ΛΟΥΚΑΣ ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ Ἀπόστολος

Λουκᾶς ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ Ἀπόστολος (18.10)
Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

Ο ΕΥ. ΛΟΥΚΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, συγγραφέας τοῦ ὁμωνύμου Εὐαγγελίου καὶ τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, καταγόταν πιθανότατα ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Γιὰ τὸν τόπο καταγωγῆς του συμφωνοῦν οἱ περισσότεροι Πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς (Εὐσέβιος, Ἱερώνυμος, κ.ἄ). Σὲ χωρία τῶν Πράξεων (ιϛ΄10-17, κ΄5-κα´ 8, κζ΄1-2), ὁ Λουκᾶς χρησιμοποιεῖ πρῶτο πληθυντικὸ πρόσωπο, κι αὐτὸ διότι ὁ Εὐαγγελιστὴς παρέλαβε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ἀπὸ τὴν Τρωάδα καὶ τὸν συνόδευσε κατὰ τὴ δεύτερη ἀποστολική του περιοδεία. Ἀκόμη ἦταν παρὼν στὸν Εὐαγγελισμὸ τῶν γυναικῶν τῆς πόλης τῶν Φιλίππων. Ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα τῶν Πράξεων καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ὁμίλησε καὶ ὁ ἴδιος στὴ συνάντηση, λαμβάνοντας ἐνεργὸ ρόλο στὴν πρώτη ἐκείνη κατήχηση ποὺ ἔγινε ποτὲ στὴν εὐρωπαϊκὴ ἤπειρο. Ὁ Εὐαγγελιστὴς φαίνεται παρὼν καὶ στὸ ἐπεισόδιο μὲ τὴν παιδίσκη ποὺ εἶχε “πνεῦμα πύθωνος”, ἡ ὁποία καὶ τελικὰ ἀκολούθησε τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα, μὲ τελικὴ κατάληξη τὴ φυλάκιση αὐτῶν. Καὶ στὴν τρίτη ἀποστολικὴ πορεία ὁ Λουκᾶς συνόδεψε τὸν Ἀπ. Παῦλο ἀπὸ τοὺς Φιλίππους στὴν Τρωάδα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μέσῳ Λέσβου στὴ Μίλητο, ἀπὸ ὅπου μέσῳ Κῶ, Ρόδου, κ.ἄ, ὁδηγήθηκαν τελικὰ στὰ Ἱεροσόλυμα. Τέλος ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀκολούθησε τὸν Παῦλο καὶ στὴ Ρώμη, μέσω Κρήτης καὶ Μελίτης (Μάλτας). Ὁ Εὐαγγελιστὴς παρέμεινε πιστὸς καὶ ἀφοσιωμένος στὸν Ἀπ. Παῦλο μέχρι καὶ τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ δευτέρου. Ἄλλωστε τὸ ὄνομά του μνημονεύει μὲ ἀσπασμοὺς ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων, Παῦλος, σὲ Ἐπιστολὲς τῆς αἰχμαλωσίας (Κολασ. δ΄14 καὶ Φιλήμ. 24). Μάλιστα στὴ δεύτερη Πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολὴ ἀναφέρεται ὡς ὁ μόνος ἐναπομείνας κοντὰ στὸν Ἀπόστολο Παῦλο, πράγμα ποὺ μαρτυρεῖ τὸ στενὸ σύνδεσμο τοῦ Εὐαγγελιστῆ καὶ τοῦ Ἀποστόλου. Ἀκόμη, ὁ “Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητός” (Κολασ. δ΄14) θὰ ἦταν ὁπωσδήποτε χρήσιμος συνοδὸς γιὰ τὸν ἡλικιωμένο πιὰ Παῦλο ποὺ βασανιζόταν καὶ ἀπὸ κάποια ἀσθένεια, [“σκόλωψ τῇ σαρκὶ” (Β΄ Κόρ. ιβ΄7)].
ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ: Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀποστόλου, ὁ Λουκᾶς, σύμφωνα μὲ ἀρχαίους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, κήρυξε τὴ νέα πίστη στὴ Δαλματία, τὴ Γαλλία, τὴ Μακεδονία καὶ τὴν Ἀχαΐα (Ἐπιφάνιος, Κατὰ Αἱρέσεων, PG 41, 907 καὶ Γρηγόριος Θεολόγος, PG 36, 228). Ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς (PG 115, 1136) μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς μετέβη ἔπειτα καὶ στὴν Ἀνατολή, ἀφοῦ διέσχισε τὴ Λιβύη καὶ ὅταν ἔφτασε στὴν Αἴγυπτο, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος στὴ Θηβαΐδα, ὅπου καὶ κοιμήθηκε εἰρηνικά. Ἀντιθέτως, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ γιὰ μαρτύριο τοῦ Εὐαγγελιστῆ.
Ο ΛΟΥΚΑΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Ἀρχαιοτάτη παράδοση θέλει τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ζωγράφο, ποὺ φιλοτέχνησε μάλιστα τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος. Σχετικὴ εἶναι καὶ ἡ ὑμνολογία τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα πρὸς τὴ Θεοτόκο ποὺ ψάλλει: “Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ ἱερωτάτου, τὴν Ὁδηγήτριαν”. Σύμφωνα μὲ πληροφορίες τοῦ Μαξίμου Μαργουνίου, ὁ Κωνστάντιος, γιὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου μετέφερε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ στὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὸ ἔθεσε μαζὶ μὲ τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἀποστόλων Ἀνδρέα καὶ Τιμοθέου κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο συγγραφέα, ὁ Εὐαγγελιστὴς ζωγράφισε τρεῖς εἰκόνες τῆς Θεοτόκου ποὺ ἔφερε στὴν ἀγκαλιά της τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
ΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Κατὰ τὸν Ὠριγένη, ὁ Λουκᾶς ἔγραψε τὸ Εὐαγγέλιό του γιὰ τοὺς “ἐξ ἐθνῶν” πιστούς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς “ἐξ Ἰουδαίων πιστούς”. Ἄλλωστε ὁ ἀρχικὸς ἀποδέκτης τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ “κράτιστος Θεοφιλος” ἦταν ἐθνικός, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Εὐαγγελιστὴς τὸν στηρίζει στὴν κατήχησή του καὶ ἐκφράζεται τιμητικὰ γιὰ τοὺς ἐθνικούς, προβάλλοντας τὸν οἰκουμενικὸ χαρακτήρα τῆς νέας πίστης. Μάλιστα τὸ κήρυγμα τοῦ Βαπτιστοῦ στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο παρουσιάζεται ὡς ἰδιαίτερα ἐλεγκτικὸ πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτες ποὺ χαρακτηρίζονται “γεννήματα ἐχιδνῶν”. Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὸ “διεθνιστικὸ” πνεῦμα τοῦ Λουκᾶ εἶχε γενικὸ ἀντιιουδαϊκὸ χαρακτήρα. Ἄλλωστε μόνον ὁ Λουκᾶς διασώζει τὴ σκηνὴ ποὺ ὁ Κύριος ἀντικρίζοντας τὴν Ἱερουσαλήμ, πνευματικὴ καὶ ἐθνικὴ μητρόπολη τοῦ Ἰσραήλ, κλαίει. (ἲθ΄41). Θὰ λέγαμε ὅτι ἡ σκέψη τοῦ Εὐαγγελιστῆ εἶναι ὅτι ὁ Κύριος καλεῖ “Πάντα τὰ ἔθνη καὶ τὸν Ἰσραὴλ ἑπομένως” (Θ.Η.Ε., Λουκᾶς 372). Τὸ “πνεῦμα” αὐτὸ τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ ἀντικατοπτρίζεται ἄριστα στὴ σύσταση ποὺ ἀπηύθυνε ὁ ἀναστὰς Κύριος στοὺς μαθητές Του, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἔπρεπε: “κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ” (κδ΄47).

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: