OΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΝΤΕΚΑΙΔΕΚΑ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ πολιοῦχοι τοῦ Κιλκίς (Δ. Νατσιός)

Οἱ πολιοῦχοι τοῦ Κιλκὶς
ἅγιοι Πεντεκαίδεκα Ἱερομάρτυρες
καὶ ἡ Στρώμνιτσα (28 Νοεμβρίου)

Δημήτριος Νατσιὸς
δάσκαλος – θεολόγος
Κιλκὶς

Οἱ ἅγιοι Πεντεκαίδεκα ἱερομάρτυρες, ποὺ τιμῶνται ἰδιαιτέρως καὶ εἶναι πολιοῦχοι τῆς πόλεως τοῦ Κιλκίς, ἀνήκουν στὴν εὐρύτερη χορεία τῶν ἁγίων της Ἐκκλησίας μας καὶ εἰδικότερα τῶν μαρτύρων.

. – – – – – – – – . Μάρτυρες ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει τοὺς ἀγωνισαμένους μέχρι ψυχῆς καὶ αἵματος καὶ μαρτυρήσαντας τῇ δόξῃ τοῦ Χριστοῦ. (ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων). Μάρτυρας εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑπομένει θεληματικὰ τὸν σωματικὸ θάνατο, προκειμένου νὰ παραμείνει πιστὸς στὴν ὁμολογία τῆς πίστεώς του στὸν Χριστό. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἀποκαλεῖ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Μαρτύρων, τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου τους, γενέθλια ἡμέρα, διότι αὐτὴν τὴν ἡμέρα εἰσῆλθαν στεφανηφόροι στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ πιστοὶ πανηγυρίζουν καὶ ἑορτάζουν μὲ χαρὰ τὴν ἡμέρα μνήμης τῆς ἀθλήσεως τῶν μαρτύρων.
«Ὁ θάνατος τῶν μαρτύρων εἶναι παρηγοριὰ τῶν πιστῶν, παρρησία τῶν Ἐκκλησιῶν, σύσταση τοῦ χριστιανισμοῦ, κατάλυση τοῦ θανάτου, ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως, γελοιοποίηση τῶν δαιμόνων, κατηγορία τοῦ διαβόλου, διδασκαλία τῆς ἐνάρετης ζωῆς, παρακίνηση γιὰ περιφρόνηση τῶν παρόντων πραγμάτων καὶ ὁδὸς γιὰ ἐπιθυμία τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, παρηγορία γιὰ τὶς θλίψεις ποὺ μᾶς ἔχουν βρεῖ καὶ αἰτία γιὰ ὑπομονή, καθὼς καὶ ρίζα καὶ πηγὴ καὶ μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
. – – – – – – – – . Οἱ προστάτες καὶ πολιοῦχοι τῆς πόλεως τοῦ Κιλκὶς Πεντεκαίδεκα Ἱερομάρτυρες ἔζησαν τὸν 4ο μ.Χ. αἰώνα, ὅταν αὐτοκράτορας στὴν Κωνσταντινούπολη ἦταν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης (361-363 μ.Χ.). Ἄγνωστη παραμένει ἡ καταγωγή τους, ἐνῶ τὸ Συναξάρι καὶ τὸ μαρτύριό τους (Πέτρου Βλαχάκου, Θεοφύλακτος Ἀχρίδος- Οἱ Δεκαπέντε Μάρτυρες τῆς Τιβεριούπολης, ἐκδόσεις “Ζῆτρος”) συνέγραψε ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος καὶ πάσης Βουλγαρίας (11ος – 12ος μ. Χ. αἰ.).
. – – – – – – – – . Στὴ σύντομη βασιλεία του ὁ Ἰουλιανὸς προσπάθησε νὰ ἀνασυγκροτήσει τὴν αὐτοκρατορία μὲ βάση τὶς φιλοσοφικὲς καὶ εἰδωλολατρικὲς πεποιθήσεις του. Πρωταρχικὸ μέλημα τοῦ Ἰουλιανοῦ ἦταν ἡ ἀποκατάσταση καὶ ἐπαναφορὰ τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας. Ἄνοιξε ξανὰ τοὺς ναοὺς τῶν εἰδώλων, ἐπέστρεψε τὶς περιουσίες τους καὶ ἄρχισε προσφορὰ δημοσίων θυσιῶν.
Ταυτόχρονα ἔλαβε μέτρα κατὰ τῶν Χριστιανῶν, «τῶν Γαλιλαίων» ὅπως περιφρονητικὰ τοὺς ἀποκαλοῦσε. Τοὺς ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὰ δημόσια ἀξιώματα, τοὺς ἀπαγόρευσε νὰ φοιτοῦν στὶς διάφορες σχολές, ἀντικατέστησε τὰ χριστιανικὰ σύμβολα μὲ εἰδωλολατρικά. Ἡ ἀρχική του ἀποτυχία τὸν ἐξαγρίωσε ἀφάνταστα ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἰουλιανὸς πρόσταξε τοὺς διοικητὲς τῶν πόλεων, νὰ συλλαμβάνουν τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἂν δὲν ἀρνοῦνταν τὸν Χριστό, νὰ τοὺς βασανίζουν μέχρι θανάτου.
Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴ διαταγή, ὁ τότε ἄρχοντας τῆς Νίκαιας διέταξε τοὺς χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς του νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, διαφορετικά τοὺς περίμεναν ἀνεκδιήγητα βασανιστήρια καὶ ὁ θάνατος. Οἱ χριστιανοί, ὅταν τὰ ἄκουσαν αὐτά, φώναξαν ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ: «Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὸν Χριστό, τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ νὰ θυσιάσουμε στὰ κουφὰ καὶ ἄφωνα εἴδωλα».
Αὐτὸ τὸν γέμισε μὲ πολὺ θυμὸ καὶ ἀκατάσχετη μανία, καὶ ἄλλους ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὑπέβαλε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ θανατώσεις, ἐνῶ πολλοὶ ξέφυγαν στὰ ὄρη καὶ τὶς ἐρημιές, κάποιοι διασκορπίσθηκαν σὲ ἄλλους τόπους.
Ἀνάμεσα στοὺς τελευταίους ἦταν οἱ Τιμόθεος, Κομάσιος, Εὐσέβιος καὶ Θεόδωρος οἱ ὁποῖοι κατέφυγαν κατ’ ἀρχὰς στὴν Θεσσαλονίκη. Δὲν ἔμειναν ὅμως πολὺ καιρὸ καὶ στὴν πόλη αὐτή, λόγῳ τῶν διωγμῶν, καὶ κατέφυγαν βόρεια, στὴν πόλη Στρώμνιτσα, ποὺ τότε ὀνομαζόταν Τιβεριούπολη.
. – – – – – – – – . Ἡ Στρώμνιτσα βρίσκεται στὶς ὑπώρειες τῆς βορειοδυτικῆς προεκτάσεως τῆς Κερκίνης, στὴ Βόρεια Μακεδονία, πλησίον εὔφορης πεδιάδας καὶ ἀπέχει ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη 104 χιλιόμετρα. Στὴν ἀρχαιότητα, στὴν ἴδια θέση βρισκόταν ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ πόλη τῶν Παιόνων, ποὺ ὀνομαζόταν Ἀστραῖον ἢ Αἰστραῖον ἢ καὶ Ἀστέριον. Κατὰ τὸν 3ο π.Χ. αἰώνα μετονομάσθηκε σὲ Καλλίπολη. Κατὰ τὴν βυζαντινὴ περίοδο ἡ πόλη ὀνομάζεται Τιβεριούπολη. Ἔτσι ὀνομάζεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεοφύλακτο, Ἀρχιεπίσκοπο Ἀχρίδος καὶ πάσης Βουλγαρίας (τέλη τοῦ 11ου αἰώνα), σὲ χρυσόβουλα τῶν Κομνηνῶν καὶ ἀπὸ βυζαντινοὺς συγγραφεῖς κυρίως ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Γρηγορᾶ.
. – – – – – – – – . Ὑπὸ ποιὲς συνθῆκες πῆρε τὴν ὀνομασία αὐτὴ δὲν ὑπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία. Ὁ καθηγητὴς Ἀθανάσιος Ἀγγελόπουλος στὸ βιβλίο του «Βόρειος Μακεδονία – Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Στρωμνίτσης», γράφει ὅτι ἡ ὀνομασία ἔγινε μᾶλλον ἐπὶ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου ὀνόματι Τιβερίου. Αὐτοκράτορες μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα ὑπῆρξαν δύο. Ὁ πρῶτος βασίλευσε λίγο μετὰ τὸν Ἰουστινιανὸ (578-582) καὶ ὁ δεύτερος ἀργότερα (689-705). Τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ δόθηκε ἐπὶ τοῦ πρώτου Τιβερίου. Δὲν ἀποκλείει ὁ καθηγητὴς τὸ ἐνδεχόμενο νὰ μετονομάστηκε σὲ Τιβεριούπολη, λόγῳ τῆς παραμονῆς ἐκεῖ τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα Τιβερίου (14-37 μ.Χ.). Στὰ χρόνια τῆς Σερβοβουλγαρικῆς κατοχῆς τῆς πόλης, ἡ Τιβεριούπολη ἔλαβε τὴν ὀνομασία «Στρώμνιτσα». Ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα ἕως τὸν 13ο αἰώνα ἡ πόλη καθίσταται ἀντικείμενο ἔριδος μεταξὺ Βυζαντινῶν καὶ Βουλγάρων, ὡς παραμεθόριο κάστρο, καὶ τότε ὀνομάστηκε προφανῶς Στρώμνιτσα.
. – – – – – – – – . Ἡ ὀνομασία αὐτὴ προῆλθε ἀπὸ τὸν ποταμὸ Στρυμώνα ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους «Στρούμα». Τὴν περιοχὴ τῆς Στρώμνιτσας διαρρέει ὁμώνυμος παραπόταμος τοῦ Στρυμώνα, τὸν ὁποῖο οἱ Βούλγαροι ὀνομάζουν «Στρούμιτζα» ἢ «Στρώμνιτσα». Ἔτσι διατηρήθηκε ἡ ὀνομασία Στρώμνιτσα καὶ ἡ πόλη κατοικεῖται ἀπὸ ἀνθηρὸ Ἑλληνισμὸ ὅλη τὴν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Γένους στοὺς Ὀθωμανοὺς ὢς τὸ 1913.
. – – – – – – – – . Στὴν Τιβεριούπολη, λοιπόν, τὴν κατόπιν Στρώμνιτσα κατέφυγαν οἱ τέσσερις πρῶτοι Ἱερομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴν ἁγία ζωή τους καὶ τὴν φλογερὴ διδασκαλία τους «ἔσπειραν τὸν σπόρο τοῦ θείου λόγου στὰ χωράφια τῶν ψυχῶν καὶ δημιούργησαν μὲ ἐπιμέλεια γιὰ τὸν Χριστὸ ἕνα εὔφορο καὶ καλλιεργημένο χωράφι, γεμάτο στάχυα» (ἅγιος Θεοφύλακτος).
. – – – – – – – – . Ὁ ἅγιος βίος καὶ ἡ χαριτόβρυτος πολιτεία τους εἵλκυσε καὶ ἄλλους ἕντεκα ἱερεῖς καὶ μοναχοὺς τῆς Τιβεριούπολης, ἀπαρτίζοντας «τὴν Τρίτη πεντάδα» τῶν πιστῶν δούλων καὶ ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος Χριστοῦ. Τὰ ὀνόματα τῶν ἁγίων εἶναι: Τιμόθεος, καὶ Θεόδωρος ἐπίσκοποι. (Ὁ Θεόδωρος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς 318 θεοφόρους πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνῶ ὁ Τιμόθεος κατέστη ἐπίσκοπος Τιβεριουπόλεως). Πέτρος, Ἰωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος, Νικηφόρος οἱ ἱερεῖς, Βασίλειος καὶ Θωμᾶς διάκονοι, Ἱερόθεος, Δανιήλ, Χαρίτων, Σωκράτης, Κομάσιος καὶ Εὐσέβιος οἱ μοναχοί.
. – – – – – – – – . Ὅλοι μαζὶ οἱ ἅγιοι ζοῦσαν ἀγγελικὴ ζωή, φώτιζαν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἤλεγχαν τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων στὴν Τιβεριούπολη καὶ τὴν εὐρύτερη περιοχή, ἐνῶ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν μισθαποδότη Κύριο καὶ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, καὶ μάλιστα τῶν ἰάσεων.
. – – – – – – – – . Ἡ ἱεραποστολικὴ καὶ χριστιανικὴ δράση τῶν Δεκαπέντε ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου διαδόθηκε «ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων» καὶ ἔφτασε ὣς τὴν Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ ἦταν διοικητὲς ὁ Οὐάλλης καὶ ὁ Φίλιππος, φανατικοὶ εἰδωλολάτρες, τυφλὰ ὄργανα τοῦ δυσσεβοῦς Ἰουλιανοῦ. Ἀκούγοντας οἱ δύο τὴν δράση τῶν ἁγίων, ἔσπευσαν στὴν Τιβεριούπολη, τοὺς συνέλαβαν καὶ τοὺς προσήγαγαν σὲ δημόσια δίκη. Ἐκεῖ τοὺς ἐπιτίμησαν καὶ τοὺς κατηγόρησαν ὅτι περιφρονοῦν τὰ διατάγματα τοῦ βασιλέως καὶ πιστεύουν ὡς Θεὸ αὐτὸν ποὺ σταυρώθηκε μὲ ληστές. Οἱ ἅγιοι, χωρὶς δισταγμὸ καὶ μὲ θάρρος στὸν ἀληθινὸ Θεό, ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους, διαλαλώντας τὸ ἀποστολικὸ «οὐδεὶς ἡμᾶς χωρίσει τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ», ἀποδεικνύοντας ταυτόχρονα τὸ ἄλογον τῆς εἰδωλολατρίας. Μάλιστα, ἡ πειστικότητα τῶν ἐπιχειρημάτων τους ἦταν τέτοια, ὥστε οἱ δύο τύραννοι τοὺς διέκοψαν τὸν εἱρμὸ τοῦ λόγου τους λέγοντάς τους «ὁμολογεῖτε τοὺς ἀθανάτους θεοὺς ἢ ὄχι;». «Ποτέ», εἶπαν οἱ μάρτυρες, «δὲν θὰ θυσιάσουμε στοὺς δαίμονες καὶ τὰ εἴδωλά τους, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ Θεὸς μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν δαιμόνων». Ἡ γενναία ἀπάντησή τους ἐξόργισε τοὺς δύο διοικητὲς ποὺ ἀποφάσισαν τὴν μὲ ξίφος θανάτωση τῶν ἁγίων.
Ξεκίνησαν λοιπὸν μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, γιὰ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου τους, ὅπου καὶ ἔλαβαν τὰ ἀμάραντα στέφανα τῆς ἀθλήσεώς τους.
. – – – – – – – – . Ἕνας ἀπὸ τοὺς Πεντεκαίδεκα ἁγίους, ὁ ἱερεὺς Πέτρος, «θείῳ ζήλῳ πυρωθεὶς τὴν καρδίαν» φώναξε λίγο πρὸ τοῦ μαρτυρίου: «Παραβάτες τῶν ἔργων καὶ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, γιατί χύνετε χωρὶς αἰτία τὸ αἷμα τῶν δικαίων, γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἀποδείχτηκε τίποτε ποὺ ν’ ἀξίζει τὸν θάνατο, ἀλλὰ μᾶλλον ὅλες οἱ πράξεις τους ἀξίζουν τιμὲς καὶ στεφάνια;». Αὐτὰ τὰ λόγια μόλις τὰ ἄκουσαν οἱ μιαροὶ ἐκεῖνοι ἄρχοντες, πρόσταξαν νὰ ξαπλώσουν καταγῆς τὸν μάρτυρα καὶ νὰ τὸν χτυπήσουν μὲ ραβδιά, ἔπειτα νὰ τοῦ κόψουν τὰ χέρια καὶ τελικὰ νὰ τὸν θανατώσουν μὲ ξίφος. Τὰ χέρια τοῦ ἁγίου τὰ πέταξαν στὰ σκυλιά. Ἕνα ἀπὸ αὐτά, τὸ δεξὶ χέρι ἔπεσε στὰ πόδια μίας ἐκ γενετῆς τυφλῆς, ἡ ὁποία μόλις τὸ ἀντιλήφθηκε τὸ πῆρε στὸ σπίτι της καὶ τὸ φρόντισε. Καὶ ἀπὸ τὴ χαρά της γιὰ τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ ποὺ κατεῖχε, καταφιλοῦσε τὸ χέρι τοῦ μάρτυρα, τὸ ἀγκάλιαζε, τὸ τοποθετοῦσε στὰ μάτια της. Καὶ τότε ἔγινε τὸ μεγάλο θαῦμα τοῦ Κυρίου – ἀνοίξανε τὰ μάτια της καὶ βρῆκε τὸ φῶς της. Τὸ ἅγιο αὐτὸ λείψανο, ἡ εὐσεβὴς γυναίκα τὸ ἐναπέθεσε ἀργότερα στὴ Θεσσαλονίκη, στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς καλλινίκου μάρτυρος Ἀναστασίας, τὸ ὁποῖο ὅμως ἀργότερα ἐπέστρεψε στὴν Στρώμνιτσα.
. – – – – – – – – . Μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν χριστιανομάχων διοικητῶν στὴ Θεσσαλονίκη, οἱ πιστοὶ τῆς Τιβεριούπολης πῆραν τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων, τὰ τοποθέτησαν σὲ λάρνακες, στὶς ὁποῖες ἔγραψαν τὸ ὄνομα, τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἀξίωμά τους. Ἦταν 28 Νοεμβρίου τοῦ 362 μ. Χ. Ἀργότερα ἀνήγειραν καὶ μεγαλοπρεπῆ ναό, ὅπου τοποθετήθηκαν οἱ Δεκαπέντε λάρνακες ποὺ ἀποτέλεσαν πηγὴ θαυμάτων καὶ ἰάσεων, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα διασώζει ὁ βιογράφος τους ἅγιος Θεοφύλακτος, ὥστε ὅπως γράφει, «νὰ γίνει ἡ Τιβεριούπολη ἕνας λαμπρὸς πυρσός, ποὺ ἅπλωνε τὸ φῶς τῆς πίστης σὲ ἄλλες πόλεις καὶ ἀνακαλοῦσε ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ πλάνη ὅσους βρίσκονταν στὸ πέλαγος τῆς ἀπιστίας». Δυστυχῶς, ἐξ αἰτίας βαρβαρικῶν ἁλώσεων καὶ καταστροφῶν τὰ λείψανα τῶν ἁγίων χάθηκαν καὶ μόνο τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ἱερομάρτυρα Πέτρου διασώθηκε, τὸ ὁποῖο ἐπεστράφη στὴν Στρώμνιτσα καὶ τὸ κρατοῦσαν οἱ εὐσεβεῖς Ἕλληνες τῆς Στρώμνιτσας ὡς θησαυρὸ πολυτίμητο, στοὺς δίσεκτους χρόνους τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς.
. – – – – – – – – . Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Δευτέρου Βαλκανικοῦ Πολέμου, ὁ ἔνδοξος ἑλληνικὸς στρατός, ἀπελευθερώνει καὶ τὴν Στρώμνιτσα ἀπὸ τὸν βουλγαρικὸ ζυγό. Στὶς 26 Ἰουνίου τοῦ 1913 εἰσέρχεται στὴν πόλη μία ἴλη τοῦ ἑλληνικοῦ ἱππικοῦ καὶ τὴν ἀπελευθερώνει. Χαρᾶς εὐαγγέλια. Ἡ πόλη πλημμυρισμένη ἀπὸ τὴν κυανόλευκη ὑποδέχεται τοὺς ἀπελευθερωτὲς μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Δυστυχῶς ὅμως μὲ τὴ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου στὶς 26 Ἰουλίου τοῦ 1913 ἡ πόλη ἐπιδικαζόταν στοὺς Βουλγάρους. Τὸ τρομακτικὸ νέο γνωστοποιεῖται τηλεγραφικῶς στὸν τότε Μητροπολίτη Στρώμνιτσας Ἀρσένιο καὶ ἐκεῖνος περίλυπος καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια, τὸ ἀνακοινώνει στὸ ποίμνιό του. Τὰ ἄδικα καὶ θλιβερὰ νέα διαδόθηκαν ἀστραπιαία. Ἡ κατάφωρα ἄδικη ἀπόφαση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὑποχρέωνε τοὺς Στρωμνιτσιῶτες νὰ ζήσουν κάτω ἀπὸ τὸ μένος τῶν Βουλγάρων. Ἀποφάσισαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ἀγαπημένη τους πατρίδα καὶ νὰ καταφύγουν στὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ πρῶτα κάψουν τὰ σπίτια καὶ τὰ ἀκίνητα ὑπάρχοντά τους, γιὰ νὰ μὴν βροῦν τίποτε οἱ Βούλγαροι.
. – – – – – – – – . Ἔτσι, ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς πανάρχαιας ἑλληνικῆς πόλεως Αἰστραῖον ἢ Τιβεριουπόλεως ἢ Στρώμνιτσας ἐγκατέλειπε κατώδυνος τὴν προγονική του γῆ. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν προσφύγων Στρωμνιτσιωτῶν ἐγκαταστάθηκαν στὴν ἐρειπωμένη ἀπὸ τὸν πόλεμο πόλη τοῦ Κιλκὶς (περίπου 3.500) τὴν ὁποία μὲ πολὺ ζῆλο καὶ ἀγάπη ἄρχισαν γρήγορα νὰ τὴν ἀνοικοδομοῦν. Ἄλλοι ἐγκαταστάθηκαν στὴν Θεσσαλονίκη.
. – – – – – – – – . Οἱ Στρωμνιτσιῶτες ἔφεραν μαζί τους στὸ Κιλκὶς ὡς ἱερὰ κειμήλια μία παλαιὰ εἰκόνα τῶν Πεντεκαίδεκα ἱερομαρτύρων, τὴν ὁποία ἐναπέθεσαν σ’ ἕναν παλαιὸ ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος κοντὰ στὸ Κοιμητήριο, τὸν ὁποῖο μετονόμασαν σὲ ναὸ τῶν Πεντεκαίδεκα Ἱερομαρτύρων καὶ μία παλιὰ Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τὴν ὁποία ἐναπέθεσαν ἐπίσης σὲ ἕναν παλαιὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ποὺ μετονόμασαν καὶ αὐτὸν σὲ ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου λόγῳ τοῦ ὅτι καὶ στὴν Στρώμνιτσα ὑπῆρχε ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ὁ ὁποῖος μάλιστα, ἦταν ὁ μητροπολιτικὸς ναὸς τῆς πόλεως.
. – – – – – – – – . Ὁ μεγαλύτερος θησαυρὸς ὅμως ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴν πατρίδα εἶναι τὸ ἱερὸ λείψανο, τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ἱερομάρτυρα Πέτρου τοῦ Πρεσβυτέρου, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς Πεντεκαίδεκα, τὸ ὁποῖο ἐναπέθεσαν καὶ αὐτὸ στὸν μετονομασθέντα ναό. Οἱ Στρωμνιτσιῶτες ἐγκαταστάθηκαν στὸ Κιλκὶς γύρω ἀπὸ τοὺς δύο προαναφερθέντες ναούς. Τὸ 1967 μὲ ἐνέργειες τοῦ τότε Μητροπολίτη Πολυανῆς καὶ Κιλκισίου Χαρίτωνα Συμεωνίδη τοῦ Ποντίου, πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας καὶ πρὸς τὸ ἁρμόδιο Ὑπουργεῖο, καθιερώθηκε μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα τῆς 19ης Ἰουλίου 1967 νὰ ἑορτάζονται ἐπίσημα ὡς πολιοῦχοι τῆς πόλεως Κιλκὶς καὶ ἡ ἡμέρα τῆς γιορτῆς τους (28 Νοεμβρίου) ὡς ἀργία γιὰ τὸν τόπο.
. – – – – – – – – . Στὰ ἑπόμενα χρόνια ὅμως ὁ παλαιὸς ναὸς ἔπαθε σημαντικὲς ζημιὲς ἀπὸ σεισμοὺς καὶ γκρεμίσθηκε. Στὶς 12 Ἰουνίου 1977 θεμελιώθηκε ὁ σημερινὸς περικαλλὴς ναὸς τῶν ἁγίων, ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἀμβρόσιο Στάμενα, τὸν μετέπειτα Παροναξίας, ἱερατεύοντος τοῦ π. Σταματίου Χατζοπούλου. Τὰ θυρανοίξια τοῦ νέου ναοῦ ἔγιναν στὶς 27 Νοεμβρίου 1989, ἐνῶ τὰ Ἐγκαίνια στὶς 21 Ὀκτωβρίου 1990 ἱερατεύοντος τοῦ π. Σταύρου Χριστοφορίδη.
. – – – – – – – – . Στὸ νέο πλέον ναό, βρίσκεται θησαυρισμένο καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ ἡ παλαιὰ εἰκόνα. Ὁ εὐσεβὴς λαὸς τοῦ Κιλκίς, κάθε χρόνο στὶς 28 Νοεμβρίου, τιμᾶ καὶ γεραίρει τὴν μνήμη τῶν πολιούχων καὶ προστατῶν του Πεντεκαίδεκα Ἱερομαρτύρων.
Δημήτριος Νατσιὸς
δάσκαλος – θεολόγος
Κιλκὶς

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: