«ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΓΙΑ Ν᾽ ΑΓΙΑΣΕΙ»- Ὑποθέσεις καὶ πεποιθήσεις γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο Βίττη (Χαραλ. Μπούσιας)

Ὑποθέσεις καὶ πεποιθήσεις
γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο Βίττη

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
(Ὁμιλία στὶς Σέρρες στὴν Ἡμερίδα [19.01.20] γιὰ τὰ 10 χρόνια
ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ὁσίου Γέροντος Εὐσεβίου Βίττη)

Σεβασμιώτατε, φερωνύμως καὶ ἁγιοπνευματικῶς Θεολόγε, σεβαστοὶ Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

 .         ν ζοῦσε σήμερα ὁ Λεονάρντο Ντα Βίντσι καὶ τοῦ παρήγγειλαν νὰ ζωγραφίσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας, ἀσφαλῶς θὰ ἐπέλεγε γιὰ πρότυπο τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ζοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὀ Χρυσόστομος, καὶ ἀνέπτυσσε τὴν ὁμιλία του γιὰ τὴν ἱεραποστολή, ἀσφαλῶς θὰ ἀναφερόταν στὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ζοῦσε ὁ ποιητὴς τῶν Κοντακίων, Ἅγιος Ρωμανός, ὁ Μελῳδός, καὶ συνέθετε Κοντάκιο γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας, θὰ ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν Ἄγγελος κυρίου κατέβαινε ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ καταγράψει τὴν ἄριστη ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἀσφαλῶς θὰ βράβευε τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ὁ Κίπλινγκ εἶχε γνωρίσει τὸν π. Εὐσέβιο στὸ ποίημά του «Ἄν», “ If” στὰ ἀγγλικά, ποὺ ξεκινᾶ μὲ τὸν στίχο: «Ἂν νὰ κρατᾶς καλὰ μπορεῖς τὰ λογικά σου, ὅταν τριγύρω σου ὅλοι τάχουνε χαμένα…», δὲν θὰ τελείωνε μὲ τὸν στίχο: «τότε μόνο θὰ λέγεσαι ἄνδρας», ἀλλὰ μὲ τὸν στίχο: «τότε μόνο θὰ λέγεσαι Εὐσέβιος».
.         Ἂν στοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες ὑπῆρχε ἄθλημα ἐναρέτου διαγωγῆς καὶ ἀγάπης Χριστοῦ, τότε ὀλυμπιονίκης θὰ στεφανωνόταν ὁ π. Εὐσέβιος.
.         Ἂν ὁ ὀδοστρωτήρας τῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἰσοπεδώνει τὰ πάντα, περνοῦσε πάνω ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο, θὰ καταστρεφόταν ἀπὸ τὴν γρανιτώδη καρδιὰ καὶ θέληση τοῦ π. Εὐσεβίου.
.         Ἂν διδασκόταν ὁ βίος τοῦ πατρὸς Εὐσεβίου στὰ λύκεια καὶ στὶς πανελλήνιες ἐξετάσεις ἔμπαινε θέμα: «Περιγράψατε ἕναν σύγχρονο ἅγιο», οἱ ὑποψήφιοι θὰ περιέγραφαν ἀπολύτως τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἄν, τέλος, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, βάζαμε σὲ μία ζυγαριὰ ἀπὸ τὴν μία μεριὰ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν π. Εὐσέβιο, ἡ πλάστιγα θὰ ἔγερνε πρὸς τὴν μεριά του, γιατὶ αὐτὸς εἶχε τὸ βάρος ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ αὐτὸ τῆς Θείας Χάριτος ποὺ ἐνοικοῦσε μέσα του.      

 Ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει.

.         Στὰ συναξάρια κάποιων Ἁγίων διαβάζουμε, ὅτι αὐτοὶ ἦταν ἁγιασμένοι «ἐκ κοιλίας μητρός». Ἦταν, δηλαδή, ἀπὸ τὰ βρεφικά τους χρόνια δοχεῖα τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἦταν ἐπιλεγμένα πρόσωπα, γιὰ νὰ «ἁγιάσουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὡς ἐν τῶ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», καθὼς παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς ὁ Χριστός μας στὴν Κυριακὴ προσευχή. «Ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει»,εἶναι νεανικὴ φράση καταγεγραμμένη ἀπὸ τὸν σὰν σήμερα κοιμηθέντα ἐν Κυρίῳ τὸ 1975, ἀοίδιμο Μητροπολίτη Χαλκίδος, κυρὸ Νικόλαο Σελέντη, τὸν ἱεράρχη μὲ τὸ νεανικὸ σφρίγος καὶ τὴν πολιὰ φρόνηση. Τὴν ἔγραψε στὸ ἡμερολόγιό του γιὰ τὸν Γέροντα Εὐσέβιο Βίττη, τότε νεαρὸ φίλο καὶ συμφοιτητή του Στέργιο, ποὺ κυκλοφόρησε ἀργότερα μὲ τίτλο «Ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς μου».
.         Στὸ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν εἶχε συνδεθεῖ ὁ ἐνάρετος Νικόλαος μὲ τὴν ἐν Χριστῷ φιλία μὲ τὸν τότε νεαρὸ Στέργιο, καὶ εἶχε δεῖ στὸ πρόσωπό του τὸν ἰσάγγελο ἄνθρωπο, τὸν ἀγωνιστὴ καὶ βιαστὴ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τὸν νηστευτή, τὸν εἰρηνοποιὸ στοὺς διαξιφισμοὺς τῶν συνομιλήκων καὶ τῶν μεγαλυτέρων του. Ὁ νεανικὸς τοῦ Στέργιου ζῆλος, ζῆλος μὲ ἐπίγνωση τῶν ὅσων ἤθελε νὰ πράξει, μὲ ἀγάπη ἀνυπόκριτη, μὲ πίστη ἀκαταίσχυντη, μὲ πλησμονὴ σοφίας, μὲ περιποίηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, τὸν εἶχε συναρπάσει. Διαπίστωνε ὅτι τὸ κάθε βῆμα τοῦ νεαροῦ συμφοιτητῆ καὶ συνοικοτρόφου του ἦταν προσεγμένο πιστοποιώντας τὸν λόγο τοῦ Σοφοῦ Σειραχίδου: «Στολισμὸς ἀνδρὸς καὶ βῆμα ποδὸς καὶ γέλως ὀδόντων ἀναγγελεῖ τὰ περὶ αὐτοῦ» (Σοφ. Σειρ. 19 30). Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζεται ἀπὸ τὸν στολισμὸ τοῦ σώματός του, πῶς ντύνεται, ἀπὸ τὸν βηματισμό του, πῶς περπατάει, καὶ ἀπὸ τὸ γέλιο του, πῶς ἀντιδρᾶ στὶς εὐχάριστες στιγμὲς τῆς ζωῆς του.
.         Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν διακοσμημένος μὲ σεμνότητα ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια. Τὸν στόλιζε τὸ κόκκινο χρῶμα τῆς ντροπῆς, αὐτὸ ποὺ ὁ Ἀριστοτέλης δίδασκε στὸν μαθητή του, τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, ὅτι εἶναι τὸ ὡραιότερο χρῶμα. Ἦταν, ἐπίσης, μοσχοβολημένος μὲ τὸ ἄρωμα τῆς ἀγάπης. Ἦταν ὅλος «εὐωδία Χριστοῦ» (Β´ Κορ. β´ 15). Ἐνσάρκωνε καὶ βίωνε τὴν Διαθήκη τῆς Χάριτος καὶ εὔφραινε ὅλους, ὅσοι τὸν πλησίαζαν. Τοὺς ἀνέπαυε μὲ τὴν γλυκύτητα τῶν λόγων του καὶ τοὺς μετέδιδε τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «χαρά, εἰρήνη καὶ πραότητα» (Γαλ. ε´ 22), μὲ τὰ ὁποῖα ἦταν προικισμένος ἐπιβεβαιώνοντας τὴν εὐαγγελικὴ φράση «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας ὁμιλεῖ ἡ γλῶσσα» (Ματθ. ιβ´ 34). Ἡ νεανικὴ ὁρμὴ καὶ τὸ σφρίγος του διοχετευόταν στὴν προσφορὰ ἀγάπης, στὴν διακονία τοῦ πλησίον, στὴν ἐνδελεχῆ μελέτη τῶν Γραφῶν, στὸν κατηχητικὸ λόγο καὶ στὴν ἐξισορροπητικὴ τάση μέσα στὸν περιβάλλοντα χῶρο του, διεκδικώντας τὸν τίτλο τοῦ μάκαρος, καὶ τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας, ἀφοῦ κατὰ τὰ ἀδιάψευστα χείλη τοῦ Κυρίου μας εἶναι «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. ε´ 9). Ὁ Στέργιος δὲν συμβιβαζόταν μὲ κάθε τὶ τὸ ὁποῖο μείωνε μέσα του, ἀλλὰ καὶ στοὺς γύρω του, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ μποροῦσε νὰ σκανδαλίσει ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Κάθε του ἐργασία, κάθε του ἐνέργεια, κάθε του λόγος ἔκρυβε τὴν ἀπόλυτη ψυχική του κένωση, ἔκρυβε τὴν τελειότητα. Ἦταν ὁ οἰκουμενικὸς ἀναζητητὴς τοῦ ἀπολύτου, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἐπίσης ἐπιστήθιος φίλος του, συμφοιτητής του καὶ πνευματικός του ἀδελφός, ὁ νῦν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος. Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Γέροντα ὡς «οἰκουμενικοῦ» ὑποδηλώνει αὐτὴν ποὺ χωρὶς διάκριση ἔδειχνε σὲ ὅλους μεγάλη του καρδιὰ καὶ μεγάλη του ἀγκαλιά, αὐτὴν ποὺ χωροῦσε μέσα της ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως φάνηκε στὴν περαιτέρω πορεία τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἱεραποστολικῆς του δράσεως, ἀνεξάρτητα ἀπὸ καταγωγή, φυλὴ καὶ θρησκευτικὸ δόγμα.
.         Ἡ ἀέρινη αὐτὴ καὶ ἀγγελικὴ παρουσία τοῦ νεαροῦ Στέργιου στὸ οἰκοτροφεῖο κίνησε τὴν γραφίδα τοῦ φίλου του, ἀγγελόμορφου ἐπίσης, Νικολάου Σελέντη, σὲ ὥρα ἐκφράσεως θαυμασμοῦ του γι’ αὐτὸν νὰ γράψει: «Ἂχ, αὐτὸς ὁ Στέργιος, μιὰ ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει».

Ὑψηλοὶ στόχοι

.         Τὸν πῆχυ τῆς προσφορᾶς του στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ νεαρὸς ὁ Γέροντας τὸν εἶχε θέσει πολὺ ψηλά. Ἔθετε στόχους ὑψηλοὺς καὶ ἀγωνιζόταν, πάντοτε μὲ ἐπιτυχία, στὴν ἐπιτευξή τους. Ἦταν ἕνας ὀλυμπιονίκης τοῦ πνεύματος, ἕνας Ἄνθρωπος μὲ Α κεφαλαῖο, ἀφοῦ ἄνω ἔθρωσκε, εἶχε στραμμένο μόνιμα τὸ βλέμμα του στὸν Ἀρχηγὸ καὶ τελειωτή μας Ἰησοῦ. Αὐτὸν εἶχε βάλει κυβερνήτη τοῦ πλοίου τῆς καρδιᾶς του στὸ πολυκύμαντο πέλαγος τῆς ζωῆς μὲ στόχο τὴν προσόρμησή του στὸ λιμάνι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Δώδεκα στόχους συνοπτικὰ εἶχε θέσει στὸν ἑαυτό του ὁ «κεχριαῖος, ὅπως ὑπέγραφε, π. Εὐσέβιος. *Νὰ μὴν λυπήσει τὸν Κύριο.*Νὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἀρετή. *Νὰ μάθει πολλὲς γλῶσσες, γιὰ νὰ μεταδίδει παντοῦ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης. *Νὰ μὴν χαθεῖ οὔτε μιὰ ψυχή, ἀπὸ αὐτὲς ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος. *Νὰ μὴν ἀλλοτριωθεῖ ἀπὸ τὰ σύγχρονα ρεύματα. *Νὰ μὴν σταματήσει νὰ δέεται τοῦ Κυρίου ὑπὲρ πάσης ψυχῆς τρυχομένης καὶ καταπονουμένης. *Νὰ μὴν ξηραθεῖ ἡ μελάνη στὸ μελανοδοχεῖο τῆς καρδιᾶς του πρὸς οἰκοδομὴ ψυχῶν μέσα ἀπὸ συγγραφὴ βιβλίων καὶ ἀλληλογραφίας. *Νὰ τιμᾶ καὶ διακονεῖ τοὺς ἄλλους μὴ δεχόμενος ὁ ἴδιος τιμές. *Νὰ ἀπέχει ἀπὸ χρηματικὲς ἀπολαυὲς ἐφαρμόζοντας τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ. *Νὰ βιώνει τὴν ἁπλότητα, τὴν λιτότητα καὶ νὰ ἀποφεύγει τὸ σκάνδαλο. *Νὰ ζεῖ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καὶ *Νὰ ἀποφεύγει τὴν κρίση τῶν ἄλλων.

 Ἄνθρωπος Σταυροφόρος

 .         Εὐρυμαθὴς καὶ βαθυνούστατος, καθὼς ἦταν ὁ π. Εὐσέβιος, γνώριζε ὅτι ἡ προσφορὰ πρὸς τοὺς ἄλλους συνεπάγεται ἀγώνα, ὁ ἀγώνας πίστη καὶ ἡ πίστη συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ ἀγάπη, ἀφοῦ «πίστις ἄνευ ἔργων νεκρὰ ἐστί» (Ἰακ. β´ 26). Γνώριζε καλὰ ὅτι κανεὶς δὲν θὰ δεχθεῖ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του χωρὶς νὰ πλέξει γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό του τὰ τριαντάφυλλα τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Ὁ σταυρὸς τοῦ ἦταν δεδομένος, ὅπως εἶναι γιὰ ὅλους μας. Ἤξερε νὰ τὸν σηκώνει ἀγόγγυστα, ἀφοῦ γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἀνάσταση περνᾶμε πάντοτε ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ. Γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἀπόλαυση τῶν οὐρανῶν πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ τὶς συμπληγάδες τῆς γῆς. Ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση χωρὶς σταυρό. Δὲν ὑπάρχει νίκη χωρὶς ἀγώνα. Δὲν ὑπάρχει θρίαμβος χωρὶς προσπάθεια. Καὶ λυπόταν, γιατὶ ζοῦμε σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀντισταυρικὸ πνεῦμα, σὲ ἕναν κόσμο ποὺ φίλαυτα ἔχει ὡς ἰδανικά του τὴν εὐημερία, τὴν καλοπέραση, τὴν ἄνεση, τὸν λίγο μόχθο καὶ τὶς πολλὲς ἀπολαύσεις. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ τοποθετεῖ τὴν ἐλευθερία στὸν ἐγωϊσμὸ καὶ ὄχι στὴν θυσία καὶ τὴν κενωτικὴ ἀγάπη. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ βλέπει τὸν πλησίον ὄχι σὰν κομμάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ σὰν ἀντίπαλο ποὺ τοῦ καταναλώνει τὸ πολύτιμο ὀξυγόνο τῆς ζωῆς. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ τὸν τρομάζει ὁ ἀγώνας, τὸν τρομάζει ὁ σταυρός. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ φυσικὴ συνέπεια τῆς σύγχρονης ἐγωκεντρικῆς ζωῆς, τῆς νιρβάνας, δηλαδὴ τῆς ἀνέσεως ποὺ ἀποκοιμίζει πνευματικά, ἠθικά, κοινωνικὰ καὶ ἐργασιακὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ζωὴ καὶ ἰδίως ἡ κατὰ Χριστὸν ζωὴ προϋποθέτει σταυρικὴ θυσία, προϋποθέτει διαρκὴ προσπάθεια καὶ κενωτικὴ προσφορὰ καὶ θλιβόταν ὁ Γέροντας, γιατὶ ὁ σημερινὸς κόσμος δὲν ἔχει μάθει νὰ δίνει. Γνωρίζει μόνο νὰ παίρνει. Ἔχει ἀπαιτήσεις χωρὶς ὑποχρεώσεις. Αὐτὸν τὸν κόσμο ὁ π. Εὐσέβιος τὸν λυπόταν καὶ προσπαθοῦσε μὲ τὸ παράδειγμά του, μὲ τὴν ἀγάπη του, νὰ τὸν ἀλλάξει, νὰ τὸν διορθώσει. Ἐδῶ ἔμπαινε καὶ ἡ ἱεραποστολική του δράση. Ἡ δράση ποὺ στηριζόταν στὴν ἀγάπη, γιὰ τὴν ὁποία ἔλεγε: «Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ τῆς καρδιᾶς μου». Ζῶ γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ νοιώθω ζωντανός, ἐπειδὴ ἀγαπῶ. Ἔτσι ἐξηγοῦσε ὁ ἅγιος Γέροντας τὴν κενωτικὴ προσφορὰ τοῦ ἴδιου πρὸς τοὺς γύρω του καὶ ἔτσι ἐπιθυμοῦσε καὶ δίδασκε μὲ τὸ παράδειγμά του νὰ συμπεριφέρονται καὶ οἱ ἄλλοι. Ἄλλωστε, ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ λογίζεται νεκρὸς ἄνθρωπος, εἶναι νεκρὸ κύτταρο στὸν κοινωνικὸ ἱστὸ καὶ νεκρὸ μέλος στὴν χριστιανικὴ ὁμήγυρη.
.         Ἔφερνε στὸν νοῦ του ὁ Γέροντας τὴν φράση τῆς Ἀντιγόνης ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη τραγωγία τοῦ Σοφοκλέους: «Δὲν γεννήθηκα γιὰ νὰ μισῶ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀγαπῶ» (στ. 523) καὶ ἔλεγε ὅτι, ἡ ζωὴ χωρὶς ἀγάπη δὲν ἔχει νόημα, ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α´ Κορίνθ. ιγ´ 8), καθὼς μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι κενωτικὴ καὶ σφαιρική. Δὲν ἔχει περιορισμούς, δὲν ἔχει ὅρια, ὅπως δὲν ἔχει καὶ ὁρισμένους μόνον ἀποδέκτες. Ἡ ἀγάπη ἀπευθύνεται σὲ ὅλους, εἶναι παγκόσμια, χωρὶς σύνορα, ἐθνότητες, πολιτισμούς, γνώσεις.

Μεῖζον ἡ ἀγάπη

.         Ἡ φράση ποὺ προείπαμε τῆς Ἀντιγόνης «γεννήθηκα, γιὰ νὰ ἀγαπῶ» ἔλεγε, εἶναι φράση μὲ νόημα ξεκάθαρο καὶ διαχρονικό, ποὺ σπάνια συναντοῦμε στὴν παγκόσμια ποίηση καὶ λογοτεχνία. Αὐτὴν εἶχε χαραγμένη στὰ φυλλοκάρδια του ὁ π. Εὐσέβιος καὶ τὴν βίωνε, ἀφοῦ τὴν θεωροῦσε, ὅπως καὶ εἶναι, ὡς αὐθεντικὴ διατύπωση τῆς πιὸ ἀρχέγονης καὶ ἀκατάλυτης ἀγάπης πολὺ πρὶν τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ φυσικὰ τοῦ οὑμανισμοῦ ποὺ ἀναπτύχθηκε τὸν 14ο καὶ 15ο αἰώνα.
.         Κάθε ἄνθρωπος γεννήθηκε, γιὰ νὰ ἀγαπᾶ, γιατὶ μόνο ἡ ἐκ φύσεως ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἀδικία, τὴν κακότητα, τὴν βία. Ἀντιστέκεται στοὺς πολέμους, ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ τὸ μίσος, τὴν κακία, τὴν πλεονεξία, καὶ τὴν ζήλεια, στοιχεῖα ἐπίκτητα στὴν ζωή μας.
.         Ἡ πολυδιάστατη, ὅμως, αὐτὴ ἀγάπη δὲν εἶναι προϊὸν ἠθικῆς ἀγωγῆς καὶ παιδείας, ἀλλὰ μιὰ ὑπαρξιακὴ δύναμη καὶ ἕνας ἀνώτερος φυσικὸς προορισμὸς στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι μόνο συναίσθημα καὶ σκέψη, εἶναι βίωμα καὶ πράξη, ποὺ διώχνει τὴν δειλία καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Εἶναι ἴσως ἡ μόνη ἐλπίδα, γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος. Νὰ νοιώσει τὸν πόνο καὶ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, νὰ συναισθανθεῖ τὸν προορισμό του καὶ κατὰ συνέπεια τὸ χρέος του. Γιὰ κάθε λογικὸ καὶ εὐαίσθητο ἄνθρωπο ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ ἀληθινὸ νόημα καὶ ἡ οὐσία τῆς ὑπάρξεώς του. Εἶναι ἡ ἐλπίδα στὸ νὰ γίνει ἡ γῆ μας Παράδεισος, νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Μαθ. ϛ´ 10).

Προσευχὴ ὅλο φῶς

.         Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος γιὰ νὰ ἀναλωθεῖ στὴν ἀγάπη ἔπρεπε νὰ συνδεθεῖ μὲ τὸ καλώδιο τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἡ σύνδεση γινόταν, ὅπως γίνεται σὲ ὅλους μας, μὲ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Αὐτὴ δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη του. Ἄλλωστε τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του ἦταν ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς, Αὐτὸς ποὺ τὶς ἄσχημες στιγμὲς τῆς ζωῆς του τὶς ὀμόρφαινε, Αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Γέροντας εἶχε διακαῆ ἐπιθυμία «εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Αὐτῷ εἶναι» (Φιλιπ. α´ 21). Τὸ μήνυμα τῆς προσευχῆς του ἦταν, ὅτι ὅποιος γεύθηκε τὴν γλυκύτητα της δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἐγκαταλείψει, γιατὶ γλυκύτερο πράγμα στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑπάρχει.
.         Κάποτε ἕνα πνευματικὸ τέκνο του, χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ἀπὸ αὐτόν, τὸν εἶδε νὰ προσεύχεται στὸ Κελλί του. Εἶχε ὑπερυψωμένα τὰ χέρια, αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα δεόταν στὸν Κύριο γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ ἔμοιαζαν μὲ δύο λαμπάδες ὁλόφωτες, ποὺ ἐκτείνονταν πρὸς τὰ πάνω. Εἶχαν ἐπικαλυφθεῖ ἀπὸ δέσμες πυρός, ὅπως αὐτὲς τῶν δύο αὐταδέλφων νεαρῶν ἀσκητῶν, τοῦ Μαξίμου καὶ τοῦ Δομετίου, στὴν χάρη καὶ τῶν ὁποίων εἶχε ἀφιερώσει τὸ ἀσκητικό του κελλάκι, τὸν εὐκτήριο οἶκο του, στὸ Κρυονέρι. Ζοῦσε ὁ π. Εὐσέβιος στὴν χώρα τοῦ ἀκτίστου, τοῦ Θαβωρείου φωτός.
.         Μὲ τὴν προσευχή του ὁ π. Εὐσέβιος μποροῦσε καὶ «ὄρη μεθιστάνειν» (Α´ Κορ. ιγ´ 2), ὄρη ψυχῶν ποὺ ἐμπόδιζαν τὰ ζωήρρυτα νάματα τῆς ἐπιγνώσεως καὶ τῆς μετανοίας νὰ διεισδύσουν καὶ νὰ τὶς καλλιεργήσουν πνευματικά. Στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, κοντὰ στὴν πόλη Ratvik, ὅπου ἡ πρόσβαση ἦταν δύσκολη καὶ ἡ περιοχὴ ἐρημική, μιὰ ψυχὴ μὲ τὴν δύναμη τῆς θελήσεώς της, καὶ γιατὶ ὄχι μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ διορατικοῦ Γέροντος, κατάφερε καὶ ἔφθασε. Ἦταν καλοκαίρι καὶ τὸ τοπίο ἦταν ὑπέροχο, γεμάτο ἔλατα. Ὁ Γέροντας ποὺ ἔδειχνε νὰ μὴν γνωρίζει τίποτα γιὰ τὸν ἐρχομό της, ἀφοῦ δὲν εἶχε εἰδοποιηθεῖ, ὅταν τὴν ὑποδέχθηκε, τὴν ἀποκάλεσε μὲ τὸ ὄνομά της, -τυχαῖο;- καὶ τὴν ἔβαλε νὰ φάει σὲ ἕνα τραπέζι ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ἐκ τῶν προτέρων. Τὸ γεῦμα καὶ τὸ τραπέζι ἦταν ὅλα προετοιμασμένα γιὰ δύο ἄτομα -καὶ αὐτὸ τυχαῖο;-. Στὸ Ἡσυχαστήριο δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄλλος.
Ἡ ἐπισκέπτρια ἔθεσε στὸν Γέροντα τὶς ἀπορίες της, ἔκλαυσε, παραπονέθηκε, ἐξομολογήθηκε καὶ ἔνοιωσε τὴν ψυχή της πραγματικὰ ἀνάλαφρη. Ἦταν τόσο χαρούμενη καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ ψυχικά της βάρη ποὺ μονολόγησε: «Τὸ μόνο ἐπιπλέον πράγμα ποὺ θὰ ἤθελα αὐτὴ τὴν στιγμὴ εἶναι νὰ ἔβλεπα αὐτὸ τὸ ὑπέροχο δάσος χιονισμένο». Ὁ π. Εὐσέβιος μὲ τὸ διορατικό του φίλτρο συνέλαβε τὴν ἐπιθυμία της καὶ προσευχήθηκε θερμά. Νὰ ποὺ ἡ «προσευχὴ ταπεινοῦ νεφέλας διέρχεται» (Σοφ. Σειρ. 35, 17) καὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ μετακινεῖ καὶ βουνά.
.         Σὲ λίγα λεπτὰ ἄρχισαν νὰ χορεύουν νιφάδες καὶ ἕνα ἁπαλὸ ἄσπρο σεντόνι σκέπασε τὰ πάντα μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ καλοκαιριοῦ! Ἡ προσευχὴ τοῦ Γέροντα εἶχε εἰσακουσθεῖ καὶ ὁ καλός μας Θεὸς καὶ αὐτὴ τὴν κρύφια ἐπιθυμία τῆς προσκυνήτριας ἐκπλήρωσε, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι ὁ Θεὸς ἀκούει τὶς προσευχὲς τῶν δικαίων. Μᾶς τὸ εἶπε: «Ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω» (Ἰωάν. ιδ´ 14).

Μάξιμος καὶ Δομέτιος

.         Ὁ π. Εὐσέβιος ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στοὺς σήμερα ἑορταζομένους Ὁσίους αὐταδέλφους, τὸν Μάξιμο καὶ τὸν Δομέτιο, τοὺς δύο νεαροὺς Ὁσίους, «τοὺς ἁγιασθέντας διὰ τῆς εὐχῆς. Θαύμαζε τὴν ἄσκησή τους, τὴν προσευχή τους, τὴν σκληραγωγία καὶ τὴν σιωπή τους, τὴν ἐπιδίωξη τῆς ἀφάνειας, ὥστε τὴν ἀρετή τους νὰ γνωρίζει μόνο ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε καὶ στὸν πνευματικό τους καθοδηγητὴ νὰ τὴν γνωρίσει λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ὁσιακή τους κοίμηση. Θαύμαζε καὶ τοὺς τιμοῦσε κατὰ τὸ χρυσοστομικὸ «τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου».
.         Οἱ Μάξιμος καὶ Δομέτιος ἦταν ἀδελφοὶ ἀπὸ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρὰ τὴν εὐμάρεια καὶ τὶς ἀνέσεις τῆς οἰκογενείας τους ἦσαν ἀκάματοι ἐργάτες τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς σιωπῆς, τῆς ξενιτείας καὶ τῆς σκληραγωγίας. Ἡ ὄψη τους, ὄψη νεαρῶν ποὺ εἶχαν μεγαλώσει μέσα σὲ χλιδή, ξεγελοῦσε καὶ δὲν ἄφηνε νὰ καταλάβει κανεὶς τὴν μυστική τους πνευματικότητα καὶ νὰ δεῖ τὰ πολύτιμα διαμάντια τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ κρύβονταν μέσα τους. Τὰ διαμάντια αὐτὰ τὰ ἔκρυβαν μὲ τόση ἐπιμέλεια, ποὺ δὲν τὰ διέκρινε οὔτε καὶ ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Νιτρίας, ὁ Ἅγιος Μακάριος.
.         Ὅταν σὲ αὐτὸν ζήτησαν νὰ γίνουν μαθητές του στὴν ἔρημο, ἐκεῖνος θέλησε νὰ τοὺς διώξει βλέποντάς τους καλοαναθρεμμένους καὶ ἴσως ἀνίκανους γιὰ τὴν σκληρὴ δοκιμασία τῆς ἐρήμου. Ὁ λογισμός του, ὅμως, τοῦ ὑπαγόρευσε νὰ τοὺς δεχθεῖ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς σκανδαλίσει, ἀφοῦ ἂν δὲν ἄντεχαν, θὰ ἔφευγαν μόνοι τους. Μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ τοὺς ὑπέδειξε ἕνα μέρος, γιὰ νὰ κτίσουν ἕνα λιθόκτιστο κελλάκι καί, ἀφοῦ τοὺς ἐφοδίασε μὲ ἕναν πέλεκυ καὶ ἕνα σακκούλι γεμάτο ψωμιὰ καὶ ἁλάτι, τοὺς ἔδειξε πὼς νὰ πλέκουν ζεμπίλια μὲ βαγιὲς ἀπὸ ἕνα κοντινὸ ἕλος. Αὐτὰ θὰ τὰ πωλοῦσαν γιὰ νὰ   ἐξασφαλίσουν τὸν «ἐπιούσιον ἄρτον».
.         Γιὰ τρία ὁλόκληρα χρόνια οἱ νεαροὶ ἀγωνίσθηκαν ὑπεράνθρωπα μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ σιωπὴ καὶ ἔφθασαν σὲ μέτρα ἀρετῆς πολὺ ὑψηλά. Ζοῦσαν, ὅμως, καὶ ἐπιδίωκαν τὴν ἀφάνεια. Δὲν ἔδιναν σημεῖα προκοπῆς οὔτε σὲ αὐτὸν στὸν ἀββᾶ Μακάριο, ἀφοῦ μόνο στὴν ἐκκλησιὰ πήγαιναν, γιὰ νὰ μεταλάβουν, καὶ ἐκεῖ σιωπώντας.
.         Κάποια ἡμέρα αὐτὸς μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ ξεκίνησε νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ, γιὰ νὰ γνωρίσει τὴν κρυφή τους, ἂν ὑπῆρχε, πρόοδο. Ὅταν ἔφθασε στὸ κελλί τους, τὸν ὑποδέχθηκαν οἱ δύο νεαροὶ ἀσκητὲς καὶ τὸν ἀσπάσθηκαν μὲ σιωπή, ἐνῶ ὁ μικρότερος μὲ νεῦμα τοῦ μεγάλου συνέχισε τὴν πλοκὴ τῶν ζεμπιλιῶν του. Μετὰ τὴν ἐνάτη παρέθεσαν λίγο λιτὸ φαγητὸ καὶ τρία παξιμάδια γιὰ δεῖπνο. Σιωπώντας πάλι κάλεσαν τὸν Ἀββᾶ Μακάριο στὸ τραπέζι καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ρώτησαν, ἂν θὰ ἔφευγε ἢ θὰ ἔμενε μαζί τους τὸ βράδυ. Ἡ σιωπή τους τὸν εἶχε μαγνητίσει καὶ στὴν διερευνητική του ἐπιθυμία νὰ γνωρίσει τὸν ἐσωτερικό τους κόσμο, ἔδωσε καταφατικὴ ἀπάντηση. Ἐκεῖνοι τότε ἔστρωσαν ἕνα ψαθὶ γιὰ τὸν ἐπισκέπτη τους καὶ ἕνα ἄλλο στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς καλύβας γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Μόλις πλάγιασαν, ὁ Ἀββᾶς Μακάριος προσευχήθηκε στὸν Θεό, νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὴν ἐργασία τους. Τότε ἄνοιξε ἡ στέγη καὶ ἔγινε φῶς, σὰν νὰ ἦταν ἡμέρα. Οἱ δύο ἀδελφοί, ὅμως, δὲν ἔβλεπαν τὸ φῶς καί, πιστεύοντας ὅτι ὁ Ἀββᾶς Μακάριος κοιμήθηκε, σηκώθηκαν καὶ ἁπλώνοντας τὰ χέρια στὸν οὐρανὸ ἄρχισαν νὰ προσεύχονται. Ἔβλεπε τότε ὁ Μέγας Καθηγητὴς τῆς ἐρήμου μυῖγες, νὰ προσπαθοῦν τὰ πλησιάσουν τὸν μικρότερο ἀδελφό, ποὺ τὸν περιτείχιζε Ἄγγελος Κυρίου κρατώντας πύρινη ρομφαία. Τὸν μεγαλύτερο ἀδελφὸ δὲν τὸν πλησίασαν.
.         Κατὰ τὸ πρωῒ ξεκίνησαν ὅλοι μαζὶ τὴν ὀρθρινὴ προσευχή. Καὶ ἔβλεπε πάλι στὴν διάρκειά της ὁ Ἀββᾶς Μακάριος, σὲ κάθε στίχο τοῦ ψαλτηρίου ποὺ ἔλεγαν, νὰ βγαίνει λαμπάδα φωτιᾶς ἀπὸ τὸ στόμα τους, ποὺ ἔφθανε ὡς τὸν οὐρανό. Μετὰ τὸ τέλος τῆς προσευχῆς ὁ θεῖος Μακάριος ἔκπληκτος γιὰ τὸ ὑπερφυέστατο θέαμα τοὺς ζήτησε νὰ εὔχονται γι’ αὐτὸν καὶ αὐτοὶ πάλι σιωπώντας πῆραν τὴν εὐχή του καὶ τὸν χαιρέτησαν. Ὁ Γέροντας ἀπομακρύνθηκε, ἀφοῦ εἶχε διαπιστώσει ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς εἶχε φθάσει στὴν τελειότητα, ἐνῶ ὁ μικρότερος δεχόταν ἀκόμη ἐπιθέσεις ἀπὸ τὸν πονηρό, ἀπὸ τὶς ὁποῖες, ὅμως, προστατευόταν ἀπὸ Ἄγγελο γιὰ τὴν ὑπερφυσική του ἄσκηση καὶ τὸν πόθο του γιὰ πνευματικὴ τελείωση.
.         Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες κοιμήθηκε ὁ μεγάλος ἀδελφὸς τὸν ὕπνο τῶν δικαίων καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες καὶ ὁ μικρότερος. Ὁ ἀββᾶς Μακάριος ἔκτοτε τοὺς παρουσίαζε σὰν πρότυπα ἀσκήσεως καὶ ἔδειχνε τὸν τόπο τους γιὰ παραδειγματισμὸ στοὺς ἄλλους ἀσκητὲς λέγοντας: «Ἐλᾶτε τὰ δεῖτε τὸν τόπο μαρτυρίου τῶν νεαρῶν, ποὺ ἁγίασαν μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν σιωπή».
.         Οἱ ἀδελφοὶ αὐτοί, Μάξιμος καὶ Δομέτιος, τιμῶνται πολὺ στὴν ἔρημο τῆς Νιτρίας καὶ τὸ μοναστήρι ποὺ δημιουργήθηκε στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς τους ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους σήμερα «Μονὴ Baramous», ποὺ σημαίνει «Μονὴ τῶν Ρωμιῶν», τῶν νεαρῶν χριστιανῶν εὐγενῶν αὐταδέλφων, τῶν ἐραστῶν τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Αὐτοὺς τοὺς αὐταδέλφους εἶχε πρότυπα ὁ π. Εὐσέβιος μιμούμενος τὴν ἀποταγὴ τοῦ κόσμου, τὴν προσευχή, τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἐργασία.
.         Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς αὐτὴ ἡ ψυχή, ποὺ γεννήθηκε γιὰ ν’ ἁγιάσει, ὁ Γέροντας Εὐσέβιος, ὁ ἱεραπόστολος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προσευχῆς, ὀ ἀναζητητὴς τοῦ ἀπολύτου!

Ἐλάχιστη προσφορά

.         Σεβασμιώτατε, σεβαστοί μοι Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἔχοντας πλήρη ἐπίγνωση ὅτι ὁ μοναδικὸς Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν ἕνας πολύεδρος ἀδάμαντας τῆς ἀρετῆς, τῆς ἀγάπης, τῆς προσευχῆς, τὸν ὁποῖο ἀπὸ ὅποια ὀπτικὴ γωνία καὶ ἂν τὸν κοίταζες αἰσθανόσουν θάμβος, τόλμησα νὰ τὸν δῶ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου καὶ ἡ ἀκτινοβολία του μὲ θάμπωσε. Στὴν ἱερὴ μνήμη του, ἔτσι θαμπωμένος, τόλμησα ὁ ἀνάξιος νὰ καταθέσω αὐτὲς τὶς σκέψεις νομίζοντας ἀφελῶς ὅτι κάτι προσφέρω. Τὸ ἔκανα, γιὰ νὰ ἐξωτερικεύσω τὴν ἀνάγκη μου νὰ προσφέρω ἀπὸ τὸ ἄντλημα τῆς καρδιᾶς μου «εὐσεβείας νάματα».
.         Ὁ π. Εὐσέβιος δὲν ἔχει ἀνάγκη προβολῆς ὡς οὐρανοπολίτης, οὔτε ἤθελε προβολὲς καὶ παρουσίες στὴν ἐπίγεια ζωή του. Ζοῦσε στὴν ἀφάνεια καὶ τὸν γέμιζε ἡ πανταχοῦ παρουσία τοῦ Κυρίου μας, τὸ κάλλος τῆς μορφῆς τοῦ ὁποίου τώρα ἀπολαμβάνει μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια. Ἐμεῖς, ὅμως, οἱ ζῶντες, «οἱ περιλειπόμενοι» (Α´ Θεσ. δ´ 15), ἔχουμε ἀνάγκη νὰ δροσισθοῦμε μὲ νάματα σωτηρίας, μὲ νάματα εὐσεβείας. Τὸ ἄντλημά μου, δυστυχῶς, εἶναι μικρό. Ἴσως, ὅμως, προβάλλοντας τὸν π. Εὐσέβιο, νὰ ἐπέμβει ἐκεῖνος καὶ ὡς ἀντίδωρο ἀγάπης νὰ δροσίσει κάποιες διψασμένες καρδιές, ὅπως ἔπραττε καὶ ὅσο χρόνο ἦταν μαζί μας, ὁδηγώντάς τες στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Χριστό μας, ποὺ τόσο αὐτὸς ἀγάπησε. Ἔτσι, δροσισμένες στὸ καῦμα τοῦ σύγχρονου κόσμου, τοῦ κόσμου τοῦ αἰῶνος τούτου, τοῦ ἀπατεῶνος, ἂς ἀνάψουν ἕνα κερὶ στὴν μνήμη του καὶ ἂς τὸν ἐπικαλεσθοῦν στὰ προβλήματά τους ὡς «Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ». Μὲ τὴν ἐπεξήγηση αὐτῆς τῆς φράσεως θὰ κλείσω τὴν σύντομη γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο εἰσήγησή μου.
.         Ὁ Γέροντας, γνωστὸ σὲ ὅλους, ὑπῆρξε ἀφιλάργυρος. Βίωνε τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ καὶ πλούτιζε τοὺς ἄλλους μὲ ἀγάπη καὶ μὲ ὅσα ἡ ἀγάπη τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν τοῦ ἔδινε, γιὰ φιλανθρωπία. Γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἐνδεεῖς ἧταν «»πατερούλης», ὅσο ζοῦσε καὶ ὁ «πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» μετὰ τὴν κοίμησή του. Χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωση μιᾶς νέας κοπέλλας ποὺ ἀναπαυόταν πνευματικὰ στὸν Γέροντα καὶ δεχόταν τὸ προϊὸν ὄχι μόνο τῶν προσευχῶν του, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑλικῆς του στηρίξεως. Ὁ Γέροντας γνώριζε τὸ δυφυὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ δὲν ἔμενε σὲ εὐχολόγια. Δὲν ἔλεγε:
-Ὕπαγε καὶ ἐγὼ θὰ προσεύχομαι γιὰ σένα.
.         Τί νὰ τὴν κάνει κανεὶς μόνο τὴν εὐχή, ὅταν τὸ στομάχι διαμαρτύρεται; Ὁ π. Εὐσέβιος ὄχι μόνο πονοῦσε γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἀλλὰ μεριμνοῦσε καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν τους ἀναγκῶν. Ἦταν πραγματικὸς πατέρας. Ἦταν εἰς τύπον Χριστοῦ.
.         Τὴν κοπέλλα αὐτὴ πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε εὐεργετήσει καὶ αὐτὴ ἔνοιωθε τὸν Γέροντα ὄχι μόνο πνευματικὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ τροφέα καὶ ἀνακουφιστὴ καὶ ἀρωγὸ στὶς καθημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς.
.         Ἦλθε ἡ εὐλογημένη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς κάλεσε τὸν Γέροντα Εὐσέβιο γιὰ νὰ τὸν κάνει οὐρανοπολίτη, νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα. Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση ἡ νεαρὴ βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση. Ποιός τώρα θὰ τῆς κάλυπτε τὰ ἔξοδα; Ποιός θὰ τὴν βοηθοῦσε;
.         Ἀπελπισμένη σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ψέλλισε:
-Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ, τί θὰ ἀπογίνω τώρα;
.         Ἡ ἔκπληξη ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὸ ἑπόμενο πρωῒ βρίσκει κάτω ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ της ἕναν φάκελλο. Εἶχε ὄνομα: «π. Εὐσέβιος». Τὸ ἄνοιξε βιαστικὰ καὶ ἔμεινε ἄφωνη. Ὁ «Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» εἶχε μεριμνήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες της. Θαυμαστό; Ναί. Γράμμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ χρηματικὸ ποσό, ἱκανὸ νὰ τῆς λύσει τὰ τρέχοντα οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ ὄχι μόνον.
.         Σεβασμιώτατε, ἡ ἐποχή μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ Εὐσεβίους. Εὐσέβιοι μᾶς χρειάζονται, γιὰ νὰ μᾶς καθοδηγοῦν στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Ζωοδότη μας Χριστό. Εὔχεσθε, νὰ πληθαίνουν οἱ Εὐσέβιοι πρὸς σωτηρίαν ψυχῶν καὶ δόξαν τοῦ παναγίου ὀνόματός Του. Ἀμήν.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: