Ο ΝΕΟΦΑΝΗΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ

Νεοφανς σιομάρτυς φραμ [5 Μαΐου]

Ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου,
δάσκαλο στὸ 16ο Δ. Σ. Λάρισας

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ: Ὁ Ἅγιος καὶ Ὁσιομάρτυς Ἐφραὶμ γεννήθηκε στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1384 στὰ Τρίκαλα τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ πολύτεκνους γονεῖς καὶ εἶχε 7 ἀδέλφια. Τὸ βαφτιστικό του ὄνομα ἦταν Κωνσταντῖνος Μορφής1. Σὲ ἡλικία 14 χρόνων, τὸ 1398, μὲ τὴν προτροπὴ τῆς μητέρας του, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸ παιδομάζωμα καὶ τὴν ὑποχρεωτικὴ στράτευση ἀπὸ τοὺς Τούρκους πῆγε στὸ Μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὸ Ὄρος τῶν Ἀμώμων τῆς Ἀττικῆς, πρῶτα ὡς μοναχὸς καὶ μετὰ ὡς Ἱερέας. Τὸ 1416 οἱ Τοῦρκοι εἰσέβαλαν καὶ λεηλάτησαν τὴν Ἀττικὴ καὶ ἀνάγκασαν τὸν Δούκα τῶν Ἀθηνῶν [Λατινοκρατία, τότε] νὰ δηλώσει ὑποταγὴ στὸν Σουλτάνο. Τὸ 1424 οἱ ἄξεστοι Ὀθωμανοὶ εἰσέβαλαν βιαίως στὴν Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ ἔσφαξαν ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Μονῆς. Ὁ Ἅγιος ἀπουσίαζε στὴν σπηλιά του, πάνω στὸ βουνό, γιὰ προσευχὴ καὶ μόλις ἐπέστρεψε, ἀντίκρυσε τὰ πτώματα τῶν Πατέρων καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔθαψε, θρήνησε γοερῶς. Τὸν ἑπόμενο χρόνο, τὴν 14η Σεπτεμβρίου 1425, ἐπανῆλθαν οἱ βάρβαροι καὶ βρῆκαν τὸν Ἅγιο. Τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν βασάνιζαν ἐπὶ 8 1/2 μῆνες μὲ μεγάλη μανία καὶ βαρβαρότητα, γιὰ νὰ τοὺς ἀποκαλύψει τοὺς δῆθεν θησαυροὺς τῆς Μονῆς. Στὸ τέλος τὸν κρέμασαν ἀνάποδα ἀπὸ μία παλαιὰ μουριὰ ποὺ ὑπῆρχε στὸν περίβολο τοῦ μοναστηριοῦ καὶ τὸν τρύπησαν μὲ ἕνα μεγάλο ἀναμμένο ξύλο στὴν κοιλιά, στὴν περιοχὴ τοῦ ἀφαλοῦ, μετὰ τὸν κάρφωσαν στὸ δέντρο μὲ μεγάλα σουβλερὰ καρφιά. Ὁ Ἅγιος φλεγόμενος συνέχισε νὰ προσεύχεται, ὥσπου τελείωσε μαρτυρικῶς τὴ ζωή του ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὶς 5 Μαίου 1426, στὶς 9 ἡ ὥρα τὸ πρωί… Ἦταν μόλις 42ετῶν.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΚΑΙ Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ: Ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα μοναστήρια τῆς Ἀττικῆς εἶναι αὐτὸ στὸ Ὄρος τῶν Ἀμώμων (τοποθεσία γνωστὴ σήμερα ὡς Νέα Μάκρη). Γιὰ αἰῶνες, πολλοὶ μοναχοὶ καὶ ἱερεῖς ἔμειναν ἐκεῖ καὶ προσευχήθηκαν στὸν Κύριο. Στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας ἔγιναν μεγάλες καὶ βάρβαρες σφαγὲς μέχρις ξεκληρίσματος τοῦ μοναστηριοῦ, ἕνα ἀπὸ τὰ θύματα, ἄλλωστε, ἦταν καὶ ὁ ἅγιός μας. Τὸ 1945, ἡ τότε Μοναχὴ Μακαρία πῆγε στὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἄλλοτε ὀνομαζόμενης ὡς Σταυροπηγιακῆς, τοῦ Ὄρους Ἀμώμων, στὶς βορειανατολικὲς ὑπώρειες τοῦ Πεντελικοῦ. Ἀπὸ θεία παρόρμηση, διαμόρφωσε ἕνα κελάκι ἐκεῖ καὶ ἄρχιζε νὰ καθαρίζει τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ τὸν ἀνακατασκευάσει. Ἐκεῖ πολλὲς φορὲς ἀναλογιζόταν μὲ συγκίνηση ὅτι σὲ ἐκεῖνα τὰ χώματα εἶχαν ζήσει κατὰ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων ἅγιοι Μοναχοὶ καὶ προσευχόταν νὰ γνωρίσει ἢ νὰ τῆς φανερωθεῖ κάποιος ἀπὸ αὐτούς. Μία φωνὴ στὴν ἀρχὴ σιγανή, ἀλλὰ μὲ τὸν καιρὸ δυνατότερη στὴν ψυχή της, τῆς ἔλεγε: “Σκάψε καὶ θὰ βρεῖς αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖς”, ἐνῶ θαυμαστῶς τῆς εἶχε φανερωθεῖ ἕνα σημεῖο στὸ προαύλιο τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἔτσι στὶς 3 Ἰανουαρίου 1950 ἔχοντας ἕναν ἐργάτη γιὰ ἄλλες ἐργασίες στὸ μοναστήρι τὸν ἔβαλε νὰ σκάψει στὸ σημεῖο ὅπου τῆς ὑποδείκνυε ἡ ψυχή της. Ὁ ἐργάτης ἀρνητικὸς στὴν ἀρχή, μιᾶς καὶ ἤθελε νὰ σκάψει ὁπουδήποτε ἀλλοῦ παρὰ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, τελικά, μετὰ ἀπὸ τὶς ἐκκλήσεις καὶ τὶς προσευχές, ὁ ἐργάτης πείστηκε καὶ ξεκίνησε νὰ σκάβει. Στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ὑπῆρχε ἕνα μισογκρεμισμένο τζάκι καὶ ἕνα ἐρείπιο παλαιοῦ τοίχου, πράγματα ποὺ ἔδειχναν ὅτι ἐκεῖ κάποτε ὑπῆρχε ἴσως κελὶ κάποιου μοναχοῦ. Φτάνοντας σὲ 1,70 μ. βάθος, ἡ σκαπάνη ἔφερε στὸ φῶς τὸ πρῶτο εὕρημα: Μία κάρα. Συγχρόνως, ὅλος ἐκεῖνος ὁ τόπος ἄρχισε νὰ εὐωδιάζει. Τότε, μὲ προσοχὴ ἡ Ἡγουμένη Μακαρία ἔβγαλε ὅλο τὸ ὑπόλοιπο σκήνωμα καὶ τὸ τοποθέτησε σὲ μία θυρίδα ποὺ ἦταν πάνω ἀπὸ τὸν τάφο. Ἦταν φανερὸ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ κληρικὸ γιατί, θαυματουργῶς, τὸ ράσο του εἶχε παραμείνει ἄθικτο. Τὸ βράδυ, διαβάζοντας τὸν ἑσπερινό, ἡ Ἡγουμένη ἄκουσε βήματα. Ὁ ἦχος ἐρχόταν ἀπὸ τὸν τάφο, μετὰ ἀπὸ τὸν περίβολο καὶ ἔφτανε ὣς τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Ἐκεῖ πρωτοαντίκρυσε τὸν ἅγιο, ψηλὸ μὲ μάτια μικρὰ στρογγυλά, μὲ μακριὰ μαῦρα γένια ποὺ ἔφταναν ὣς τὸ λαιμό, ντυμένο μὲ τὴ μοναχικὴ ἀμφίεση. Στὸ ἕνα χέρι εἶχε μία φλόγα καὶ μὲ τὸ ἄλλο εὐλογοῦσε. Ὁ ἅγιος ζήτησε νὰ τὸν βγάλουν ἀπὸ τὴ θυρίδα ποὺ τὸν εἶχαν. Τὴν ἑπόμενη κιόλας μέρα ἡ Ἡγουμένη καθάρισε τὰ ὀστᾶ καὶ τὰ τοποθέτησε σὲ μία θυρίδα στὸ Ἱερό τοῦ Ναοῦ, τὴ φορὰ αὐτή. Τὸ ἴδιο βράδυ φανερώθηκε στὸν ὕπνο της ὁ ἅγιος καὶ τὴν εὐχαρίστησε, ἐνῶ τῆς φανέρωσε καὶ τὸ ὄνομά του, “Ἐφραίμ”.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ: Ἐν ὄρει τῶν Ἀμώμων ὥσπερ ἥλιος ἔλαμψας, καὶ μαρτυρικῶς, θεοφόρε, πρὸς θεὸν ἐξεδήμησας, βαρβάρων ὑποστὰς ἐπιδρομάς, Ἐφραὶμ Μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦτο ἀναβλύζεις χάριν ἀεί, τοῖς εὐλαβῶς βοῶσί σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ: Βίῳ διαλάμπων ἀσκητικῷ, ἐν ὄρει Ἀμώμων, ἠγωνίσω μαρτυρικῶς, καὶ θαυμάτων χάριν, θεόθεν ἐκομίσω, Ἐφραὶμ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: