Ο ὅσ. Γέροντας ΙΑΚΩΒΟΣ τῆς ΒΙΤΣΑΣ ΣΩΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΟΥΣ

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς μνήμης του, 15 Φεβρουαρίου.

Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας
σώζεται ἀπὸ τοὺς τουρκαλβανούς.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.              Ὁ πόθος προσφορᾶς τοῦ πατρὸς Ἰακώβου στὴν πολύπαθη πατρίδα του, τὴν Βόρειο Ἤπειρο, ποὺ στέναζε κάτω ἀπὸ τὸ βαρὺ φορτίο τῶν στυγνῶν Τουρκαλβανῶν, τὸν ὤθησε νὰ ἐγκαταλείψει ὡς ἄλλος Κοσμᾶς Αἰτωλὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ ἐπιστρέψει σὲ αὐτήν. Ἐκεῖ τοποθετήθηκε ἐφημέριος σὲ διπλανὸ χωριὸ ἀπὸ τὸ δικό του, στὴν Πέπελη, καὶ διέμενε στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας, στὰ Ζωνάρια. Ὁ ἔνθερμος ζῆλος καὶ ἡ δράση του τόσο γιὰ σωτηρία ψυχῶν ὅσο καὶ γιὰ ἐνίσχυση τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τοῦ ὑποδούλου ποιμνίου του τὸν ἔθεσαν στὸ στόχαστρο τῶν τυράννων κατακτητῶν, ποὺ ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ἡ σωτηρία του ὑπῆρξε θαυμαστή, γιὰ νὰ δείχνει στοὺς αἰῶνες τὸ πῶς ὁ Θεὸς τυφλώνει τοὺς ἐχθρούς μας στὴν προσπάθεια τῆς διασώσεώς μας.
.              Καιροφυλακτοῦσαν οἱ ἐχθροὶ νὰ πετύχουν τὸν πατέρα Ἰάκωβο στὸ δρόμο ποὺ ἑνώνει τὸ χωριὸ τῆς ἐφημερίας του μὲ αὐτὸ τῆς γεννήσεώς του. Ὅταν τὸν σταμάτηταν καὶ τὸν ρώτησαν ἀπὸ ποῦ εἶναι, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν γιὰ τὴν ταυτότητά του καὶ νὰ μὴ σκοτώσουν ἄδικα κάποιο ἄσχετο πρόσωπο, ἐκεῖνος χωρὶς δεύτερη σκέψη τοὺς ἔδειξε τὸ πατρικό του χωριό. Οἱ Ἀλβανοὶ λόγω ἀμφιβολιῶν, ἀφοῦ προσωπικὰ δὲν τὸν ἤξεραν, τὸν ἄφησαν νὰ φύγει. Ὅταν ἀργότερα ρώτησαν στὸ χωριὸ τῆς ἐφημερίας του, καὶ τοὺς εἶπαν ἀπονήρευτοι οἱ κάτοικοι, ὅτι ἐκεῖνος ἦταν ποὺ συνάντησαν στὸ δρόμο, σκύλιασαν ἀπὸ τὸ κακό τους καὶ ζητοῦσαν εὐκαιρία νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος συνέχισε τὸ δρόμο του καὶ φθάνοντας σὲ κάτι «κονάκια», σὲ βλαχόσπιτα, ἔμαθε ὅτι τὸν καταζητοῦν. Κρύφθηκε ἐκεῖ γιὰ λίγο καὶ σώθηκε.
.                  Ἡ μανία τῶν τουρκαλβανῶν, ὅμως, γιγαντώθηκε καὶ ἡ σύλληψή του ἦταν θέμα χρόνου, ἀφοῦ ὄλες του οἱ κινήσεις παρακολουθοῦνταν. Ἔτσι σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα τρεῖς ἔνοπλοι ἀπὸ αὐτοὺς πῆγαν στὸ σπίτι του μὲ ἐγκληματικὲς διαθέσεις. Ὁ Γέροντας βρισκόταν μέσα καὶ ὅταν τοὺς ἀντιλήφθηκε ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτό. Ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ κρυφθεῖ σὲ αὐτὸ μποροῦσε, ἀφοῦ ὅλο κι ὅλο ἕνα δωμάτιο εἶχε καὶ αὐτὸ χωρὶς πάτωμα καὶ ταβάνι. Κρυψῶνες δὲν διέθετε καὶ ἦταν γυμνὸ καὶ ἀπὸ πράγματα καὶ ἔπιπλα, ἀφοῦ ὁ Γέροντας ζοῦσε ἐντελῶς φτωχικὰ μοιράζοντας τὸ ὑστέρημά του στοὺς ἐνδεεῖς τοῦ τόπου του. Τὰ μαδέρια στὴ στέγη ποὺ βαστοῦσαν τὰ κεραμίδια ἦταν ἐπίσης γυμνά. Σὲ αὐτὰ τόλμησε νὰ κρυφθεῖ προσευχόμενος ὁ πατὴρ Ἰάκωβος καὶ σιγοψέλλιζε τὸν Ψαλμό: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς» (Ψαλμ. 90΄ 1-3, 87΄ 7, 119’ 1, 120΄ 8, 122΄ 1-2 ). Ἀγκάλιασε ἕνα μαδέρι ὁ Ἅγιος καὶ κουλουριάσθηκε σὰν φίδι γύρω του. Μὲ δυσκολία ἀνέπνεε, γιὰ νὰ μὴν τὸν προδώσει καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάσα του. Ἡ μόνη του ἐλπίδα ἦταν ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος καὶ τύφλωσε τοὺς τουρκαλβανούς, ποὺ δὲν κοίταξαν ψηλά, ἀλλὰ καὶ ἂν κάποιος κοίταξε δὲν ἀντιλήφθηκε τὸ παραμικρό, γιατὶ μιὰ θεϊκὴ νεφέλη τὸν τύλιξε καθιστώντας τον ἀόρατο. Καὶ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι οἱ τουρκαλβανοὶ δὲν ἀπεχώρησαν ἀμέσως ἀπὸ τὸ σπίτι, ἀλλὰ μὴ βρίσκοντάς τον κάθησαν στὴ μοναδικὴ κασέλα ποὺ ὑπῆρχε καὶ ἔσπαζαν καρύδια, αὐτὰ ποὺ βρῆκαν στὸ σπίτι, καὶ ἔτρωγαν. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπέτρεψε νὰ δοῦν στὴν ὀροφὴ τοῦ σπιτιοῦ τὸ Γέροντα. Τοὺς κρατοῦσε τὰ μάτια κλειστά, ὅπως ἄλλοτε τοῦ Λουκᾶ καὶ τοῦ Κλεόπα στὸ δρόμος πρὸς Ἐμμαούς. Ὅταν ἄνοιξαν τὴν πόρτα καὶ ἀπομακρύνθηκαν ὁ πατὴρ Ἰάκωβος ἀνακουφίσθηκε. Κατέβηκε μὲ προσοχὴ καὶ ἕνας δοξολογικὸς ὕμνος βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη του.
-Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Σου, Κύριε, εἶπε, ποὺ μὲ ἔσωσες «ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων με» (Ψαλμ. 123, 7). Κύριε, Σὺ εἶσαι καὶ παραμένεις πάντοτε «στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου καὶ ῥύστης μου» (Ψαλμ. 17,3).
.             Ἔτσι, σώθηκε ὁ μακάριος, ἀλλὰ φοβούμενος τὴ μανία τῶν ἀλλοπίστων ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὸ πάτριον ἔδαφος καὶ νὰ καταφύγει στὰ Ζαγοροχώρια, ὅπου ἤθελε ὁ Κύριός μας νὰ διαλάμψει γιὰ πολλὰ χρόνια ὡς ἥλιος ἀρετῆς, ἀπαθείας, νήψεως καὶ παραδόξων θαυμάτων.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: