ΚΛΕΙΔΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΘYΡΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡIΑΣ (Δ. Νατσιός) «Σ᾽τοῦ Λαχανᾶ καὶ σ᾽τοῦ Κιλκὶς τὴν ὁλόμαυρη ράχη»

Μετ τος ναούς, κλειδώνουν κα τς θύρες τς στορίας

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Σ᾽τοῦ Κιλκὶς τὴν ὁλόμαυρη ράχη
περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη
μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια
καὶ στὴν κόμη στεφάνι φορεῖ
γινωμένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια
πού ᾽χαν μείνη στὴν ἔρημη γῆ».

.                         Διαβάζω ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ἀθάνατη Ἑλλὰς” τοῦ Δ Καλλιμάχου, αὐτόπτου μάρτυρος καὶ “ἐθελοντοῦ ἱεροκήρυκος τῆς Ε´ Μεραρχίας”, γιὰ τὴν ἔνδοξη μάχη τοῦ Κιλκίς: “ Ἐκεῖ πρὸς τὰ χαρακώματα ἕνας φαντάρος μας βαρέως πληγωμένος, ὁ ὁποῖος μετ᾽ ὀλίγον δὲν θὰ διέφευγε τὸ μοιραῖον, ἀπὸ τὰς φλόγας τῶν καιομένων σπαρτῶν ποὺ ὁλονὲν τὸν ἐπλησίαζαν, λέγει πρὸς τὸν συνάδελφόν του ποὺ ἐπῆγε νὰ τὸν βοηθήση:
-Ἄφησέ με, δὲν θέλω τίποτε. Ἐγὼ τώρα θὰ λέγω νῦν ἀπολύεις… ἀπάνω τους. Ἐπάνω τους, σὺ πάρε μόνον τὶς μπαλάσκες μου καὶ ρίξε καὶ τὶς δικές μου σφαῖρες γιὰ μνημόσυνο. Νά, καὶ τὸ παγούρι μου, ἔχει λιγάκι νερὸ νὰ δροσίσεις τὸ λαρύγγι σου καὶ τὸ φλογισμένο λιανοντούφεκό σου. Χτυπᾶτε τους…. καὶ ἔπεσε…”. (Σελ. 61).
.                  Ἡ μάχη τοῦ Κιλκὶς διεξήχθη ἀπὸ τὶς 19 ἕως τὶς 21 Ἰουνίου τοῦ 1913.  Τὸ πεδίον τῆς μάχης, τὰ σιταροχώραφα τοῦ Κιλκίς, εἶχαν πιάσει φωτιὰ ἀπὸ τὰ πυρὰ καὶ τὶς ὀβίδες. Οἱ βαριὰ τραυματισμένοι πολεμιστές, δὲν πέθαιναν ἀπὸ τὰ τραύματα. Ὄχι. Καίγονταν ζωντανοί. Σῶμα τραυματιοφορέων δὲν ὑπῆρχε. Φώτιζαν μὲ τὸ πληγωμένο κορμί τους τὴν ἱστορία καὶ φώναζαν: “Χαλάλι γιὰ τὴν Πατρίδα”. 10.000 νεκροὶ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες, γιὰ τόσους μιλᾶ ὁ Δημ. Καλλίμαχος κατὰ τὴν τριήμερο ἐποποιΐα τοῦ Κιλκὶς –Λαχανᾶ.
.                         Κα βρέθηκαν χέρια προδοτν πο μετ π κατ χρόνια ξεπούλησαν μ τν μελάνι μίας πογραφς, ατ τς καρδις τ πύρωμα κα τ αμα το νθο το Γένους μας. “Βόρεια Μακεδονία”, τ γράφω κα “καπνίζουν τ μάτια μου π ργή”. Τὸ ἀκούω ἀπὸ τοὺς πρώην καὶ νῦν νεκροθάφτες τῆς Μακεδονίας μας κα λο τ δημοσιογραφικ κηφηναρι πο τος δορυφορε καὶ καταθλίβομαι.
.                         Ἕνα ἀπέραντο «Ἐθνικὸ Νεκροταφεῖο», ποὺ κρύβει στὰ σπλάχνα του τὰ κορμιὰ χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Καὶ πάνω στὰ κορμιὰ αὐτὰ στήθηκαν τὰ θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλης. Καὶ τὸ σιτάρι ποὺ φτιάχνει τὸ ψωμί μας, θεριεύει καὶ μεστώνει ρουφώντας ἀπὸ τὴ γῆ αἷμα ἀντὶ γιὰ νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας «κρανίου τόπος». Κάθε χωράφι κι ἔνας «ἀγρὸς αἵματος…
.                         Τὰ πρῶτα χρόνια, τ᾽ ἀλέτρια ποὺ ὄργωναν τὴ γῆ, ἔφερναν στὴν ἐπιφάνεια λευκὰ κόκκαλα ”κόκαλα Ἑλλήνων ἱερά”, ἀντάμα μὲ σκουριασμένες ξιφολόγχες καὶ δερμάτινες παλάσκες, περασμένες σὲ ζωστῆρες ποὺ ἔζωναν, κάποτε λυγερὰ σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας λίγο – πολύ, ἔχουμε νὰ θυμόμαστε πὼς κάποτε, σκάβοντας τὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρεῖ σκουριασμένα ὄπλα κι ἀνθρώπινα κρανία…
.                         Θυμᾶμαι τοὺς πρώτους περιπάτους ποὺ κάναμε μὲ τὸ σχολεῖο ἐκεῖ κοντὰ στοὺς πρόποδες τοῦ Ἀη- Γιώργη. (Λόφος ποὺ δεσπόζει στὴν πόλη τοῦ Κιλκίς, μὲ ὁμώνυμο μεταβυζαντινὸ ναό). «Ἡ δασκάλα μᾶς ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στὸν τόπο μας, εἶναι πιὸ κόκκινες ἀπὸ ἀλλοῦ, γιατί παίρνουν τὸ χρῶμα τους ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν. Κι ἐμεῖς διστάζαμε νὰ τὶς κόψουμε, ἀπὸ φόβο, μήπως καὶ ματώσουμε τὰ χέρια μας…» (Σ. Λίβας, μετέπειτα στρατιωτικὸς γιατρός, μαθητὴς στὸ Κιλκὶς τὴν δεκαετία τοῦ ᾽30, στὸ βιβλίο του «Ἡ παλιά, μικρή μας πόλη». Σὲ κείμενο μὲ τίτλο «οἱ Μαχητὲς τοῦ Κιλκίς», σελ. 179).
.                         Φέτος “οἱ παπαροῦνες στὸν τόπος μας” δὲν ματώνουν. Φέτος δακρύζουν. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ δὲν θὰ τιμηθοῦν τὰ λαμπρὰ παλληκάρια, οἱ ἀθάνατοι  Κιλκισιομάχοι , μὲ παρέλαση καὶ ἐκδηλώσεις. Ἐκεῖνοι καίγονταν ζωντανοί, λαβωμένοι μὲς στὰ στάχυα, λαμπάδες ἐλευθερίας, ἀτρόμητοι, ἄφοβοι, πραγματικοὶ Ἕλληνες.
“Τρεῖς μέρες κάνουν πόλεμο
Τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες
Χωρὶς ψωμί, χωρὶς νερὸ
Χωρὶς ὕπνο στὸ μάτι”, ὅπως τραγουδᾶ ἡ λαϊκὴ μούσα σὲ ἕνα κολοκοτρωναίικο στιχούργημα. Τρεῖς μέρες ποὺ ἔκριναν τὴν τύχη ὄχι μόνον τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλλάδος ὅλης.
.                         Μετὰ τὶς θύρες τῶν ἐκκλησιῶν, κλείνουν καὶ οἱ θύρες τῆς ἱστορίας. Μετὰ τὴν ἀσέβεια στὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἁγίους του, ἦρθε ἡ σειρὰ καὶ τῶν ἡρώων νὰ καταφρονηθοῦν. Δύο εἰκονοστάσια ἔχει τούτη ἡ Πατρίδα. Τὸ εἰκονοστάσι τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὰ μυρόβλυτα λείψανα τῶν ἁγίων καὶ τὸ εἰκονοστάσι τοῦ Γένους μὲ τὰ κόκκαλα τὰ ἱερὰ  τῶν Ἑλλήνων. Αὐτὰ λατρεύει, αὐτὰ προσκυνᾶ, αὐτὰ τιμᾶ καὶ σέβεται. Αὐτὰ εἶναι ἡ Ἑλλάδα, χάρις σ᾽ αὐτὰ ζεῖ, ἀναπνέει καὶ πορφυρώνει τὶς παπαροῦνες της. Φέτος, πρώτη φορά, δὲν λιτανεύτηκε ὁ Ἐπιτάφιος, δὲν συνοδέψαμε, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, τὸν Ἐσταυρωμένο Σωτήρα μας. Φέτος πρώτη φορὰ δὲν θὰ λιτανεύσουμε τὴν σημαία μας, δὲν θὰ παρελάσει “τὸ ποτάμι τῆς ζωῆς” γιὰ νὰ τιμήσει τὸ ἀθάνατο ποτάμι τῆς τιμῆς.
.                         Στὶς παραλίες, στὶς καφετέριες, στὰ ποικιλώνυμα κέντρα διασκεδάσεως  Μυκόνου καὶ λοιπῶν νήσων, ἀγκαλιά, καὶ βέβαια οἶκοι ἀνοχῆς, ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο. Ἐκεῖ ὁ ἰὸς τρέμει καὶ ἐξαφανίζεται. Μόνο στοὺς ναοὺς καὶ στὶς παρελάσεις θεριεύει καὶ ἐξαπλώνεται. Ὅπου Πίστη καὶ Πατρίδα, νοσοφοβία καὶ σκληρὲς ἀπαγορεύσεις. Ὅπου γλέντι καὶ χαρά, πεδίον ἐλεύθερο καὶ κανεὶς φόβος
Ρωτῶ: Ἂν παρήλαυναν μόνο τὰ ἀγήματα τῶν σημαιοφόρων καὶ παραστατῶν, σύλλογοι καὶ στρατὸς τηρώντας τὶς περιβόητες “ἀποστάσεις ἀσφαλείας”, τί πρόβλημα θὰ ὑπῆρχε; Κι ἂν ὁ κόσμος παρακολουθοῦσε ἀριὰ ἀριά, τί θὰ γινόταν; Τίποτε.
.                         Δὲν ξέρω, ὅμως πολὺ φοβᾶμαι πὼς μὲ τὸ πρόσχημα τοῦ ἰοῦ, δὲν θὰ ξαναδοῦμε οὔτε παρελάσεις οὔτε πρωινὴ προσευχὴ στὸ σχολεῖο οὔτε ἐθνικὲς ἢ θρησκευτικὲς ἐκδηλώσεις μὲ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ. Αὐτὰ ποὺ μελετοῦσαν τόσα χρόνια οἱ ἐθνομηδενιστὲς καὶ ἐκκλησιομάχοι,  νὰ καταργηθεῖ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ τζιβαϊρικά μας τὰ πολυτίμητα, τὴν Πίστη καὶ τὴν Πατρίδα. Τὸ μεγάλο μας ἀμυντήριο ποὺ λέγεται μνήμη, αὐτὸ ποὺ μᾶς κράτησε στοὺς αἰῶνες μὲ τὴν πληθυντική, τὴν διαχρονικὴ ψυχή του, τὸ “ἐμεῖς” τοῦ Μακρυγιάννη, καταργεῖται.
.                         Νὰ κλείσω, τιμώντας τοὺς ἥρωες τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς, μὲ τοὺς στίχους τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Κωστῆ Παλαμᾶ, ποὺ τοὺς ἀπήγγειλε τὸ 1928, κατὰ τὰ ἀποκαλυπτήρια του μνημείου ποὺ δεσπόζει στὸ ἡρῶον της μάχης. Ὁ ὕμνος ὀνομάζεται «ἡ Πατρίδα στοὺς νεκρούς της».
Νά, πῶς τελείωνε ὁ ποιητής:
« –  Παιδιά μου, ὅσοι, προφῆτες μου, στρατιῶτες, ἀρχηγοί,
σὰν τὰ λιοντάρια στήσατε κορμιὰ καὶ σὰν τὰ κάστρα,
καὶ μέσ’ στὴ μακεδονικὴ ματοθρεμμένη γῆ
βάλατε τὴν εἰκόνα μου φερτὴ σὰν ἀπὸ τ᾽ ἄστρα
σ᾽τοῦ Λαχανᾶ καὶ σ᾽τοῦ Κιλκὶς τὴν ἐκκλησιὰ τὴν πλάστρα,
πνοὲς κι ἂν πλανάστε σ’ ἄλλη ζωή, λείψανα κι ἂν κοιμάστε,
σᾶς λειτουργῶ στὴ δόξα μου. Μακαρισμένοι νά ᾽στε».

 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: