ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΕΝΟΣ ΑΝΤΙΜΗΝΣΙΟΥ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Τὸ ἄγνωστο ταξίδι ἑνὸς ἀντιμηνσίου τὸν 18ο αἰώνα
Ἀπὸ τὸ Κίεβο στὴ μικροσκοπικὴ καὶ δυσπρόσιτη Κουνουπιὰ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                     Μία παράξενη, ἀλλὰ γοητευτικὴ ἱστορία κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ ταξίδι τὸν 18ο αἰώνα ἑνὸς ρωσικοῦ ἀντιμηνσίου ἀπὸ τὴν ὀνομαστὴ Μητρόπολη τοῦ Κιέβου, κοιτίδας τῶν Ρώς, σὲἕνα ἐκκλησάκι –πιθανὸν μοναστήρι– τῆς Κουνουπιᾶς, ἑνὸς ὀρεινοῦ (800 μέτρα) οἰκισμοῦ τοῦὄρους Πάρνωνα, ἀκόμη καὶ σήμερα σχεδὸν ἀπομονωμένου, στὰ σύνορα μεταξὺ Ἀρκαδίας καὶΛακωνίας.
.                     Τὸ ἀντιμήνσιο εἶναι ἱερὸ λειτουργικὸ ἄμφιο, τὸ ὁποῖο ἀντικαθιστᾶ τὴν Ἁγία Τράπεζα, ὅταν δὲν ὑπάρχει, ἢ ὅταν ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν εἶναι καθιερωμένη. Γράφει διάταξη τοῦπατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νείλου τοῦ Κεραμέως (1380-1388): «Στρατηγοὶ ἢ βασιλεῖς πολλάκις ἀπέρχονται εἰς ταξίδια καὶ εἰς τόπους ἀλλοφύλων, ἔνθα οὐκ ἔστι θεῖος ναός, ἀλλὰ καὶεὐλαβεῖς τινὲς ἱερωμένοι ἐξέρχονται τῶν ἰδίων πόλεων ἢ τοῦ μοναστηρίου καὶ ἀπέρχονται δι’ ἔρωταἡσυχίας τε καὶ ἀναχωρήσεως εἰς ἔρημον τόπον… Διὰ ταύτας τὰς αἰτίας, ἐπειδὴ ἔχουσιν ἀνάγκην οὗτοι ἁγιάζεσθαι, εὕρομεν ἐκδεδομένον παρὰ τῶν ἁγ. πατέρων τῶν θείων καὶ ἱερῶν Συνόδων, ὅτι δέδοται αὐτοῖς ἢ διὰ σανίδος, ἢ διὰ πανίου ἱερὰ Τράπεζα καθιερωμένη καὶ τιθέασιν αὐτὴν οἱ λαβόντες ἐν ἰδίῳ τόπῳ… καὶ ἱερουργοῦσιν..» (Πρωτ. Κωνσταντίνου Καλλινίκου «Ὁ Χριστιανικὸς Ναὸς καὶ τὰ τελούμενα ἐν Αὐτῷ», ἐκδ. Γρηγόρη, Ἔκδ. 5η, Ἀθήνα, 1969, σελ. 173).
.                     Ὁ ἅγιος Συμεών, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (; – 1429) γράφει γιὰ τὰ ἱερὰἀντιμίνσια (Σημ. γρ.: γράφεται καὶ ἰῶτα, ὁ Κων. Καλλίνικος θεωρεῖ ὀρθότερη τὴ γραφὴ μὲ ἦτα): «Αὐτὰ εἶναι ἐξ ὑφάσματος λιναρίου καὶ ἀντὶ τραπέζης ἱερᾶς γίνονται, τὰ ὁποῖα δὲ ραπτόμενα ἑτοιμάζονται κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ διάταξις γράφει… Ὅταν δὲ τὸ καλέση ὁ καιρός, ὡς ἁγιασθέντα ἤδη τελείως, ἐξαποστέλλονται  αὐτὰ μὲ τὴν γνώμην καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ ἀρχιερέως εἰς τόπους, ὅπου δὲν εἶναι θυσιαστήρια καὶ τελεῖται ἐπάνω εἰς αὐτὰ ἡ θεία τῶν μυστηρίων ἱερουργία» (Συμεὼν Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης «Τὰ Ἅπαντα», ἐκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη, ἀκριβὴς ἀνατύπωσις ἔκδ.  ἐν ἔτει 1882,  σελ. 134).
 .                     Κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Συμεὼν ἡ τελετὴ καθαγιασμοῦ τῶν θείων ἀντιμηνσίων εἶναι ὁμοία μὲ ἐκείνη τοῦ καθαγιασμοῦ τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ ὅπως σημειώνει, τὰ ἀντιμήνσια πρέπει νὰ εἶναι ἐκ λινοῦ ὑφάσματος «ἐπειδὴ παριστάνουσι τὰ πάθη τοῦ Σωτῆρος καὶεἶναι ἀπὸ γῆς ὡς ἐντάφια… Βάλλονται δὲ καὶ εἰς αὐτά, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἁγίαν τράπεζαν τέσσερα μέρη ὑφάσματος εἰς τύπον τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν, τῶν ὁποίων ἐπιγράφει καὶ τὰ ὀνόματα». (Αὐτ. σελ. 142).
 .                     Ὑπάρχει λοιπὸν στὴν Κουνουπιὰ ἕνα ρωσικὸ ἀντιμήνσιο, τὸ ὁποῖο εἶναι σὲ ἱκανοποιητικὴ κατάσταση καί, ὅπως φαίνεται καθαρὰ σὲ αὐτό, τὸ ὑπέγραψε ὁ Μητροπολίτης Κιέβου Τιμόθεος (Σερμπάτσκι) στὶς 10 Μαΐου 1755. Ὁ Τιμόθεος ἦταν ἕνας ἐμπνευσμένος κληρικός, μὲ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ διετέλεσε, μεταξὺ τῶν ἄλλων,  Ἡγούμενος τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1744 ἡ Τσαρίνα Ἐλισάβετ ἐπισκέφθηκε τὸ Κίεβο καὶ δέχθηκε τὴν πρόταση τοῦ Τιμοθέου νὰ φιλοξενηθεῖ στὸ Μοναστήρι. Ἐκεῖ εἶχε συζητήσεις μαζί του καὶ πολὺ τὸν ἐξετίμησε. Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ Μητροπολίτης Κιέβου Ραφαὴλ (Ζαμπορόβσκι), ἐξελέγη τὸ 1747, ἀπὸ ἀρχιμανδρίτης, στὴ θέση του καὶ ἐνθρονίστηκε στὶς 6 Μαρτίου τοῦ 1748. Τὸ 1757 ζήτησε νὰ ἀποσυρθεῖ ἀπὸ τὰ καθήκοντά του καὶ νὰ ἐγκαταβιώσει σὲ Μοναστήρι, ἀλλὰ ἡ Σύνοδος δὲν ἐδέχθη τὴν παραίτησή του καὶ ἀντὶ αὐτῆς τὸν ἐξέλεξε Πατριάρχη Μόσχας. Τελικὰ ἀπεσύρθη τὸ1767 καὶ τὸν ἴδιο χρόνο ἀπεβίωσε.
.                     Ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα τὸ ἀντιμήνσιο τῆς Κουνουπιᾶς, τὸ ὁποῖο φέρει τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Μητροπολίτη Κιέβου καὶ μετὰ Πατριάρχου Μόσχας Τιμοθέου, εἶναι ἀπὸ τὰ ὀλίγα ποὺ διασώζονται μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ συγκεκριμένου πρωθιεράρχου καὶ ἐκτιμᾶται ὅτι εἶναι πολὺμεγάλης  ἀξίας, ὡς λειτουργικὸ κειμήλιο καὶ ὡς ἐξαιρετικό, γιὰ τὸν 18ο αἰώνα, τεχνούργημα. Εἶναι ἀρίστης ποιότητας χαλκογραφία σὲ λινὸ ὕφασμα πλουσίως διακοσμημένο καὶ ἀκολουθεῖ τὴν ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ὑπάρχει σὲ αὐτὸ ἡ Ἀποκαθήλωση, ὁ Θεὸς Πατέρας, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα,  ἡ Παναγία, οἱ Ἰωσὴφ καὶ Νικόδημος, αἱ Μυροφόροι καὶ στὶς τέσσερις γωνίες οἱΕὐαγγελιστές, μὲ τὰ σύμβολά τους, ὁ Ματθαῖος μὲ τὸν ἄγγελο – ἄνθρωπο, ὁ Μάρκος μὲ τὸν λέοντα, ὁ Λουκᾶς μὲ τὸν βοῦν καὶ ὁ Ἰωάννης μὲ τὸν ἀετό. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶναι στὴν κορυφὴ καὶἐντὸς τριγώνου ἀναγράφεται ἡ λέξη ΘΕΟΣ σὲ φόντο πολὺ φωτεινὸ καὶ περιβάλλεται ἀπὸ ἀγγέλους. Στὸ πλάϊ παρίστανται τὰ ὄργανα τοῦ Μαρτυρίου καὶ τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου. ΣτὴνἈποκαθήλωση, ποὺ εἶναι στὸ κεντρικὸ καὶ δεσπόζον μέρος τοῦ ἀντιμηνσίου, ἐμφανίζονται στὴν κεφαλὴ ὁ ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας καὶ στοὺς πόδες τοῦ Κυρίου ὁ ἅγιος Νικόδημος, ποὺ φρόντισαν γιὰ τὸν ἐνταφιασμό Του. Πίσω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Σῶμα ἐξ ἀριστερῶν πρὸς τὰ δεξιὰ ἱστοροῦνται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου, στὸν ὁποῖοἐμπιστεύθηκε τὴν Μητέρα Του, ἡ τοῦ Κλωπᾶ, ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου – στὸ κέντρο τῆς παράστασης –, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ τοῦ Ἰακώβου.
.                     Ἐπὶ τοῦ ἀντιμηνσίου εἶναι γραμμένα στὰ ρωσικὰ τὰ ἀκόλουθα: «Τὸ ἱερότατοἈντιμήνσιο, ἤτοι ἡ Ἁγία Τράπεζα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,ἁγιάσθηκε ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Παναγίου καὶ Ζωοποιοῦ Πνεύματος καὶ τὴν εὐλογία τῆς Ἁγιωτάτης Διοικούσης Συνόδου καὶ εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸν Ὀρθόδοξο ἐλέῳ Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπο – Μητροπολίτη Κιέβου καὶ Γαλικίας ΤΙΜΟΘΕΟ». Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ἀναγράφεται: «Ἐπὶ βασιλείας τῆς Εὐσεβεστάτης Μεγάλης Ἡγεμονίδος μας αὐτοκράτειρας ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΠΕΤΡΟΒΝΑΣ, αὐτοκράτειρας πασῶν τῶν Ρωσιῶν, κατὰ τὸ ἔτος ἀπὸ κτίσεως κόσμου 7163, ἀπὸ γεννήσεως ἸησοῦΧριστοῦ 1755, μήνα Μάϊο, ἡμέρα 10η, ἐπ’ αὐτοῦ ἱερουργήθηκε ἡ Θεία Λειτουργία στὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἑλληνικὴ χώρα, στὸ νησὶ Ἀμορένσκι καὶ στὴ μονὴ Κονφίισκι». (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Βενετίας Γεωργοστάθη – Ντάσκα «Ἡ Παναγία τῆς Κουνουπιᾶς», 2011, σελ. 54. Ἡ Μονὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ Παναγία τῆς Κουνουπιᾶς).
.                     Τὸ συναρπαστικὸ στὴν περίπτωση εἶναι ὅτι στὸ περιθώριο τοῦ ἀντιμηνσίου ὑπάρχουν κείμενα στὰ ἑλληνικὰ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι τυπωμένα τὴν ἴδια ἐποχὴ καὶ ἐν ὄψει νὰ τὸν φέρουν στὴν Ἑλλάδα καὶ εἰδικότερα στὴν Κουνουπιά. Τὸ ἕνα γράφει σὲ μεγαλογράμματη γραφή:
.                     «Ἐπὶ τοῦ κράτους τῆς εὐσεβεστάτης Μεγάλης ἡμῶν ἰμπερατρίσης Ἐλισάβετ Πετρόβνας αὐτοκρατορίσης Ρωσίας ἐν ἔτει ἀπὸ κτίσεως κόσμου 7163 ἀπὸ Χριστουγέννων 1755 10η μηνὸς Μαΐου».
.                     Σὲ ἄλλο σημεῖο ἀναγράφονται, πάλι σὲ μεγαλογράμματο γραφή, τὰ ἀκόλουθα: (Σημ. Γιὰ τὴν εὐκολία τοῦ ἀναγνώστου γράφεται σὲ μικρογράμματη γραφὴ καὶ ἐλαφρῶς διορθωμένο ὀρθογραφικὰ καὶ ἐννοιολογικά:
.                     «Ἀντιμήνσιον, τουτέστιν Τράπεζα καθιερωθὲν Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶνἸησοῦ Χριστοῦ. Καθιερώθη τῇ χάριτι τοῦ Παναγίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος εὐλογίᾳ τῆς Ἁγιωτάτης Διοικήσεως τῆς Συνόδου, χειροποιηθὲν καὶ εὐλογηθὲν διὰ τοῦ Ὀρθοδοξάτου Θείᾳ Θελήσει Μητροπολίτου Κιέβου καὶ Γαλητσίας Τιμοθέου».
.                     Τό, πέραν ὅλων τῶν προηγούμενων, ἐντυπωσιακὸ στοιχεῖο τοῦ ἀντιμηνσίου εἶναι ὅτι ἀναγράφεται ἑλληνικὰ καὶ μεγαλογράμματα κάτι ποὺ ἔχει φθαρεῖ πολὺ ἀπὸ τὸν χρόνο καὶφαίνεται ὅτι φωτίζει τὴν ἱστορία καὶ τὸ ταξίδι τοῦ ἀντιμηνσίου ἀπὸ τὴν τρανὴ πόλη τοῦ Κιέβου καὶὑπογραφόμενο ἀπὸ τὸν Ἱεράρχη της  Τιμόθεο, ποὺ ἐξελέγη στὴ συνέχεια Πατριάρχης Μόσχας. Γράφει: «Εἰς τὸν ἱερουργοῦντα ἐπαυτῷ τὴν Θείαν Λειτουργίαν ἐν τῷ Ναῷ τῆς (Παναγίας) Μητρὸς Κοιμήσεως καὶ εἰς μέρος Νησὶ Μορέως εἰς τὴν Κυνουρίαν Λακεδαίμονος, Μέρος Κουνουπιὰ(;)». (Σήμ. Τὸ «Κουνουπιὰ» δὲν φαίνεται καθαρά).
.                     Πῶς βρέθηκε τὸ ἀντιμήνσιο στὴν πολίχνη τῆς Κυνουριακῆς Κουνουπιᾶς ἀπὸτὸ Κίεβο; Ἡ Κουνουπιὰ τὸν 18ο αἰώνα δὲν εἶχε καθόλου εὔκολη πρόσβαση ἀκόμη καὶ πρὸς τὰσχετικὰ κοντινὰ κέντρα τῆς Κυνουρίας Πραστὸ καὶ Ἅγιο Πέτρο. Τότε καὶ μὲ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς  ἦταν ἕνα σχετικὰ κατοικημένο χωριό. Στὴν ἀπογραφὴ ποὺ διενήργησαν οἱ Ἐνετοὶ τὸ 1700, ἡ Κουνουπιὰ περιλαμβανόταν στὴν Ἐπαρχία τῶν Χρυσάφων. Σὲ αὐτὴν τὸ πιὸ κατοικημένο μέρος ἦταν ὁ Πραστός, μὲ 373 οἰκογένειες καὶ 1230 κατοίκους. Ἡ Κουνουπιὰ εἶχε 91 οἰκογένειες καὶ 290 κατοίκους. Γιὰ σύγκριση τὸ κοντινό της χωριὸ Μαρὶ εἶχε 17 οἰκογένειες καὶ 51 κατοίκους. (Βασίλη Παναγιωτόπουλου «Πληθυσμὸς καὶ οἰκισμοὶ τῆς Πελοποννήσου – 13ος – 18ος αἰώνας», Ἱστορικὸ Ἀρχεῖο Ἐμπορικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα, 1985, σελ. 282-283). Τὸ ἐμπόριο τῶν προϊόντων τῆς Κουνουπιᾶς γινόταν διὰ μέσου τῆς θαλάσσης καὶ κυρίως διὰ μέσου τοῦ στὴν Λακωνία εὑρισκομένου μικροῦ λιμένος τοῦ Κυπαρισσίου.
.                     Γιὰ τὶς προμήθειές τους ἕως καὶ τὴ δεκαετία τοῦ 1960, οἱ κάτοικοι τῆς Κουνουπιᾶς προτιμοῦσαν νὰ μεταβαίνουν μὲ τὰ ζῶα μέσα ἀπὸ μονοπάτια στὸ Γεράκι τῆς Λακωνίας, ποὺ εἶναι στὶς ὑπώρειες τῆς ἄλλης, τῆς δυτικῆς, πλευρᾶς τοῦ Πάρνωνα. Ἡ βυζαντινὴ κωμόπολη τοῦ Γερακίου συνέχισε τὴν ἱστορία της, μία συνεχῆ ἱστορία αἰώνων, ἐπὶ ἐνετοκρατίας καὶτουρκοκρατίας ἔχοντας ἀρκετὸ γιὰ τὴν ἐποχὴ πληθυσμὸ καὶ σημαντικὲς ἀγροτικές, βιοτεχνικὲς  καὶ ἐμπορικὲς δραστηριότητες. Στὴν ἀπογραφὴ τοῦ 1700 τὸ Γεράκι εἶχε 1009 κατοίκους καὶ ἦταν 14ο σὲ πληθυσμὸ στὴν Πελοπόννησο. Πρῶτο σὲ πληθυσμὸ ἦταν τὸ Ναύπλιο, μὲ 6.548 κατοίκους, δεύτερη ἡ Πάτρα μὲ 3832, ἕκτη ἡ Καλαμάτα μὲ 1.362, ἔνατος ὁ Πραστὸς τῶν Τσακώνων μὲ 1.230 καὶ δωδέκατος ὁ Μυστρᾶς, μὲ 1.048 κατοίκους.
.                     Τὸ Γεράκι εἶναι ἀποδεδειγμένο ὅτι εἶχε ἐκκλησιαστικὲς σχέσεις μὲ τὴ Ρωσία. Στὸν μεταβυζαντινὸ (ἀνηγέρθη τὸ 1702) Ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Γερακίου ὑπάρχει εἰκόνα τῆς Μεγαλόχαρης, ἡ ὁποία εἶναι ἱστορημένη στὴ Μόσχα. Τὴν δώρισε στὸ ναὸ τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας του ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος Δανιήλ, ὁ ὁποῖος τὴν ἀγόρασε ἀπὸ τὸ ρωσικὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Ἐπὶ τῆς ἀργυρᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας γράφεται ἡ ἀφιέρωσή του: «Ἐγράφη ἡ εἰκὼν τοῦ ΘΥ ΜΟΥ τῆς μητρὸς M.P.C. ἐν Μοσχοβίᾳ τῇ κλητῇ, διὰ δαπάνης τῆς ἐμῆς Δανιὴλ προηγουμένου καὶ ἐλαχίστου, τοῦ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθωνος, ἐκ τῆς Μονῆς τῶν Ρούσων, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ὃν ἡ Πατρὶς Πελοπόννησος, ἡ κώμη ἡ ἐμὴ Ἱεράκι κράζεται καὶνῦν. Ὁ πατὴρ δὲ ὁ ἐμὸς Γεώργιος Ἐκοσταμπράτης. Οἱ προσκυνοῦντες δὲ Αὐτὴν εὔχεσθαι ὑπὲρἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ. Ἰνδικτιῶνος 12 1690 Μαρτίου ϛ΄» (Νίκου Π. Βατσούρη, ἄρθρο γραμμένο στὸπεριοδικὸ «Λακωνικά», τεῦχος 45, 1971, σελ. 77). Ἡ ρωσικὴ εἰκόνα στὸ Γεράκι εἶναι μία ἀκόμη ἀπόδειξη, ὅτι ὑπῆρχε ἐπαφὴ τῶν Ἑλλήνων ἱερομονάχων, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν μὲ τοὺς Ρώσους, εἴτε μὲ ἐπισκέψεις στὴ Ρωσία, γιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση, εἴτε διὰ μέσου τῆς ἁγιορείτικης μονῆς τοῦἉγίου Παντελεήμονος.
.                     Δὲν ἀποκλείεται μία τέτοια περίπτωση, ὅπως αὐτὴ τοῦ Γερακίου, νὰ εἶναι τῆς Κουνουπιᾶς. Ἱερομόναχος δηλαδὴ ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ χωριὸ νὰ εἶχε σχέση μὲ τὴν Ρωσία, νὰ ὑπηρέτησε ὡς κληρικὸς σὲ αὐτήν, νὰ  ἔφερε τὸ ἀντιμήνσιο ἀπὸ ἐκεῖ καὶ μὲ αὐτὸ νὰτελοῦσε τὴ Θεία Λειτουργία στὶς ἐκκλησιὲς τῶν πολλῶν χωριῶν τῆς περιοχῆς, τῶν ὁποίων οἱ Ἅγιες Τράπεζές τους δὲν  εἶχαν καθαγιαστεῖ. Ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ ἔφερε καὶ τὶς ἀξιόλογες ρωσικὲς εἰκόνες, ποὺ ἐπίσης φυλάσσονται στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας, στὴν Κουνουπιά.  Ποιός εἶναι ὁ ἀνώνυμος κληρικός, ὁ εὐεργέτης τῆς Κουνουπιᾶς καὶ ὄχι μόνο; Ἔκανε μεγάλο ταξίδι μὲ τὰ μεταφορικὰ μέσα τῆς ἐποχῆς καὶ ἔφερε πολύτιμα κειμήλια στὸ χωριό, ποὺ ἦταν σχεδὸν ἀπρόσιτο στὸ ἀνατολικὸὀρεινὸ ἄκρο τῆς Πελοποννήσου. Οἱ ρωσικὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουν καὶ σημαντικὸ βάρος… Κάποια στιγμὴ ἴσως νὰ  βρεθεῖ ποιὸς εἶναι….
.                     Κινήσεις καὶ ἐπαφὲς μεταξὺ τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, μὲ τὴ Ρωσία ὑπῆρχαν καὶ στοὺς προηγούμενους τοῦ 18ου αἰῶνες. Ἤδη τὸ 1653 ἔπειτα ἀπὸπαράκληση τῶν παρεπιδημούντων στὴ Μόσχα Ἑλλήνων ἡ ρωσικὴ σταυροπηγιακὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου περιῆλθε σὲ ἑλληνικὰ χέρια: οἱ μοναχοί της μεταφέρθηκαν ἀλλοῦ καὶ στὴ θέση τους ἐγκαταστάθηκε ὁ ἀρχιμανδρίτης Κλήμης ἀπὸ τὴ Μονὴ Ἰβήρων (Ἄρθρο Ὄλγας Ἀλεξανδροπούλου «Ἡ ἑλληνικὴ μονὴ Ἁγίου Νικολάου στὴ Μόσχα», Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν «Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά», Τόμος 6ος, Ἀθήνα, 2000, σελ. 111).
.                     Ὁ Ρῶσος ἱστορικὸς ἐρευνητὴς Α. Ρόγκοφ γράφει ὅτι κατὰ τοὺς 16ο καὶ 17ο αἰῶνες μαζὶ μὲ τὶς πολυάριθμες χρηματικὲς δωρεές, οἱ ὁποῖες ἔρχονταν στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴ Ρωσία «ἐμφανίζονται στὸν ἑλληνικὸ χῶρο ρωσικὲς εἰκόνες, καλλιτεχνικὰ κεντήματα καὶ διάφορα εἴδη ἀπὸ μέταλλο». Ὁ ἴδιος γράφει ὅτι τὸ 1632 ὁ Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις ἐνημερώνει τὸν τσάρο Μιχαὴλ Φιοντόροβιτς καὶ τὸν Πατριάρχη Φιλάρετο, ὅτι ὅταν ἔβαλε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὶς εἰκόνες, ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴ Μόσχα, τὸ ἔμαθε ὅλος ὁ λαὸς καὶ συνάχθηκε στὴν ἐκκλησία. (Α. Ρογκὸφ «Οἱ Ρωσοελληνικὲς πολιτιστικὲς σχέσεις ἀπὸ τὸ δεύτερο μισό τοῦ 15ου αἰώνα ἕως τὸν 17ο αἰώνα» εἰς Τόμο «Χίλια Χρόνια Ἑλληνισμοῦ Ρωσίας», ἐκδ. «Γνώση», 1994, σελ. 135).
.                     Οἱ ἐπαφὲς   ἔγιναν πυκνότερες ἀπὸ τὸν Μεγάλο Πέτρο καὶ μετά, ἕως καὶ τὸν Νικόλαο Α΄, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου ὑπογράφτηκε ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος. Κατ τν 18ο αώνα ο προσπάθειες τν λλήνων, κυρίως κληρικν, ν πείσουν τ ρωσικ κρατικγεσία ν βοηθήσει στν πελευθέρωση τς λλάδος σαν μεγάλες κα πάντοτε ο Ρσοι τος πογοήτευαν κα τος ριχναν βορ στος βάρβαρους κατακτητές τους. Γράφει ὁΠαντελὴς Κοντογιάννης: «Οἱ Ρῶσοι μόνον ὅταν ἐνόμιζον τὰς περιστάσεις εὐμενεῖς εἰς αὐτοὺς πρὸς καταπολέμησιν τῶν Τούρκων, ἐφαίνοντο εἰσακούοντες τὰς δεήσεις τῶν δεδουλωμένων χριστιανῶν καὶ ἐπεχείρουν νὰ ἐξεγείρωσιν αὐτούς, ἵνα ἔχωσι ἐπικούρους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἰδιοτελῶν σκοπῶν των» (Παντ. Μ. Κοντογιάννη «Οἱ Ἕλληνες κατὰ τὸν πρῶτον ἐπὶ Αἰκατερίνης Β΄ Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον 1768-1774», Ἐν Ἀθήναις, Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 1903, σελ. 15).
.                     Πρῶτος ὁ σοφὸς Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος (1669-1707) εἶχε πολλὲς συζητήσεις, γιὰ νὰ πείσει τοὺς Ρώσους νὰ ἀπελευθερώσουν τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς Ἁγίους Τόπους, ἀλλὰ αὐτοὶ οὐδὲν ἔπραξαν. Περισσότερο θελαν ν καταλάβουν τος γίους Τόπους σ βάρος τν λλήνων, παρ ν κδιώξουν π ατος τος θωμανούς. Πλὴν τοῦ Δοσιθέου ὁκληρικὸς Σεραφεὶμ τὸ 1704 ἀπηύθυνε στὸν Βογιάρο Γολόβιν ἔγγραφο, στὸ ὁποῖο τὸν ἐνημέρωσε γιὰ τὶς συζητήσεις ποὺ εἶχε ἐκ μέρους Ἑλλήνων ἱεραρχῶν μὲ τὴν πολιτικὴ ἡγεσία τῆς Γαλλίας, τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ἀγγλίας, πρὸς ἀποκατάσταση ἐλευθέρας τῆς Ἑλλάδος. Ὅμως, ὅπως σημειώνει, «κατενόησε ὅτι τὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη δὲν ἤθελον νὰ ὑποβοηθήσωσι τὴν ἐλευθέρωσιν τῶν χριστιανῶν τῆς βαλκανικῆς χερσονήσου, καὶ ὅτι ταύτην μόνον διὰ τῶν ἰδίων τῶν δυνάμεων ἔπρεπε νὰ κατορθώσωσιν» (Αὐτ. σελ. 17-18).
.                     Οἱ ὑποσχέσεις καὶ ὁ ἐμπαιγμὸς συνεχίστηκε καὶ τὸ 1730. Τότε ὁ στρατάρχης Μούνιχ ἔπεισε τὴν αὐτοκράτειρα τῆς Ρωσίας Ἄννα (1730-1740) ὅτι «πάντες οἱ Ἕλληνες ἐθεώρουν αὐτὴνὡς τὴν νόμιμον κυρίαρχόν των…  καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ Ρῶσοι τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτῶν καὶ τὰς ἐλπίδας καὶ νὰ βαδίσωσι κατὰ τῆς Κωνστατινουπόλεως, διότι οὐδέποτε ἴσως αἱ συμπάθειαι τῶν Ἑλλήνων θὰ ἦσαν θερμότεραι καὶ αἱ περιστάσεις εὐνοϊκώτεραι». Ἡ αὐτοκράτειρα ἐνέκρινε τὸ σχέδιο. Ἀπόστολοι ἐντεταλμένοι ἀπὸ τὸν Μούνιχ διέσπειραν ἄφθονον χρυσὸν καὶπροκηρύξεις ἐν Θετταλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ καὶ ἐκάλουν τοὺς Ἕλληνας εἰς ἐπανάστασιν κατὰ τῆς Πύλης. Πλήρεις ἐλπίδων οἱ Ἕλληνες περιέμεναν τὸ σύνθημα τῆς ἐξέγερσης. Αὐτὸ οὐδέποτε δόθηκε. Τὸ1739 ἡ Ρωσία ὑπέγραψε συνθήκη εἰρήνης μὲ τοὺς Ὀθωμανούς… Μία ἀκόμη ἀπογοήτευση γιὰ τοὺςἝλληνες. (Αὐτ. σελ. 30).
.                     Στὴν ἐποχὴ τῆς Αὐτοκράτειρας Ἐλισάβετ (1741-1762) νέοι ἀπόστολοι διέδωκαν φῆμες στὴ Μάνη, ὅπου ἐμφανίστηκε κάποιος Ρῶσος ἱερέας, ποὺ γύριζε σὲ διάφορα μέρη καὶπροπαγάνδιζε ὅτι ἐπίκειται ρωσοτουρκικὸς πόλεμος. Ἀπὸ τὴν πλευρά της ἡ Ἐλισάβετ «ἔπεμπε πάμπολλα ἀφιερώματα εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἐκκλησίας καὶ εἰς τὰς μονὰς τοῦ Ἄθωνος, διένεμε περιτραχήλια εἰς τοὺς ἱερεῖς, ἵνα κρατῇ αὐτοὺς προσηλωμένους εἰς τὴν Ρωσίαν, διετήρει μισθωτοὺς ἀποστόλους ἐν Ἀλβανίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι, οἵτινες ἐντολὴν εἶχον νὰ ὑποθάλπωσι τὴν ἀφοσίωσιν τῶν ὑποδούλων χριστιανῶν εἰς τὴν κραταιὰν αὐτοκρατορίαν τοῦ βορρᾶ, διένεμε δὲ καὶ ἄφθονα ἐλέη πανταχοῦ τῆς Ἀνατολῆς. Οὕτω δὲν ἐξεπληρώθησαν αἱ ἐλπίδες τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐπὶ τῆς Ἐλισάβετ». (Αὐτ. σελ. 31).
.                     Δύο τυπικὲς ρωσικὲς εἰκόνες ὑπάρχουν ἐπίσης στὴν Κουνουπιά, ἐκ τῶν ὁποίωνἡ μία θεωρεῖται δωρεὰ τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης καὶ ἐνισχύει τὴν ἄποψη τοῦ ΠαντελῆΚοντογιάννη ὅτι στέλλονταν εἰκόνες ἀπὸ τὴ Ρωσία γιὰ τὴ σύσφιγξη τῶν σχέσεών της μὲ τοὺςἝλληνες. Βεβαίως πάντα παραμένει τὸ ἀναπάντητο ἐρώτημα γιατί ἡ δωρεὰ στὴν Κουνουπιά, ἕνα μικρὸ χωριὸ ἀπομονωμένο, πάνω στὸν Παρνωνα καὶ ὄχι σὲ μία μεγάλη πόλη.
.                     Τὸ ἀντιμήνσιο μπορεῖ νὰ φέρει τὴν ὑπογραφή τοῦ τότε Κιέβου Τιμοθέου, μὲχρονολογία τὸ 1755, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἐκείνη τὴ χρονιὰ τοῦτο ἦρθε στὴν Κουνουπιά. ἩἘλισάβετ ἀποθνήσκει τὸ 1762 καὶ ἀναλαμβάνει τὸ θρόνο της ἡ Αἰκατερίνη Β΄, μετὰ ἀπὸ ἕνα βραχύτατο χρονικὸ διάστημα, ὅπου ἔμεινε στὸ θρόνο ὁ σύζυγός της Πέτρος. Αὐτῆς τὸν σεβασμὸκαὶ τὴν ἐκτίμηση ἀπολάμβαναν οἱ ἐξαίρετοι Κερκυραῖοι κληρικοὶ καὶ λογάδες τοῦ Γένους Εὐγένιος Βούλγαρης καὶ Νικηφόρος Θεοτόκης. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Αἰκατερίνης συνέβησαν τὰ τραγικὰ γιὰτοὺς Ἕλληνες λεγόμενα Ὀρλωφικά. Κατ’ αὐτὰ πάλι ο λληνες παρασύρθηκαν σ θανάσιμη παγίδα. Λόγῳ  τῆς ἐπιθυμίας τους νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγό, πάλι πίστεψαν τι ο Ρσοι θ τος βοηθοσαν ἀποφασιστικὰ καὶ πάλι αὐτοὶ τοὺς ἄφησαν στὸ ἔλεος τῶνἰσλαμιστῶν τούρκων καὶ ἀλβανῶν.
.                     Οἱ ἐπὶ ἐννιὰ χρόνια σφαγὲς τῶν Πελοποννησίων ἀπὸ τοὺς Ἀλβανοὺς ὡρίμασαν τοὺς Ἕλληνες, ὅπως γράφει ὁ Τάσος Γριτσόπουλος. Πύκνωσαν τὰ ἔνοπλα σώματα τῆς πελοποννησιακῆς κλεφτουριᾶς, πρὸς ἄμυνα στὶς ἀγριότητες τῶν Ἀλβανῶν καὶ αὐτὰ ἀποτέλεσαν τὴμαγιὰ γιὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Χωρὶς νὰ παύσουν νὰ προσδοκοῦν ἐνίσχυση ἀπὸ Βορρᾶ οἱἝλληνες ἀπέδειξαν στὴν πράξη ὅτι ἡ περιπέτεια 1770 – 1779 τοὺς δίδαξε νὰ στηρίζονται στὶς δυνάμεις τους, νὰ ἀναπτύσσουν ἅμιλλα εἰς κάθε ἔργο προόδου, νὰ συντηροῦν μονίμως τὸν ἀναβρασμὸ τῶν πνευμάτων καὶ νὰ ὁπλίζονται μὲ θάρρος. Καὶ ἐπιλέγει ὁ Γριτσόπουλος: «Κατὰταῦτα τὴν καταιγίδα διεδέχθη ἠρεμία, μείζων δραστηριότης, πεῖσμα καὶ χρησιμοποίησις τῆς κτηθείσης πείρας, ὥστε ἐντὸς τῆς τεσσαρακονταετίας ἡ χώρα ὁλόκληρος ἀνασυνεκροτήθη καὶ ἐξ αὐτῆς ἀφωρμήθη ὁ νέος καὶ νικηφόρος Ἀγὼν τοῦ 1821». (Τάσου Γριτσόπουλου «Τὰ Ὀρλωφικὰ – Ἡ ἐν Πελοποννήσῳ ἐπανάστασις τοῦ 1770 καὶ τὰ ἐπακόλουθα αὐτῆς», «Μνημοσύνη», Ἐτήσιον περιοδικὸν τῆς Ἑταιρείας Ἱστορικῶν Σπουδῶν ἐπὶ τοῦ Νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ, Παράρτημα ὑπ’ ἀριθμὸν 1, Ἐν Ἀθήναις, 1967, σελ. 180).
.                     Οἱ μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1770 φόνοι, ἐμπρησμοὶ καὶ λεηλασίες τῶν ἀλβανῶν σὲ βάρος τῶν Ἑλλήνων, κυρίως στὴν Πελοπόννησο, εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα πολλοὶ νὰ καταφύγουν στὰ δυσπρόσιτα ὀρεινὰ χωριὰ τῆς Κυνουρίας, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἦταν ἡ Κουνουπιά. Τοὺς περισσότερους συγκέντρωσε ὁ Πραστός. Οἱ κάτοικοι διέξοδο εἶχαν τὴν θάλασσα καὶ πολλοὶ πῆγαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐκεῖ πλούτισαν, δάνεισαν κεφάλαια στοὺς ναυτικούς τῆς Ὕδρας καὶ τῶν Σπετσῶν καὶ διενήργουν καὶ ἐμπόριο ἀκτοπλοΐας μὲ λιμάνια τὸ Ἄστρος, τὸΛεωνίδιο καὶ γιὰ τὴν Κουνουπιὰ καὶ τὰ γύρω χωριά, Μαρί, Χούνη, Κρεμαστή, τὸ Κυπαρίσσι.
.                     Σήμερα ἡ Κουνουπιὰ εἶναι ἕνας μικρὸς ὀρεινὸς οἰκισμὸς τοῦ Δήμου Νότιας Κυνουρίας, ποὺ ἔχει ἕδρα τὸ Λεωνίδιο. Κατὰ τὴν ἀπογραφὴ τοῦ 2011 ἔχει 51 κατοίκους, οἱ ὁποῖοι τὸν χειμώνα γίνονται λιγότεροι. Συνδέεται μὲ ἄσφαλτο μὲ τὸ Λεωνίδιο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀπέχει 31 χλμ. Συνδέεται ἐπίσης μὲ ἄσφαλτο μὲ τὴ Λακωνία. Τὸ εὐχάριστο γεγονὸς γιὰ τὴν Κουνουπιὰ εἶναιὅτι οἱ λίγοι κάτοικοί της εἶναι πολὺ πιστοὶ σὲ αὐτήν. Αὐτοὶ διατηροῦν τὸ Ναὸ τῆς Παναγίας σὲ ἀρίστη κατάσταση καὶ αὐτοὶ διαφύλαξαν τὰ πολύτιμα κειμήλια, ὅπως εἶναι τὸ ἀντιμήνσιο καὶ οἱρωσικὲς εἰκόνες. Αὐτοὶ ἐπιμελοῦνται κάθε 15Αύγουστο τὸ πανηγύρι, τὸ ὁποῖο συγκεντρώνει πλῆθος πιστῶν ἀπὸ τὴν Ἀρκαδία καὶ τὴ Λακωνία. Οἱ ἴδιοι ἐπιμελοῦνται τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν συντήρηση τῶν πολύτιμων εἰκόνων τοῦ τέμπλου, τὶς ὁποῖες ἔχει ἱστορήσει ὁ Φώτης Κόντογλου, ἀπὸ τὶς λίγες ποὺ ἔχει ἁγιογραφήσει ἐκτὸς τῆς Ἀττικῆς. Οἱ κάτοικοι τῆς Κουνουπιᾶς περιμένουν τοὺς εἰδικοὺς ἀπὸ τὴ Ρωσία καὶ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀνακαλύψουν περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὸ ταξίδι τοῦ ἀντιμήνσιου ἀπὸ τὸ Κίεβο στὴν Κουνουπιὰ καὶ γιὰ τὴν προέλευση τῶν ρωσικῶν εἰκόνων. Ὅλα φυλάσσονται στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας, ὡς πολύτιμα κειμήλια. Καὶ μόνο ἡ περιπέτεια τῆς ἀναζήτησης καὶ τῆς ἔρευνας ἀξίζει τὸν κόπο.-    

 

 

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: