἐλεύθερος. Ὅταν δανειστεῖς, ὄχι μόνο δὲν θὰ πλουτίσεις, ἀλλὰ θὰ χάσεις καὶ τὴν ἐλευθερία σου… Ἡ φτώχεια δὲν φέρνει καμμιὰ ντροπή. Γιατί λοιπὸν νὰ προσθέτουμε στὸν ἑαυτό μας τὴ ντροπὴ τοῦδανείου; Κανεὶς δὲν θεραπεύει τὰ τραύματά του μὲ ἄλλο τραῦμα, οὔτε θεραπεύει τὸ ἕνα κακὸ μὲ ἄλλο κακό, οὔτε ἐπανορθώνει τὴ φτώχεια μὲ τόκους. Εἶσαι πλούσιος; Μὴ δανείζεσαι. Εἶσαι φτωχός; Μὴ δανείζεσαι». (Μεγ. Βασιλείου, «ΙΔ΄ Ψαλμ. Καὶ περὶ τοκιζόντων, 2, ΕΠΕ 5, 78-80). Ἂν μορφώνονταν οἱ γενιὲς τῶν Ἑλλήνων μὲ τέτοια κείμενα, ἀλλιῶς θὰ ἦταν τὰ πράγματα. Ἀλλὰ τί νὰ πεῖς γιὰ ἕνα κράτος, ἑλληνώνυμο, ποὺ ἔχει στὴν οὐσία καταργήσει τὴν γιορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, δηλώνοντας ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν παιδεία τῶν Πατέρων, τὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε. Μόνο ἡ Παιδεία τοῦΓένους καὶ ὄχι τὰ τωρινὰ ἄθεα γράμματα, «μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὰ παιδιὰ νὰ μείνουν ἀγράμματοι, σὰν τὸν Μακρυγιάννη, νὰ μάθουν, νὰ πάρουν τὴν χάρη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τότε νὰ γίνουν, οἱ ἀγράμματοι, οἱκαλύτεροι πεζογράφοι μας». («Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡ Παιδεία τοῦ Γένους μας»).
.                     Τὰ κράτη, τὰ ἔθνη, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς βιολογικοὺς ὀργανισμούς, πρῶτα ἀποσυντίθενται καὶμετὰ πεθαίνουν. Βλέπουμε μὲ ὀδύνη γύρω μας τὰ σημάδια -τὰ σημεῖα καὶ τέρατα- αὐτῆς τῆς ἀποσύνθεσης. Κυρίως μὲ τὴν πνευματικὴ γενοκτονία ποὺ συντελεῖται στὸ πάλαι ποτὲ ἑλληνικὸ σχολεῖο. Ξεβαπτίζονται καὶ ξεμυρίζονται τ παιδιά μας, γι’ ατ γρίεψαν κα θ χαθομε. Καιρὸς εἶναι νὰ ἐπιστρέψουμε στὰ γράμματα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Στὴν πειθαρχία καὶ τὴν ὑπακοή. Ὄχι σὲ ἕνα ἄχαρο καὶ σκυθρωπὸ σχολεῖο, ἀλλὰ στὸσχολεῖο τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς μάθησης.
.                    Καινοτομία μεγαλειώδης, κι ς παρεξηγηθ π τος θεράπευτα προοδομανες, θ ταν ἡ παναφορ το πολυτονικο συστήματος γραφς, στορικ ρθογραφία, ρτιμελής. Εἶναι μία θαυμάσια ἄσκηση πειθαρχίας. Πολλοὶ μαθητὲς σήμερα γράφουν χωρὶς κὰν νὰ κοιτοῦν τὸ γραπτό. Δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὰ λάθη, πλήρης ἀπειθαρχία. Γράφουν, γιὰ παράδειγμα, τὴν λέξη «ἀγαπῶ», πολλὲς φορὲς ἄτονη. Στὴν ἱστορική της γραφὴ ὄφειλε ὁ μαθητὴς νὰ γνωρίζει δύο κανόνες. Ὅτι παίρνει ψιλὴ λόγῳ τοῦ ἀρχικοῦ φωνήεντος καὶ περισπωμένη ὡς συνηρημένο ρῆμα. Πειθαρχοῦσε σὲ κανόνες, δὲν «ἀλήτευε» ὁ νοῦς του. Ἐπαναφορὰ τῆς ὀρθογραφίας, τῆς «ἔκθεσης ἰδεῶν». Σήμερα τὰ παιδιὰ δὲν σκέπτονται μὲ λέξεις, ἀλλὰ μὲ εἰκόνες καὶ κινούμενα σχέδια. Στὸ δημοτικὸ νὰ καταργηθοῦν οἱ νέες τεχνολογίες, μάθημα μόνο μέσῳ κειμένων. Ὄχι τὶς «συνταγὲς μαγειρικῆς» τῶν νῦν περιοδικῶν ποικίλης ὕλης, τάχα καὶ βιβλία Γλώσσας, ἀλλὰ μὲ τὰ ἀρώματα καὶ τὰ μύρα, ποὺ μᾶς κληροδότησαν οἱ σπουδαῖοι μάστορες τοῦ ἑλληνικοῦλόγου. Ἐπιμορφωτικὰ σεμινάρια στοὺς δασκάλους, ὄχι γιὰ τὸ πῶς θὰ «διδάξουν» τὴν σεξουαλικὴ ἀγωγή, φροντιστήρια ἀποαθωοποίησης οὐσιαστικά, ἀλλὰ πῶς θὰ ἀνακτήσουν τὸ κύρος τους ἔναντι τῶν μαθητῶν, πῶς θὰ ἐμπνεύσουν καὶ πάλι, πῶς ἡ αἴθουσα θὰ ξαναγίνει χῶρος παράδοσης. «Πάω γιὰ παράδοση», ἔλεγε ὁ καθηγητὴς καὶ ἐννοοῦσε ὅτι ἔμπαινε στὴν τάξη νὰ διδάξει, γιατί ἀκριβῶς παρέδιδε τὴν κληρονομιὰ τῶν προγόνων. «Ἀρχέτυπον βίου, νόμος ἔμψυχος καὶ κανὼν ἀρετῆς», πρέπει νὰ εἶναι κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο ὁ δάσκαλος.
.            Τὰ σκουπίδια, ποὺ μαζεύτηκαν, εἶναι πολλὰ καὶ τὸ χαλὶ μικρό, δὲν τὰ κρύβει. Ἀνίκανοι καὶ ἀνίδεοι οἱκυβερνῶντες νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ πρόβλημα, μοιράζουν ἐπιδόματα, ἀσπιρίνες σὲ βαθιὰ ἄρρωστο ὀργανισμό. Κοντόφθαλοι, χωρὶς ὅραμα, σκέπτονται μόνο τὶς ἑπόμενες ἐκλογές, τὴν διατήρηση τῶν προκλητικῶν προνομίων. Γι’ αὐτοὺς τὸ νέο ἔτος, ποὺ ξημερώνει, εἶναι ἁπλὰ ἔτος ἐκλογῶν καί… ἐπανεκλογῶν. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ ἀπογοητευτικό.
.                  Εἶναι καιρὸς πιὰ ἡ πατρίδα ἀπὸ κρουαζερόπλοιο ψευτοευημερίας, νὰ ξαναγίνει κιβωτὸς σωτηρίας καὶ ἐλπίδας. Φτάνει πιὰ μὲ τοὺς πολύξερους, μὲ τὴν «ἐπηρμένη ὀφρύν», τοὺς ἀταπείνωτους κοσμοπολίτες τῆς μίας πεντάρας.

, ,

Σχολιάστε

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑ καὶ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΟ “ΝΙΟΥ ΓΙΟΡΚ” (Δ. Νατσιός)

Μέγας Βασίλειος: π τν Καισαρεία κα χι πὸ τ «ΝιοΓιόρκ»

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

Ὅσοι δάσκαλοι «ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ’ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε τὴν Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά». (Κόντογλου). 

.                 Ἔχω τὴν εἰκόνα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὴν αἴθουσα. Ἀπὸ τότε ποὺ διορίστηκα, τὴν ἀγόρασα, τὴν κουβαλῶ καὶ τὴν ἀναρτῶ σὲ κάθε τάξη. Ὅταν ξεκινᾶ ἡ σχολικὴ χρονιά, τὸ πρῶτο μάθημα εἶναι γι’ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους  τῶν Ρωμιῶν. Γιὰ νὰ κατανοήσουν τὰ παιδιὰτὴν ἱερότητα καὶ τὴν σοβαρότητα τοῦ ἔργου ποὺ μᾶς περιμένει, τοὺς λέω ὅτι ἐνῶ οἱ ἄλλοι κλάδοι τῶν ἐργαζομένων ἔχουν ἕναν συνήθως ἅγιο προστάτη, ἐμεῖς, δάσκαλοι καὶ μαθητές, ἔχουμε τρεῖς. Καὶ μάλιστα τοὺς πιὸ μορφωμένους ὅλων τῶν ἐποχῶν, πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστόν. Κι ἄς μοῦ συγχωρεθεῖ τὸ πρῶτο πρόσωπο, δὲν περιαυτολογῶ, «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν εἰμί», στοὺς τοίχους τῆς αἴθουσας ἀναρτῶ καὶ καμμιὰδεκαριὰ κάδρα ἡρώων του Εἰκοσιένα, τοῦ Παύλου Μελᾶ καὶ τὸ δῶρο ἑνὸς φίλου ζωγράφου, τὴν ζωγραφιὰτοῦ Ἀλέξανδρου Διάκου, τοῦ πρώτου πεσόντος ἀξιωματικοῦ κατὰ τὴν ἐποποιία τοῦ 1940. Ἡ αἴθουσα δὲν εἶναι προέκταση τοῦ παιδικοῦ δωματίου οὔτε κακέκτυπο τοῦ διαδικτύου. Εἶναι χῶρος μάθησης καὶ κυρίως σύνδεσης μὲ τὸ παρελθόν, ἔνταξης στὸν πολιτισμὸ ποὺ δημιούργησαν ὅσοι προηγήθηκαν. Ὅταν τὸ σχολεῖο καλλιεργεῖ μίσος ἢ γελοιοποιεῖ τὸ παρελθόν, τὴν μνήμη, αὐτοακυρώνεται. Τὸ πιὸ ἰσχυρὸ ἀμυντήριο ποὺδιαθέτουμε εἶναι ἡ μνήμη μας. Τὸ πιὸ δυνατὸ ὅπλο. Αὐτὸ μᾶς κράτησε στοὺς αἰῶνες, ὅταν τηγανιζόμασταν ἀπὸ ποικίλους ἐπίβουλους καὶ ἐχθρούς. Εἶναι τὸ «ἐμεῖς» τοῦ πατριδοφύλακα στρατηγοῦ Μακρυγιάννη. Ἀποστολὴ τοῦ σχολείου εἶναι νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀλήθεια. Ἀλήθεια σημαίνει, ἀπὸ τὸ «α» τὸ στερητικὸ καὶ τὴν «λήθη», αὐτὸ ποὺ δὲν ξεχνιέται, τὸ ἀκίβδηλο, τὸ ἀγέραστο.
.                 Ὅταν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα, διδάσκω στὰ παιδιά, ὄχι τὶς μαγαρισιὲς τῶν βιβλίων τύπου «Φρικαντέλλα ἡ μάγισσα  ποὺ μισοῦσε τὰ κάλαντα», στὴν Ε´ Δημοτικοῦ, ἀλλὰ τὰ καλούδια τῶν τρανῶν λογοτεχνῶν μας.
.                 (Κατὰ τὸ κείμενο, ἡ κακιὰ μάγισσα, ὅταν πῆγαν «κάτι σκουπιδόπαιδα» – ἔτσι ἀκριβῶς τὰἀποκαλεῖ- νὰ τῆς ποῦν τὰ κάλαντα, ὀργίστηκε καὶ μὲ τὸ μαγικὸ ραβδί της, τὰ μεταμόρφωσε σὲ βατραχάκια, γατοῦλες, κατσίκια, παπάκια καὶ λοιπὰ ζωντανά. Τέλος πάντων, μὲ τὰ πολλὰ ἠρέμησε ἡ μέγαιρα καὶ ἄκουσε τὰ κάλαντα. Ἐρωτῶ: Ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία κοσμεῖται ἀπὸ ἀπαράμιλλης ὀμορφιᾶς κείμενα γιὰ τὰΧριστούγεννα, γραμμένα ἀπὸ ἐπιφανεῖς τοῦ λόγου καὶ τοῦ πνεύματος -Καρκαβίτσας, Μωραϊτίδης, Κόντογλου, Παπαδιαμάντης -αὐτὸ τὸ κουρελούργημα βρῆκαν νὰ βάλουν; Τα Χριστούγεννα εἶναι γιορτὴὈρθόδοξη, γιορτὴ ἀρωματισμένη ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ Γένους μας, τί δουλειὰ ἔχουν σκύβαλα γιὰκακόψυχες μάγισσες στὰ σχολεῖα; Ποῦ νὰ καταλάβουν οἱ βέβηλοι ὅτι ἡ παράδοσή μας εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδός,γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε στὴν σακάτικη ἐποχή μας; Ἡ παράδοσή μας καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέον ρωμαίικο ἦθος, μᾶς ἔδωσαν ἥρωες τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδας σὰν τὸν Πατροκοσμὰ καὶ τὸν Μακρυγιάννη, ποὺ ἄκουγαν καὶ διάβαζαν «Χριστοῦ τὴ θεία γέννηση νὰ πῶ στ’ ἀρχοντικό σας», καὶ ὄχι γιὰ μάγισσες ποὺ μισοῦν τὰκάλαντα).
.                 Ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, τοὺς δείχνω τὴν εἰκόνα καὶ τοὺς ἐξηγῶ ποιὸς ἦταν ὁοὐρανοφάντωρ ἅγιος. Οὔτε παχύσαρκος οὔτε μέλος τῶν ἑπτὰ νάνων οὔτε κουβαλοῦσε ταγάρι μὲ κινητὰ καὶλάπτοπ ἢ κοκακόλες. Δὲν φοροῦσε τὰ ροῦχα τῆς κοκκινοσκουφίτσας οὔτε ἔβγαζε ἄναρθρες κραυγὲς σὰν πίθηκος. Αὐτὲς οἱ κρανιοκενεῖς ἀνοησίες εἶναι γιὰ τοὺς Δυτικούς, ποὺ περιορίζουν καὶ ταυτίζουν τὰΧριστούγεννα, μὲ τὰ δῶρα τοῦ σαντακλάους κι ἔχουν ἐξορίσει ἀπὸ τὴν ζωή τους τὸ ταπεινὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Ὅταν δὲν σοῦ λείπει τίποτε, πῶς νὰ καταλάβεις αὐτὸν ποὺ δὲν εἶχε τίποτε, «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ». Καὶ ἐκπλήσσονται εὐχάριστα τὰ παιδιά, γιατί βλέπουν ἕναν ἅγιο ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν τηλεοπτικὴ εἰκόνα. Ποὺ ἔκτισε τὴν πιὸ πρωτότυπη πόλη ὅλων τῶν ἐποχῶν, ποὺ τὴν ὀνόμασαν Βασιλειάδα, γιατί φιλοξενοῦσε καὶ περιποιόταν ὅλα τὰ «πάθια καὶ τοὺς καημοὺς τοῦ κόσμου», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁΠαπαδιαμάντης. Ὁ ἅγιος ποὺ ἔλεγε κάτι καταπληκτικό. «Ὥστε τοσούτους ἀδικεῖς ὄσοις παρέχειν ἐδύνασο». Καὶ ἦταν ἀρχοντόπουλο. Τίποτε δὲν κράτησε ἀπὸ τὴν περιουσία του. Μόνο τὸ ράσο του… Καὶ σπούδασε ὅλες τὶς ἐπιστῆμες τοῦ καιροῦ του, πανεπιστήμονας, ὁ πιὸ μορφωμένος ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς του. Καὶ ἦταν Ἕλληνας, δικός μας, καὶ καμαρώνουμε. Καὶ στὸ τέλος ἐρωτῶ: Τί δουλειὰ ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Ρωμιοὶ μὲ τὰχαζοχαρούμενα μηνύματα ποὺ μᾶς σερβίρει ἡ ἀρρωστημένη ἀφθονία τῆς Δύσεως, ποὺ βλέπει τὰπορτοφόλια τῶν γονέων σας καὶ ὄχι τὶς καρδιές σας; Τί θέλετε νὰ σᾶς λέω τὴν ἀλήθεια ἢ  ψέματα; Σοφότερα, πολλὲς φορές, τὰ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς μεγάλους, ἐπιλέγουν τὴν ἀλήθεια. 
.                 Ἀκούω ἀπὸ συναδέλφους ὅτι κάποιοι γονεῖς διαμαρτύρονται, ὅταν διδάσκουν γιὰ τὸ ποιὸς εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ δικός μας, ποὺ ἔρχεται, ὄχι ἀπὸ τὸ «Νιοὺ Γιόρκ», ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Καισαρεία. Μὲ «τὰγράμματα ποὺ διαβάζουνε οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» καὶ ὄχι τὸ ξωτικὸ τῆς «κοκακόλας».
.                 Κατ’ ἀρχὰς παρατυποῦν οἱ γονεῖς λόγῳ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐν ἰσχὺι ἀκόμη ἄρθρου 16, 2 ποὺπροβλέπει «ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης», τῆς Ὀρθόδοξης καὶ ὄχι τῆς φράγκικης. 
.                 Ἀκόμη ὑπάρχει τὸ ταλαιπωρημένο μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Στὸ πλαίσιο τοῦ μαθήματος ὀφείλεις νὰ παρουσιάσεις στοὺς μαθητές σου τὸν ἀληθινὸ βίο τοῦ ἀσκητικοῦ καὶ φιλανθρώπου ἁγίου. Ἄλλο τὸ σπίτι καὶ ἄλλο ἡ αἴθουσα. Ἄλλο ὁ γονέας καὶ ἄλλο ὁ δάσκαλος. Ἂς τὸ καταλάβουν αὐτὸ οἱ γονεῖς. Τὸ σπίτι εἶναι τὸ παλάτι μας -«καλὴν ἡμέραν ἄρχοντες»- μὲ τὰ παιδιὰ ἀρχοντόπουλα. Μία ἀνθοδέσμη ἀγάπης καὶχαρᾶς. 
.                 Τὸ σχολεῖο εἶναι τὸ παλάτι τῆς γνώσεως, τῆς μαθητείας, τῆς ὑπακοῆς, τοῦ σεβασμοῦ γιὰ τὴν πνευματικὴ κληρονομιά μας. Είναι θεσμὸς συντήρησης καὶ μετάδοσης στοὺς νεώτερους τοῦ πολιτισμοῦτῶν προγόνων. Τὴν ἀλήθεια δηλαδὴ συντηρεῖ. Ἂν αὔριο-μεθαύριο καταργήσουν οἱ ποικιλώνυμοι «δικαιωματιστὲς» τὶς εὐχὲς «καλὰ Χριστούγεννα» ἢ «καλὴ Ἀνάσταση», γιατί θίγονται ἀλλόθρησκες μειοψηφίες, θὰ ὑπακούσουμε; Ὄχι. Στὸ σπίτι οἱ γονεῖς εἶναι ἐλεύθεροι νὰ μεταδίδουν στὰ παιδιά τους ὅ,τι πιστεύουν. Στὸ σχολεῖο, κατὰ τὴν συνταγματικὴ ἐπιταγή, μὲ σεβασμὸ στὴν διαφορετικὴ ἀντίληψη, τὴν Πίστη τῶν ἁγίων Πατέρων μας. 
.                 Τὸ ἔργο τοῦ δασκάλου σήμερα, ἐν μέσῳ τῆς περιρρέουσας παράνοιας, εἶναι ἱερό. Καὶ μία ἀθώα ψυχὴ νὰ σώσουμε, κερδίζουμε πολλὰ ἐλαφρυντικά. Δὲν εἴμαστε λίγοι. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἀφανεῖς, ἀληθινοὶσυνάδελφοι, ποὺ ἀγωνίζονται. Εἶναι πολὺ σπουδαῖο, ὅταν θὰ βλαστήσει ὁ καλὸς σπόρος ποὺ ρίχνουμε, νὰἔχουμε τὴν συμμαρτυρία τῶν μαθητῶν μας, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ Ἕλληνες δάσκαλοι, ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ μας.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΜΥΓΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ… (Δ. Νατσιός) [«Ἀναρριχῶνται ραγδαίως καὶ ὁρμοῦν στὸ “ταμιεῖον τοῦ μέλιτος”. Ρεζίλι τῶν σκυλιῶν!»]

Ο μύγες τς ερωπαϊκς γορς…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                   Κάποτε ὑπῆρχε τὸ ἠθικὸ δίλημμα: Νὰ κλέψω ἢ νὰ μὴν κλέψω; Ἀπὸ τὴν «μαύρη δεκαετία» τοῦ ’80 καὶ ἐντεῦθεν ὁ Ρωμιός, ὁ Ἕλληνας, ὁ Γραικὸς-καὶ τὰ τρία ἐθνωνύμια καλὰ καὶ τιμημένα εἶναι- ὑποκορίστηκε σέ… «γραικύλο τῆς σήμερον, ποὺ θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Παπαδιαμάντης, τὸ δίλημμα πλέον περιορίστηκε στὸ ἑξῆς: Θὰμὲ πιάσουν ἢ δὲν θὰ μὲ πιάσουν; Κάποιοι «νοσοῦντες βαρύτατα ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας», οἱ ἀνόητα ἀλαζόνες καὶ μεγαλαυχεῖς, πιάνονται ἀπὸ τὸ δίχτυ τὸ νόμου. Τὸ ζήσαμε. Ἕνα σύνθημα δονοῦσε τὰς ψυχὰς τῶν φρουρῶν τῆς ἐξουσίας. Τὰ λίγα βγαίνουν μὲ κόπο, τὰ πολλὰ βγαίνουν μέ… κόλπο. Μπῆκαν στὸ πολιτικὸ παιχνίδι φτωχοί, γιατί ὀνειρεύονταν πλούτη καὶ μεγαλεῖα καὶ βγαίνουν (ἢ διαβαίνουν τῆς φυλακῆς τὰσίδερα), δύο φορὲς φτωχότεροι: καὶ κατὰ τὸ ὄνειρο καὶ κατὰ τὰ πλούτη. Καὶ μὲ τὴν ὑπόληψη τσαλακωμένη, διὰ βίου. Μᾶλλον εἶχε κατὰ νοῦ τὸν Αἴσωπο ὁ Ἐλύτης, ὅταν ἔγραφε «σιμὰ ἡ μέρα ὅπου τὸ κάλλος θὰ παραδοθεῖστὶς μύγες τῆς Ἀγορᾶς». (Ἄξιόν Ἐστι, προφητικόν). Σὲ ἕναν ὡραῖο του μύθο μὲ τίτλο «μυῖαι», ἀφηγεῖται ὁ Αἴσωπος τὸ πάθημα τοῦ κακοποιοῦ καὶ ρυπαροῦ ἐντόμου, τῆς μύγας. Τὸν παραθέτω:
.                    «Ἔν τινι ταμιείω μέλιτος ἐκχυθέντος μυῖαι προσπτᾶσαι κατήσθιον, διὰ δὲ τὴν γλυκύτητα τοῦκαρποῦ οὐκ ἀφίσταντο. Ἐμπαγέντων δὲ αὐτῶν τῶν ποδῶν ὡς οὐκ ἠδύναντο ἀναπτῆναι, ἀποπνιγόμεναι ἔφασαν: Ἄθλιαι ἡμεῖς, αἵ (στὸ μονοτονικὸ εἶναι ἀγνώριστη ἡ ἀναφορικὴ ἀντωνυμία «αἵ». Στολιζόταν μὲ δασεία καὶ ὀξεία καὶ εἶχε ταυτότητα. Χωρὶς τὰ τονικὰ κάλλη της μοιάζει μὲ βέλασμα), διὰ βραχεία ἡδονὴν ἀπολλύμεθα». Βρῆκαν μέλι χυμένο σὲ ἕνα κελάρι οἱ μύγες, τὸ ἀπολαμβάνουν, ἀλλὰ κόλλησαν τὰ πόδια τους. Καθὼς πνίγονταν, φώναζαν. Εἴμαστε ἄθλιες, διότι χανόμαστε γιὰ μία σύντομη ἡδονή. Ἔτσι εἶναι.
.                     Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι ἄνθρωποι σὰν τὴν προφυλακισμένη εὐρωβουλευτὴ ἐξευτελίζουν καὶ τὴν χώρα. Δὲν καταλαβαίνουν ὅτι τὸ ἀξίωμά τους, δὲν εἶναι δικό τους, ἀνήκει στὸν λαὸ ποὺ τοὺς τὸ παραχώρησε. Ὅλα τὰ δημόσια ἀξιώματα καὶ ἐτυμολογικῶς παραπέμπουν σὲ διακονία τοῦ λαοῦ. Ἡ λέξη ὑπουργός, γιὰ παράδειγμα, εἶναι σύνθετη ἀπὸ τὸ ὑπό+ἔργον. Δηλώνει τὴν προσφορὰ ὑπηρεσίας ἢ τὴν βοήθεια σὲ κάποιον. Στὸν Ἡρόδοτο ἐντοπίζουμε τὴν φράση «χρηστὰ ὑπουργέω», παρέχω καλὴ ὑπηρεσία, εἶμαι ὠφέλιμος στὸν λαό. Βουλευτής, ἀπὸ τὸ «βουλεύω», σκέπτομαι, ἀποφασίζω στὴν «ἐκκλησία τοῦ δήμου» γιὰ τὸ καλὸ τῆς πόλεως.
.                    Στὴν πατρίδα ἀνήκουμε, δὲν μᾶς ἀνήκει. Ἡ ἰθαγένεια εἶναι δάνειο, ποὺ ὅσο τὸ ὑπηρετεῖς καὶ τὸἀποπληρώνεις, κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς σου, συμβάλλεις στὴν «τεκνογονία τῆς ἀρετῆς». Εἶναι «ζυγὸς χρηστὸς καὶ φορτίον ἐλαφρὸν» ἡ διακονία τῆς πατρίδας. Ποῦ νὰ τὰ σκεφτοῦν αὐτὰ οἱ μύγες τῆς πολιτικῆς, ποὺ ἀναξιοκρατικῷ δικαιώματι καὶ κομματικῇ προωθήσει ἀναρριχῶνται ραγδαίως καὶ ὁρμοῦν στὸ «ταμιεῖον τοῦ μέλιτος»; Ρεζίλι τῶν σκυλιῶν ἡ πολλὰ ὑποσχόμενη πολιτικός, συμπαρασύροντας καὶ κηλιδώνοντας τὴν ὅποια ὑπόληψη τῆς πατρίδας. Δὲν μᾶς φτάνουν τὰ ἐντός τῆς ἐπικρατείας αἴσχη τύπου Πάτση, μετακομίζουν καὶ εἰς τὰς Εὐρώπας «οἱ λαγοὶ τῆς φιλοχρηματίας». Τί ἀκριβῶς προσφέρουν οἱ εὐρωβουλευτές; Γύρω στὶς 30.000 εὐρὼ τὸν μήνα παίρνουν, κατὰ τὴν ἐπίσημη μισθοδοσία. Εἶναι πολὺ περισσότερα. Δικαιοῦνται «ἕνα σκασμὸ» ἐπιδόματα, ἀποζημιώσεις, διευκολύνσεις καὶ λοιπὰ καλούδια, μὲ τὰ ὁποῖα ζοῦν σὰν τοὺς λεγόμενους πρίγκιπες τῆς Ἀγγλίας. Ὅταν ἀποχωροῦν, λήγει ἡ θητεία τους, λαμβάνει ἕκαστος, διαβάζουμε σὲ ἄρθρο τῆς ἐφ. «ΕΘΝΟΣ», 5/5/20,  ἕνα ἐπίδομα μετάβασης, «χρυσὸ ἀλεξίπτωτο» τὸ λένε, ὕψους 210.000 εὐρώ. (Ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ τὸ ἄρθρο μὲ τίτλο «ἐπάγγελμα εὐρωβουλευτὴς» τῆς προαναφερομένης ἐφημερίδας). Γι’ αὐτὸ  λουφάζουν πειθήνια καὶ δὲν ἐνοχλοῦν τὸ ἀφεντικὸ οὔτε ὑπερασπίζονται τὰ ἐθνικὰ δίκαια, φοβούμενοι μὴν παρεκκλίνουν πατριωτικῶς καὶ δὲν τοὺς ξαναβάλει στὴν ἑπόμενη λίστα τοῦ χρυσοφόρου εὐρωψηφοδελτίου. Γιὰ τόσα χρήματα ποιά εἶναι ἡ ἐθνική τους ὑπηρεσία;  Τί διαβάζουμε γιὰτὴν κ. Καϊλή; Σακοῦλες μὲ χρήματα στὰ σπίτια, μεγάλη ζωή, καταθέσεις ἀσύλληπτες σὲ τράπεζες ἡκαλοπληρωμένη μὲ τὰ δάκρυα τοῦ λαοῦ «εὐρωβουλεύτρια», καταπῶς τὶς ἀποκαλεῖ ἡ γλωσσικὴ προοδομανία.
.                    Νὰ κλείσω μὲ κάτι νόστιμο, γιατί μᾶς ἔπνιξαν οἱ ἀναθυμιάσεις. Μιᾶς καὶ εἴμαστε στην  περίοδο τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, νὰ διαφημίσω καὶ μία ἱστορικὴ τράπεζα. «Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία». Δὲν ἀναφέρομαι στὰ ἀδηφάγα καταστήματα ποὺ βύθισαν τὸν κόσμο στὴν οἰκονομικὴ φρίκη καὶ εἶναι θεμελιωμένα μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὸ αἷμα τοῦ προδομένου λαοῦ μας. Ὄχι. Ἀναφέρομαι  σὲ μία ἐπιστολὴ τοῦ πολὺ σπουδαίου, λόγιου Κωνσταντίνου Δαπόντε, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Καισάριος. Ἔζησε  καὶ ἐκοιμήθη στὸ Ἅγιον Ὄρος. Διαβάζω λίγες εἰσαγωγικὲς γραμμὲς ἀπὸ τὴν ἐπιστολή, ποὺ τὴν ἀπέστειλε σὲ κάποιον Πούρβουλο, τὸ 1760, ἀπαντώντας, μᾶλλον, σὲ πρόσκληση γιὰ τράπεζα, γιὰ γεῦμα λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα.
.                    «Ἐπιθυμίαν ἐπεθύμησα τούτην τὴν ἑβδομάδα φαγεῖν μετὰ τῆς εὐγενείας σου· εἰς τὸ τραπέζι δὲν θέλω νὰ εἶναι ἄρτος  ἁρπαγῆς, πρόβατον ἀδικίας, ὄρνιθα ἀσελγείας οὔτε δορκὰς ὑπερηφανείας οὔτε ὀρτύκι μνησικακίας οὔτε λαγὸς φιλοχρηματίας, ἀλλ’ οὔτε χοῖρος ἀκαθαρσίας. Θέλω δὲ καὶ παρακαλῶ νὰ εἶναι ἄρτος ἱδρῶτος, φακὲς ταπεινοφροσύνης, φασούλια σωφροσύνης, ρεβίθια ἐλεημοσύνης, ἰχθύες ἁπλότητος, ἐλιὲς ἱλαρότητος καὶ λάχανα εὐλαβείας…». Τί ὡραῖα λόγια!
.                    Στὰ «δὲν θέλω», στὰ ἀνεπιθύμητα ἐδέσματα τοῦ ἁγιορείτη Καισάριου, περιγράφεται ἡ Ἑλλάδα τῆς παρακμῆς, τοῦ χρηματιστηρίου, τῶν μνημονίων, τῆς προδοσίας τῆς Μακεδονίας, τοῦ ναυαγίου τῆς πάλαι ποτὲ ἐθνικῆς παιδείας,  τῆς σεξουαλικῆς διαπαιδαγώγησης καὶ λοιπῶν πτωμάτων τυμπανιαίας ἀποφορᾶς. Οἱ προσκυνημένοι γραικύλοι, οἱ ἀνάξιοι νὰ φέρουν τὸ ὄνομα Ἕλληνας καὶ Ἑλληνίδα.
.                    Στὰ «θέλω» εἶναι ἡ Ρωμηοσύνη, τῆς νηστείας, τοῦ φιλότιμου,  τοῦ καθαροῦ μετώπου, τῆς οἰκογένειας, ποὺ γιορτάζει ἑνωμένη τὶς χρονιάρες μέρες καὶ δὲν «δραπετεύει» στοὺς κατασκότεινους δρυμοὺς τῆς ἄθεης Εὐρώπης, γιὰ νὰ διασκεδάσει τὴν ἀπληστία της καὶ νὰ ἐπισωρεύσει κι ἄλλα μπάζα στὴν ἀχόρταγη ψυχή της, ὅπως ἔπραττε ἡ χαριτόβρυτος κ. Εὔα.  (Τὰ καλομαθημένα παιδιά μας σήμερα ἀπεχθάνονται τὰ ὄσπρια, ὅμως τὶς φακές, τὰ φασούλια καὶ τὰ ρεβίθια, τὰ συνοδεύει μὲ ἀρετὲς ὁ εὐφυέστατος Καισάριος Δαπόντε. Μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν σωφροσύνη καὶ τὴν ἐλεημοσύνη. Καὶ πάντα ὁ ἄρτος. Ἀπὸ τὸ ρῆμα «αἴρω», ποὺ σημαίνει σηκώνω  ψηλά, ἀνυψώνομαι, ἐξ οὗ καὶ ἀέρας. Τὸ πρόσφορο, θυμίζω, τὸ λένε καὶ «ὕψωμα»). Στὴν περίπτωσή της μᾶς ἔρχεται στὸ νοῦ ἡ εὐθύβολη λαϊκὴ θυμοσοφία: ὅπως στρώνει καθένας, ἔτσι κοιμᾶται…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 

Σχολιάστε

»ΦΤΙΑΞΕ ΜΙΑ ΚΡΟΥΣΤΑ ΤΡΕΛΑΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ…(Δ. Νατσιός) [ὁρολογία «ἔμβοθρος»]

Φτιάξε μία κρούστα τρέλας γύρω π τ μυαλό σου…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                  Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια ὁ ἐθνομηδενιστικὸς ἑσμὸς καὶ ὅλα τὰ παρακολουθήματά του εἶχαν στοχοποιήσει τὴν λέξη “ἐθνικός“. Ἡ λέξη “ἔθνος” ἀνήκει στὸ ἀπαγορευμένο λεξιλόγιο τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας-σαχλότητας. Θύμα τῶν πρώτων προγραφῶν ὑπῆρξε τὸ ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Παιδείας, ποὺ πλέον ὀνομάζεται σκέτο Παιδείας. Προσωπικῶς θὰ ἐπέλεγα τὸν τίτλο «Ὑπουργεῖο Κρατικοῦ Παιδομαζώματος». Δὲν καλλιεργεῖται πιὰ στὰ σχολεῖα ἡ ἐθνικὴ ταυτότητα, τὸ «ὁμόθρησκον, ὁμόγλωσσον καὶ ὁμότροπον» τοῦἩροδότου, ἀλλὰ τὸ «ἀλλόθρησκον, ἀλλόγλωσσον καί… τὸ ἀλλόκοτον», μιᾶς καὶ δὲν ἐντόπισα στὰ λεξικὰ λέξη «ἀλλότροπον».
.                  Ὑπῆρχε καὶ «Ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Οἰκονομίας» ὣς τὸ 2000. Ἐκπαραθυρώθηκε καὶ ἐδῶ τὸ«Ἐθνικῆς». Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀπεμπολήσαμε μὲ τὶς γνωστὲς ἀλχημεῖες καὶ δολιότητες τοῦ Σημίτη τὸ ἐθνικό μας νόμισμα καὶ τσαλαβουτήσαμε στὴν πλεκτάνη τοῦ «εὐρὼ» καὶ ἐπισυνέβη ἡ χρεωκοπία, ἡ δίχως προσχήματα ὑποδούλωση τῆς χώρας στοὺς δανειστές της, θὰ ἦταν τουλάχιστον γελοῖο νὰ μιλᾶμε γιὰἘθνικὴ Οἰκονομία. (Ἡ νῦν κυβέρνηση τὸν μόνο κρατικὸ φορέα ποὺ τὸν ἐπιδαψίλευσε μὲ τὴν λέξη «ἐθνική», ἦταν ἡ «Ἐθνικὴ Ἐπιτροπὴ Γιὰ Τὴν Ἰσότητα Τῶν ΛΟΑΤΚΙ+», στὶς 17 Μαρτίου τοῦ 2021 μὲ ἀπόφαση τοῦπρωθυπουργοῦ κ. Μητσοτάκη. Ἔστυψα τὸ μυαλό μου, ἀλλὰ ἐξήγηση δὲν βρῆκα. Τὸ μόνο ποὺ μένει εἶναι οἱγνωστὲς «παρελάσεις ὑπερηφανείας», νὰ ὀνομαστοῦν σὲ «παρελάσεις ἐθνικῆς ὑπερηφανείας». Σὲ κάτι τέτοια ἀριστεύουμε. Εἴμαστε μπροστὰ κι ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους. Κατὰ παρόμοιο τρόπο εἴμαστε καὶ τὸμοναδικὸ κράτος τοῦ κόσμου ποὺ ἔχουμε κηρύξει τὸν πόλεμο στὴν Ρωσία. Τί νὰ πεῖ κανείς;)
.                  Ἡ γλῶσσα ἀποτελεῖ θεμελιακὸ στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι συλλογικὸ ἀναφαίρετο δικαίωμα κάθε λαοῦ, ἐγγύηση ἐλευθερίας καὶ αὐτονομίας. Μὲ ποιὰ λογική, γιὰ παράδειγμα, τὰ πρωταθλήματα ποδοσφαίρου, κάποτε Α´, Β´ καὶ Γ´ Ἐθνικῆς κατηγορίας, μετονομάστηκαν, μνημεῖο γραικυλισμοῦ κι αὐτό, σὲ«σοῦπερ λὶγκ 1 ἢ 2»; Οἱ Εὐρωπαῖοι χρησιμοποιοῦν ἰδιαίτερες, ἐθνικὲς ὀνομασίες γιὰ τὰ πρωταθλήματά τους. «Καμπιονάτο» οἱ Ἰταλοί, «Μπουντεσλίγκα» οἱ Γερμανοί, «Λὰ Λίγκα» οἱ Ἰσπανοί, λέξεις τῆς γλώσσας τους. Ἐμεῖς, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ συγγραφέας καὶ πολιτικός του 19ου αιώνα, Χουρμούζης ἐπιδεικνύουμε, «Συμπεριφορὰ γελοιωδεστάτη… ξιπασμένων ὀψιπλούτων, ἀηδεστάτη ἐπίδειξις! Πτωχοαλαζονεία ἀξία οἴκτου, γλῶσσα παρδαλή!
Ἔμαθε καὶ ξένην γλῶσσαν
Κι ὅταν ὁμιλεῖ, κοιτάζω.
Εἶναι Ἕλλην, εἶναι Φράγκος
Ἀπορῶ καὶ τὸν θαυμάζω».
(Συμβουλεύω πάντα τοὺς μαθητές μου νὰ μὴν ἀγοράζουν εἴδη ἐνδυμασίας μεγάλων πολυεθνικῶν, διαφημίζοντάς τα μὲ τὸ ξενόγλωσσο ἐμπορικό τους σῆμα, συχνὰ τεράστιο, στὴν πρόσοψη, ἀκόμη καὶ στὰὀπίσθια. Θυμίζουν ἀνδράποδα, δωρεὰν κινητὲς ρεκλάμες-διαφημίσεις).
.                  Τὰ τελευταῖα ὅμως χρόνια στὴν πολιτικὴ ὀρθότητα, προστέθηκαν καὶ ἡ… διαφορετικότητα καὶ ὁ δικαιωματισμός. Λέξεις καὶ συμπεριφορὲς ἄξιες οἴκτου, ποὺ ἀπεχθάνονται οἱ λαοὶ μὲ τὴν ἀρχική τους διατύπωση διαγράφτηκαν, βαφτίστηκαν μὲ ἀνώδυνες, δυσνόητες καὶ δυσερμήνευτες ἔννοιες. Ἂν ἀφαιρέσεις ὅλα τὰ καρυκεύματα καὶ τὶς ξεφλουδίσεις, οἱ ἀναθυμιάσεις σὲ πνίγουν. Ἔχει ἐπινοηθεῖ μία ἀπροσπέλαστη στοὺς πολλοὺς ὁρολογία, μὲ ἀνομολόγητο στόχο τὴν καθιέρωσή του μέσῳ κυρίως τοῦ «Ὑπουργείου Κρατικοῦ Παιδομαζώματος». Ὁ στόχος εἶναι πιὰ τὰ παιδιά. Τὸ γνωρίζουν αὐτό. Τὸ μέλλον κρίνεται στὶς σχολικὲς αἴθουσες. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ προγράμματα δεξιοτήτων-σεξουαλικῆς διαπαιδαγώγησης. Γι’ αὐτὸ μιλάω γιὰ γενιτσαρισμό. Ἄλλα θὰ ἔχουν στὸ νοῦ τους οἱ γονεῖς, διαφορετικὴ γλῶσσα θὰχρησιμοποιοῦν καὶ ἄλλα θὰ τοὺς μεταφέρουν ἀπὸ τὸ σχολεῖο τὰ παιδιά τους. Τὸ σπίτι θὰ ράβει, τὸ σχολεῖο θὰ  ξηλώνει. Δὲν μιλᾶμε πιὰ γιὰ χάσμα, ὅπως λέγαμε κάποτε, γενεῶν, ἀλλὰ γιὰ σύγκρουση.

 «Μὲ ζῆλο στὰ σκολειὰ τῆς προδοσίας
τοῦ σάπιου αἰώνα σέπεται ἡ γενιά!», ἔγραφε ὁ Βάρναλης.

.                  Τοῦτες τὶς ἡμέρες ἀκοῦμε γιὰ «τ καλάθι το νοικοκυριο». Ἐρωτῶ: Ποιός τὸ ἔλεγε ἔτσι; Τὸξέραμε ὡς «τὸ καλάθι τῆς νοικοκυρᾶς». Νοικοκυρὰ εἶναι ἡ μάνα, γένους θηλυκοῦ. Καὶ νοικοκύρης εἶναι ὁπατέρας, γένους ἀρσενικοῦ. Τὸ νοικοκυριό, γένους οὐδετέρου, περιέγραφε τὸν οἶκο, τὰ σκεύη του, τὰ κατσαρολικά του, κατὰ τὴν παλιὰ ἑλληνικὴ ταινία. Μᾶς προκαλεῖ μία δυσφορία ὁ τίτλος, ὄχι φύλου, ἀλλὰ γλωσσική. Ἔπεσε κι αὐτὸ θύμα τοῦ περιβάλλοντος, τῆς ἐποχῆς, ρολογία «μβοθρος», μὲ κρυμμένες  καλὰτὶς ὕπουλες ἐπιδιώξεις του.
.                  Τὰ λέει ἀριστοτεχνικὰ ὁ Θουκυδίδης: «Καὶ τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει». Ἄλλαξαν ἀκόμα καὶ τὴν καθιερωμένη σημασία τῶν λέξεων, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὶς πράξεις τους.
.                  Εἶναι τέτοια ἡ προσπάθεια συγκάλυψης τῆς ἀλλοπρόσαλλης, γελοιωδεστάτης συμπεριφορᾶς τους, ποὺ καταλήγουν σὲ οὐρανομήκεις ἀνοησίες. Θυμόμαστε, για παράδειγμα, τὸ «Καλὲς Γιορτὲς» ποὺ θεωρήθηκε πολιτικὰ ὀρθότερο ἀπὸ τὸ «Καλὰ Χριστούγεννα», ἀφοῦ τὸ δεύτερο προάγει διαχωρισμὸ τῶν ἀνθρώπων μὲ βάση τὰ θρησκευτικά τους «πιστεύω».
.                   Εἶναι γνωστὴ ἡ προσπάθεια, σὲ ἀμερικανικὰ πανεπιστήμια, νὰ ἀπαγορευθεῖ ἡ διδασκαλία κλασσικῶν διηγημάτων, μέσῳ τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν κρανιοκενῆ ἄποψή τους, τὰ παιδιὰ εἰσάγονται στὶς ἔννοιες τοῦ ρατσισμοῦ καὶ τοῦ σεξισμοῦ. Καὶ τέτοια σεξιστικά, ρατσιστικὰ ἔργα εἶναι τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Φιτζέραλντ ἢ τοῦ Σαίξπηρ. Τὸν Μεσαίωνα κυνηγοῦσαν μάγισσες, τώρα κυνηγοῦν τὸ λογικὸ καὶ τό… φυσιολογικό.
.                Κλείνω μὲ ἕνα παλιὸ κείμενο τοῦ ἀείμνηστου Σ. Καργάκου. Τὸ ἀντιγράφω, γιὰ νὰ βοηθήσω τὸ ἀναγνωστικὸκοινὸ νὰ ἑρμηνεύσει τὶς ἐξελίξεις τῶν ἡμερῶν μας. Τίτλος; «Πῶς τρελάθηκα»:
«Τρελάθηκα, γιατί παντρεύτηκα μία γυναίκα ποὺ εἶχε κόρη σὲ ὥρα γάμου. Σ’ ἕνα μήνα ὁ πατέρας μου ζήλεψε τὴν εὐτυχία μου κι ἀφοῦ ἦταν χῆρος, παντρεύτηκε τὴν κόρη τῆς γυναίκας μου. Ἔτσι ἡ δική μου γυναίκα ἔγινε πεθερὰ τοῦ πεθεροῦ της καὶ μητριά μου ἡ προγονή μου. Ἐννέα μῆνες ἀργότερα ἡ γυναίκα τοῦ πεθεροῦ τῆς γυναίκας μου, ποὺ ἦταν συγχρόνως καὶ κόρη της, ἀπέκτησε ἕνα ἀγοράκι, ποὺ φυσικὰ ἦταν ἀδελφός μου -σὰν παιδὶ τοῦ πατέρα μου καὶ μαζὶ ἐγγονὸς τῆς γυναίκας μου- σὰν παιδὶ τοῦ παιδιοῦ της- ἐγὼ δὲ αὐτομάτως ἔγινα παπποὺς τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἀφοῦ εἶμαι σύζυγος τῆς γιαγιᾶς μου. Ἕνα μήνα ἀργότερα ἡ δική μου γυναίκα ἀπέκτησε κι αὐτὴ ἀγοράκι. Τότε ὅμως ἡ πεθερά μου, ποὺ ἦταν ἀδελφὴ τοῦ γιοῦ μου, ἔγινε καὶ γιαγιά του. Ἐγὼ λοιπὸν εἶμαι ἀδελφός τοῦ γιοῦ μου, ποὺ εἶναι καὶ ἀδελφὸς τῆς γιαγιᾶς του. Συγχρόνως εἶμαι καὶ γαμπρὸς τῆς μητέρας μου, ἀφοῦ ἡ γυναίκα μου εἶναι θεία τοῦ γιοῦ της, δηλαδὴ ἑνὸς παιδιοῦ ποὺ εἶναι ἀνίψι τοῦ πατέρα του…». Δυσκολεύτηκα νὰ τὸ ἀντιγράψω, ἀλλὰ ἔριξα μία ματιὰ στὸ μέλλον, στὸ τί μᾶς περιμένει. Ὅπως λέει καὶ ὁ ποιητής, χρειάζεται νὰ φτιάξεις μία κρούστα τρέλας γύρω ἀπὸ τὸ μυαλό σου, γιὰνὰ ἀντέξεις τὴν περιρρέουσα παλαβομάρα…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκς

Σχολιάστε

Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ καὶ ΑΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Δ. Νατσιός)

πονεμένη κα προσκύνητη Ρωμιοσύνη

Δημήτρης Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.               Ἔγραφε ἡ τότε ἐφημερίδα Νέα Ἡμέρα στὶς 21.1.1913 γιὰ τὸν ἡρωικὸ θάνατο τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦἸωάννη Μαυροδήμου: «Μοῦ διηγήθηκαν σήμερα μερικὰς λεπτομερείας τοῦ θανάτου τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦΜαυροδήμου. Μοιάζει μὲ ποίημα. Οἱ Μαυροδημαῖοι εἶναι μία παλαιὰ στρατιωτικὴ οἰκογένεια τῆς Ἑλλάδος. Εἰς κάθε πόλεμον σκοτώνεται κι ἀπὸ ἕνας Μαυροδῆμος. Στὸ Εἰκοσιένα, στὸ ᾽86, στὸ ᾽97… Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Μαυροδῆμος μόλις εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ στρατιωτικὸν σχολεῖον. Τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ λόχος του ἐπρόκειτο νὰ λάβει μέρος εἰς τὴν μάχην, ἐσηκώθη πρωί, ἐξυρίσθη, ἐκτενίσθη, διέταξε καὶ τοῦ ἔφεραν τὴν καλή του στολή, τὶς καινούργιες του τὶς μπότες, τὰ ἄσπρα του γάντια, τέλος στολίστηκε σὰν γαμπρός, ἐτράβηξε τὸ σπαθὶ καὶεἶπε στοὺς ἄνδρας του: ἐμπρὸς παιδιά… Καὶ σκοτώθηκε ἀπὸ τοὺς πρώτους». (Ἐφημερίδα Νέα Ἡμέρα στὶς 21.1.1913).  Εἶναι ὁ πρῶτος πεσὼν ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, στὶς 6 Ὀκτωβρίου τοῦ 1912, στοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους. Τέτοιες ἱστορίες ἀνήκουν στὸ Συναξάρι τοῦ Γένους. Εἶναι οἱ ἄγνωστοι ἥρωες, τὰπολυτίμητα εἰκονίσματα τοῦ ἔθνους μας…
.               Τὸ διάβασα στοὺς μαθητές μου. Αὐτὸ τὸ μικρό, λακωνικὸ γιὰ τόσο μεγάλη θυσία ἀφιέρωμά της τότε ἐφημερίδας. Θυμήθηκα μία ξεχασμένη παιδαγωγικὴ ἀρχή. «Ὁ διδάσκων δὶς διδάσκεται». Σὲ τέτοια κείμενα καθρεφτιζόμαστε πρῶτα ἐμεῖς, ποὺ τὰ προσφέρουμε στὰ παιδιά. Σηκώθηκε, στολίστηκε σὰν γαμπρὸς γιὰ νὰ πάει, ποῦ; Στὴν μάχη, στὸν ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος γάμο του. Στὶς χαρὲς τῆς νύμφης του πατρίδας Ἑλλάδας. Καὶ θυσιάστηκε, ἔδωσε τὸ αἷμα του γι’ αὐτήν, τόσο τὴν ἀγαποῦσε.
.               Καὶ τὰ παιδιὰ ἄκουγαν μὲ συγκίνηση. Μὲ χαρμολύπη. Ὑπερηφάνεια γιὰ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν λεβεντιά. Λύπη γιὰ τὴν νιότη του. Αὐτὸ θέλουμε.  Αὐτὴ εἶναι ἡ πατρίδα. Μὲ τὰ «πάθια καὶ τοὺς καημούς της» (Παπαδιαμάντης) καὶ μὲ τὶς τρανὲς χαρές της, τὶς ἀναστάσιμες ἡμέρες τῆς ἱστορίας της. Τὶς Θερμοπύλες τοῦ Λεωνίδα, τὴν Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ μὲ τὸν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο, τὸ Μανιάκι μὲ τὸν ἀρχιμανδρίτη Παπαφλέσσα, τὴν Στάτιστα τοῦ Παύλου Μελᾶ, τὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τοῦ Μαχαιρᾶ μὲ τὸν Γρηγόρη Αὐξεντίου. Μοσχοβολοῦν λευτεριὰ αὐτοὶ οἱ τόποι μὲ τὴν θυσία τους… ὅπως οἱ μάρτυρες καὶ οἱ ἅγιοι τῆς ἀμωμήτου Πίστεώς μας ἁγιάζουν τὰ χώματα μὲ τὸ αἷμα τους καὶ τὸν ἱδρώτα τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων τους.
.               Ἀναστάσιμη ἡμέρα, Πασχαλιά, ἦταν γιὰ τοὺς σκλάβους Μακεδόνες, ἡ ἡμέρα ποὺ πατοῦσε ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς τὴν αἱματοβαμμένη γῆ τους. (Καὶ ἦρθε ἡ σταύρωσή της, ὅταν ἄθλιοι προδότες, ποὺκαμαρώνουν ἀκόμη στὰ ἑδώλια, ὄχι τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς, τὴν ξεπούλησαν γιὰ μία γραβάτα).
.               Διαβάζω καὶ πάλι ἀπὸ τὰ ἡρωικά μας συναξάρια τοῦτα τὰ σπουδαῖα: «Ὅταν ὁ στρατός μας μπῆκε στὰ Σέρβια Κοζάνης ἐλευθερωτὴς τὸ 1912, στὶς 10 Ὀκτωβρίου, βρῆκε σφαγμένους ἀπὸ τοὺς Τούρκους τοὺς 115 προκρίτους τῆς πόλης, ποὺ τοὺς εἶχαν κρατήσει ὡς ὁμήρους. Τὴν ἄλλη μέρα γινόταν μνημόσυνο τῶν μαρτύρων αὐτῶν σὲ πάνδημη συγκέντρωση λαοῦ καὶ στρατοῦ. Ὁ παπὰς ἄρχισε νὰ ἀπαγγέλλει τὴν ἐπιμνημόσυνον ἀκολουθίαν, ὅταν μία βροντερὴ φωνὴ ἀκούσθηκε:
Στάσου, παπά!!
Ἦταν ἡ φωνὴ τοῦ Σπύρου Ματσούκα, ἰδρυτοῦ τοῦ Λευκοῦ Σταυροῦ. Καὶ τὸ αὐτοσχέδιον τραγούδι ποὺ ἔκαμε τὸν παπὰ νὰ σιγήση καὶ 3.500 στρατιώτας καὶ ἄλλους τόσους πολίτας νὰ γονατίσουν καὶ νὰ ἀναλυθοῦν εἰς δάκρυα, ἔλεγε:

Ξυπνᾶτε ἀπὸ τὰ μνήματα, ἀδικοσκοτωμένοι.
Νὰ ἰδῆτε τὴν Πατρίδα σας, ἐλευθερωμένη.
Ξυπνᾶτε κι ἀναστήσαμε, δὲν εἶστε πιὰ ραγιάδες.
Ξυπνᾶτε κι ἦρθε Πασχαλιά, χαθῆκαν οἱ ἀγάδες».
(Βασίλη Περσείδη, Τὸ ἐθνικό μας τραγούδι, σελ.33, Ἀθήνα 1983).
.               Ὡραῖα μαθήματα πατριδογνωσίας, διδάσκουν στὰ παιδιὰ ὅτι ἔχουμε ἱστορικὰ δικαιώματα πάνω στὰ χώματα καὶ στὰ κύματα τῶν θαλασσῶν μας, ποὺ μὲ τόσες θυσίες οἱ πρόγονοί μας ἀπελευθέρωσαν. «Ὅση γῆ περιαγκαλιάζει ὁ εὔμορφος αἰθέρας μας εἶναι ἡ ἀγαπητή  μας πατρίδα», ὅπως εἶπε ὁ Γεώργιος Τερτσέτης στὴν περίφημη ἀπολογία του.
.                   Καμαρώνει καὶ κλασαυχενίζεται τὸ «ὑπουργεῖο Ὑπνοπαιδείας», ὅπως εὐφυῶς τὸ ἀποκαλοῦσε ὁ μακαριστός, σπουδαῖος Σαράντος Καργάκος, διότι φέτος καθιέρωσε τὴν ἑξῆς μεγαλειώδη, παγκοσμίου ἐμβέλειας καινοτομία: Διεύρυνε τὸ ὁλοήμερο σχολεῖο, μέχρι τὶς 5:30. Μία προαιρετικὴ ὥρα παραπάνω καὶ αὐτὸθεωρεῖται «τομή», περίπου ἀπογείωση τῆς Παιδείας. Τί νὰ πεῖ κανείς; Καλῶς εἰπώθηκε πὼς «ταν λιος το πολιτισμο εναι χαμηλ στν ρίζοντα… κόμα κα ο νάνοι ρίχνουν μεγάλες σκιές».
.               Ἂν θέλουμε νὰ ἐπιβιώσουμε στὴν παρανοϊκὴ ἐποχή μας, ἀπαιτεῖται μέσα ἀπὸ τὶς σχολικὲς αἴθουσες νὰ ἀρχίσει ἡ ἀνάταση. Νὰ προβάλουμε στοὺς μαθητές μας τὴν πονεμένη καὶ ἀπροσκύνητη Ρωμιοσύνη. Πρὶν ἀπὸ 110 χρόνια, τὸ 1912, τέτοιες ἡμέρες τὸ Γένος ἑνωμένο κατατρόπωνε «καὶ νύχτα καὶμέρα» τοὺς Τούρκους στὶς ἀετοφωλιὲς τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Ἐνῶ τὸ ἀήττητο ναυτικό μας ἔστελνε στὸν πάτο τοῦ Αἰγαίου τοὺς Τούρκους, γιὰ νὰ γνωρίσουν καὶ «νὰ γευτοῦν» τὰ γαλανὰ νερά του. Παραθέτω ἐπιστολὴ μαχητὴ τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων, ἡ ὁποία περιεχόταν στὰ παλιὰ βιβλία Γλώσσας, τότε ποὺ ἦταν ὄντως Παιδεία καὶ ὄχι παιδομάζωμα…
.             «Ἀδελφέ, μοῦ γράφεις ἂν ὑποφέρω. Οἱ κόποι καὶ τὰ βάσανα δὲν ἔχουν καμμία σημασία γιά μᾶς. Ἐλησμονήσαμε ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, ὅτι μᾶς ἐλησμόνησε καὶ ἡ φύσις, ἡ ὁποία ἐκουράσθηκε νὰ μᾶς πειράζη μὲ τὶς ἀρρώστιες της. Ὁ βίος ἐδῶ εἶναι εὐχάριστος. Μόνον ἡ ἰδέα, ὅτι μᾶς ἀπειλοῦν οἱ γείτονες, μᾶς ἔχει σκυλιάσει ὅλους. Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε γι’ αὐτοῦ πλέον. Ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις μας καὶ ὁ τάφος μας. Τὰ μέρη αὐτὰ εἶναι πληρωμένα μὲ αἷμα. Κάθε βουνὸ καὶ κάμπος εἶναι στολισμένα μὲ σταυρούς. Κοιμῶνται ἐκεῖ οἱ σύντροφοί μας. Ἂς μὴν ἀνησυχῆ κανείς. Ὅσο εἶναι ἐδῶ ὁ στρατός, ἡ μεγάλη Ἑλλὰς θὰ εἶναι ἀπρόσβλητη. Ἐμάθαμε πλέον τὸ μυστικό τῆς νίκης. Ἔχομε τὸ μονοπώλιο τῆς παλληκαριᾶς. Ἂς τὸ μάθουν ὅλοι αὐτό.
-Τί δουλειὰ κάνεις;
-Πολεμῶ, ἀπαντᾶ ὁ ἐρωτώμενος στρατιώτης.
Σὲ φιλῶ, ὁ ἀδελφός σου».

, ,

Σχολιάστε

ΕΜΕΙΝΕ ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΠΙΕ ΤΟ «ΤΡΕΛΟ ΝΕΡΟ»; (Δ. Νατσιός)

μεινε κανες ποὺ δν πιε τ «τρελ νερό»;

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                 «Μία φορὰ κι ἕναν καιρό», λέει ὁ μύθος, «ἤτανε ἕνας σουλτάνος, καλὸς καὶ δίκαιος καὶ εἶχε ἕναν βεζύρη, ποὺ ἤτανε καὶ αὐτὸς καλὸς καὶ ἦταν κι ἀστρολόγος. Μία μέρα ὁ βεζύρης λέγει τοῦ σουλτάνου, πὼς εἶδε κάποια σημάδια στὸν οὐρανὸ πὼς θὰ βρέξει στὸν κόσμο ἕνα νερὸ τρελό, καὶ πὼς ὅποιος τὸ πιεῖ αὐτὸ τὸ νερό, θὰ τρελαίνεται. Καὶ πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦνε στὴν ἐπικράτειά τους θὰ πιοῦνε καὶ θὰ χάσουνε τὰ λογικά τους, καὶ δὲν θὰ νιώθουνε πιὰ τίποτα, μήτε τί εἶναι σωστὸ καὶ τί εἶναι ψεύτικο, μήτε τί εἶναι καλὸκαὶ τί εἶναι κακό, μήτε τί εἶναι νόστιμο καὶ τί ἄνοστο, μήτε τί εἶναι δίκαιο καὶ τί ἄδικο.
.                 Σὰν τ’ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Σουλτάνος γυρίζει καὶ λέγει στὸν βεζύρη: Ἀφοῦ θὰ τρελαθεῖ ὅλος ὁκόσμος, πρέπει νὰ κοιτάξουμε νὰ μὴν τρελαθοῦμε κι ἐμεῖς, γιατί ἀλλιῶς πῶς θὰ τοὺς κρίνουμε μὲδικαιοσύνη; Τοῦ λέγει ὁ βεζύρης πὼς ὁ λόγος του εἶναι σωστὸς καὶ πὼς θά ᾽πρεπε νὰ προστάξει νὰμαζέψουνε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ πίνανε, καὶ νὰ τὸ φυλάξουμε μέσα στὶς στέρνες, γιὰ νὰ μὴν πίνουνε ἀπὸ τὸχαλασμένο καὶ κρίνουμε παλαβὰ κι ἄδικα, μὰ δίκαια, ὅπως ἔχουνε χρέος. Ἔτσι κι ἔγινε. Σὲ λίγον καιρὸ ἔβρεξε στ’ ἀλήθεια, καὶ τὸ νερὸ ἤτανε τρελὸ νερό, καὶ τρελαθήκανε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ δὲν γνωρίζανε οἱ καημένοι τί τοὺς γίνεται, καὶ εἴχανε τὸ ψεύτικο γιὰ ἀληθινό, τὸ κακὸ γιὰ καλό, τὸ ἄδικο γιὰ δίκαιο. Μὰ ὁσουλτάνος κι ὁ βεζύρης πίνανε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ εἴχανε φυλαγμένο, καὶ δὲν τρελαθήκανε, ἀλλὰ κρίνανε τὸν κόσμο μὲ δικαιοσύνη. Μὰ ὁ κόσμος τά ᾽βλεπε ἀνάποδα καὶ δὲν ἤτανε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ σουλτάνου καὶ τοῦ βεζύρη καὶ φωνάζανε πὼς τοὺς ἀδικοῦνε καὶ κοντεύανε νὰ σηκώσουνε ἐπανάσταση. Μετὰ ἀπὸ καιρό, σὰν εἴδανε κι ἀποείδανε, ὁ σουλτάνος κι ὁ βεζύρης, χάσανε τὸ κουράγιο τους, καὶ λέγει ὁ σουλτάνος στὸ βεζύρη: Τοῦτοι οἱ φουκαράδες ἀληθινὰ χάσανε τὰ φρένα τους καὶ τὰβλέπουνε ὅλα ἀνάποδα κι ὅπως πᾶμε, μπορεῖ νὰ μᾶς σκοτώσουν ἐπειδὴ θέλουμε νὰ τοὺς κρίνουμε μὲ δικαιοσύνη γιὰ νὰ εὐτυχήσουνε. Τὸ λοιπόν, βεζὺρ ἀφέντη, ἄιντε νὰ χύσουμε τὸ καλὸ νερὸ ἀπὸ τὶς στέρνες, καὶ νὰ πιάσουμε νὰ πίνουμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὸ τρελλὸ νερό, νὰ γίνουμε σὰν κι αὐτοὺς καὶ τότε θὰ μᾶς καταλαβαίνουνε καὶ θὰ μᾶς ἀγαπᾶνε. Ἔτσι κι ἔγινε. Ἤπιαν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ παλαβὸ νερὸ καὶ τρελλαθήκανε, καὶ κρίναμε τρελλὰ κι ἄδικα, κι ὁ κόσμος ἀπόμεινε εὐχαριστημένος καὶ πολυχρονίζανε τὸν σουλτάνο».
.                 Στὸ «Εὐλογημένο Καταφύγιο» τοῦ Φώτη Κόντογλου περιέχεται ὁ μύθος τοῦ «τρελοῦ νεροῦ».
.                 Ἀμφιβάλλει κανεὶς ὅτι τὸ πάλαι ποτὲ «ἀπέραντο φρενοκομεῖο» τοῦ γερο-Καραμανλῆ εἶναι ὅσο ποτὲ ἄλλοτε ἐπίκαιρο; Καλὸ νερὸ ὑπάρχει σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, φυλαγμένο, λέει ὁ Κόντογλου, «μέσα στὴ στέρνα τῆς παράδοσης», εἶναι «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν». Δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖ κάποιος σήμερα νὰ ἑρμηνεύσει, νὰκατανοήσει μὲ νηφαλιότητα τὰ δρώμενα. Τὸ «παλαβὸ νερὸ» τὸ ἤπιαν πρῶτα οἱ Ἕλληνες πολιτικοὶ καὶ σὲμεγαλύτερες ποσότητες οἱ Εὐρωπαῖοι τάχα καὶ ἰθύνοντες. (Ἡ Τουρκιὰ δὲν πίνει νερό. Μόνο αἷμα ἀθώων…). Μὰ κι ἐμεῖς, ὁ ἁπλὸς λαὸς μὲ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε καὶ τὰ καταπίνουμε ἀμάσητα, πρέπει μᾶλλον νὰ εἴμαστε ποτισμένοι, μέχρι μυελοῦ ὀστέων, μὲ τὸ «τρελὸ νερό». Γιὰ τοὺς Φράγκους, τοὺς ἀναθεματισμένους Εὐρωπαίγους, μᾶς τὰ ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης: «…Κι ὅλοι οἱ τίμιοι Ἕλληνες δὲν θέλει κανένας οὔτε νὰ σᾶς ἀκούσει οὔτε νὰ σᾶς ἰδῆ, ὅτι μᾶς φαρμάκωσε ἡ κακία σας ὄχι τῶν φιλανθρώπων ὑπηκόγωνέ σας, ἐσᾶς τῶν ἀνθρωποφάγων ὅπ’ οὖλο ζωντανοὺς τρῶτε τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑπερασπίζεστε τοὺς ἄτιμους καὶπαραλυμένους καὶ καταντήσετε τὴν κοινωνία παραλυσία».
.                 Ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν, μᾶς ἔλεγαν οἱ δῆθεν «ἐθνάρχες» μας. (Πρῶτος καὶ τελευταῖος ποὺδικαιοῦται αὐτὸ τὸν ἐξαίσιο τίτλο εἶναι ὁ Καποδίστριας), καὶ τὸ πιστεύαμε ἐμεῖς οἱ αὐτόχθονες ἰθαγενεῖς.
.                 Καὶ προσπαθήσαμε, κάναμε θυσίες, καὶ ματώσαμε καὶ κατασκοτωθήκαμε σὲ πεδία τιμῆς, καὶ ὑπέγραφαν οἱ νενέκοι μὲ χέρια καὶ ποδάρια μνημόνια καταστροφῆς, γιατί; Γιὰ νὰ γίνουμε Εὐρωπαῖοι. Καὶποιὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Οὔτε Εὐρωπαῖοι γίναμε, μὰ χάσαμε καὶ τὴν ἑλληνικότητά μας. «Ἔμαθε καὶ ξένην γλῶσσαν κι ὅταν ὁμιλεῖ, κοιτάζω / Εἶναι Ἕλλην, εἶναι Φράγκος; Ἀπορῶ καὶ τὸν θαυμάζω», θὰ μᾶς ἔλεγε ὁ ἀγωνιστὴς τοῦ ’21 καὶ συγγραφέας Χουρμούζης. Ἡ παροῦσα σχιζοφρένεια δὲν ἑρμηνεύεται, εἶναι νέας κοπῆς στὸν ἑλληνικὸ βίο, εἶναι ἰὸς ἄγνωστος, μόνο σὲ φαιδρὰ πρόσωπα, σὰν αὐτὰ ποὺ ἐπιπολάζουν στὴν πολιτικὴ σκηνὴ τῆς χώρας θὰ μποροῦσε νὰ ἐκκολαφτεῖ.
.                 Καταφεύγω πάλι σὲ μύθο. Τί νὰ κάνω; Ἀνασύρω τὰ ἀειλαμπῆ πετράδια τῆς παράδοσης, κείμενα τιμαλφῆ ἀπὸ τὴν βιβλιοθήκη τοῦ Γένους. Αἴσωπος. Τίτλος «σκώληξ καὶ δράκων». Ἐν πρώτοις τὸ πρωτότυπο: «Συκέα παρ’ ὁδὸν ἦν. Σκώληξ δὲ θεασαμένη δράκοντα κοιμώμενον ἐζήλωσεν αὐτοῦ τὸ μῆκος. Βουλομένη δὲ αὐτῷ ἐξισωθῆναι, παραπεσοῦσα ἐπειρᾶτο ἑαυτὴν ἐκτείνειν μέχρις οὗ ὑπερβιαζομένη ἔλαθε ραγεῖσα». Ἀπόδοση στὴν νεοελληνική: «Μία συκιὰ ἦταν πλάι σ’ ἕνα δρόμο. Ἕνα σκουλήκι ποὺ εἶδε ἕνα μεγάλο φίδι νὰκοιμᾶται, ζήλεψε τὸ μῆκος του. Θέλοντας νὰ τὸ φτάσει, ξάπλωσε καὶ προσπαθοῦσε νὰ τεντωθεῖ, ὥσπου ἀπ’ τὸ πολὺ ζόρι τὴν πάτησε καὶ κόπηκε στὰ δύο».
.                 Ζηλέψαμε, οἱ φουκαράδες, τὴν Εὐρώπη, τὸν πλοῦτο της, τὴν ἄνεσή της. Τὶς μηχανές της, τὰ μεγαλεῖα της, τὶς παλαβομάρες της. Τὶς χάντρες καὶ τὰ καθρεφτάκια, τὰ μπακίρια καὶ τὶς λαμαρίνες τὰπεράσαμε γιὰ μαλάματα καὶ κοσμήματα. Δὲν μᾶς ἄρεσαν τὰ πολυτίμητα τζιβαϊρικὰ τῆς γιαγιᾶς μας, τὰἀνταλλάξαμε μέ… τάπερ τῆς κουζίνας. «Οἱ Ἕλληνες ἀεὶ ἐν θαύμασι τιθέασι (βλέπουν) τὰ ἀλλότρια ἢ τὰ οἰκεῖα». Ἀρχαῖον πάθος.  Καὶ ἀκόμη «ἀπροκάλυπτος περιφρόνησις τῶν πατρίων μας καὶ τῆς θρησκείας ἀκόμη, ὡς δεῖγμα εὐρωπαϊκῆς προόδου». (Χουρμούζης).
.                 Γίναμε σκώληκες (νεοταξοσκώληκες), ζηλέψαμε τὸ μῆκος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ὄφεως, τεντωθήκαμε, τανυστήκαμε ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων, γιὰ νὰ γίνουμε κράτος «ἐφάμιλλον τῶν εὐρωπαϊκῶν», ἀλλὰ ἀπὸ τὸ πολὺζόρι καὶ τέντωμα, κοπήκαμε στὸ δύο, διαλυθήκαμε. Καὶ βέβαια, ὅταν γίνεσαι σκουλήκι (ὁμιλῶ κυρίως γιὰ τὴν «φωτισμένη» ἡγεσία μας,) μὴν διαμαρτύρεσαι ποὺ σὲ ποδοπατοῦν.  Αὐτὴ ἡ περιρρέουσα ἀσχήμια ὤθησε κάποτε καὶ τὸν πράο καὶ εὐγενικὸ Κόντογλου νὰ βροντοφωνάξει: «Καθαρίστε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πανούκλα τὴν δυστυχισμένη τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ δουλέψουνε οἱ ἄξιοι δουλευταράδες. Τὰ σκουλήκια, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν τιποτένια ὕπαρξή τους, δὲν ἀφήνουνε καμμιὰ ψυχὴ ἄξια νὰ ὀρθοποδήσει, ἀπὸ συμφέρον κι ἀπὸ φθόνο. λοι ο πνευματικο σαλταδόροι χουνε πιάσει τ πόστα. Κα εναι δεμένοι μεταξύ τους, πως εναι ο κάμπιες κολλημένες μία πάνω στν λλη. Μόλις τὶς χωρίσει κανένας ψοφᾶνε. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ μαραζώνουνε τὸ ὁλόδροσο πνευματικὸ δέντρο τῆς φυλῆς μας».

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

Σχολιάστε

Ο ΜΟΡΦΩΜΕΝΟΣ ΝΕΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ Ο ΠΕΛΕΚΥΦΟΡΟΣ ΗΜΙΜΑΘΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ. (Δ. Νατσιός)

μορφωμένος νέος κα χι πελεκυφόρος μιμαθς
ε
ναι ντιστασιακὸς τῆς ποχς μας

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς 

.                   «Μαθαίνει κανένας τὰ κακουργήματα ποὺ γίνουνται σήμερα, κι ἀνατριχιάζει περισσότερο ἀπ’ ἄλλη φορά, ἀπὸ τὴν ἀναισθησία, ἀπὸ τὴν ἀπάθεια, ἀπὸ τὴν πώρωση ποὺ ἔχουνε κεῖνοι ποὺ τὰ κάνουνε, σὰν νὰ εἶναι ἀληθινοὶ σατανάδες, καὶ σὰν νὰ εἶναι ὁ σκοτωμὸς ἡ φυσικὴ τροφὴ τῆς ψυχῆς τους.
.                   Ἄλλη φορὰ οἱ φονιάδες σκοτώνανε, οἱ περισσότεροι, χωρὶς νὰ τὸ θέλουνε, μέσα στὴ ζάλη τους. Ἕνα σύννεφο ἀπὸ θυμὸ ἢ ἀπὸ ζήλεια ἢ ἀπὸ πνιγμένο δίκιο θόλωνε τὰ μάτια τους γιὰ μία στιγμή. Μὰ ὕστερα σκόρπιζε αὐτὸ τὸ σύννεφο, τὰ μάτια τους καθαρίζανε, καὶ μετανιώνανε. Πολλὲς φορὲς κλαίγανε, θέλανε νὰ σκοτωθοῦνε, ντρεπόντανε τὸν κόσμο. Τώρα οἱ φονιάδες, κι οἱ ἄλλοι ποὺ κάνουνε κακὲς πράξεις, εἶναι ὁλότελα μαυρόψυχοι, ξεροί, παγωμένοι, ἀναίσθητοι σατανάδες, βουβοὶ καὶ ψυχροὶ κακοῦργοι. Καὶ τί; Μικροὶκαὶ μεγάλοι, χωριάτες καὶ σπουδαγμένοι! Ἕνα πράγμα φοβερό!». (Φώτης Κόντογλου, Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου»). 
.                   Ποιός διαφωνεῖ ; Ἐγκλήματα ἀκατανόητα, πράξεις ἀποτροπιασμοῦ, «μαγάρισε ἡ Ἑλλάδα». ὉΚόντογλου «ἀνατριχίαζε» ἀπὸ τοὺς σκοτωμούς. Τώρα τὰ ἐγκλήματα κατέβηκαν βαθύτερα στὴν δαιμονικὴ κλίμακα. Πῶς νὰ κατονομάσεις τοὺς «μαυρόψυχους σατανάδες» ποὺ βιάζουν καὶ δολοφονοῦν νέα παιδιά; Πῶς νὰ ἑρμηνευτεῖ ἡ αὐτοκτονία ἑνὸς ἀνήλικου παιδιοῦ;
.                   Ἂν ἀνοίξεις τὴν τηλεόραση σὲ ἕνα «κεντρικὸ δελτίο εἰδήσεων», ὅπως εὐφημιστικῶς τὸὀνομάζουν, ἔχεις τὴν ἐντύπωση ὅτι διαβάζεις «πινάκιο» δικαστικῶν, ποινικῶν ὑποθέσεων. Δελτία ἀνακατεμένα μὲ αἷμα, θάνατο, προστυχιά, αἰσχροήθεια, εἰσπνέεις ἀναθυμιάσεις… βρομιὰ καὶ δυσωδία. Δὲν γίνεται, σκέφτεσαι, τὸ κάνουν ἐπίτηδες, ἀντὶ νὰ ἀσχολεῖται ὁ λαὸς μὲ τὰ ἀσήκωτα βάρη του, ἀσχολεῖται μὲτὴν περιρρέουσα παράνοια, λησμονεῖ τὰ δικά του. (Οὔτε νὰ φανταστοῦμε ὅτι ἀφήνουν οἱ γονεῖς τὰ παιδιά τους νὰ παρακολουθοῦν τὰ ψυχοφθόρα καὶ ρυπαρὰ ποὺ προβάλλονται, ὄχι μόνο στὰ αἱμοχαρῆ δελτία, ἀλλὰνυχθημερόν. Φροντιστήριο κακουργίας, ἀσυδοσίας, χυδαιότητας καὶ ἀσυνειδησίας ἀποτελεῖ αὐτὸ ποὺλέγεται ἑλληνικὴ τηλεόραση καὶ ὅσοι τὶς κλείνουν καὶ ἀποτρέπουν τὰ παιδιά τους ἀπὸ παρακολούθηση εἶναι πραγματικοὶ κηδεμόνες, γονεῖς τοῦ καλῶς τεκνοτροφεῖν καὶ ὄχι μόνο τοῦ τεκνογονεῖν). 
.                   Οἱ αἰτίες πολλές. Θὰ περιοριστῶ μόνο σὲ μία. Ἡ ἔλλειψη τῆς ντροπῆς, τῆς αἰδοῦς. Θὰ παραθέσω ἕνα γεγονὸς ἀπὸ τὰ μεγάλα χρόνια τῆς Παλιγγενεσίας. Νὰ κατανοήσουμε γιατί τότε μία ἀγράμματη γενιά, βυθισμένη στὴν φρίκη τῆς σκλαβιᾶς, θλιβόμενη, ὑστερούμενη, κακουχούμενη, ἐλευθέρωνε πατρίδες καὶγιατί σήμερα, μὲ σχολειὰ καὶ ξένες γλῶσσες καὶ μπαλέτα, μὲ εὐημερία -ποὺ στάθηκε νεκροταφεῖο μας- μὲψυγεῖα ποὺ βογκοῦν ἀπὸ καλούδια, τρέμουμε καὶ τὴ σκιά μας. Γιατί πολλοί, ἀνενδοίαστα πρίν, χωρὶς ἴχνος μεταμέλειας καὶ τύψεων μετά, ἐγκληματοῦν; Γιατί ἀκόμη καὶ στὰ προαύλια δημοτικῶν σχολείων, ἀκούγονται βρόμικες καὶ δυσώδεις λέξεις. (Ἡ εἰκόνα γνωστὴ σὲ ὅλους. Περπατᾶς στὸν δρόμο καὶ συναπαντιέσαι μὲ παρέα νεαρῶν, γυμνασίου ἢ λυκείου. «Λύκοι ντυμένοι μὲ τὰ φορέματα τοῦ ἀρνιοῦ τοῦΘεοῦ» -προβατόσχημοι- ποὺ λέει καὶ ὁ Μακρυγιάννης. Παρελαύνει ὅλο τὸ ὑβρεολόγιο τῶν καταγωγίων…).
.                   Λίγο μετὰ τὴν πτώση τῆς Τριπολιτσᾶς, ὁ Κολοκοτρώνης ἐπιχειρεῖ νὰ καταλάβει καὶ τὸ ἰσχυρὸφρούριο τοῦ Ναυπλίου. Κάποια στιγμὴ -Γενάρης τοῦ 1822- εἰδοποιεῖται νὰ τραβήξει κατὰ τὴν Κόρινθο, διότι οἱ ἐκεῖ Τοῦρκοι μόνο σ’ αὐτὸν δέχονταν νὰ παραδοθοῦν. Ἀφήνω τὸν λόγο στὸν Φωτάκο (Φώτιο Χρυσανθόπουλο), ὁ ὁποῖος στὰ «Ἀπομνημονεύματα» γιὰ τὸ ’21, διασώζει ἕνα συμβάν, πού μοῦ προξένησε, ὅπως ἔλεγαν παλαιότερα, «ζωηρὰν ἐντύπωση»:
.                   «Ἐκεῖθεν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ λοιποὶ καπεταναῖοι ἀνεχώρησαν καὶ ἐπήγαιναν εἰς τὴν Κόρινθον, καὶ καθ’ ὁδὸν ἐνυκτέρευσαν εἰς τὸ χωρίον Ἁγιονόρι καὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Γεωργίου Καλαρᾶ ἰατροῦ, ἀνθρώπου ἐπισήμου καὶ γνωστοῦ. Ἐκεῖ ἕνας τῶν στρατιωτῶν τοῦ Κολοκοτρώνη ἐζήτησεν ἐλιὲς τηγανισμένες, καὶ ἐπειδὴ ἡ δέσποινα τοῦ σπιτιοῦ, ὅπου ἔμεινε, δὲν ἐγνώριζε τὸ παράξενον τοῦτο φαγητόν, ὁστρατιώτης ἐμάλωσε μὲ αὐτήν, ἐθύμωσε καὶ ἔσπασε τὴν στάμναν μὲ τὸ λάδι. Ἕνεκα τούτου ἔγιναν παράπονα ἀφ’ ἑσπέρας εἰς τὸν ἀρχηγόν, ὅστις ἀμέσως ἐδιέταξε καὶ ἔθεσαν τὸν στρατιώτην ὑπὸ φύλαξιν. Τὴν δὲ ἐπαύριο ὁ ἀρχηγὸς ἔβγαλε τὸν στρατιώτην εἰς τὸ ἁλώνι τὸ πλακωτὸν κατὰ τὸ διάσελον τοῦ αὐτοῦ χωριοῦ, καὶ παρόντων ὅλων τῶν στρατιωτῶν, ἔκαμε κύκλον καὶ ἐν τῷ μέσῳ ἀνεγνώσθη ἡ καταδίκη του, ἡ ὁποία ἦτο ἡ ἑξῆς: νὰ τὸν φτύσουν οἱ ἄλλοι στρατιῶται, διότι ἐζήτησε ἐλιὲς τηγανισμένες. Ἐνῶ δὲ ἐκτελεῖτο ἡ ἀπόφασις, ὁ καταδικασθεὶς στρατιώτης τόσον ἐταράχθη ἀπὸ τὴν ἐντροπήν του, ὥστε ἐλιποθύμησε καὶ ἔπειτα ἀπέθανε. Καὶ εἰς τὴν Κόρινθον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας συνέβη ἕνα ἄλλο παρόμοιον. Ἀπεκοιμήθησαν δύο στρατιῶται εἰς τὴν φυλακὴν τῆς νυκτός, τοῦτο μαθὼν ὁ Κολοκοτρώνης διέταξε καὶ τοὺς ἔδεσαν εἰς ἕνα μέρος καὶ ἔπειτα εἶπεν εἰς τοὺς στρατιώτας νὰ τοὺς φτύσουν. Ὁ ἕνας ἀπέθανεν ἀμέσως ἐκεῖ, ὁ δὲ ἄλλος ἐχάθη καὶ δὲν τὸν εἴδαμεν πλέον ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνην. Ἰδοὺ πῶς οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ ἐκείνου ἐντρέποντο.  (Τόμ. Α΄, σελ. 224, ἔκδ. «Βεργίνα»).
.                   Οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ὅπως καὶ τοῦ 1912-13, ὅπως καὶ τοῦ ’40, ντρέπονταν νὰντροπιαστοῦν καὶ μᾶς ἄφησαν πατρίδα καὶ κάτι ποὺ μᾶς κάνει περήφανους. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦἐτούτου, ἐμεῖς τὰ ἀπολειφάδια τῆς ἱστορίας, τί θὰ ἀφήσουμε; Ὄχι σὲ τί Ἑλλάδα τὰ παιδιά μας, ἀλλὰ τί παιδιὰ θὰ ἀφήσουμε στὴν Ἑλλάδα εἶναι τὸ κρίσιμο ἐρώτημα ποὺ ὀφείλουμε νὰ ἀπαντήσουμε. Βλέπαμε ὅλοι μας τὶς ἄθλιες σκηνὲς ποὺ διαδραματίζονταν στὸν χῶρο τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ντροπιαστικὲς γιὰ μία ὁλόκληρη κοινωνία. Μία δράκα ἀντιεξουσιαστῶν νὰ καταστρέφει, ἀτιμώρητα, χώρους πανεπιστημιακούς. Μία ἐπισήμανση. Ἡ λέξη, ἀντιεξουσιαστές, τοὺς περιποιεῖ τιμή. Ὅσο θὰ τοὺς ἀποκαλοῦν ἔτσι, θὰ ξεφυτρώνουν ἀφελεῖς ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦν νὰ ἐνταχθοῦν σ’ αὐτὴν τὴν «ἀπροσκύνητη», ὅπως τὴν ὀνειροφαντάζονται, σέκτα. Ἀποτυχημένοι κηφῆνες, ποὺ ὑποδύονται τοὺς φοιτητές, εἶναι. Ὑποχείρια τῆς ἀριστερόστροφης τιποτοκρατίας, ποὺ ἐπιδεικνύουν τὴν «γενναιότητά» τους σὲ ντουβάρια, αὐτοκίνητα καὶτζαμαρίες. Ὁ μορφωμένος νέος καὶ ὄχι ὁ πελεκυφόρος ἡμιμαθὴς εἶναι ὁ ἀντιστασιακὸς τῆς ἐποχῆς μας. Τὸ ἔχω ξαναγράψει!! Τί νὰ τὰ κάνουμε τὰ ὑπερσύγχρονα, πέμπτης γενιᾶς ἀεροπλάνα, ὅταν δὲν θὰ τὰ κρατοῦν χέρια καὶ καρδιὲς ἑλληνικές; Τὰ Κογκρέσα καὶ οἱ Λευκοὶ Οἶκοι, οἱ σύγχρονες πύλες τοῦ ἅδου, μπορεῖ νὰ σὲ χειροκροτοῦν, ὅμως ὁ λαός σου κυριολεκτικὰ σαπίζει…
.                   Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπίχειρα μίας παιδείας μίσους, παιδείας βίας, μίας παιδείας μονοσήμαντων διεκδικήσεων, δικαιωμάτων καὶ αὐτολατρείας…

 

, ,

Σχολιάστε

«ΠΑΙΔΕΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΕΣ ΨΥΧΙΚΑ ΑΡΜΑΤΩΜΕΝΟΥΣ» (Δ. Νατσιός)

Παιδεία χι μόνο γι πολίτες, λλ κα γιπλίτες

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Εἴμαστε ἐκεῖνοι γιὰ τοὺς ὁποίους μᾶς ἔλεγαν οἱ γονεῖς μας νὰ μὴν τοὺς κάνουμε παρέα». (Σὲ τοῖχο λυκείου τῶν Ἀθηνῶν)

.              Στὸ σχολικὸ βιβλίο “Νεοελληνικὴ γλώσσα” τῆς Α´ Γυμνασίου, στὸ “τετράδιο ἐργασιῶν” (σελ. 71), φιλοξενεῖται κείμενο τὸ ὁποῖο δημοσιεύτηκε στὴν ἐφ. “ΤΟ ΒΗΜΑ”, τὸ 2003. Διαβάζω: «Οὐσιαστικὰ τὸ σχολεῖο τοῦ μέλλοντος θὰ εἶναι μία μορφωτικὴ ὑπηρεσία, ὅπου τὸ κάθε παιδὶ θὰ μαθαίνει μόνο του ἀπὸ τὸν ὑπολογιστή, ὑποβοηθούμενο ἀπὸ ἕναν ὑποβαθμισμένο βοηθὸ μάθησης, ἐπιφορτισμένο κυρίως μὲ τεχνικῆς φύσεως προβλήματα. Τὰ παιδιὰ ποὺ ἔχουν ὑπολογιστὴ στὸ σπίτι θὰ μποροῦν νὰ παρακολουθοῦν ἀποκεῖ (ἔτσι μία λέξη… “ἀποκεῖ”), χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ καθημερινὴ παρουσία στὸ σχολεῖο, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἠλεκτρονικὲς βάσεις δεδομένων θὰ εἶναι online σὲ 24ωρη βάση…». Τὰ βιβλία εἰσῆλθαν στὴν ἐκπαίδευση τὸ 2006, ἄρα, μετὰ ἀπὸ 16 χρόνια, ἡ τότε ἀπίθανη πρόβλεψη πραγματοποιήθηκε ἐν μέσῳ πανδημίας καὶ θὰ συνεχιστεῖ, γιατί πάντοτε θὰ ἐπικρέμεται ἀπὸ δῶ καὶ στὸ ἑξῆς καὶ μία ἀπειλὴ πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας. Λιμοί, λοιμοί, πόλεμοι καὶ καταποντισμοὶ εἶναι τὸ καθημερινὸτηλεοπτικό… ἐδεσματολόγιο.
.                    Πρόσφατα συζητοῦσα μὲ νέο γονέα. Τὰ παιδιά του φοιτοῦν στὸ νηπιαγωγεῖο καὶ στὸ δημοτικό. Στὰ ὅρια τῆς ἀπελπισίας ὁ ἄνθρωπος. «Δὲν ξεκολοῦν ἀπὸ τὸ κινητὸ ἢ τὸ διαδίκτυο». «Τὰ μόνα παιχνίδια, ποὺ τὰ συναρπάζουν, εἶναι τὰ ἠλεκτρονικά». «Καθηλώνονται ὧρες μπροστὰ στὴν ὀθόνη». Τὸν ρώτησα πῶς τὸ ἀντιμετωπίζει. Ἔριξε τὸ βάρος καὶ τὴν εὐθύνη στὴν σύζυγό του, ἡ ἀρχαία, συνομήλικος τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου, πρόφαση καὶ πάλι στὸπροσκήνιο. «Ἡ γυνὴ ἣν ἔδωκας μετ᾽ ἐμοῦ, αὕτη μοι ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ ξύλου, καὶ ἔφαγον…». Ὁ ἴδιος περιορίζεται στὰγνωστὰ συμβουλευτικὰ  ἀερολογήματα τοῦ τύπου «δὲν εἶναι σωστό», «θὰ χαλάσεις τὰ μάτια σου»,  καὶ τὰ «πρέπει», ποὺ καμμία ἀξία δὲν ἔχουν οὔτε νουθετοῦν, διότι δὲν διδάσκει τὸ «πρέπει», ἀπρόσωπο ρῆμα ἐξ ἄλλου, ἀλλὰ τὸ«πρέπον», τὸ ὁποῖο εἶναι μετοχή, δηλαδὴ τὸ παράδειγμα. Τί νὰ κερδίσεις, ὅταν μὲ τὰ λόγια ράβεις, ἐνῶ μὲ τὶς πράξεις ξηλώνεις….
.                Εἶναι πιὰ χαμένη ὑπόθεση καὶ νομίζω ὅτι μεγαλώνει μία γενιὰ ποὺ δὲν θὰ σκέφτεται μὲ λέξεις καὶ ἔννοιες, ἀλλὰ μὲ εἰκόνες καὶ κινούμενα σχέδια. Ἐλάχιστα παιδιὰ θὰ σκύβουν μὲ προσοχὴ νὰ διαβάσουν ἕνα καλὸ βιβλίο, ἀκόμη καὶ ἡ ὑποχρεωτικὴ σχολικὴ ἀνάγνωση γίνεται μὲ μεγάλη δυσφορία καὶ μὲ  συνεχὲς παρακαλητὸ ἀπὸ τοὺς γονεῖς. Τὸ βλέπω καὶ στοὺς μαθητές μου, ὅταν τοὺς ἀναθέτω νὰ μελετήσουν στὸ σπίτι ἕνα κεφάλαιο τῆς ἱστορίας, ἀπὸτὰ παλιὰ βεβαίως βιβλία, πρὸ τοῦ 2006, γιατί τὰ νέα εἶναι κακογραμμένα, δυσνόητα καὶ “πανδύσκολα”- λέξη ποὺχρησιμοποιοῦν οἱ μαθητές, γιατί νομίζουν ὅτι εἶναι ἀντίθετή του πανεύκολου- γιὰ παιδιὰ ϛ´ δημοτικοῦ. Ἡ πρώτη φράση ποὺ ἐκστομίζουν εἶναι «ὅλο, κύριε!!». Δὲν τὸ χρεώνω στὰ παιδιά, ἀλλὰ ὅπως στρώνει κανεὶς ἔτσι κοιμᾶται. Καὶμιὰ καὶ μιλᾶμε γιὰ τὴν ἱστορία, ὅπως προσφυῶς γράφτηκε, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν συνοχή τους οἱ κοινωνίες μὲμνήμη χρησιμοποιοῦν τὴν ἱστορία καὶ οἱ κοινωνίες χωρὶς μνήμη τὴν ἐπικοινωνία, καταλήγοντας στὴν νεολαία τῶν βαρβάρων τῆς διαδικτυακῆς ἐποχῆς.
.                 Μᾶς ἀπειλοῦν νυχθημερὸν οἱ Τοῦρκοι, ἔχουν ἀφηνιάσει, θυμίζει ἡ προκλητικότητα, τὰ ψεύδη καὶ οἱἀναίσχυντες αἰτιάσεις τους ἐποχὴ Μουσολίνι, ὅταν ὁ κρανιοκενὴς φασίστας τῆς Ρώμης, ἐπινοοῦσε τὶς ἄθλιες προπαγάνδες του κατὰ τῆς πατρίδας. Ἐπίσημο δόγμα μς εἶναι ὅτι «ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν», εἴμαστε στὴν σωστὴπλευρὰ τῆς ἱστορίας. Μᾶς διαφεύγει κάτι. Ἡ Δύση δὲν ἀπειλεῖται ἀπὸ ἕνα φιλοπόλεμο, μωαμεθανικό, φυλετικὸ ὄγκο. Δὲν κινδυνεύει ἡ Δανία οὔτε ἡ Ὀλλανδία ἀπὸ τὰ ἀσκέρια τοῦ Ἐρντογάν.«Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰεἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὁτιδήποτε”, κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη. Σὲ τοῦτα τὰ ματωμένα χώματα δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴμαστε μόνο πολίτες, κοσμοπολίτες καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐπιπολάζει στὴν ἀσπαίρουσα οἰκουμένη, νὰ παρέχουμε χυλώδη ἐκπαίδευση σὲ αὐριανοὺς καταναλωτές, λεπτεπίλεπτους ζητωκραυγαστὲς τῆς πολυπολιτισμικῆς ἀπάτης. Ἡπατρίδα θέλει «ἐδῶ καὶ τώρα» πεπαιδευμένους πολίτες, ποὺ νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ ὁπλίτες. Δὲν προασπίζουν τὴν ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία καὶ τὴν ἐδαφικὴ ἀκεραιότητα μόνο οἱ ἔνοπλες δυνάμεις. Τὶς προασπίζει ὁ λαὸς μὲ τὴν ὁμηρικὴκαὶ θουκυδίδεια ἔννοια. Ὄχι ὁ φιλοπόλεμος λαός, ἀλλὰ ὁ ψυχικὰ ἁρματωμένος, ἡ νηφάλιος, ὁ φωτισμένος. Καὶ αὐτό μας τὸ παρέχει ἡ Παιδεία, ἡ ἔσχατη γραμμὴ ἄμυνας τῶν Ἑλλήνων. Αὐτὴ ὅμως εἶναι ἡ τραγωδία μας. “Μᾶλλον πεφόβημαι τὰς οἰκείας ἡμῶν ἁμαρτίας ἢ τὰς τῶν ἐναντίων διανοίας”, περισσότερο φοβοῦμαι τὰ δικά μας σφάλματα, παρὰ τὰ σχέδια τῶν ἐχθρῶν, θὰ γράψει καὶ ὁ ἀρχαῖος λόγος. Μὲ σχολεῖο “μορφωτικὴ ὑπηρεσία”, ἕνα εἴδους ΚΕΠ, μὲ δάσκαλο “βοηθὸ μάθησης”, αὐτολογοκρινόμενο καὶ τετρομαγμένο, τὸ νὰ μιλήσεις γιὰ αὐριανὸ ὁπλίτη-πολίτη ἀκούγεται τουλάχιστον γραφικό.  Νὰ θυμίσω καὶ πάλι τί ἀπάντησε ὁ Παλαμᾶς τὸ 1903, ὅταν ἐρωτήθηκε γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι ἡ κατεπείγουσα ἀνάγκη «διὰ τὸ ἑλληνικὸν κράτος ἐπὶ τῷ νέῳ ἔτει»;  Ἀπάντησε “τὸ στρατιωτικὸ δυνάμωμα τοῦ τόπου καὶ ἀνθρώπων ἀπόχτημα. Καὶ τοὺς ἀνθρώπους μᾶς τοὺς δίνει ἡ Παιδεία». Μὲ νέους ποὺ εἶναι συνδεδεμένοι ὁλημερὶς καὶ ὁλονυχτὶς «ἀποκεῖ», ἀπὸ τὸ σπίτι μὲ τὴν μορφωτικὴ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου δεξιοτήτων, πῶς θὰ φτάσουμε στὸ «ἀπόχτημα ἀνθρώπων», πολιτῶν ποὺ θὰ ὁπλίζουν τ᾽ ἅρματα  κατὰ τῆς λυσσασμένης ὕαινας τῆς ἀνατολῆς;

,

Σχολιάστε