Ο ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ, Η ΜΑΓΝΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ 1922 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

ωάννης Βατάτζης,
παρ τ Σίπυλον ρος Μαγνησία
κα
τραγωδία τν κε  λλήνων
κατ
τν καταστροφ το 1922

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

(Ὁμιλία στὸ Διδυμότειχο στὶς 4 Νοεμβρίου 2022, στὸ πλαίσιο τῶν «Βατατζείων 2022», ἐκδηλώσεων μνήμης, τὶς ὁποῖες διοργανώνει γιὰ 12ο χρόνο ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου πρὸς τιμήν τοῦ στὸ Διδυμότειχο γεννηθέντος Ἁγίου Αὐτοκράτορα Νικαίας Ἰωάννη Δούκα Βατάτζη, τοῦ ἐλεήμονα καὶ θαυματουργοῦ).

.                 Οἱ πόλεις τοῦ Διδυμοτείχου καὶ τῆς Μαγνησίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἔχουν στενοὺς δεσμούς, πνευματικοὺς καὶ πατριωτικούς. Τὶς συνδέει ὁ Ἅγιος καὶ Μεγάλος στὴν ἀξία αὐτοκράτορας τῆς Νικαίας Ἰωάννης Γ΄ Δούκας, ὁ Βατάτζης. Εἶναι γνωστὸ ὅτι γεννήθηκε στὸ Διδυμότειχο καὶ πὼς ἀγάπησε τὴν Μαγνησία τὴν παρὰ τὸ Σίπυλον ὄρος, στὴν ὁποία τὸ σκήνωμά του ἐναπετέθη,  ἀνακομισθὲν ἀπὸ τὴν ἱδρυθεῖσα ἀπὸ τὸν ἴδιο πατριαρχικὴ Μονὴ Σωσάνδρας. Στὴ Μαγνησία γεννήθηκε ἡ μητέρα μου Ἀγγελική. Γονεῖς της ὁ παπὰς καὶ δάσκαλος π. Γεώργιος Ψαλτόπουλος καὶ μητέρα της ἡ παπαδιὰ καὶ δασκάλα Βασιλεία.

Στοιχεῖα γιὰ τὸ ἱερὸ λείψανo το[y Βατάτζη καὶ τὴ Μονὴ Σωσάνδρας

 .                 Γιὰ τὴν τύχη τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Βατάτζη γράφει σχετικὰ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸ Συναξαριστή του: «Κυβερνήσας λοιπὸν θεοφιλῶς τὸ καράβι τῆς παγκοσμίου βασιλείας του ὁ τρισμακάριστος βασιλεὺς Ἰωάννης δοῦξ ὁ Βατάτζης, παρέδωκεν ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ, χρόνων ὤντας ἑβδομήκοντα δύω, τὸ δὲ τίμιον αὐτοῦ σῶμα ἐνταφιάσθη εἰς τὸ μοναστήριον τοῦΣωτῆρος Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον ἔκτισεν ὁ ἴδιος αὐτὸς βασιλεὺς καὶ ἐπωνόμασεν αὐτὸ Σώσανδρα. Ὕστερον δὲ δι’ ἀποκαλύψεως τοῦ ἰδίου βασιλέως, μετεκομίσθη τὸ τούτου ἅγιον σῶμα εἰς τὴν πόλιν τῆς Μαγνησίας. Θαῦμα δὲ μέγα ἐφάνη, ὅταν ἀνεκομίσθη ἐκ τοῦ τάφου τὸ τούτου ἅγιον λείψανον καὶ μετεκομίσθη εἰς τὴν Μαγνησίαν. Διότι ὅταν ὁ τάφος ἀνοίχθη, δὲν εὐγῆκεν καμμία δυσώδης ἀποφορά, ἀλλὰ ἐξῆλθε μία εὐωδία καὶχάρις.… Ἀπὸ τότε δὲ καὶ ὕστερον, ἐνήργει τὸ τίμιον αὐτοῦ λείψανον ἐν τῇ Μαγνησίᾳ θαύματα πάμπολλα. Ἰατρεῦον ἀσθενείας, διῶκον δαίμονας καὶ ἄλλα πάθη θεραπεῦον, διὰ τῆς ἐν αὐτῷ κατοικούσης τοῦ Θεοῦ χάριτος, πάντων τῶν μετὰ πίστεως αὐτῷ προστρεχόντων…» (Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη «Συναξαριστής», Ἐκδόσεις «Δόμος», Τόμος Α΄, σελ. 424).
.                 Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Βατάτζης, ὁ ἐλεήμων, βοήθησε πολὺ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀνήμπορους ὑπηκόους του, μὲ τὴ δίκαιη φορολογία καὶ μὲ τὸἄνοιγμα ἐργασιῶν, ἀνέπτυξε τὴν οἰκονομία, ἐπεξέτεινε τὰ ἐδάφη τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νικαίας καὶ τὴν προφύλαξε ἀπὸ τοὺς ἐπιθετικοὺς Μογγόλους. Ἐνίσχυσε  τὸν κλῆρο καὶ τὸν μοναχισμὸ καὶ τὸν προστάτευσε ἀπὸ αὐθαιρεσίες κρατικῶν λειτουργῶν, κοίταξε ἰδιαιτέρως καὶπροώθησε τὸν ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό, καὶ προετοίμασε τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Φράγκους, ἡὁποία, ὡς γνωστόν, συνέβη τὸ 1261, λίγα χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του, τὸ 1254.
.                 Μέσα ἀπὸ τὸ ἐγκώμιο τοῦ Θεοδώρου  Β΄ Λάσκαρη πρὸς τὸν πατέρα του Ἅγιο Ἰωάννη  Βατάτζη μαθαίνουμε τὶς δράσεις ποὺ αὐτὸς εἶχε γιὰ τὴ δημιουργία φυτωρίου σπουδαστῶν καὶ προετοιμασία πολιτικῶν ὑπαλλήλων. (Πολύμνια Κατσώνη, ΑΠΘ, παρουσίαση εἰς Byzantine Review 03.2021 (σελ. 16) τῆς μελέτης τοῦ Dimiter Angelov “The Byzantine Helene: The life of Emperor Theodore Laskaris and Byzantium in the Thirteenth Century”, Cambridge University Press, 2019)
.                 Ὁ Βατάτζης  μερίμνησε  γιὰ τὴν Παιδεία  τῶν νέων, μὲ πρῶτο ἁπτὸ παράδειγμα τὸν ἴδιο τὸν υἱό του Θεόδωρο, ποὺ τὸν διαδέχθηκε στὸν θρόνο. Θὰ ἀναφέρω ἕνα μόνο παράδειγμα ὀρθῆς διαπαιδαγώγησης τοῦ υἱοῦ του καὶ διαδόχου. Τὸ γράφει ὁ πανεπιστήμων κληρικὸς (λόγιος, θεολόγος, φιλόσοφος, ἱστορικὸς καὶ μαθηματικὸς) Γεώργιος Παχυμέρης (1242-1310) καὶ τὸ ἀντιγράφει ὁ Ἀντώνιος Μηλιαράκης:
.                 Πατέρας καὶ υἱὸς – διάδοχος βγῆκαν γιὰ κυνήγι. Ὁ βασιλιὰς ἁπλὰ ντυμένος, ἀντίθετα ἀπὸ τὸν γιό του, ποὺ ἔφερε πολυτελῆ ἀμφίεση.Ὅταν ὁ Θεόδωρος χαιρέτησε τὸν πατέρα του καὶ ἐκεῖνος δὲν ἀνταπέδωσε τὸν χαιρετισμό, ἀντελήφθη ὅτι ἔκανε κάποιο λάθος καὶ τὸν ρώτησε νὰτὸν ἐνημερώσει περὶ αὐτοῦ. Ὁ ἅγιος βασιλιὰς τοῦ ἀπάντησε τότε ὅτι τὸν στενοχώρησε ποὺ δαπανᾶ χρήματα τῶν Ρωμιῶν σὲ ἀνωφελεῖςἀμφιέσεις. « Δὲν γνωρίζεις», τοῦ εἶπε, «ὅτι τὰ χρυσοκέντητα αὐτὰ μεταξωτὰ ὑφάσματα εἶναι ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν Ρωμιῶν καὶ πᾶσα ἐκ μέρους σου δαπάνη θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχει ἀντίκρισμα σὲ αὐτούς, διότι ὁ πλοῦτος τῶν βασιλέων λογαριάζεται ὅτι εἶναι τῶν ὑπηκόων τους;». (Ἀντ. Μηλιαράκη «Ἱστορία τοῦ βασιλείου τῆς Νικαίας καὶ τοῦ δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου (1204-1261», ἐν Ἀθήναις 1898. Ἀνατύπωση ὑπὸ Διον. Νότη Καραβία καὶΕὐαγ. Κων. Λάζου τὸ 1994, σελ. 415-416)
.                 Ὁ Βατάτζης δίδαξε τὸν διάδοχό του Θεόδωρο, ποὺ ἦταν  ἰδιοφυής, διὰ τοῦ παραδείγματος καὶ τῶν συμβουλῶν του, τὸ πῶς νὰ ἀσκεῖκατὰ Θεὸν τὰ καθήκοντά του ὡς βασιλεύς. Ἔβαλε νὰ τὸν διδάξουν ἐπίσης ἄριστοι δάσκαλοι, ὅπως οἱ Ἀκροπολίτης καὶ Βλεμμύδης. Ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἄλλους ἱκανοὺς διδασκάλους ὁ Θεόδωρος διδάχθηκε καὶ μελέτησε τὴν Ἁγία Γραφή, βιογραφίες προσωπικοτήτων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καὶτῆς ρωμαϊκῆς ἱστορίας, βίους ἁγίων, λογική, ρητορική, μαθηματικά, φυσικὴ καὶ ποίηση. Κυρίως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Βατάτζης μετέδωσε στὸν υἱὸκαὶ διάδοχό του Θεόδωρο καὶ σὲ ὅλους τους νέους καὶ τὶς νέες της Αὐτοκρατορίας, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Γένος τους καὶ τὴν ὑπερηφάνεια καὶεὐθύνη, ποὺ  εἶναι Ἕλληνες.
.                 Ὁ Ἀγγέλοφ γράφει πὼς τὸ 1246  ὁ Θεόδωρος,  ὡς διάδοχος καί, ἀπουσιάζοντος τοῦ βασιλιᾶ Βατάτζη, ἄτυπος ἀντιβασιλεὺς τοῦθρόνου, δέχθηκε τὸν Βερτόλντο ντὶ Χόχενμπουργκ, πρέσβυ στὴ Νίκαια τοῦ αὐτοκράτορα Φρειδερίκου Β΄. Ἡ συζήτησή τους ἐξελίχθηκε «σὲὑπερπήδηση τῶν ἐμποδίων τῆς γλώσσας καὶ σὲ ἀνταγωνισμὸ στὶς μαθηματικὲς γνώσεις, ὁ δὲ Θεόδωρος ἐξέφρασε μίαν ὑπερηφάνεια γιὰ τὴνὑπεροχὴ τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τῶν Ἰταλῶν» (Πολύμνιας Κατσώνη βλ. πίσω. σελ. 32).
.                 Ἡ Αἰκατερίνη Μήτσιου (Μεταδιδακτορικὴ ἐρευνήτρια στὸ πανεπιστήμιο τῆς Βιέννης) ἔγραψε μία πολὺ ἀξιόλογη μελέτη γιὰ τὴ Μονὴτῆς Σωσάνδρας, μὲ πολὺ πλούσια βιβλιογραφία  («The Monestery of Sosandra: a contribution to its history, dedication and localization – Ἡ Μονὴτῆς Σωσάνδρας: Μία συμβολὴ στὴν ἱστορία της, στὸ ποῦ ἦταν ἀφιερωμένη καὶ στὴν τοποθεσία της»). Σὲ αὐτὴν γράφει πὼς ἡ πιὸ πιθανὴτοποθεσία ποὺ βρισκόταν ἦταν κοντὰ στὴ Μαγνησία, στὸ μαγευτικό, ὡς τοπίο, ὀροπέδιο ποὺ σήμερα ὀνομάζεται «Sehzade», ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἱὀθωμανοὶ κυβερνῆτες ἔκτισαν τὶς θερινὲς ἐπαύλεις τους… Πρὶν ἀλώσουν τὴ Μαγνησία κατάστρεψαν τὴ Μονὴ τῆς Σωσάνδρας, τὴν ὁποίαἐγκαίρως οἱ μοναχοὶ εἶχαν ἐγκαταλείψει καὶ εἶχαν καταφύγει στὴ Μαγνησία, παίρνοντας μαζί τους, ὡς πολύτιμο θησαυρὸ τὸ λείψανο τοῦ ἉγίουἸωάννου, τοῦ Βατάτζη, ὅπως γράφει ὁ Πελαγονίας Γεώργιος (Λόγιος συγγραφέας τοῦ 14ου αἰώνα, ποὺ ἔγραψε τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Βατάτζη) στὸ σχετικὸ ἔργο του (Σωτηρίου Μπαλατσούκα «Βυζαντινὰ Ἁγιολογικὰ κείμενα – Παλαιολόγειοι χρόνοι, βίοι – θαύματα – ἐγκώμιαἁγίων -, Τόμος Γ΄ Τρίκαλα 2015, σελ. 163). Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸν «Συναξαριστή» του, μὲ ὅσα ἀνεφέρθησαν προηγουμένως, διαφοροποιεῖται κάπως  ἀπὸ τὸν Πελαγονίας Γεώργιο. Κατὰ τοὺς Δούκα, Χαλκοκονδύλη καὶ ἄλλους  ἐρείπια τῆς Μονῆς Σωσάνδρας ἦσαν ἀκόμηὁρατὰ ἕως τὸν 15ο αἰώνα… (Ἡ μελέτη τῆς Αἰκ. Μήτσιου στὰ ἀγγλικὰ εἰς ἰστοσελίδα Academia, p. 680). 

Τὰ βιώματά μου γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη Βατάτζη

.                 Τὰ βιώματά μου γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη Βατάτζη ἔρχονται διὰ μέσου τῆς γιαγιᾶς μου Βασιλείας Ψαλτοπούλου, πού, ὅπως σημείωσα στὴνἀρχή,  ἦταν παπαδιὰ καὶ δασκάλα καὶ ζοῦσε στὴν Μαγνησία μαζὶ μὲ τὸν παππού μου, τὸν παπὰ Γιώργη, ἐφημέριο τοῦ Μητροπολιτικοῦ ΝαοῦἉγίου Ἀθανασίου τῆς Μητροπόλεως Ἐφέσου καὶ ἐπίσης δάσκαλο. Ἡ γιαγιά μου ἀπεβίωσε, ὅταν ἤμουν δεκατεσσάρων ἐτῶν. Ὁ παππούς μου ἐκοιμήθη ὁσιακὰ τὸ 1922, πρὶν ἀπὸ τὴν καταστροφή, θυσιασθεὶς γιὰ ἑτοιμοθάνατη γυναίκα τοῦ ποιμνίου του.
.                 Θυμᾶμαι ὅτι ἡ γιαγιά μου τιμοῦσε πάντα τὸν Ἰωάννη Βατάτζη, ἰδιαίτερα τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του, καὶ μοῦ εἶχε μιλήσει γιὰ τὴνἱστορία του καὶ γιὰ τὸ λείψανό του, ποὺ τὸ εἶχαν οἱ Μαγνησαλῆδες ὡς πολύτιμη εὐλογία γιὰ ὀκτὼ αἰῶνες. Μοῦ εἶχε δημιουργήσει μίαν εἰκόνα ἀποκρύψεώς του σὲ κρύπτη τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἀπὸ τὸν φόβο τῶν Τούρκων, ποὺ τὸν μισοῦσαν. Δὲν ἤξερε τὴν τύχη τοῦ λειψάνου κατὰ τὴν καταστροφή. Μέσα στὴν ἀντάρα φαίνεται ὅτι οὐδεὶς σκέφθηκε νὰ τὸ πάρει καὶ νὰ τὸ μεταφέρει στὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἔγινε μὲ τὰσκηνώματα τῶν Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου  καὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Εἶχε ἡ γιαγιά μου μίαν ἐλπίδα μήπως κάποιος εἶχε τουλάχιστον σώσει τὸν Σταυρὸ ποὺ φοροῦσε ὁ Βατάτζης καὶ ἦταν καὶ αὐτὸς πρὸς προσκύνηση στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Εἶχε ἀκούσει ὅτι εἶχε δοθεῖστὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ ἡ πληροφορία δὲν ἦταν ἀκριβής. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Βατάτζης μένει μόνο στὶς καρδιές μας ὡς ζωντανὸς θρύλος, ὅπως ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος.

Ἡ κατάσταση στὴ Μαγνησία τὸν Αὔγουστο τοῦ 1922

.                 Τώρα ἐπιγραμματικὰ θὰ σᾶς μιλήσω περὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ 1922, μὲ βάση πάντα τὰ βιώματά μου ἀπὸ τὴν γιαγιά μου, τὴν μητέρα μου καὶ θειάδες μου, ὅπως αὐτὰ ἀναλυτικὰ γράφονται στὶς 515 σελίδες τοῦ ἱστορικοῦ μυθιστορήματος ποὺ ἔγραψα μὲ τίτλο  «Μέρες Ἀποκάλυψης στὴν Ἰωνία – Τὸ δράμα τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἰωνίας, ἀπὸ τὸ 1914 ἕως τὸ 1922» (Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι). Ὅπως προεῖπα, ἡ μητέρα μου Ἀγγελικὴ καὶἡ οἰκογένειά της ζοῦσαν στὴ Μαγνησία τῆς Ἰωνίας. Στὴν καταστροφὴ ἡ μητέρα μου, δέκα πέντε ἐτῶν, βρέθηκε στὴν Πάρσα, χωριὸ κοντὰ στὴΜαγνησία, στὸ σπίτι τῆς πλούσιας ἐξαδέλφης της Εὐαγγελίας. Ἡ μητέρα της καὶ γιαγιά μου Βασιλεία ἦταν στὴ Μαγνησία μὲ τὰ ὑπόλοιπα  τρία παιδιά της, τὴν Χρυσηίδα δέκα ἐτῶν, τὸν Γιαννάκη ἑπτὰ καὶ τὸν Ἀντωνάκη, μωρὸ δύο ἐτῶν.
.                 Ἡ Μαγνησία τὸν Αὔγουστο τοῦ 1922 ἦταν ἀνάστατη. Οἱ Ἕλληνες ἀλλόφρονες ἔτρεχαν πρὸς τὸν σιδηροδρομικὸ σταθμὸ νὰ σωθοῦν.Ἡ Μαγνησία ἀπέχει περίπου πενήντα χιλιόμετρα ἀπὸ τὴ Σμύρνη. Ἡ πόλη, κυρίως στοὺς μαχαλάδες τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ἀρμενίων,  καιγόταν. Οἱστρατιῶτες κοίταγαν νὰ μὴν πιαστοῦν αἰχμάλωτοι. Ἡ γιαγιὰ Βασιλεία  μὲ τὰ δύο παιδιά, νὰ κρατᾶνε τὸ φόρεμά της, γιὰ νὰ μὴν χαθοῦνε, τὸ μωρὸνὰ τὸ ἔχει  ἀγκαλιὰ στὸ ἕνα χέρι καὶ μὲ τὸ ἄλλο χέρι νὰ κρατᾶ στὴν πλάτη της ἕναν μπόγο μὲ τὰ ἀπαραιτήτως χρειαζούμενα καὶ μίαν εἰκόνα, τοῦἉγίου Ἐλευθερίου, κατευθύνθηκε καὶ αὐτὴ πρὸς τὸν σταθμό. Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση οὐδεὶς βρισκόταν νὰ τὴν βοηθήσει νὰ ἀνέβει στὸ τρένο. Ὅλοι τὴν προσπερνοῦσαν καὶ σπρώχνονταν ποιὸς θὰ προλάβει νὰ ἀνέβει. Πολλοὶ ἀνέβαιναν στὴν ὀροφὴ τοῦ τρένου… Ὁ Θεὸς τὴν βοήθησε καὶβρέθηκε ἕνας ἀξιωματικὸς ποὺ γνώριζε καὶ ἀγαποῦσε τὸν παπὰ Γιώργη. Αὐτὸς ἔβγαλε τὸ σπαθί του καὶ μὲ αὐτὸ ἄνοιξε διάδρομο γιὰ νὰ περάσει καὶ νὰ ἀνέβει στὸ τρένο… Στριμώχτηκε μὲ τὰ παιδιά της κοντὰ σὲ ἕνα παράθυρο. Τραγικὲς ἦσαν οἱ στιγμές, ὅταν τὸ τρένο ξεκινοῦσε καὶ ἡ γιαγιὰΒασιλεία εἶδε τὴ Μαγνησία καὶ σκέφτηκε πὼς ἴσως ἄφηνε γιὰ πάντα τὸν ἔνδοξο γιὰ τοὺς Ἕλληνες τόπο ποὺ γεννήθηκε, ποὺ μεγάλωσε, ποὺἔκαμε οἰκογένεια, ἄφηνε τὸ μικρὸ ἀλλὰ ὄμορφο σπιτάκι της, ἄφηνε τὸ ἀμπελάκι της, στὸ ὁποῖο πήγαιναν μὲ τὸν παπὰ Γιώργη καὶ τὰ παιδιὰ γιὰξεκούραση καὶ προσευχὴ μακριὰ ἀπὸ τὴν πολυεθνικὴ πόλη καὶ μέσα σὲ ἕνα παραδεισένιο περιβάλλον… Σκέφθηκε, ποιὸς ξέρει ἂν θὰ σωθεῖ ἀπὸτοὺς τσέτες καὶ ἂν σωθεῖ, ποῦ θὰ βρεθεῖ καὶ πῶς θὰ μπορέσει νὰ ἐπιβιώσει, μία χήρα γυναίκα χωρὶς στὸν ἥλιο μοίρα, μὲ τρία παιδιὰ καὶ μὲ ἕνα χαμένο;… Ὁ λυγμός της χάθηκε στὶς φωνὲς τῶν διωκομένων Ἑλλήνων. Ἡ θερμὴ προσευχὴ ἦταν ἡ καταφυγή της…
.                 Ἔφτασε στὴ Σμύρνη. Ἐκεῖ βρέθηκε σὲ ἀτμόσφαιρα πανικοῦ. Αἰσθανόταν χαμένη μέσα στὸ πλῆθος ποὺ ἔτρεχε πρὸς τὴν παραλία γιὰνὰ γλυτώσει, ποὺ φώναζε, ποὺ ἔκλαιγε γοερά, ποὺ ἦταν ὑπὸ τὸ κράτος πανικοῦ, ὅταν κάποιος φώναξε «τσέτες – τσέτες». Ἡ γιαγιά μου μέσα σὲαὐτὸ τὸν χαμὸ κοίταζε μὴ χάσει κάποιο ἀπὸ τὰ δύο παιδιά της, ποὺ τῆς ἔπιαναν τὸ μακρὺ φουστάνι. Ἡ φωτιά, ποὺ οἱ τσέτες ἔβαλαν ὀργανωμένα στὴ Σμύρνη, ἐπέτειναν τὸν φόβο καὶ τὸν πανικό. Ἡ γιαγιὰ ἄρχισε νὰ τρέχει. Ὁ Γιαννάκης δὲν ἄντεξε. Κούραση καὶ φόβος τὸν κατέβαλαν καὶκάποια στιγμὴ ἄφησε τὸ φόρεμα. Τὸ πῆρε εἴδηση ἡ γιαγιά, ἀλλὰ ἦταν ἀργά. Τὸ πλῆθος ἐκινεῖτο ὡς χείμαρρος, ποὺ παρέσυρε τὰ πάντα στὸπέρασμά του… Ἡ κυρὰ Βασιλεία προσπάθησε μὲ τὴν προσευχὴ νὰ ἐξουδετερώσει τὴν ἀπελπισία της, κοντὰ στὸ βιός της καὶ χωρὶς νὰ ξέρει ποὺβρισκόταν τὸ ἕνα της παιδί, ἡ μητέρα μου, νὰ χάσει καὶ ἕνα ἀκόμη. Ὁ ποταμὸς τῶν δακρύων καὶ ἡ φωνή της μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς της«Γιαννάκη – Γιαννάκη» ἦταν ἡ ἀντίδρασή της. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε, ὁ Γιαννάκης ὅταν αἰσθάνθηκε ὅτι κινδυνεύει νὰ χάσει τὴν μητέρα του, κάθισε σὲ μία γωνιὰ καὶ φώναζε «Μαμά, μαμά…». Κείνη τὴν ὥρα περνοῦσε ὁ Παῦλος Δεσποτόπουλος, ἕνας Μαγνησαλής,  πνευματικοπαίδι τοῦ παπᾶΓιώργη, τὸν γνώρισε καὶ τὸν παρηγόρησε, λέγοντάς του ὅτι θὰ βροῦν τὴ μητέρα του, κάτι ποὺ ἔγινε, πρὸς μεγάλη χαρὰ καὶ ἀνακούφιση τῆς γιαγιᾶς μου…
.                 Στὴν παραλία ἡ κυρὰ Βασιλεία  σκέφθηκε νὰ ἐπιχειρήσει νὰ πάει στὸ Κορδελιό, δεύτερη ἕδρα τῆς Μητροπόλεως Ἐφέσου, ἕνα γραφικὸ προάστιο τῆς Σμύρνης ποὺ εἶχε ὄνειρο κάποτε ἐκεῖ νὰ κατοικήσουν, κοντὰ στὴν ὄμορφη «Γκιαοὺρ Σμύρνη». Μετὰ ἀπὸ περιπέτειες, ποὺγράφονται στὸ βιβλίο μου, ἔφτασε στὸ Ἐπισκοπεῖο, ὅπου ἦταν πελιδνὸς ἀπὸ τὴν τραγωδία ὁ Ἐφέσου Χρυσόστομος (Χατζησταύρου), ὁ μετὰΜητροπολίτης  Φιλίππων καὶ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Τοῦ φίλησε τὸ χέρι καὶ ἐκεῖνος μὲ δάκρυα τῆς περιέγραψε τὰ τοῦ μαρτυρίου τοῦΜητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου. Ἀπ᾽ ἔξω ἀκούγονταν φωνὲς γρήγορα νὰ φύγει ὁ Δεσπότης, γιὰ νὰ μὴν ἔχει τὴν τύχη τοῦ γέροντά του, Ἁγίου Χρυσοστόμου καὶ τῶν ἄλλων Μητροπολιτῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας… Βγῆκε καὶ ἡ γιαγιά μου στὴν προκυμαία, ἐκεῖ τὴν εἶδε ἕνας ναύτης ἀπὸπλοῖο ποὺ ἦταν ἄροδο, τὴν ἔβαλε στὴ βάρκα του, μαζὶ μὲ ἄλλους Ἕλληνες ποὺ ἔτρεξαν καὶ αὐτοὶ νὰ μποῦν, καὶ ἀνέβηκε στὸ καράβι. Ἦταν ράκος ψυχικὸ καὶ σωματικό, ὅμως εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ ποὺ σώθηκε καὶ τῆς ἔδωσε μίαν ἀχτίδα ἐλπίδας… Τὴν κατέβασαν στὸν Πειραιὰ καὶ  ἄρχισε ἡτραγικὴ περιπέτειά της, νὰ βρεῖ τὴν χαμένη κόρη, νὰ ἑνωθεῖ ἡ οἰκογένεια καὶ νὰ ἐπιβιώσει…
.                 Τῆς μητέρας μου Ἀγγελικῆς ἡ πορεία ἦταν παράλληλη μὲ ἐκείνη τῆς μητέρας της, ἀλλὰ καὶ διαφορετική. Ὅταν ἔγινε ἡ καταστροφή,βρέθηκε στὸ χωριὸ Πάρσα, στὸ σπίτι  τῆς πρώτης ἐξαδέλφης της Εὐαγγελίας, νέας στὴν ἡλικία, περὶ τὰ τριάντα, δασκάλας καὶ χήρας προύχοντα τῆς περιοχῆς. Τρένο δὲν ὑπῆρχε ἐκεῖ καὶ ξεκίνησαν πρὸς τὴ Σμύρνη μὲ τὸν ἀραμπὰ ποὺ διέθετε ἡ Εὐαγγελία. Πάνω σ’ αὐτὸν τὸ βιός της καὶπολλὰ ἄτομα ποὺ προστάτευε, πέντε παιδιά, ἕως καὶ ἕνα βυζανιάρικο στὴν ἀγκαλιά της, τὴ μητέρα της, δύο μικρότερα ἀδέλφια καὶ τὴν ἐξαδέλφη της καὶ μητέρα μου.
.                 Ἐπειδὴ ὁ ἄντρας της ἦταν γνωστὸς πλούσιος ρωμιός, ἡ Εὐαγγελία φοβόταν μήπως οἱ τσέτες τὴν ἀναζητήσουν, καὶ τῆς πάρουν τὸ βιὸς καὶ τὴ ζωή της. Κοίταξε νὰ ἀνακατευθεῖ μὲ τὸ πλῆθος, ποὺ πήγαινε ἀλλόφρον πρὸς τὴ Σμύρνη, ἔβαλε χῶμα στὸ πρόσωπο καὶ προσευχόταν. Ἔφτασαν στὴ Σμύρνη κατάκοποι. Κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ σπίτι ποὺ εἶχε ἡ Εὐαγγελία στὴ Σμύρνη καὶ τὸ εἶχε νοικιασμένο σὲ γαλλικὴ οἰκογένεια. Οἱ Γάλλοι πρὶν φύγουν, εἶχαν σηκώσει στὸ μπαλκόνι τὴ γαλλικὴ σημαία καὶ αἰσθάνθηκε ὅτι θὰ ἔχουν ἀσφάλεια μέχρι νὰ κατευθυνθοῦν πρὸς τὰκαράβια. Βρῆκαν τὸ σπίτι γεμάτο ἀπὸ ἀπελπισμένους Ἕλληνες. Ἀπέξω ἀκούγονταν κραυγὲς «οἱ τσέτες σφάζουν», οἰμωγές, ποδοβολητά. Κάποια στιγμὴ τὸ βυζανιάρικο ἄρχισε νὰ κλαίει δυνατά. Ἡ Εὐαγγελία θέλησε νὰ τὸ θηλάσει μήπως καὶ τὸ σταματήσει. Δὲν τὰ κατάφερε. Κάποιοι πῆγαν ἀπειλητικὰ πρὸς αὐτὴν καὶ τῆς εἶπαν ἢ νὰ κάνει τὸ μωρὸ νὰ σταματήσει, ἢ θὰ τὸ σκοτώσουν… Πῆγε νὰ τοὺς πεῖ ὅτι εἶναι δικό της τὸ σπίτι καὶ αὐτοὶ γέλασαν χλευαστικὰ καὶ πῆγαν νὰ τῆς πάρουν τὸ μωρό… Ἀναγκάστηκαν νὰ φύγουν. Βγῆκαν ἔξω. Ποῦ νὰ πᾶνε τόσα ἄτομα. «Πᾶμε στὸχριστιανικὸ νεκροταφεῖο. Ἐκεῖ δὲν πατᾶνε οἱ τοῦρκοι» σκέφθηκε ἡ Εὐαγγελία καὶ ἐκεῖ πῆγαν. Ἡ μητέρα μου σμούρωσε σὲ ἕνα ἄδειο τάφο. Ἀπὸτότε εἶχε μία φοβία μὲ τὰ νεκροταφεῖα.
.                 Μετὰ ἀπὸ μίαν ἑβδομάδα ἀποφάσισαν νὰ  κινήσουν πρὸς τὸ λιμάνι. Ἐξαντλημένες ἀπὸ τὴν πείνα, τὴ θλίψη καὶ τὴν ταλαιπωρία περπατοῦσαν ἀνάμεσα σὲ πλῆθος ἀλλοφρόνων ἀνθρώπων. Βρέθηκαν σὲ σημεῖο τῆς προκυμαίας, ὅπου μέγα πλῆθος ἦταν κοντὰ σὲ λέμβους τοῦ ἀμερικανικοῦ ναυτικοῦ καὶ κάποια στιγμὴ ἀπὸ τὸ πολὺ σπρώξιμο χώρισε ἡ μητέρα μου ἀπὸ τὴν Εὐαγγελία.  Κάποιος γεροδεμένος ναύτης ἅρπαξε τὴν μικροκαμωμένη μητέρα μου στὰ στιβαρὰ χέρια του καὶ τὴν πέταξε σὰ μπάλα σὲ ἕναν ἄλλο ναύτη, ποὺ ἦταν στὴ λέμβο. Τὴν ἔπιασε πανικὸς ποὺ εἶχε χάσει τὴν ἐξαδέλφη της. Σφάδαζε ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸ κλάμα. Ἀπὸ τὴ λέμβο πέρασαν τὴ μητέρα μου στὸ πλοῖο. Τὴν ἔριξαν στὸ ἀμπάρι, ποὺ εἶχε γίνει πρόχειρο κατάλυμα, γιὰ νὰ δέχεται περισσότερους διωκόμενους Ἕλληνες. Τὸ κλάμα καὶ ὁ σπαραγμὸς τῆς μητέρας μου σταμάτησε, μόνο ὅταν εἶδε ὅτι στὸ ἴδιο ἀμπάρι ἦταν ἡ Εὐαγγελία μὲ τοὺς συγγενεῖς της…

Ἡ προσφυγιὰ

.                 Τὴ μητέρα μου μὲ τὴν ἐξαδέλφη της καὶ τὴν οἰκογένειά της μὲ βιάση οἱ ναῦτες τὶς ἀποβίβασαν στὴ Μυτιλήνη, γιὰ νὰ ξαναγυρίσει γρήγορα τὸ πλοῖο πίσω καὶ νὰ παραλάβει καὶ ἄλλους δυστυχεῖς Ἕλληνες… Δὲν βρῆκαν καλὸ κλίμα ἐκεῖ καὶ λίγες ἡμέρες μετὰ πῆραν ἄλλο πλοῖο γιὰ τὴν Κρήτη. Ἐκεῖ βρῆκαν θερμὴ φιλοξενία. Ἡ Εὐαγγελία καὶ ἡ μητέρα μου ἄρχισαν νὰ ἐργάζονται στὴν περιοχὴ τῶν Χανίων.  Ἡ μητέρα μου ἀπὸ τὰ δεκαπέντε της χρόνια καὶ ἀπόφοιτη του Σχολαρχείου ἐπιδόθηκε στὸ νὰ μάθει τὴ νέα μεγάλη ἀνακάλυψη τῆς ἐποχῆς, τὴ γραφομηχανή. Ἐξελίχθηκε σὲ ἀρίστη γραμματέα καὶ δακτυλογράφο.
.                 Στὴν Κρήτη ἦταν χαμένη ἀπὸ τὴ μητέρα της καὶ τὰ ἀδέλφια της. Διὰ μέσου τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ καὶ μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ μετὰἀπὸ δύο περίπου χρόνια ἑνώθηκε στὴν Ἀθήνα μὲ τὴ μητέρα καὶ τὰ ἀδέλφια της. Εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἡ περιπέτεια τῆς προσαρμογῆς της στὴ νέα  κατάσταση, στὴν προσφυγιά. Καὶ δὲν ἦταν καθόλου εὔκολη… –

Διαφήμιση

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: