ΤΟ ΥΨΩΜΑ ΤΟΥ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Τὸ ὕψωμα τοῦ χαρταετοῦ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Ὁ χαρταετὸς δὲν ὑψώνεται τυχαία τὴν Καθαρὰ Δευτέρα. Μᾶς προκαλεῖ νὰ ὑψωθοῦμε καὶ ἐμεῖς πνευματικὰ στὸν νοητὸ οὐρανὸ τῶν ὑψοποιῶν ἀρετῶν μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση, τὴν προσευχή, τὴν νηστεία, τὴν διαρκῆ ἐγρήγορση. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε, ὅπως ὁ ἀετός, τὸ ὑπερήφανο πουλὶ ποὺ ζεῖ στὰ ψηλὰ βουνά. Αὐτὸ ποὺ τὸ θέλγουν τὰ ψηλώματα, οἱ ἀπάτητες κορυφές, ποὺ ἀρέσκεται στὰ δύσκολα καὶ τὰ ἐπιδιώκει, ποὺ ἐπιθυμεῖ τὸ φῶς, ποὺ θέλει νὰ ἀγναντεύει ἀπὸ ψηλὰ τὴν θεϊκὴ δημιουργία, ποὺ πετᾶ ἐκεῖ ποὺ σπάνια μποροῦν νὰ τὸ ἀκολουθήσουν ἄλλα πτηνά. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε καὶ ἐμεῖς ὁμοιάζοντάς του στὰ ὑψηλὰ ἀποφεύγοντας τὸ σούρσιμο στὰ χθαμαλά! Μᾶς προκαλεῖ νὰ φθάσουμε στὶς δυσπρόσιτες κορυφὲς πετώντας καὶ ὄχι ἕρποντας. Νὰ φθάσουμε καὶ νὰ ἀγναντέψουμε ἀπὸ ψηλὰ ὅλη τὴν φύση ποὺ ἁπλώνεται μπροστά μας καὶ θαυμάζοντάς την μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς μας νὰ ἀναφωνήσουμε: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ΡΓ´ [103] 24).
.          Γιὰ νὰ ὑψωθεῖ, ὅμως, ὁ χαρταετὸς χρειάζεται τὰ ζύγια του, δηλαδὴ τὸ χαλινάρι του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατευθύνεται μέσα ἀπὸ τὸ σπάγγο, νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ μὲ ἴσες ἀποστάσεις. Ὅσο καλὸς καὶ μεγάλος καὶ ἂν εἶναι ὁ χαρταετός, ὅσο μεγάλη οὐρὰ καὶ ἂν ἔχει, ἂν τὰ ζύγια του δὲν προσεχθοῦν, δὲν σηκώνεται καὶ ἂν σηκωθεῖ γιὰ λίγο, πάλι ξαναπέφτει. Μᾶς θυμίζει τοὺς ἑαυτούς μας ποὺ δὲν ἔχουμε ζυγίσει καλὰ τὶς δυνάμεις μας καὶ προσπαθοῦμε νὰ ξεκινήσουμε τὸν ἀγῶνα τῆς σαρακοστῆς ἐπιπόλαια. Γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦμε σωστὰ καὶ νὰ ἀνέβουμε πνευματικὰ χρειάζεται νὰ ζυγίσουμε τὸν ἀγώνα μας, νὰ ζυγίσουμε τὶς δυνάμεις μας χωρὶς ὑπερβολές, γιατὶ ἂν λίγο ξεφύγουμε, λίγο χαλαρώσουμε ἢ λίγο σφίξουμε περισσότερο, τότε δὲν ἰσορροποῦμε καὶ δὲν ἀνεβαίνουμε στὸ οὐράνιο στερέωμα.
.                 Γιὰ μιὰ ἐπιτυχημένη ἀνύψωση ἑνὸς χαρταετοῦ, ἀλλὰ καὶ δική μας, ἰδίως τὴν περίοδο αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ σταδίου, χρειάζεται καλὸ προγραμματισμό, ἐπίγνωση τῆς δυνάμεως τῆς ψυχικῆς ἀντοχῆς μας, ὁραματισμὸ καὶ ἀγόγγυστη ὑπομονή. Τὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ καὶ τοῦ δικοῦ μας στὸ οὐράνιο στερέωμα τῶν ἀρετῶν εἶναι ἕνα πανηγύρι. Ἔτσι τὸ νοιώθουμε, περιμένοντας τὸ φύσιγμα τοῦ ἀνέμου, ποὺ θὰ μᾶς δώσει τὴν δυνατότητα νὰ ἀπολαύσουμε τὸ πέταγμα αὐτό. Βλέπετε, χωρὶς ἄνεμο δὲν πετάει ὁ χαρταετὸς καὶ χωρὶς ἀερμώνια αὔρα, δηλαδὴ χάρη Θεοῦ, οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νὰ πετάξουμε. Ἂν ὁ Θεὸς τὸ θελήσει καὶ πνεύσει ἄνεμος εὐνοϊκός, τότε καὶ ἐμεῖς θὰ πετάξουμε. Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἀνυψωτική μας δύναμη. Ἀπὸ ἐμᾶς περιμένει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὸ στιβαρὸ χέρι ποὺ θὰ βαστάσει σταθερὰ τὸν σπάγγο στὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἂν στὶς πρῶτες ἀποτυχημένες προσπάθειες κλονισθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὶς προσπάθειές μας. Ὁ ἐπιμένων νικᾶ. Ἀρκεῖ κάθε φορὰ νὰ ἐπικαλούμαστε τὸν Χριστό μας, καὶ νὰ ζητοῦμε τὴν συνέργειά Του, ἀφοῦ μόνον Αὐτὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀνυψώσει, νὰ μᾶς δώσει φτερὰ ἀετοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἀτονίσουμε, νὰ μὴν ἀποκάμνουμε, ἀφοῦ μόνον τότε γιὰ ἐμᾶς λέει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας: «Πτεροφυήσουσιν ὡς ἀετοί. Δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσι, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσι» (Ἡσ. M´ 31).
.           Ἀλλοίμονον, ἐπίσης, ἂν φυσήξει πολὺ δυνατὸς ἀέρας καὶ ὁ χαρταετὸς πετάξει μὲ μεγάλη ταχύτητα στὸ οὐράνιο στερέωμα. Ἡ τριβὴ τοῦ σπάγγου στὰ χέρια μας θὰ ἀναπτύξει στὰ δάκτυλά μας τόσο μεγαλή θερμότητα, ὥστε νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Καὶ τὸ γρήγορο πνευματικὸ πέταγμα, νομίζοντας ὅτι θὰ πετύχουμε τὴν πνευματικὴ τελειότητα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Μήπως ἔτσι δὲν συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἴκαρο, ποὺ τὰ τεχνητά του φτερὰ δὲν ἄντεξαν τὶς θερμαντικὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ ἔλιωσαν, μὲ ἀποτέλεσμα ἀντὶ νὰ ἀπολαύσει τὶς ὀμορφιὲς τοῦ οὐρανοῦ νὰ βρεθεῖ στὰ ἔγκατα τῆς θαλάσσης!
.           Στὸ πέταγμά μας ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τῶν σωματικῶν μας ἱκανοτήτων, ἀλλὰ καὶ νὰ λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψη μας τοὺς πιθανοὺς κινδύνους ποὺ θὰ συναντήσουμε, ἀφοῦ κατὰ τὴν λαϊκὴ παροιμία: «Τοῦ φρονίμου τὰ παιδιὰ πρὶν πεινάσουν μαγειρεύουν». Πάντοτε, ὅμως, νὰ ξεκινοῦμε μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς θείας δυνάμεως, ἀφοῦ εἶναι γνωστὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. ιε´ 5). Τεράστια εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς, ἀφοῦ μὲ αὐτὴν ὁ πειρασμὸς τῆς ἄπνοιας ἢ τῆς μεγάλης ταχύτητας τοῦ ἀνέμου, τῆς κοπώσεως καὶ τῆς ἀπογοητεύσεως φεύγει ἄπρακτος. Ἡ προσευχὴ μὲ τὴν συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», μᾶς ἐνισχύει, γιὰ νὰ μὴν σαλευθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὸν ἀγῶνα τοῦ πνευματικοῦ πετάγματος σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Προφητάνακτος; «Προωρώμην τὸν Κύριόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἔστι, ἵνα μὴ σαλευθῶ » (Ψαλμ. IE´ [15] 8).

 

 

 

 

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: