Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ὁ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

γιος Μάξιμος μολογητς 

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Ὁ ἅγιος Μαξιμος ὁ Ὁμολογητὴς γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη το 580 καὶ πέθανε στὴ Λαζικὴ τοῦ Πόντου τὸ 662. Ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες φωτισμένες ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες τῆς μεσοβυζαντινῆς περιόδου1. Κατὰ τὴ νεότητά του, ὡς λαϊκός, διετέλεσε στέλεχος κρατικῶν διοικητικῶν θέσεων ἐνῶ ἀργότερα ἐκάρη μοναχός. Ὡς μοναχὸς πρωτοστάτησε στὴν ὑπεράσπιση τῶν ὀρθοδόξων θέσεων κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἔριδα τοῦ μονοθελητισμοῦ. Μάλιστα ἡ ὅλη θεολογική του θέση ὑπῆρξε κεντρικὸς πυλώνας τῆς ἀντίδρασης τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὶς βασιλικὲς ἐπιδιώξεις γιὰ θεολογικὸ συμβιβασμὸ μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Μονοφυσιτῶν ποὺ ἐξυπηρετοῦσαν ἁπλῶς τὰ σχέδια γιὰ μία ὅπως-ὅπως ἑνότητα στὴν αὐτοκρατορία τὴν δύσκολη ἐκείνη ἐποχὴ ἀνόδου καὶ ἐξάπλωσης τοῦ Μωαμεθανισμοῦ. Ἐξέφρασε ἀκόμη μὲ ἀγωνιστικότητα καὶ αὐταπάρνηση τὴ διδασκαλία τῶν προηγούμενων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πράγμα ποὺ τελικὰ ὁδήγησε τὸν ἴδιο στὸ μαρτύριο καὶ τὴν ἐξορία. Τὸ θεολογικὸ συγγραφικό του ἔργο ἐκτιμᾶται γιὰ τὴν ἀρτιότητα καὶ τὴν ἰδιαιτερότητά του, ὡς ἕνα κορυφαῖο δεῖγμα ὑψηλῆς θεολογίας ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀκόμη καὶ σήμερα νὰ συναρπάζει τοὺς σημαντικότερους θεολόγους, ἐρευνητὲς ἀλλὰ καὶ φιλοσόφους της ἐποχῆς μας. Ὁ Μάξιμος συναριθμήθηκε στοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας [ἀλλὰ καὶ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς καὶ διαφόρων προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν]. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 21η Ἰανουαρίου ἀλλὰ καὶ τὴν 13η Αὐγούστου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Λίγα πράγματα γνωρίζουμε γιὰ τὴ νεανικὴ περίοδο τῆς ζωή του. Κάποιες πληροφορίες ἀντλοῦμε κυρίως ἀπὸ ἕναν ἀνώνυμο βιογράφο2 του καὶ κάποια ἀποσπασματικὰ βιογραφικὰ κείμενα3. Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 580 προφανῶς ἀπὸπλούσιους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι τοῦ παρεῖχαν σπουδαία ἐγκύκλια καὶ θεολογικὴ παιδεία. Γράφει σχετικὰ ὁ π. Γ. Φλορόφσκι: “αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἐκπαίδευσή του θὰ διήρκησε ἀπὸ τὸ 6ο ἢ 7ο ἔτος τῆς ἡλικίας του ἕως τὸ 21ο καὶ περιελάμβανε γραμματική, κλασσικὴ φιλολογία, ρητορικὴ καὶ φιλοσοφία (συμπεριλαμβανομένων ἀριθμητικῆς, μουσικῆς, γεωμετρίας, ἀστρονομίας, μουσικῆς, ἠθικῆς, δογματικῆς, μεταφυσικῆς) καὶ ἐπίσης πρέπει νὰ συμπεριελάμβανε τὴν πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τοὺς νεοπλατωνικοὺς (μέσῳ ὑπομνημάτων τοῦ Πρόκλου καὶ τοῦ Ἰάμβλιχου)”. Σύντομα ἔγινε ἀρχιγραμματέας στὴν διοικητικὴ θέση τοῦ πρώτου ὑπογραφέα τῶν βασιλικῶν ὑπομνημάτων, στὴν αὐλὴ τοῦ Αὐτοκράτορα Ἡρακλείου. Τὸ κλίμα, ὅμως, τοῦ παλατιοῦ ὅσο καὶ τῶν διοικητικῶν καθηκόντων, φαίνεται πὼς τελικὰ δὲν τὸν γοήτευσε καὶ στράφηκε πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῆς Χρυσουπόλεως [Σκούταρι], στὴν ἀσιατικὴ πλευρὰ τῆς Κων/λης, κοντὰ στὴν Χαλκηδόνα. Ἐκεῖ ὁ Μάξιμος δὲν ἐπιζήτησε κάποιο ἱερατικὸ βαθμό, ἀλλὰ παρέμεινε ἁπλὸς μοναχὸς στὸ μοναστήρι περὶ τὰ 10 ἔτη, διακρινόμενος γιὰ τὸ ἀσκητικό του φρόνημα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πνεῦμα του καὶ τὴ σοφία τουἀνάμεσα στοὺς συμμοναστές του. Γύρω στὸ 624 ὑποχρεώθηκε νὰ μετακινηθεῖ ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἐξ αἰτίας Περσικῶν ἐπιδρομῶν. Ἡπεριπλάνησή του θὰ διαρκέσει ἀρκετὰ χρόνια μέχρι νὰ καταλήξει στὴ Ρώμη, ὅπου θὰ ὀργανώσει τὸν ἀγώνα τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τοῦμονοθελητισμοῦ. Ἀργότερα πέρασε ἀπὸ τὴν Κύζικο, τὴν Κρήτη, τὴν Κύπρο, ἴσως τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὴν Καρθαγένη. Σὲ ὅλο αὐτὸ τὸδιάστημα γνώρισε καὶ μελέτησε ἐπισταμένως τὴ θεολογία τῆς αἵρεσης τοῦ μονοθελητισμοῦ, ἡ ὁποία προσπάθησε νὰ ἐπιβληθεῖ στὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία, μὲ βασιλικὴ συνέργεια.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΜΟΣ: Στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰώνα τὸ Βυζάντιο βρισκόταν σὲ δυσχερῆ θέση. Οἱ ἐπιθέσεις τῶν Περσῶν ἀλλὰ κυρίως ἡ διαρκῶς αὐξανόμενη ἄνοδος τῶν Ἰσλαμιστῶν Ἀράβων, εἶχαν θέσει σὲ κίνδυνο ζωτικὰ τμήματα τῆς Αὐτοκρατορίας στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴν Ἀφρική. Συγχρόνως ἡ μονοφυσιτικὴ ἔριδα εἶχε ἀφήσει σημάδια μίσους στὴν πλειοψηφία τῶν Ἀντιχαλκηδονίων αἱρετικῶν κατοίκων τῶν νότιων καὶ ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν σὲ βάρος τῆς κεντρικῆς διοίκησης τοῦ κράτους. Μία σειρὰαὐτοκρατόρων ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ καὶ ἔπειτα πίστεψαν πὼς μὲ τὴν ὑποχωρητικότητα πρὸς τοὺς ἀραβικοὺς αὐτοὺς μονοφυσίτες λαοὺς θὰ διατηροῦνταν τὰ κεκτημένα τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἔτσι προσπάθησαν μὲ χρήση ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς, μᾶλλον ἀνορθόδοξα, νὰσυμβιβάσουν τὶς δύο ἀντίπαλες ὁμάδες τῶν μονοφυσιτῶν καὶ τῶν ὀρθοδόξων. Οἱ περιοχὲς τῆς Συρίας, τῆς Παλαιστίνης καὶ τῆς Αἰγύπτου, ἦταν καὶ οἱ περιοχὲς οἱ ὁποῖες εἶχαν περισσότερο ἀσπαστεῖ τὸ μονοφυσιτισμό. Αὐτὸ εἶχε ἐπιφέρει αὐξανόμενη δυσφορία, σὲσημεῖο οἱ Περσικὲς ἢ ἀραβικὲς ἐπιθέσεις στὶς περιοχὲς αὐτὲς νὰ ἀντιμετωπίζονται στὴν καλύτερη περίπτωση μὲ ἀπάθεια ἀπὸ τὴν τοπικὸπληθυσμό, ἢ συχνὰ μὲ ἀνοιχτὴ στήριξη τῶν Μωαμεθανῶν ἀπὸ τοὺς τοπικοὺς μονοφυσίτες ἡγέτες! Ἡ βασιλικὴ προσπάθεια στὰ χρόνια τοῦ Μαξίμου ἀφοροῦσε στὸ ζήτημα τῆς ἕνωσης τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς μονοφυσίτες τῶν περιοχῶν αὐτῶν, ὑπὸ τὸν [ἐπίσης αἱρετικὸ] θεολογικὸ ὄρο τῆς “μίας ἐνέργειας καὶ μίας θέλησης στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ”. Σύμφωνα μὲ τὸν ὅρο τῆς Χαλκηδόνιας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶχε δύο φύσεις ἀσύγχυτες καὶ ἄτρεπτες μέν, σὲ κοινωνία ὅμως στὴν ὑπόσταση τοῦ ἑνὸς προσώπου. Θεολογικὴ συνέπεια ἦταν πὼς κάθε φύση ἐνεργεῖ καὶ θέλει. Ἡ προσπάθεια λοιπὸν τότε ἀπὸ τὸ ἐπίσημο κράτος, ποὺἐπιθυμοῦσε ἄμεσα μία συμβιβαστικὴ λύση, ἐπικεντρώθηκε στὴν ἀποσαφήνιση τῶν ὅρων τῆς μίας ἐνέργειας καὶ θέλησης τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ, παρακάμπτοντας τὸ ζήτημα τῆς ἄμεσης ἕνωσης τῶν φύσεων καὶ τῶν συνεπειῶν της. Τελικὰ μὲ τὴν προσπάθεια τοῦ πατριάρχη Σεργίου ἡ λεγόμενη “Ἔκθεση” ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μίας διαπραγμάτευσης μὲ τοὺς μετριοπαθεῖς μονοφυσίτες, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπετεύχθη σὲ πρώτη φάση σύγκλιση, ἡ ὁποία ἐπικυρώθηκε μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση (τὴν ἐπονομαζόμενη “Ψῆφο”). Ὁ Σέργιος, σὲσυνεργασία μὲ τὸν Ἡράκλειο, πέτυχε νὰ πείσει καὶ τοὺς ἄλλους Πατριάρχες [καὶ τὸν πάπα Ὀνώριο στὴ Ρώμη] ξεπερνώντας τὸν σκόπελο τοῦ “μονοενεργητισμοῦ”, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ὑπέρμαχος, μὲ τὴν θεολογία τῆς “μίας θελήσεως στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου”. Ἔτσι τὰ πατριαρχεῖα εὐθυγραμμίστηκαν στὴν Κωνσταντινουπολίτικη Σύνοδο τοῦ 638, παρὰ τὶς διαφωνίες τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει. Ὁ θάνατος ὅμως τῶν πατριαρχῶν Ἱεροσολύμων, Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ρώμης καὶ ἡ ἀπώλεια τῶν ἐπαρχιῶν στὶς ὁποῖες εἶχαν καταφύγει οἱ ὑπέρμαχοι τῶν δογμάτων τῆς Χαλκηδόνας, δὲν ἐπέτρεψε τὴν αὐτοκρατορικὴ καταστολὴ τῶν ἀντιδράσεων[!], μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ὑποβόσκουσα τάση τῆς θεολογίας τῶν δύο θελήσεων νὰ ἀντιδράσει καὶ νὰ ἔλθει δυναμικὰ στὸ προσκήνιο μὲ ἡγέτη τὸν Μάξιμο.

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟΝ ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΜΟ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ: Ὁ Μάξιμος, στὸ μεταξὺ εἶχε κατευθυνθεῖ στὴ Δύση. Στὸν ἀγώνα ἐνάντια στὸ μονοενεργετισμὸ καὶ τὸ μονοθελητισμὸ συναγωνιστής του θὰ ἀποβεῖ ὁ Σωφρόνιος4, ἡγέτης τοῦ μοναστικοῦ κινήματος καὶμετέπειτα πατριάρχης Ἱεροσολύμων. Οἱ δύο τους θὰ μεταβοῦν στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὸ 633, γιὰ νὰ ἐνημερωθοῦν ἀναλυτικότερα γιὰ τὴν σχετικὴ κακοδοξία. Ὁ Μάξιμος, λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψιν του τὴν συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ψήφου (634), ἐπαινεῖ ἀρχικὰ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ζητώντας ὅμως πρόσθετες ἐξηγήσεις, κι αὐτὸ ἴσως κερδίζοντας χρόνο, γιὰ νὰ διατρανώσει ἀργότερα τὴν εὐθεία ἀντίθεσή του στὶς ἀπόψεις τοῦ μονοθελητισμοῦ, τὸν ὁποῖο θεωρεῖ πὼς εἶναι ξένος πρὸς τὴν βιβλικὴ διδασκαλία καὶ τὶςἀποφάσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μάξιμος θὰ μεταβεῖ τελικὰ στὴ Ρώμη τὸ 646, ἀλλὰ εἶναι βέβαιο πώς, ἀπὸ τὸ 638 καὶ μετά, ὁἀγώνας του βρίσκεται σὲ πλήρη ἐξέλιξη, κάτι ποὺ γίνεται φανερὸ καὶ ἀπὸ τὸ συγγραφικό του ἔργο. Ἡ “Ἔκθεση”, στὴν ὁποία στράφηκε πολέμιος ὁ Μάξιμος, στὴν οὐσία ἐπιχειροῦσε συμβιβαστικὰ νὰ ἀμβλύνει τοὺς Χαλκηδόνιους ὅρους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἄρεσαν στοὺς μονοφυσίτες καὶ ὁμολογοῦσε πὼς στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ “ὑπάρχει ἐνέργεια τόσο στὴν ἀνθρώπινη ὅσο καὶ τὴ θεϊκὴ φύση, ἀλλὰ στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου παρουσιάζεται μόνο ἕνα θέλημα”, μία καθαρὰ αἱρετικὴ ἄποψη δηλαδή. Ὁ Μάξιμος, ὡς ἡγέτης τῆς Χαλκηδόνιας θεολογίας ἀπορρίπτει τὴν ἔκθεση καὶ μὲ δεινὴ ἐπιχειρηματολογία, πείθει γιὰ λίγο διάστημα καὶ τὸν πατριάρχη Πύρρο Κωνσταντινουπόλεως, πὼς ἡ ἔννοια τοῦ μονοθελητισμοῦ εἶναι αἱρετικὴ ἀπόκλιση. Ἀργότερα ἔπεισε καὶ τὸν Πάπα Ρώμης Μαρτίνο νὰσυγκαλέσει Σύνοδο (Λατερανό, 649), ποὺ καταδίκαζε τὸ μονοθελητισμὸ καὶ ἀπέκοβε τὴν κοινωνία μὲ τὶς ἐκκλησίες ποὺ ὑποστήριζαν τὴν Ἔκθεση τοῦ Αὐτοκράτορα Ἡρακλείου. Στὸ μεταξὺ ὁ νέος αὐτοκράτορας, ὁ Κώνστας, τὸ 648 θὰ ἐπιχειρήσει νὰ ἐπιβάλλει γιὰεἰρήνευση στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἐκκλησίας τὸ λεγόμενο Τύπο (ποὺ προσυπογράφηκε καὶ ἀπὸ τὸν Σέργιο), διατάσσοντας τὴν ἀπαγόρευση τῆς χρήσης τῶν ὅρων ἐνεργείας καὶ θελήσεως στὸ ἐν λόγῳ ζήτημα. Ὅμως, ἡ μὴ συμμόρφωση τοῦ Πάπα Μαρτινου καὶ τοῦ Μαξίμου ἐπέφερε τὶς διώξεις τους καὶ τὸ μαρτύριό τους.

ΔΙΚΗ – ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ὁ Μάξιμος συνελήφθη τὸ 653 καὶ φυλακίστηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ δίκη του διενεργήθηκε τὸ 655, ὑπὸ τὴν κατηγορία τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἐγκληματία τοῦ κράτους καὶ τοῦ ἀνατροπέα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ πολιτειακῆς εἰρήνης[!!] Ἡ δίκη του, ὄχι ἄδικα, χαρκτηρίστηκε “φονική”, ἐνῶ τὰ πρακτικὰ τῆς διασώζονται μέχρι καὶ σήμερα. Οἱ ὑπερασπιστὲς τῆς λεγόμενης “ἑνωτικῆς συνθεσης” μὲ τοὺς μονοφυσίτες καὶ ἰδίως οἱ ἄρχοντες εἶχαν ἐκνευριστεῖ ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Μαξίμου καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀνεξαρτησία καὶ ἀδιάλλακτη ἄρνησή του στὰ αὐτοκρατορικὰ διατάγματα. Ὁ Μάξιμος γενναία κατηγοροῦσε τὴν πολιτεία γιὰ ἀνάμιξη στὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη5, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταδικαστεῖ σὲ ἐξορία σὲ πρώτη φάση στὴ θρακικὴ Βιζύη. Ὅμως, ἡἐκκλησιαστικὴ εἰρήνευση καὶ ἡ ἐπιτυχία τῶν αὐτοκρατορικῶν ἐπιδιώξεων ἦταν φανερὸ πλέον πὼς περνοῦσαν ἀπὸ τὴν πλήρη ὑποταγὴτοῦ Μαξίμου. Ἔτσι ὁδηγήθηκε τὸ 656 ἐνώπιον ἐπισκοπικοῦ δικαστηρίου, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιτευχθεῖ τὸ ζητούμενο ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του ἀποτέλεσμα. Ἔτσι ἐξορίστηκε ξανά, στὸ Ρήγιο τῆς Ἰταλίας τὴ φορὰ αὐτή, ὅπου οἱ διαβουλεύσεις συνεχίστηκαν. Ὁ ἴδιος ἀμετακίνητος ἐξορίστηκε ἀκόμα πιὸ μακριὰ στὴ βόρεια Θράκη. Τὸ 662 τὸν ὁδήγησαν μαζὶ μὲ τὸ μαθητή του Ἀναστάσιο σὲ σύνοδο ἐπισκόπων στὴν Κων/πολη. Ἐδῶ ἡ ἀπόφαση τοῦ “δικαστηρίου” ὁδήγησε σὲ αἱματηρὸ μαρτύριο γιὰ τὸν Μάξιμο: ἀποκοπὴ τοῦ δεξιοῦ του χεριοῦ, γιὰ νὰ μὴν γράφει, καὶ τῆς γλώσσας του, γιὰ νὰ μὴν ὁμιλεῖ! Τέλος, ἐξορίστηκε στὴ Λαζικὴ τοῦ Πόντου. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁὉμολογητὴς ὑπέκυψε ἀπὸ τὶς κακουχίες στὶς 13 Αὐγούστου τὸ 662.

ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ: Τὸ μαρτύριο τοῦ Μάξιμου προκάλεσε στὴ Βυζαντινὴ κοινωνία ἰδιαίτερη ἐντύπωση. Χαρακτηριστικὲς εἶναι οἱ ἱστορίες τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ποὺ μαρτυροῦν τὴν ἀγάπη καὶ τὸ σεβασμὸ γιὰ τὴν προσωπικότητα τοὺ καὶ τὴν ἐπίδρασή του στὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Μετὰ τὴν ὁριστικὴ καταδίκη τοῦ μονοθελητισμοῦ ἀπὸ τὴν Ϛ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅπου ἡ διδασκαλία τοῦΜαξίμου ὑπῆρξε θεμέλιο τῆς ἀπόφασης τῆς συνόδου, τιμήθηκε ὡς Ἅγιος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μάρτυρας, μεγάλος ἐκλησιαστικὸς Πατέρας καὶ κήρυκας τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκτιμήθηκε ἐπίσης ὡς φιλόσοφος, μυστικὸς καὶ ἀσκητής. Τὰ βιβλία του μάλιστα ἀποτέλεσαν καὶ ἀποτελοῦν ἀγαπημένα ἀναγνώσματα λαϊκῶν καὶ μοναχῶν.

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ: Ὁ Μάξιμος ἀναδείχθηκε γόνιμος καὶ πολυγραφότατος συγγραφέας, ὅμως τὸ ἔργο του εἶναι κάπως “δυσνόητο καὶδυσανάγνωστο”, κατὰ τὸν Μ. Φώτιο, γεμάτο ἀλληγορίες καὶ λογοτεχνικὰ σχήματα, ἐνῶ γιὰ τὴν κατανόησή του ἀπαιτεῖται μία βαθύτερη γνωριμία μὲ τὸ σύστημα καὶ τὸν κόσμο τοῦ συγγραφέα. Μέσα ἀπὸ τὴ ἐργογραφία του ἐπίσης γίνεται φανερὸ πὼς προτιμᾶ νὰ ἐμβαθύνει παρὰ νὰ πλατειάζει, εἰσερχόμενος βαθύτερα, στὸν πυρήνα τοῦ θέματος, μὲ τὴ πολὺ γνωστὴ σὲ αὐτὸν διαλεκτικὴ μέθοδο. Ἡ θεολογία του ἐπηρέασε ὅσο κανενὸς ἄλλου τὴ μεταγενέστερη σκέψη καὶ τὴ βυζαντινὴ φιλολογία. Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση, ἐπηρεασμένη ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς Καππαδόκες μεγάλους Πατέρες, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀσκητικὰ ἔργα τοῦ Εὐαγρίου Ποντικοῦ καὶ Διονυσίου Ἀρεοπαγίτη εἶναι ἡ βάση ποὺ στηρίχθηκε τὸ ἔργο του. Τὸ ἔργο τοῦ Μάξιμου διαχωρίζεται σὲ ἕξι κατηγορίες: ἑρμηνευτικὰ τῶν Γραφῶν, ἑρμηνευτικὰ τῶν Πατέρων, ἀπολογητικὰ ἢ ἐπιστολές, λειτουργιολογικὰ-πνευματικὰ καὶ τέλος μυστικά [ἀσκητικά]. Κυριότερα ἔργα του εἶναι οἱ Ἀπορίες, Ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις πρὸς Θαλάσσιον, Πεύσεις καὶ ἀποκρίσεις, ἡ ἐπιστολὴ πρὸς Θεόπεμπτον σχολαστικόν, τέσσερις ἑκατοντάδες κεφάλαια περὶ ἀγάπης, Ἀσκητικὸς Λόγος, Μυσταγωγία, τὸ ὁποῖο ἐκτιμᾶται σήμερα γιὰ τὴ φιλολογικὴ καὶ θεολογική του ἐπιρροὴ στοὺς μετέπειτα συγγραφεῖς καὶ τὰ ἀπολογητικά του ἔργα, τὰ ὁποῖα μᾶς δίνουν πλήρη εἰκόνα τῆς δογματικῆς του σκέψης καὶ θεολογίας.

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ: Ἡ θεολογία τοῦ Μάξιμου χαρακτηρίζεται ὡς ἀποκαλυπτική, ἀφοῦ στηρίζεται κυρίως στὴ θεία Ἀποκάλυψη καὶἀποτελεῖ διδασκαλία στὴν ὁποία στηρίχτηκαν ἀπὸ πολὺ νωρὶς [2ος αἰ.] καὶ οἱ πρῶτοι ἀπολογητὲς ἀλλὰ καὶ ἀργότερα οἱ μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες. Τὸ μυστήριο τῆς Τριάδος, στὸ σύστημα τοῦ Μάξιμου, γνωρίζεται μέσω τοῦ Λόγου. Ὁ Θεὸς εἶναι τριάδα καὶσυνάμα μονάδα. [Τριὰς ἐν Μονάδι καὶ Μονὰς ἐν Τριάδι]. Τὰ πρόσωπα ἀποτελοῦν μὲν ἑτερότητες, ἀλλὰ εἶναι ἀδιάσπαστα ἑνωμένες σὲμία μονάδα, χωρὶς συγχώνευση ἢ μίξη. Ταυτόχρονα ἐνεργοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν πάντοτε τὸ ἴδιο πράγμα. Ὁ Λόγος, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, εἶναι ὁ ἴδιος Λόγος ὁ ὁποῖος ἐνδημοῦσε στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ ἴδιος Λόγος ὁ ὁποῖος ἐνσαρκώθηκε γὶ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Η σάρκωση τοῦ Λόγου, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, εἶναι τὸ μυστήριο τῆς προαιώνιας βουλῆς τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ σχέδιο ἐξαγιασμοῦ τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ ἴδια ὁδηγεῖ σὲ λύτρωση, ποὺ ὀφείλει τὸ γεγονός της στὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Γὶ αὐτὸ ὁ Λόγος προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀκέραιη καὶ ἀμόλυντη ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς πτώσης [ὅπως ἦταν δηλαδὴ προπτωτικά]. Λαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὅπως οἱ πρωτόπλαστοι καὶ αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὴ θέλησή Του καὶ ὄχι λόγω φυσικῆς ἀναγκαιότητας. Τὸ θέλημα τῆς φύσεώς Του, κατὰ τὸ Μάξιμο, δὲ γνωρίζει διαφθορὰ καὶ δὲν ἀντιμάχεται τὰἀνθρώπινα πάθη. Ἡ θέληση τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του, εἶναι ἐναρμονισμένη μὲ τὸ Θεῖο θέλημα, γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση δημιουργήθηκε κὰτ΄ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Ὁ Θεὸς Λόγος, κατὰ τὸν μεγάλο Ὁμολογητὴ Πατέρα, προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἡὁποία εἶναι πλήρης καὶ ἀκέραια, μὲ τὸ δικό της θέλημα καὶ τὴ δική της ἐλευθερία, πράγμα ποὺ ἀποκλείει ὁποιαδήποτε σύγχυση, μίξη ἢἐξαφάνισή της. Ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν ἐνσάρκωση, ὁδηγεῖται διὰ τῆς θεώσεως σὲ μία νέα ἰδιαίτερη μορφὴ ὑπάρξεως. Ἡ ὕπαρξη αὐτή, ἡκατ᾽ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση πλέον, κινεῖται στὸ δρόμο τῆς ἴδιας της ὕπαρξης τοῦ δημιουργοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Ἰησοῦ, νὰ θέλει καὶ νὰ ἐπιθυμεῖ τὴν ἀχώριστη μὲ τὸν Θεὸ κοινωνία καὶ νὰ μιμεῖται τὴν ἴδια τὴ θεία ζωὴ [ἁγιασμός]. Τὸθέλημα τοῦ Θεοῦ, οἱ θεῖες δηλαδὴ ἐνέργειες διορθώνουν καὶ διαμορφώνουν τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου, δίχως αὐτὸ νὰ αἴρει τὴν ἀνθρώπινη ἰδιαιτερότητα ἢ νὰ ἐξαφανίζει τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ ὅλες τὶς ἐκφράσεις της ἢ ἐκφάνσεις της. Οἱ μονοθελῆτες δέχονταν πώς, ἐφ᾽ ὅσον μιλᾶμε γιὰ ἕνα πρόσωπο, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, πρέπει νὰ μιλᾶμε γιὰ μία θέληση καὶ μία βούληση. Ὁ Μάξιμος ἐντοπίζει τὸπρόβλημα τῆς θεολογικῆς σκέψης τῶν μονοφυσιτῶν. Ἀφ᾽ ἑνὸς μήπως, ὅταν ἀναφέρουμε μία θέληση στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ,ἐννοεῖται ἀπορρόφηση τῆς ἀνθρώπινης θέλησης καὶ ἄρα καὶ κατάργηση τῆς φύσεως μὲ ἔμμεσο τρόπο ἢ μήπως ἐννοεῖται μία σύνθετη, τρίτη θέληση, σύνθετη τῶν δύο φύσεων[!!] Ἐφ᾽ ὅσον, ὅμως, ὁ Λόγος προσλαμβάνει σάρκα, γιὰ τὴ μόνη θέληση ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰμιλήσουμε εἶναι θέληση τοῦ Θεοῦ Λόγου, σύμφωνα μὲ τὸ Μάξιμο. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση θὰ ὁδηγοῦσε ἄμεσα στὸ δοκητικὸμονοφυσιτισμό, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴ Χαλκηδόνεια Σύνοδο εἶχε ἀπορριφθεῖ, καθὼς ἀπομειώνει τὴ σωτηρία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, διὰμέσου τῆς ἑνώσεώς τους ἢ τῆς φαινομενικῆς ὕπαρξής της.

Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟ: Τρεῖς εἶναι οἱ βασικοὶ ἄξονες τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸ Μάξιμο. Ὑπερηφάνεια, μίσος καὶ ἄγνοια, τέρψη καὶ δόξα, ἀντίστοιχα. Παράλληλα οἱ δαίμονες προσπαθοῦν νὰ δελεάσουν τὶς ψυχὲς ἀποκοιμίζοντάς τες, προβάλλοντας στὴν ψυχὴεἰκόνες αἰσθησιακὲς πρὸς ἐπίτευξη τῶν στόχων τους. Ἀλλὰ ἡ νίκη ἀνήκει στὴ βούληση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ δική του ἐκλογή. Στὴ δοκιμασία αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὀργανώσει τὴ ψυχή του. Θὰ πρέπει πρῶτα μὲ τὴν ἄσκηση νὰ ἐκριζώσει καὶ νὰ μεταμορφώσει τὰπάθη του, ἔτσι ὥστε νὰ ἐπέλθει ἡ κάθαρση, ποὺ εἶναι τὸ πρῶτο στάδιο τῆς θέωσης. Ἔτσι ὁ νοῦς γίνεται ἡγεμονικός, ὑπερνικᾶ τὶς κατώτερες αἰσθήσεις, ἐγκρατεύει ἀπὸ τὴ φιληδονία καὶ τὴν ἐπιθυμία. Ἄλλοτε ὀφείλει νὰ ὑπερνικᾶ καὶ τὸ ἀκούσιο πάθος, τὸ ὁποῖο συμβαίνει κατὰ τὴν ἀποκοπὴ τῶν παθῶν. Τὴ θλίψη, γιὰ παράδειγμα, ποὺ ἐπακολουθεῖ κατὰ τὴ μὴ τέλεση τῶν παθῶν αὐτῶν. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Μαξίμου θυμίζουν καὶ τοὺς νεότερους Νηπτικοὺς Πατέρες ἀλλὰ καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος.

Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ: Ὁ Θεὸς κατὰ Μάξιμο θὰ ἀποκαταστήσει τὴ φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὴ Μέλλουσα αἰώνια ζωή. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀνακαίνιση, δὲ σημαίνει παράλληλα ὅτι ἡ θέληση θὰ μεταλλαχτεῖ ἢ θὰ βιασθεῖ. Ὁ Λόγος τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως θὰἀποτελέσει γιὰ τοὺς σωσμένους διαφωτιστικὸ πῦρ, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀσεβεῖς καίουσα φλόγα. Ὁ Θεὸς θὰ ἀγκαλιάσει ὅλη τὴ δημιουργία, ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα τόσο τὸ καλὸ ὅσο καὶ τὸ κακό. Ἀλλὰ τὸ μέτρο τῆς μετοχῆς μας θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὸ βαθμὸ τῆς δοκιμασίας καθενός. Ὅσοι δὲν θὰ βρεθοῦν μέσα στὴ ζωοποιητικὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἐπειδὴ ὁ Θεὸς κάτι τέτοιο τὸ ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι δὲ θὰἐπιθυμήσουν τὴ σωτηρία αὐτή. Ὁ Θεὸς θὰ ἀποκαταστήσει ἡ φύση τους, ἴσως δὲ καὶ τὶς ψυχικές τους δυνάμεις, σὲ σημεῖο νὰἀναγνωρίζουν τὸ Θεὸ ἢ ἀκόμα καὶ νὰ ἀπολέσουν τῆς μνήμη τῆς ἁμαρτίας τους. Ἀλλὰ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν μὲ ἐπιθυμίες μακριὰ ἀπὸτὴν πραγματική τους φύση καὶ ἄρα τοῦ θεραπευμένου θελήματος, ἐκείνη τὴν ἡμέρα θὰ βασανίζονται, γιατί ἀνέβαλαν τὴ μετάνοιά τους, θὰ βασανίζονται ἀπὸ τὴ συνειδητοποίηση τῆς παράλογης ὁδοῦ ποὺ πῆραν.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὸ Μάξιμο, ἀποτελεῖ τὸ μέσο γνωριμίας καὶ συνειδητῆς μετοχῆς τῶν λογικῶν ὄντων στὴ ὕπαρξή του. Γιὰ αὐτὸ καὶ κατὰ τὸ Μάξιμο ταυτόχρονα μὲ τὴ δημιουργία ὁ Θεὸς οἰκοδομεῖ καὶ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ δική Του εἰκόνα. ὉΜάξιμος, γιὰ νὰ περιγράψει τὴν Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ παραβολικὸ λόγο. Δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Μάξιμο ἡ Ἐκκλησία κάτι τὸ στατικό, τὸταυτισμένο ἢ τὸ ἀπομονωμένο, περιχαρακωμένο, σὲ κλειστὰ περιγράμματα. Γι αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ εἶναι εἰκόνα τόσο τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου, τοῦ ἴδιου τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρώπου ἢ μόνο τῆς ψυχῆς του. Ἡ Ἐκκλησία παράλληλα ὡς ψυχὴ ἔχει τὸ ἱερατεῖο, νοῦ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ σῶμα τὸ ναό, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα βρίσκονται σὲ ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ δὲν καταργεῖ τὴν διάκριση, ἀλλὰ καὶ ἡ διάκριση, στὰ πλαίσια κλήρου καὶ λαοῦ δὲν νοεῖται σὲ μία σχέση ἀνωτερότητας καὶκατωτερότητας ἢ κυριαρχικότητας, ὅπως ἴσως, ἐν πολλοῖς, παρατηρεῖται σήμερα, ἀλλὰ διαφοροποίησης τῆς ὀργανικῆς ἑνότητας ποὺεἶναι ὁ κόσμος. Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὸ Μάξιμο, ἀποτελεῖ μυστήριο μέσα στὴ φυσικὴ καὶ ἱστορικὴ πραγματικότητα, τὸ ὁποῖο ὡς σκοπὸ ἔχει νὰ ἐπιτελέσει μία συγκεκριμένη ἀποστολή. Τὴν βαθμιαία ἐξαφάνιση τοῦ κακοῦ μέσα στὸν κόσμο καὶ τὴν τελείωση τῶν λογικῶν καὶ νοερῶν ὄντων. Σκοπὸς δηλαδὴ εἶναι ἡ κοινωνία τῶν ὄντων μὲ τὸν Θεό, διὰ μέσου τὴ συμφιλίωσης καὶ τῆς συνάντησης κτιστῆς δημιουργίας καὶ τοῦ Θεοῦ-δημιουργοῦ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Νίκος Ματσούκας, “Κόσμος, Κοινωνία, Ἄνθρωπος κατὰ τὸ Μάξιμο Ὁμολογητή”, Γρηγόρης, Ἀθήνα 1980. Γεώργιος Φλορόφσκι, “Οἱ Βυζαντινοὶ πατέρες τοῦ 6ου-7ου-8ου αἰώνα”, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2007. Βλάσσιος Φειδᾶς, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τ. Α’, Διήγηση, Ἀθήνα 2002. Παναγιώτης Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τ. Ε´, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2006. ΘΗΕ, λῆμμα Μάξιμος Ὁμολογητής, τ. 8ος, σελ. 614-623, Μαρτίνος, Ἀθήνα 1964.  PG 91.

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: