«ΜΕΤΩΠΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ» (παραβίαση τῶν Ἀρχῶν τῆς Ἰσότητος καὶ τῆς Λαϊκῆς Κυριαρχίας)

ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ᾽ ΑΡΕΙῼ ΠΑΓῼ

ΕΥΒΟΙΑΣ 36Β΄ Α΄ ΟΡΟΦΟΣ –
ΑΘΗΝΑΙ ΤΗΛ. 690 77 27 088

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΙΣ

Ἐπί τῆς ἀτύπου συμφωνίας μεταξύ
Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος καί Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
διά τήν ἀπόλυσιν ἁπάντων τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπηρετούντων Ἱερέων καί Λειτουργῶν

τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
καί τήν ἐντεῦθεν ἐπιδοματικήν των ἐνίσχυσιν.

ΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ:

Ὑπό τοῦ Ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου κ.κ. Σαράντου Σαράντου ἐτέθη ἡμῖν τό ζήτημα τῆς νομικῆς ἀξιολογήσεως καί ἐγκυρότητος τῆς ἀνωτέρω ἀτύπου συμφωνίας καί ἡ ἐπίδρασίς της τόσον ἐπί τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου, ὅσον καί ἐπί τοῦ Χριστεπωνύμου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐκ τῆς ἐν θέματι συμφωνίας παραβιάζονται ἀμέσως αἱ ἀρχαί τῆς ἰσότητος, τῆς ἰσονομίας καί τῆς Δημοκρατίας κατά παράβασιν τῶν ἑξῆς διατάξεων τοῦ Συντάγματος καί τοῦ Νόμου.

1) ΠΑΡΑΒΙΑΣΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΟΣ

.               Ἡ ἀνωτέρω ἄτυπος συμφωνία παραβιάζει πρωτίστως τάς δικαϊκάς ἀρχάς τῆς ἰσότητος καί τῆς ἰσονομίας καί παραβαίνει τάς διατάξεις τῶν παραγράφων 1 καί 2 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Συντάγματος, ὡς καί τάς ὑπερνομοθετικῆς ἰσχύος διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἴσου κατοχυροῦν τάς δικαϊκάς ἀρχάς τῆς ἰσότητος καί τῆς μή διακρίσεως ἀμέσως ἰσχύουσαι 2 δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος, ἤτοι τῶν ἄρθρων 2 καί 6 παρ. 1 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Συνθήκης περί Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, 7 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν περί Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, 20 τοῦ Χάρτου θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως καί 26 ΔΣΑΠΔ. Συγκεκριμένως, κατ’ ἄρθρον 4 παράγραφοι 1 καί 2 Σ. ὁρίζεται ὅτι “1. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου. 2. Οἱ Ἕλληνες καί αἱ Ἑλληνίδες ἔχουν ἴσα δικαίωματα καί ὑποχρεώσεις”. Δυνάμει δέ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως προβλέπονται τά ἑξῆς: “Ἡ Ἕνωση βασίζεται στίς ἀξίες τοῦ σεβασμοῦ (…) τῆς ἰσότητας, τοῦ κράτους δικαίου, καθώς καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων, (…) Οἱ ἀξίες αὐτές εἶναι κοινές στά κράτη μέλη ἐντός κοινωνίας πού χαρακτηρίζεται ἀπό τόν πλουραλισμό, τήν ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων, τήν ἀνοχή, τή δικαιοσύνη, τήν ἀλληλεγγύη (…)”. Δυνάμει δέ τοῦ ἄρθρου 6 παρ. 1 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως προβλέπεται ὅτι: “Ἡ Ἕνωση ἀναγνωρίζει τά δικαιώματα, τίς ἐλευθερίες καί τίς ἀρχές πού περιέχονται στόν Χάρτη τῶν Θεμελιωδῶν Δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης τῆς 7ης Δεκεμβρίου 2000, ὅπως προσαρμόσθηκε στίς 12 Δεκεμβρίου 2007, στό Στρασβοῦργο, ὁ ὁποῖος ἔχει τό ἴδιο νομικό κῦρος μέ τίς Συνθῆκες”.
.               Κατά τό ἄρθρον δέ 20 τοῦ Χάρτου θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως ὁρίζεται ὅτι “ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου”. Προσέτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 ἐδάφιον πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν υἱοθετηθείσης διά τῆς ἀπό 10-12-1948 καί ὑπ᾽ ἀριθ. 217 Α(ΙΙΙ) ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ὁρίζονται τά ἑξῆς: “Ὅλοι εἶναι ἴσοι απέναντι στόν Νόμο καί ἔχουν δικαίωμα σέ ἴση προστασία τοῦ Νόμου, χωρίς καμμία διάκριση”. Ἀκόμη συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 26 ἐδάφιον πρῶτον τοῦ ΔΣΑΠΔ κυρωθέντος διά τοῦ Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α΄-25/26-2-1997): “ὅλα τά πρόσωπα εἶναι ἴσα ἐνώπιον τοῦ Νόμου καί ἔχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σέ ἴση προστασία τοῦ Νόμου”. Ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος, τῆς ἰσονομίας καί μή διακρίσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ θεμελιώδη κανόνα τοῦ Συντάγματος, ἀλλά καί τοῦ ἀναγκαστικοῦ διεθνοῦς καί τοῦ ἑνωσιακοῦ δικαίου, ἐπιτάσσει τήν ἰδίαν ρύθμισιν τῶν ὁμοειδῶν περιπτώσεων, ὅπως γίνεται δεκτόν κατά παγιωτάτην Νομολογίαν τόσον τοῦ παρ’ ἡμῖν Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (ΟλΣτΕ 660/2018, 926/2018, ΣτΕ 686/2018), ὅσον καί πάντων τῶν διεθνῶν Δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένου τοῦ Δικαστηρίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως (mutatis mutandis ἀπόφασις ΔΕΚ τῆς 8ης-9-2005 ἐπί τῆς ὑποθέσεως ὑπ’ αριθ. C-191/03, North Western Health Board κατά Margaret McKenna). Ἐν προκειμένῳ συντελεῖται μαζική κατά τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου τῶν Λειτουργῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παραβίασις τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος διά μέσου τῆς ὡς ἄνω ἀτύπου συμφωνίας καί τῆς διά ταύτης ἐξαγγελθείσης ἀπολύσεως τῶν καί τῆς περαιτέρω ἐπιδοματικῆς των ἐνισχύσεως, καθ᾽ ὅσον τοιαύτη μεταχείρισις δέν ἐπιφυλάσσεται ὑπό τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους διά τούς Λειτουργούς τῶν ἑτέρων θρησκειῶν, ἤτοι διά τούς Μουφτῆδες, τούς παπικούς ἱερεῖς καί τούς Ραββίνους, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἴσου ὑπάλληλοι ὄντες τοῦ κράτους καί ἀμειβόμενοι διά τάς ὑπηρεσίας των πρός τούς πιστούς τῆς οἰκείας θρησκείας των, ἐν τούτοις οὐδόλως ἐξήγγελται καί δι᾽ αὐτούς ἀνάλογος ἀντιμετώπισις μαζικῆς ἀπολύσεως ἐπί τῇ βάσει τοῦ συγκεκριμένου κριτηρίου τῆς ἰδιότητός των. Ἐπί πλέον, ἡ ὡς ἄνω ἀντισυνταγματική καί παράνομος διάκρισις, τήν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ Ὀρθόδοξοι Ἱερεῖς καί ὁ ἰδιότυπος οὗτος ἐργασιακός διωγμός, ἡ χαρακτηριστική μαζικότης τῶν ἐξαγγελλομένων ἀπολύσεων ἁπάντων ὅσων τυγχάνουν Λειτουργοί τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἐπί τῇ βάσει τῆς συγκεκριμένης των ἐργασιακῆς ἰδιότητος, συνεπάγεται ἄρδην κατάργησιν μιᾶς ὁλοκλήρου κοινωνικῆς τάξεως καί ἐργασιακῆς ὁμάδος ἀποτελουμένης ἐκ χιλιάδων ἀνθρώπων καί συνάμα συνιστᾶ μείζονα προσβολήν τῆς ἀξίας τῶν ὡς ἀνθρωπίνων ὄντων θίγουσα τήν προσωπικήν των ἀξιοπρέπειαν καί προσωπικότητα κατά παράβασιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 2 παρ. 1 καί 5 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος, ἀκριβῶς ὁριζόντων ἀντιστοίχως τά ἑξῆς: “Ὁ σεβασμός καί ἡ προστασία τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελοῦν τήν πρωταρχικήν ὑποχρέωσιν τῆς Πολιτείας”. “Ἕκαστος δικαιοῦται νά ἀναπτύσση ἐλευθέρως τήν προσωπικότητά του καί νά συμμετέχη εἰς τήν κοινωνικήν, οἰκονομικήν καί πολιτικήν ζωήν τῆς Χώρας, ἐφ’ ὅσον δέν προσβάλλει τά δικαιώματα τῶν ἄλλων καί δέν παραβιάζει τό Σύνταγμα ἤ τά χρηστά ἤθη”. Προσέτι, ἡ νομική ὑποχρέωσις πάντων καί δή τῶν κρατικῶν ἀρχῶν νά σέβωνται καί νά προστατεύουν τήν ἀνθρωπίνην ἀξίαν καί προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὡς καί τό ἀντίστοιχον δικαίωμα τῶν θιγομένων προσώπων κατοχυροῦται εἰς τάς ἑξῆς διατάξεις τοῦ Νόμου. Δυνάμει τοῦ προοιμίου τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων διευκρινίζεται ὅτι: “(…) ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξιοπρέπειας, πού εἶναι σύμφυτη σέ ὅλα τά μέλη τῆς ἀνθρώπινης οἰκογένειας, καθώς καί τῶν ἴσων καί ἀναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους ἀποτελεῖ τό θεμέλιο τῆς ἐλευθερίας, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς εἰρήνης στόν κόσμο. (…)
.               Ἐπειδή ἔχει οὐσιαστική σημασία νά προστατεύονται τά ἀνθρώπινα δικαιώματα ἀπό ἕνα καθεστώς δικαίου, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀναγκάζεται να προσφεύγει, ὡς ἔσχατο καταφύγιο, στήν ἐξέγερση κατά τῆς τυραννίας καί τῆς καταπίεσης (…). Ἐπειδή μέ τόν Καταστατικό Χάρτη, οἱ λαοί τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν διακήρυξαν καί πάλι τήν πίστη τους στά θεμελιακά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἀξιοπρέπεια καί τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας (…). Ἐπειδή τά κράτη μέλη ἀνέλαβαν τήν ὑποχρέωση νά ἐξασφαλίσουν, σέ συνεργασία μέ τόν Ὀργανισμό τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τόν ἀποτελεσματικό σεβασμό τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν θεμελιακῶν ἐλευθεριῶν σέ ὅλο τόν κόσμο”. Επίσης κατά τό ἄρθρον 1 τοῦ Χάρτου θεμελιωδῶν ἐλευθεριῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, προβλέπεται ὅτι: “Ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια εἶναι ἀπαραβίαστη. Πρέπει νά εἶναι σεβαστή καί νά προστατεύεται”. Ἡ ἀνθρωπίνη ἀξία καί ἡ προσωπικότης εἶναι δικαίωμα μή περιουσιακόν, τό ὁποῖον ἐνδιαφέρει τήν δημοσίαν τάξιν, ἀσκούμενον παρ’ ἑκάστου ἀνθρώπου, ἀπαράγραπτον, ἀπολύτως προσωπικόν καί ἀπόλυτον ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι οὐδεμία συγχωρεῖται προσβολή καί παραβίασίς του, ἐξ οὗ καί ὡς ἀπαραβίαστον προστατευόμενον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Χάρτου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως. Ἐπίσης τυγχάνει ἀγώγιμον, ὥστε ἡ παραβίασίς του γεννᾶ ἀξίωσιν ἀποζημιώσεως ἔναντι παντός προσβάλλοντος τοῦτο.

2) ΠΑΡΑΒΙΑΣΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

.               Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ὁρίζονται τά ἑξῆς:
“1. Τό πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι προεδρευομένη κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
2. Θεμέλιον τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ λαϊκή κυριαρχία.
3. Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ λαοῦ καί ὑπάρχουν ὑπέρ αὐτοῦ καί τοῦ Ἔθνους, ἀσκοῦνται δέ καθ᾽ ὅν τρόπον ὁρίζει τό Σύνταγμα”. Δυνάμει δέ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως προβλέπονται τά ἑξῆς: “Ἡ Ἕνωση βασίζεται στίς ἀξίες τοῦ σεβασμοῦ (…) τῆς δημοκρατίας, τῆς ἰσότητας, τοῦ κράτους δικαίου, καθώς καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, (…). Οἱ ἀξίες αὐτές εἶναι κοινές στά κράτη μέλη (…)”. Ἡ ἐν λόγῳ διάταξις τοῦ ἑνωσιακοῦ δικαίου ἀποτελεῖ ὡσαύτως ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ δικαίου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος ἐν συνδυασμῷ πρός τάς διατάξεις τοῦ Νόμου 6945/1979 περί κυρώσεως τῆς Συνθήκης προσχωρήσεως τῆς Ελλάδος εἰς τάς Συνθήκας τῆς ΕΟΚ καί τῆς ΕΚΑΕ. Αἱ ἀνωτέρω συνταγματικαί διατάξεις καί δικαϊκαί ἀρχαί ἐπιτάσσουν τήν πλήρως δεσμευτικήν νομικήν ὑποχρέωσιν πάντων τῶν Ἑλλήνων καί ὡσαύτως πάντων τῶν μελῶν τῆς ἑκάστοτε ἑλληνικῆς κυβερνήσεως νά ὑλοποιῇ τήν ἐφ’ ἑκάστου ζητήματος νομίμως ἐκπεφρασμένην ἤ γνωστήν εἰς τόν Νομοθέτην θέλησιν τοῦ λαοῦ καί μάλιστα μετ’ ἀφοσιώσεως πρός τήν Πατρίδα καί τήν Δημοκρατίαν, ἀλλά καί μετά σεβασμοῦ πρός τό Σύνταγμα καί τούς συνάδοντας πρός αὐτό Νόμους, ὅπως ρητῶς ἐπιτάσσει ἡ διάταξις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 120 τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἐξ ἴσου παρεβιάσθη ἐκ τῆς ὡς ἄνω ἀτύπου συμφωνίας. Ἄλλωστε ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ὁρίζουσα ὅτι “ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ λαοῦ” συνοδεύεται καί ἀπό τάς λέξεις “καί ὑπάρχουν ὑπέρ αὐτοῦ καί τοῦ Ἔθνους”, εἰς τρόπον, ὥστε οὐδεμία ἀμφιβολία ὑφίσταται ὡς πρός τό ὅτι ναί μέν ἡ νομιμοποίησις τῆς ἐξουσίας τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς λειτουργίας ἄρχεται κατά τήν χρονικήν στιγμήν τῆς δημοκρατικῆς ἐκλογῆς των ὑπό τοῦ λαοῦ, πλήν ὅμως ἡ νομιμοποίησις τῆς ἐν συνεχείᾳ ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκ μέρους των τετραετοῦς διακυβερνήσεως τελεῖ ὑπό τήν συνταγματικήν αἵρεσιν τῆς διαρκοῦς καί ἀδιασπάστου συμφωνίας της πρός τήν κυρίαρχον λαϊκήν βούλησιν, εἰς ἥν καί ὑπήκει, ἀφοῦ ἡ συγκεκριμένη ἀκριβῶς ἐξουσία ὑπάρχει –ὀφείλουσα διαρκῶς νά λειτουργῇ– ὑπέρ τοῦ λαοῦ καί σύμπαντος τοῦ Ἔθνους. Ὡς προείρηται, κατά τήν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ἡ δικαϊκή κανονιστική ἀρχή τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας κατοχυροῦται ὡς “Θεμέλιον τοῦ πολιτεύματος”.
.               Ἐξ ἴσου δέ κατ’ ἄρθρον 2 τῆς Συνθήκης περί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως ὁρίζεται ὅτι ἡ Ἕνωσις βασίζεται ἐπί τῆς ἀξίας “τοῦ σεβασμοῦ (…) τῆς δημοκρατίας”. Ὁ σεβασμός οὗτος τῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς εἶναι τόσον δεδομένος καί αὐτονόητος εἰς τήν Εὐρωπαϊκήν Ἕνωσιν, ὥστε δέν δύναται νά καταστῇ μέλος της κράτος μή δημοκρατικῶς διακυβερνώμενον ἤ μή σεβόμενον τάς ἀρχάς ἀκριβῶς τῆς Δημοκρατίας, τῆς ἰσότητος, τοῦ κράτους δικαίου καί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἀφοῦ ρητῶς δυνάμει τῆς αὐτῆς ἐν λόγῳ διατάξεως ἡ ἀξία τῆς Δημοκρατίας, ὅπως καί αἱ λοιπαί ὡς ἄνω ἀρχαί, ἀναγνωρίζονται ὡς «κοινές στά κράτη μέλη».
.               Κινητήριος δέ, κατά κυριολεξίαν, δύναμις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πλειονοψηφίας, ἡ κάμψις δηλαδή τῆς βουλήσεως τῶν ὀλίγων ἔναντι τῆς βουλήσεως τῶν πολλῶν. Δημοκρατία συνοπτικῶς κέκληται ὁ ἐντός καθεστῶτος πλήρους ἰσότητος καί ἰσονομίας σεβασμός καί ἡ ὑποταγή πάντων εἰς τήν βούλησιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ. Δημοκρατία ἐπ’ οὐδενί σημαίνει τήν ἐπιβολήν εἰς τήν πλειονοψηφίαν τοῦ λαοῦ τῆς βουλήσεως ὄχι ἁπλῶς τῆς μειονοφηφίας, δηλαδή τῶν ὀλίγων, ἀλλά δύο ανθρώπων ή ἔστω μιᾶς ἐντελῶς ἰσχνοτάτης μερίδος ἀτόμων καί δή ἐνίων ἐκ τῶν φορέων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Οὔτε ἡ γνώμη, ἡ ψῆφος καί ἡ ἀπόφασις τοῦ πρωθυπουργοῦ καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἔχει ex officio ἤ ἀριστίνδην μείζονα ἀξίαν καί βαρύτητα ἤ ἑνός ἑκάστου τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων. Ἐν προκειμένῳ ἡ ὡς ἄνω ἄτυπος συμφωνία, δι᾽ ἧς ἐξήγγελται ὅτι θά ἀπολυθοῦν ἀπαξιούμενοι καί δή ἐπιδοματικῶς ἐνισχυόμενοι ΑΠΑΝΤΕΣ οἱ Λειτουργοί τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δυνάμει ἀντισυνταγματικῆς διακρίσεως ἐπί τῇ βάσει τοῦ κριτηρίου τῆς συγκεκριμένης ἰδιότητός των, παραβιάζει ὠμῶς τάς δικαϊκάς κανονιστικάς ἀρχάς τῆς Δημοκρατίας καί τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀλλά καί τῆς ἰσότητος εἰς βάρος τῆς συντριπτικῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ κατά παράβασιν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων. Τοῦθ᾽ ὅπερ ἐπειδή οἱ ταύτην συνομολογήσαντες παρεῖδον τό γεγονός ὅτι ὁ Ἑλληνικός Λαός, ὁ ὁποῖος κατά συντριπτικόν ποσοστόν – μεῖζον τοῦ 98% – πρεσβεύει τήν Ὀρθόδοξον Χριστιανικήν Πίστιν καί θρησκεύει καί λατρεύει τόν ἐν Τριάδι Θεόν εἰς τούς Ἱερούς του Ναούς, ὅπερ προϋποθέτει τήν λειτουργίαν τῶν Ναῶν τούτων καί ὡσαύτως τήν ὕπαρξιν – καί δή τήν ἐπιβίωσιν – τῶν Λειτουργῶν τῆς Πίστεώς του ἐπί τῇ βάσει κανονικῶν καί πλήρων σχέσεων ἐργασίας καί πλήρων παροχῶν κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως καί ἐπ’ οὐδενί ἐπί τῇ βάσει ἐπιδοματικῶν ἐνισχύσεων. Ἡ μαζική ἀπόλυσις ἁπάντων τῶν μελῶν τοῦ Ὀρθοδόξου κλήρου ὄχι μόνον δέν συνάδει πρός τήν βούλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλά συγκρούεται μετωπικῶς πρός αὐτήν, καθ’ ὅσον μάλιστα πλήττει ἀμέσως πρωτίστως τόν ἴδιον τόν Ἑλληνικόν Λαόν – ὄχι μόνον τούς Ὀρθοδόξους Ἱερεῖς – κατά τοῦ συνόλου τοῦ Χριστεπωνύμου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι εἶναι ἀνέκαθεν γνωστόν εἰς τόν ἑκάστοτε συνταγματικόν Νομοθέτην ἀπό τῆς συστάσεως τοῦ συγχρόνου ἑλληνικοῦ κράτους ἄχρι τοῦδε τό ἀνωτέρω γεγονός, ὅτι ἡ συντριπτική δηλαδή πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρεσβεύει τήν Ὀρθόδοξον Χριστιανικήν Πίστιν, ἐξ οὗ καί ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν καί Ὁμοούσιον Τριάδα. Αὕτη δέ ἡ Πίστις τῶν Ἑλλήνων, ἀποτελεῖ γνωστόν τοῖς πᾶσι συστατικόν στοιχεῖον τῆς ἰδιοπροσωπείας τοῦ Ἔθνους καί συνιστᾶ ἀληθῶς ζήτημα ὑπαρξιακόν διά τούς Ἕλληνας καί οὐδείς δικαιοῦται νά τήν θίγει. Διά τοῦτο ἄλλωστε τό ἄρθρον 3 παρ. 1 ἐδάφια πρῶτον καί δεύτερον τοῦ Συντάγματος ἐπί λέξει καί ἐπιτακτικῶς ὁρίζει καί ρητῶς ἀναγνωρίζει τό πανθομολογούμενον γεγονός ὅτι “Ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλήν γνωρίζουσα τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετά τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καί πάσης ὁμοδόξου του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς ἱερούς ἀποστολικούς καί συνοδικούς κανόνας καί τᾶς ἱεράς παραδόσεις”. Σύμπας ὁ Ἑλληνικός Λαός πλήττεται καί πᾶς Ἕλλην Ὀρθόδοξος προσβάλλεται εἰς τό δυνάμει τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος κατοχυρούμενον ἀτομικό δικαίωμά του διά τήν θρησκευτικήν του ἐλευθερίαν καί διά τήν ἄσκησιν τῆς λατρείας τοῦ ἐκ τῆς ὑπό κρίσιν ἐπαπειλουμένης περιπτώσεως μαζικῶν ἀπολύσεων καί ἐκ τῆς ἐπιδοματικῆς τοῦ λοιποῦ ἐνισχύσεως τῶν Ἱερέων, διότι αὔτη θά λειτουργεῖ ἀποτρεπτικῶς διά τούς νέους ἀνθρώπους ἐπί τῷ ἱερατεύεσθαι. Τοῦτο θά ἔχει ὡς ἄμεσον καί πρακτικόν ἀποτέλεσμα ὅλοι οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί νά στεροῦνται Ἱερέων καί ἐφημερίων εἰς τούς πλείστους Ἱερούς ἀνά τήν Χώρα Ναούς καί εἰς τά πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ἄρα (οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί) θά ἐμποδίζονται ἐξ ἀντικειμένου εἰς τήν ἐκδήλωσιν τῆς θρησκευτικῆς των Πίστεως καί εἰς τήν ἄσκησιν τῆς λατρείας των εἰς τούς Ἱερούς ἀνά τήν Ἑλλάδα Ναούς κατά παράβασιν ἁπασῶν τῶν ὡς ἄνω διατάξεων τοῦ Συντάγματος καί τοῦ Νόμου. Καί πάντα ταῦτα ἐντός μίας πολιτείας, ἡ ὁποία θέλει νά ὀνομάζεται δημοκρατική καί εὐνομουμένη καί λειτουργοῦσα ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως…

Ἀθῆναι, 11 Νοεμβρίου 2018
Ὁ γνωμοδοτῶν Δικηγόρος
ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

 

Advertisements

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: