ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΒΙΩΜΑ ΜΕΣΑ ἀπὸ ἕνα κατηχητικὸ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Χαρ. Μπούσιας)

Χριστιανικὸ βίωμα
μέσα ἀπὸ ἕνα κατηχητικὸ τραγούδι
 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             να ὄμορφο τραγούδι τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων μὲ θαυμάσιους στίχους, ὅλο νόημα, τραγούδι ποὺ ἐμπεριέχει τὴν ἔμπρακτη χριστιανικὴ ζωή, αὐτὴν μὲ τὴν ὁποία γνωρίζεται ὁ γνήσιος χριστιανὸς καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία δοξάζεται ὁ Κύριός μας, λέει:
Χαρὰ στὰ μάτια ποὺ δακρύζουν
γιὰ κάποιον ἄλλον ποὺ πονᾶ,
γιατὶ τὰ μάτια αὐτὰ θὰ δοῦνε
τοῦ Παραδείσου τὰ ἀγαθά.
.             Εὐλογημένα εἶναι τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ποὺ δακρύζουν γιὰ τὸν πόνο τῶν ἄλλων, ποὺ τοὺς ἐγγίζουν τὰ βάσανα τῶν γύρω τους, ποὺ συμπάσχουν μὲ αὐτούς, συμμετέχουν στὸν πόνο καὶ στὶς θλίψεις τους, ποὺ «χαίρουν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίουν μετὰ κλαιόντων (῾Ρωμ. ιβ´ 15). Αὐτὲς οἱ εὐλογημένες ὑπάρξεις θὰ βραβευθοῦν ἀπὸ τὸν οὐράνιο Κριτὴ καὶ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἀπολαύσουν τοῦ Παραδείσου τὰ ἀγαθά, «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α´ Κορ. β´ 9).
.             Γιὰ νὰ δακρύσουν, ὅμως, τὰ μάτια μας, στὶς δυσκολίες τῶν συνανθρώπων μας πρέπει ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι σπλαγχνική. Γιὰ νὰ ἀναβλύσουν δάκρυα στὰ μάτια μας πρέπει νὰ ὑπάρχει μέσα μας μιὰ πηγή, ἡ πηγὴ τῆς συμπόνοιας, τῆς εὐσπλαγχνίας, αὐτῆς ποὺ εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Χωρὶς εὐσπλαγχνία οἱ πνεύμονές της δὲν λειτουργοῦν καὶ ἐπέρχεται ἐπώδυνος ὁ αἰώνιος θάνατος. Καὶ στὸ ὡραιότερο καὶ πιὸ θαλερὸ δάσος μὲ τὸ πλούσιο ὀξυγόνο ἂν βάλλουμε τὸν ἄσπλαγχνο, ἐκεῖνος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χαρεῖ, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπνεύσει, ἀφοῦ ἔχει κατεστραμένους τοὺς πνεύμονές του! Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι ὁ ἄσπλαγχνος καὶ τὶς ὀμορφιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει, ἀφοῦ ὅλες οἱ ὀμορφιὲς στηρίζονται στὴν εὐσπλαγχνία καὶ τὶς ὀμορφιὲς θὰ στερηθεῖ τοῦ Παραδείσου, ἀφοῦ αὐτὲς ἔχουν δημιουργηθεῖ γιὰ τοὺς εὐσπλάγχνους ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς ἀγάπης.
.             Οἱ φτωχοὶ ἀλλὰ εὔσπλαγχνοι αὐτῆς τῆς ζωῆς θὰ εἶναι οἱ πρίγκηπες τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ πρίγκηπες σκληρόκαρδοι αὐτῆς τῆς ζωῆς θὰ εἶναι οἱ πάμφτωχοι τῆς ἄλλης, αὐτοὶ ποὺ δὲν θὰ τοὺς δοθεῖ τὸ εἰσιτήριο τῆς ἄλλης ζωῆς, ἀλλὰ τὸ εἰσιτήριο τοῦ διαρκοῦς θανάτου. Γνωστὴ εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ ἄσπλαγχνου πλουσίου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου.
.             Ἕνας σύγχρονος ποιητὴς γράφει ὅτι ἂν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄλλο στὴν κοινωνία τῶν προσώπων ποὺ ζοῦμε, τότε εἴμαστε κιόλας νεκροί, εἴμαστε ζωντανοὶ νεκροί. Ὁ ὁσιώτατος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης ἔλεγε: «Ὅσο κτυπάει ἡ καρδιά μου δὲν θὰ πάψω νὰ ἀγαπῶ. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη μοῦ δίνει ζωή. Ζῶ γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ νοιώθω ζωντανὸς ἐπειδὴ ἀγαπῶ». Ἂν θέλουμε ὅλοι μας νὰ λεγόμαστε ἄνθρωποι ὀφείλουμε νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς στὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου. Καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ ἄλλου περνάει μέσα ἀπὸ τὴν ἁπλοχεριὰ τὴν δική μας, ἀπὸ τὴν συμπόνοια μας, ἀπὸ τὴν εὐπλαγχνία μας. Καὶ αὐτή, ὅμως, ὅσο μεγάλη καὶ νὰ εἶναι, εἶναι ἐλάχιστη ἐμπρὸς στὴν εὐπλαγχνία τοῦ Θεοῦ μας. Ἔγραφε ἡ Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Πορταριᾶς ὅτι, «ὅπως ἡ θάλασσα καὶ ὁ οὐρανὸς δέν ἔχουν τέλος, ἔτσι καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀτελείωτη. Καὶ ὅση εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ,τόση πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀτελείωτη, γιὰ νὰ ἔρθει καὶ τὸ ποθεινὸ εἰσιτήριο τοῦ Παραδείσου».
.             Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἔλεγε ὅτι «ἡ εὐσπαλγχνία εἶναι ἀπέραντη δύναμη. Αὐτὴ μικραίνει τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν Θεό, ἀνάμεσα στὴν γῆ καὶ τὸν οὐρανό. Ἐκεῖ ὅπου πραγματοποιεῖται τὸ Εὐαγγέλιο, ἐκεῖ ἤδη ἐμφανίζεται ὁ Παράδεισος. Ὁ Θεός τίποτε δὲν ἀγαπάει τόσο, ὅσο τὴν εὐσπλαγχνία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ σπλαχνικὸς ἄνθρωπος μοιάζει μὲ τὸν Θεό. Ἡ εὐσπλαγχνία ἔχει θεϊκὴ καταγωγή, διότι, ἀπὸ τὸν Θεὸ γεννιέται, μὲ τὸν Θεὸ ἀναπτύσσεται καὶ μὲ τὸν Θεὸ ὡριμάζει. Χωρὶς εὐσπλαγχνία ὁ Θεὸς θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι Θεός, ὅπως καὶ ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ εἶναι Ἄνθρωπος».
.             Ἁπλὸ παράδειγμα εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ βλέπουμε στὸ χορτασμὸ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν μὲ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθεῖς. Διαβάζουμε στὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον ὅτι «ὁ Ἰησοῦς εἶδεν πολὺν ὄχλον καὶ «εὐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς» (Ματθ. ιδ´ 14)! Κατάλαβε ὁ Χριστός μας ὅτι πεινοῦσαν. Πῶς μποροῦσε νὰ τοὺς ἀφήσει νηστικούς, Αὐτὸς ποὺ διατρέφει τὰ σύμπαντα; Τοὺς σπλαγχνίσθηκε καὶ ἔκανε τὸ θαῦμα Του, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι καὶ ἐμεῖς ὅταν σπλαγχνιζόμαστε τοὺς ἄλλους γίνεται μέγα θαῦμα μυστικὰ καὶ ὄχι μόνο πολλαπλασιάζουμε τὰ ἀγαθά μας, ἀλλὰ βλέπουμε καὶ τὸ εἰσιτήριο τοῦ Παραδείσου νὰ μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ πολυεύσπλαγχνου Θεοῦ μας.
.             Τὰ δάκρυα τώρα τῆς συμπόνοιας, ὅπως καὶ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας ἀποτελοῦν δῶρο Θεοῦ, ἀφοῦ ὑποδουλώνουν ὅτι προέρχονται ἀπὸ καρδιὰ δοσμένη ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό μας. Οἱ δικές μας καρδιές, ὅμως, δὲν τοῦ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ δοσμένες. Εἴμαστε δίψυχοι. Μᾶς ἀρέσει καὶ ὁ Θεός, μᾶς ἀρέσει καὶ ο μαμωνᾶς. Μᾶς ἀρέσει ἡ ἀρετή, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ ἁμαρτία. Μᾶς ἀρέσει ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ τὸ κοσμικὸ φρόνημα. Λησμονοῦμε ὅτι, «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. ϛ´ 14, Λουκ. ιϛ´ 13). Ἔτσι, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ δῶρο τῶν δακρύων δὲν τὸ θέλουμε, τὸ ἀποφεύγουμε, γιατὶ ἡ καρδιά μας ἔχει σκληρύνει. Δὲν θέλουμε νὰ κλαῖμε, νὰ στενοχωριόμαστε, νὰ στερούμαστε γιὰ νὰ δίνουμε, νὰ δοκιμαζόμαστε. Ἔτσι, μάθαμε καὶ τὰ παιδιά μας, γι’ αὐτὸ τὰ ἔχουμε «μὴ στάξει καὶ μὴ βρέξει» καὶ δημιουργοῦμε ἄβουλα παιδιὰ καὶ εὐάλωτα στὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀπαιτητικά, ἀχόρταγα καὶ ἀχάριστα.
.              Συνεχίζει τὸ τραγούδι μας:
Χαρὰ στὸ στόμα ὅπου λέγει

λόγια παρήγορα, γλυκά,
γιατὶ τὸ στόμα αὐτὸ θὰ ψάλλει
μὲ τοὺς Ἀγγέλους: Ὠσαννά!
.             Εὐλογημένο εἶναι τὸ στόμα ποὺ λέει λόγια παρήγορα, γλυκά. Τὸ στόμα ἀποτελεῖ τὴν θύρα τῆς καρδιᾶς, εἶναι ὁ «ἐκπρόσωπος τύπου» της. Μᾶς λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ὅτι, «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ´ 34). Ὅ,τι ἔχει ἡ καρδιά, αὐτὸ θὰ πεῖ ἡ γλῶσσα. Αὐτὴ ἀποκαλύπτει τὸν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ καθενός μας. Ἂν σὲ μιὰ δεξαμενὴ ρίχνουμε συνεχῶς νερό, αὐτὴ γεμίζει μέχρι πάνω, καὶ ξεχειλίζει. Αὐτὸ ποὺ ξεχειλίζει, εἶναι τὸ περίσσευμα, καὶ αὐτὸ βγάζει τὸ στόμα. Ἂν στὴν δεξαμενὴ μέσα πέσει ἕνα φίδι ἁμαρτίας, κοσμικῆς ζωῆς, ἐμπάθειας, ἐγωϊσμοῦ, φιλοχρηματίας, φιλοπρωτίας, καὶ τὴν δηλητηριάσει τότε ὅλο τὸ νερὸ εἶναι ἀκατάλληλο καὶ φυσικὰ καὶ τὸ ξεχείλισμά της εἶναι δηλητηριασμένο. Ἂν στὴν δεξαμενὴ ρίξουμε λίγο ἁγιασμὸ καλῶν ἔργων, μετανοίας, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς, προσευχητικῆς διαθέσεως, τότε ἁγιάζεται ὅλη καὶ τὸ ξεχειλισμά της εἶναι ἁγιασμός, εἶναι «ὕδωρ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ´ 14).
.             Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἔχει στὴν ψυχή του πολύτιμο θησαυροφυλάκιο ἀγαθῶν σκέψεων καὶ συναισθημάτων, καὶ ἀπὸ τὸν ἀγαθὸ αὐτὸ θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του βγάζει καλωσύνη, λόγια καὶ πράξεις ἀγαθές. Ἐνῶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κακὸ θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του βγάζει κακότητα. Ἔτσι, τὸ στόμα μας μιλάει ἀπὸ τὸ περίσσευμα καὶ τὸ ξεχείλισμα τῆς καρδιᾶς μας μὲ ἀποτέλεσμα, ὅταν συμβουλεύουμε τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς συμβουλεύουμε ἀνάλογα μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε στὴν κρυμμένο μέσα της. Καὶ ἂν δὲν ἔχουμε διορθώσει τὸν ἑαυτό μας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουμε ὁδηγοὶ ὠφέλιμοι σὲ αὐτούς; Μᾶς τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Καθαρθῆναι πρῶτον καὶ εἶτα καθάραι, φωτισθῆναι καὶ εἶτα φωτίσαι, ἐγγίσαι Θεῷ καὶ προσαγαγεῖν ἄλλους». Πρῶτα θὰ καθαρισθοῦμε, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ καθαρίσουμε καὶ τοὺς ἄλλους, πρῶτα τὰ φωτισθοῦμε καὶ ἔπειτα θὰ φωτίσουμε, πρῶτα ἐμεῖς θὰ προσεγγίσουμε τὸν Θεό μας καὶ ἔπειτα θὰ ὁδηγήσουμε σὲ Αὐτὸν καὶ ἄλλους.
.             Λέγει πάλιν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω, ἀλλὰ εἴ τις ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας» (Ἐφεσ. δ´ 29). Νὰ μὴν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας λόγος ἄσχημος, ἀλλὰ καλός, γιὰ νὰ οἰκοδομοῦμε μὲ αὐτὸν ψυχές.
.             Εὐλογημένο, λοιπόν, εἶναι τὸ στόμα ποὺ λέει λόγια παρήγορα, λόγια ἀγάπης, λόγια παραμυθίας, λόγια οἰκοδομῆς. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη νὰ ἀκούσουμε τέτοια λόγια, γιατὶ ὅλοι σηκώνουμε τὸν προσωπικό μας σταυρό. Μᾶς προστρέπει σὲ αὐτὸ πάλιν ὁ Παῦλος λέγοντας: «Παραμυθεῖσθε τοὺς ὀλιγοψύχους» (Α´ Θεσ. ε´ 14), γιὰ νὰ συνεχίσει: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως, ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν, εἰς τὸ δύνασθαι ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ τῆς παρακλήσεως ἧς παρακαλούμεθα αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ» (Β´ Κορ. α´ 3-4).
.             Εὐλογητὸς ἂς εἶναι, μᾶς λέει, ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ φιλεύσπλαγχνος Πατέρας καὶ Θεὸς κάθε παρηγορίας, ὁ ὁποῖος μᾶς παρηγορεῖ σὲ κάθε μας θλίψη, ὥστε νὰ μποροῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ παρηγοροῦμε ἄλλους σὲ ὁποιανδήποτε θλίψη τους, μὲ τὴν παρηγοριά, μὲ τὴν ὁποία ἐμεῖς οἱ ἴδιοι παρηγορούμεθα ἀπὸ τὸν Θεό.
.                 Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης, ὁ σύγχρονος ὅσιος ἱεραπόστολος, ὡς γνήσιος δοῦλος Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτος ἐκφραστὴς τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὰ παραστρατημένα παιδιὰ ἦταν ἄμεση. Ὡς πνευματικὸς δὲν ἔβαζε ἐπιτίμιο. Τὸ «ἐγὼ φταίω» εἶχε ἀντικαταστήσει μέσα του τὸ «φταῖς»! Πάντα ἔρριχνε στὸν ἑαυτό του τὸ φταίξιμο. «Ἄν ἐμεῖς εἴμαστε καλύτεροι, δὲν θὰ ἔπεφταν στὴν ἁμαρτία οἱ ἄλλοι», ἔλεγε. «Ἂν ἐμεῖς τοὺς ρίχναμε τὸ σωσίβιο τῆς ἀγάπης, θὰ τοὺς σώζαμε πρὶν καταποντισθοῦν στὸν βυθὸ τῆς ἁμαρτίας. Ἔπεσαν οἱ ἄλλοι στὴν ἁμαρτία ἀπὸ δική μας ἀμέλεια». Βλέπετε, ὁ Γέροντας, βίωνε μέσα του τὴν εὐθύνη τῶν ψυχῶν, βίωνε τὴν ἱεραποστολή, βίωνε τὴν φιλαδελφία. Ἔτρεχε νὰ σώσει ψυχὲς καὶ ὄχι νὰ δικάσει, μιμούμενος τὸν ἀρχηγό μας καὶ τελειωτὴ Ἰησοῦ ποὺ ἔλεγε: «Οὐκ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἔτρεχε νὰ προλάβει, γιὰ νὰ μὴν κλάψει ἀργότερα ὡς «γλαὺξ θρηνωδοῦσα ἐπὶ τῶν ἐπειπίων»κατὰ τὴ ρήση τοῦ μεγάλου μας Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ἄλλωστε, ποιός εἶναι ἀναμάρτητος; Αὐτὸς τοῦ ἀναθέματος τὸν «λίθον βαλέτω» (Ἰωάν. η´ 7). Ὁ Γέροντας ἦταν ὄχι μόνο μιμητής, ἀλλὰ καὶ ὁμότροπος τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, στὸν Ναὸ τοῦ ὁποίου ἐξομολογοῦσε, στὸ Σιδηρόκαστρο. Θυμόταν ὅτι τὴν Ριζάρειο Σχολὴ, ὅπου ἐκεῖνος ἦταν Διευθυντής, ἐπέβαλε στὸν ἑαυτό του τὸ ἐπιτίμιο ποὺ ἅρμοζε στὸν ἄτακτο μαθητὴ μὲ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά. Καὶ μὲ τὴν πράξη του αὐτὴ τὸν κέρδισε.
.              Συνεχίζει στὸν ἑπόμενο στίχο τὸ τραγούδι:
Xαρά στὰ χέρια ὅπου ντύνουν
μικρὰ παιδιὰ καὶ ὀρφανά,
γιατὶ τὰ χέρια αὐτὰ θα γίνουν
φτερά, γιὰ νὰ πετοῦν ψηλά.
.             Ἐδῶ τὸ τραγούδι μᾶς προτρέπει στὴν ἔμπρακτη ἱεραποστολή. Μᾶς λέει ὅτι εἶναι σίγουρο, ὅτι μέσα ἀπὸ τὶς ἀγαθὲς πράξεις, τὶς πράξεις ἀγάπης γνωρίζει κανεὶς τὸν Θεό μας καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν γνωσιολογικὴ θεωρία: «Θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου δηλαδή, θρησκεία καθαρὴ καὶ ἀμόλυντος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι νὰ ἐπισκέπτεται κανεὶς ὀρφανοὺς καὶ χῆρες στὴν θλίψη τους καὶ νὰ τηρεῖ τὸν ἑαυτό του ἄσπιλο ἀπὸ τὸν κόσμο, δηλαδὴ τὸ κοσμικὸ φρόνημα» (Ἰακ. α´ 27). Ὁ Θεὸς μᾶς θέλει ἀλληλέγγυους καὶ μακαρίζει τὰ χέρια ποὺ προσφέρουν, ποὺ ντύνουν γυμνούς, ποὺ στεγάζουν ἀστέγους, ποὺ δίνουν χαρὰ σὲ φτωχὰ παιδιά, σὲ ὀρφανά, σὲ ἐμπερίστατα. Νὰ μὴν λέμε ὅτι δὲν ἔχουμε πολλά, γιὰ νὰ δώσουμε. Ὅσο δίνουμε τόσο περισσότερα μᾶς δίνει ὁ Θεός μας. Ὅχι μόνο δὲν θὰ στερηθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀποταμιεύσουμε στὰ ταμεῖα τοῦ οὐρανοῦ. Λησμονοῦμε ὅτι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ῥωμ. η´ 28); Μὲ ἄλλα λόγια: Δῶσε καὶ ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσει. Ἐὰν ὁ Θεὸς σὲ ἔκανε μούσκεμα μὲ τὴν βροχή Του, ὁ ἴδιος καὶ θὰ σὲ στεγνώσει μὲ τὸν ἥλιο Του, ὅπως λέει καὶ μιὰ Σλοβένικη παροιμία. Ὁ Χριστός μας ποὺ μεριμνᾶ γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα, δὲν θὰ μεριμνήσει καὶ γιὰ τοὺς ἐλεήμονες; Καὶ ἂν περάσουμε ἀπὸ κάποιο μικρὸ πειρασμὸ θὰ ποῦμε ὅτι ἦταν νεφύδριο καὶ ἔφυγε. Ὁ Θεὸς δίνει «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α´ Κορ. ι´ 13 ). Γιατί, λοιπόν, νὰ θλιβόμαστε, γιατὶ νὰ ἀποθαρρυνόμαστε; Ἡ προσευχή μας θὰ μᾶς γεμίσει χαρά, ἀφοῦ ὁ Χριστός μας εἶναι ἡ ἴδια ἡ χαρά. Μὴν λησμονοῦμε ὅτι «ὅποιος ἔχει θλίψη, ὁ Χριστὸς τοῦ λύπει».
.             Σύγχρονο παράδειγμα ὀρφανοτρόφου ἔχουμε τὴν Γερόντισσα Ἀμφιλοχία, ἢ ὅπως πολλοὶ τὴν ξέρουν Μαρίκα Κουφάκη, ποὺ ἀναλώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῶν ὀρφανῶν τῶν Χανίων. Τὰ ὀρφανὰ αὐτὰ τὴν λάτρευαν σὰν μητέρα τους, τὴν φώναζαν «Μανούλα», γιατὶ ἡ ἀγάπη της ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν πολλῶν μητέρων, ἦταν, ὅπως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας μας, καὶ δὲν σταματοῦσε μὲ τὴν ἐνηλικίωση τῶν ὀρφανῶν, ἀλλὰ συνέχιζε μὲ τὴν οἰκογενειακή τους ἀποκατάσταση καὶ τὸ ἄγρυπνο ἐνδιαφέρον της γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα ζωή τους.
.             Τὸ πνευματικὸ βάθος τῆς Γερόντισσας φάνηκε, ὅταν κάποτε αὐτὴ ἀνθρώπινα ἀγανάκτησε, γιατὶ εἶδε ἀκαταστασία στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ποὺ ἡ ἴδια εἶχε κτίσει, καὶ ἀναστατώθηκε. Τότε τῆς παρουσιάσθηκε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ Ἅγιος ποὺ πολὺ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν κακότητα τῶν ἀνθρώπων στὴ ζωή του, ἀλλὰ οὐδέποτε ἀγανάκτησε, ἀλλὰ μὲ τὴν προσευχὴ ἔλυνε ὅλα τὰ προβλήματα, καὶ τὴν ἐνδυνάμωσε πνευματικὰ λέγοντας; Παράβλεπε! «Εἰ δ’ ἀγανακτεῖς καὶ σαυτὸν λυπεῖς καὶ τὸ φέρον σὲ φέρει», ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι.
.             Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τότε τὸ σύνθημα ποὺ ἐφάρμοζε πάντοτε στὴν ζωή της ἡ Γερόντισσα ἦταν τὸ «Συγχώρει καὶ προχώρει»!
Καὶ τελειώνει τὸ τραγούδι μὲ τὸν ὑπέροχο στίχο:
Χαρὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἀνοίγει
τὴν πόρτα στὸν περαστικό,
γιατὶ ἡ πόρτα αὐτὴ ἀνοίγει
στὴν Παναγιὰ καὶ στὸν Χριστό.
.             Μία ἀπὸ τὶς μεγάλες χαρὲς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ χαρὰ τῆς φιλοξενίας. Εὐλογημένο, λοιπόν, τὸ σπίτι ποὺ ἔχει τὴν πόρτα του ἀνοικτὴ στοὺς περαστικούς. Μοιάζει μὲ τὸ σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητέρας τοῦ Εὐαγγελιστῆ Μάρκου καὶ ἀδελφῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα στὰ Ἱεροσόλυμα. Εἶναι τὸ σπίτι στὸ ὁποῖο ἔγινε ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος καὶ ἡ Πεντηκοστή. Εἶναι τὸ σπίτι καταφύγιο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὸ ὁποῖο ἔτρεξε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν λύθηκαν τὰ δεσμά του καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν φυλακή.
.             Ἡ φιλοξενία λογιζόταν ὡς ἀρετὴ ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, ἂν καὶ δὲν εἶχαν γνωρίσει τὰ μηνύματα τοῦ Χριστοῦ. Λογιζόταν πράξη χρέους καὶ ἀρετῆς. Μάλιστα δέ, καθιέρωσαν ὡς προστάτη τῶν ξένων τὸν «πατέρα τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, τὸν Δία, δίνοντάς του καὶ τὸ προσωνύμιο Ξένιος Ζεύς. Ὁποιαδήποτε ἀσέβεια ἢ ἀπρεπὴς συμπεριφορὰ πρὸς τοὺς ξένους λογιζόταν ὕβρις πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Δία. Γνώριζαν ὅτι μέσα ἀπὸ τὸν ἱερὸ δεσμὸ τῆς φιλοξενίας ἀναπτύσσονται ὄχι μόνο ἀδελφικὲς σχέσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου προσλαμβάνει τὴν θεία καὶ ἀληθινή  της ἀποστολή.  Μὲ τὴν φιλοξενία ἀποδίδεται  ὁ ἐπιβαλλόμενος σεβασμὸς καὶ  ἡ δέουσα τιμὴ  στὸν κάθε συνάνθρωπό μας, ἀκόμη καὶ στὴν περίοδο ἑνὸς πολέμου. Ἡ ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας εἶναι τόσο μεγάλης ἀξίας, ὥστε στὴν βυζαντινὴ ἁγιογραφία ἡ Ἁγία Τριάδα μας νὰ ἀπεικονίζεται μὲ τὴν Φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ στοὺς τρεῖς ξένους ἀγγέλους κάτω ἀπὸ τὴν Δρὺ τὴν Μαμβρῆ, οἱ ὁποῖοι ἄγγελοι προτυπώνουν τὰ τρία Πρόσωπα τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ.
.             Τὴν ὕψιστη ἀξία τῆς φιλοξενίας ἐπισημαίνει ἐμφαντικὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς στὴν ἀναφορά του γιὰ τὴν μέλλουσα κρίση, ὅπου παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ξένο, τὸν ὁποῖο οἱ εὐλογημένοι τὸν πῆραν στὸ σπίτι τους, ἐνῶ οἱ καταραμένοι ὄχι. Ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με» ἢ «ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με» (Ματθ. κε´ 31-35).
.             Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινούμενος καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει καὶ παραγγέλει στοὺς Ρωμαίους: «Ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες» (Ρωμ. ιβ´ 9-13). Καὶ στοὺς Ἑβραίους γράφει χαρακτηριστικά: «Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε·  διὰ ταύτης γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους» (Ἑβρ. ιγ´ 1-2). Ἄλλωστε καὶ ὁ Ἀριμαθαίας Ἰωσὴφ τὴν φιλοξενία ἐπιδιώκοντας καὶ τὴν τιμὴ στοὺς νεκροὺς ἔσπευσε νὰ καθικετεύσει τὸν Πιλάτο νὰ τοῦ δώσει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Πολὺ συγκινητικὸ εἶναι τὸ τροπάριο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ποίημα τοῦ 13ου αἰῶνος τοῦ Γεωργίου Ἀκροπολίτου στηριζόμενο σὲ παλαιότερο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, μὲ τὴν ἱκεσία του: «Δός μοι τοῦτον τὸν Ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξενον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον…».
.             Ἔχοντες ἔμβλημα τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ξένους ξένιζε, μὴ ξένος γένῃ Θεοῦ», ἂς ἐμβαθύνουμε καὶ ἂς βιώσουμε μὲ πνεῦμα ταπεινώσεως, καταλλαγῆς καὶ φιλοξενίας στὰ πρόσωπα τῶν συνανθρώπων μας τοὺς στίχους τοῦ τραγουδιοῦ, γιὰ νὰ τύχουμε καὶ ἐμεῖς φιλοξενίας στὴν οὐράνια Βασιλεία.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

Διαφημίσεις

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: