ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ καὶ ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΗΝ «ΣΥΜΦΩΝΙΑ» ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Ὄντως ἱστορικὴ ἡ συμφωνία Ἐκκλησίας-Πολιτείας
Οἱ ἀλλαγὲς εἶναι σημαντικές, πρωτοφανεῖς, ἱστορικές.

   Σωτήρης Μητραλέξης
Ἐντεταλμένος διδάσκων φιλοσοφίας
στὸ Ἐθνικὸ καὶ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν
καὶ ἐρευνητικὸς ἑταῖρος στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Winchester.

.                 Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς κριτικῆς στὴν πρόθεση συμφωνίας Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας τῆς 6ης Νοεμβρίου συνίσταται στὸ ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι ἀρκετὰ ριζοσπαστική, ὅτι οὐσιαστικὰ συντηρεῖ τὸ status quo. Αὐτὸ ὅμως ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ μᾶλλον δείχνει τὴν ἔλλειψη σφαιρικῆς ἀντίληψης τῶν ἐπικριτῶν γιὰ τὰ ζητήματα Ἑκκλησίας καὶ Κράτους. Οἱ ἀλλαγὲς εἶναι σημαντικές, πρωτοφανεῖς, ἱστορικές.
.                 Γιὰ ἀρχή, τὸ Κράτος γνωρίζει καλὰ πὼς ὀφείλει νὰ θωρακιστεῖ ἀπὸ μελλοντικὲς ἀξιώσεις τῆς Ἐκκλησίας σχετικὰ μὲ ἀναποζημίωτες ἀπαλλοτριώσεις, γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ δικαιωθεῖ στὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οἱ οἰκονομικὲς ἐκκρεμότητες ἀνάμεσα στὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη καὶ στὶς ἐκκλησίες στὰ ἐδάφη τους, ποὺ προϋπάρχουν τῶν κρατῶν, εἶναι ζήτημα διακριτὸ ἀπὸ τὸν χωρισμὸ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. «Χωρισμὸς ἐκκλησίας-κράτους» δὲν σημαίνει πὼς μηδενίζονται ὅλες οἱ ἐκκρεμότητες, πὼς τίποτα πλέον δὲν χρειάζεται διευθέτηση, πὼς δὲν ἐπιβιώνουν ἀνάγκες ἀποζημίωσης ἀπὸ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη πλευρά. Καὶ ἂν κάποιο κράτος τὸ ξεχάσει αὐτό, μετὰ τὴν ἀπαραίτητη προσφυγὴ θὰ σπεύσει νὰ τοῦ τὸ θυμίσει τὸ ΕΔΑΔ. Μὲ τὴ συμφωνία, αὐτὸ τὸ ζήτημα διευθετεῖται ἅπαξ καὶ διαπαντός. Ἡ Ἐκκλησία δεσμεύεται ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς λαμβάνει μία ἐτήσια ἀφηρημένη ἀποζημίωση, παραιτεῖται κάθε τέτοιας ἀξίωσης ὡς πρὸς τὶς ἀποζημιούμενες περιουσίες (σημεῖο 5 τῆς συμφωνίας).
.               Παράλληλα, ἡ κρατικὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καταργεῖται. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ἐπιμείνω στὸ «καταργεῖται»: δὲν παραλλάσσεται, δὲν μεταμφιέζεται, καταργεῖται. Θυμίζουμε ὅτι τὸ κράτος θὰ δίνει αὐτὸ τὸ ἐτήσιο ποσὸ ὡς ἀποζημίωση γιὰ ἀναποζημίωτες ἀπαλλοτριώσεις, οὕτως ὥστε νὰ ἀκυρωθεῖ κάθε ἐνδεχόμενο (ἐπιτυχῶν!) ἀξιώσεων. Ἂν ὑπάρχει ἕνας λόγος νὰ διατυπωθεῖ ρητῶς στὴ συμφωνία καὶ στὸ ἐπερχόμενο σχέδιο νόμου ὅτι αὐτὰ τὰ ποσὰ πρέπει, δεσμευτικά, νὰ διοχετευθοῦν στὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καὶ ὄχι ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, αὐτὸ συνίσταται μᾶλλον σὲ μία εὔλογη καὶ εὐπρόσδεκτη καχυποψία γιὰ τὸ πῶς θὰ διασφαλιστεῖ ὅτι, σὲ ἕναν ὀργανισμὸ μὲ πλημμελῆ γραφειοκρατικὴ λειτουργία καὶ (αὐτο-)ἔλεγχο ὅπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ συμβοῦν ἀτυχήματα ποὺ θὰ προξενοῦσαν προβλήματα σὲ 10.000 κληρικοὺς καὶ τὶς οἰκογένειές τους, τὴν ὥρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία θὰ ἔχει, πλέον, τὴ ρευστότητα νὰ τοὺς μισθοδοτεῖ. Ὅμως, εἶναι σημαντικὸ νὰ καταστεῖ κατανοητὸ πὼς ἄλλο ἡ κρατικὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καὶ ἄλλο οἱ οἰκονομικὲς ἐκκρεμότητες ὀργανισμῶν τοῦ μεγέθους τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μεταξύ τους. Εἰδάλλως κάθε πόρος ποὺ θὰ διδόταν γιὰ ὁποιοδήποτε λόγο ἀπὸ ὁποιοδήποτε κράτος σὲ ὁποιαδήποτε ἐκκλησία θὰ συνιστοῦσε «ἔμμεση κρατικὴ μισθοδοσία τῶν κληρικῶν». Ἀλλὰ οὔτε ὁ πιὸ μπερδεμένος νοῦς δὲν τόλμησε νὰ φανταστεῖ ὅτι τὸ μισὸ δισεκατομμύριο ποὺ παρέχει –πέραν τοῦ περίφημου «ἐκκλησιαστικοῦ φόρου»!– τὸ γερμανικὸ κράτος στὴ ρωμαιοκαθολικὴ καὶ εὐαγγελικὴ ἐκκλησία γιὰ παρόμοιους περιουσιακοὺς λόγους συνιστᾶ «γερμανικὴ κρατικὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου».
.               Θὰ μποροῦσε νὰ διερωτηθεῖ κανείς: «Δὲν θὰ ἔπρεπε τὸ κράτος νὰ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ξοφλήσει αὐτὲς τὶς ἀπαλλοτριώσεις κάποτε; Πληρώνει ἤδη ἑβδομήντα χρόνια ἀξιοσημείωτα ποσά, καὶ τώρα δεσμεύεται ξανὰ εἰς τὸ διηνεκές;» Τὸ θέμα εἶναι ὅτι δὲν συμφέρει τὸ κράτος οἰκονομικὰ μία ἐφ’ ἅπαξ διευθέτηση/ἐξόφληση, καὶ τὸ κράτος τὸ ξέρει. Λόγ συμφέροντος το κράτους γίνεται παρν διακανονισμός. κριβς τ διο γίνεται στ Γερμανία. Στὴ Γερμανία μάλιστα ἡ Εὐαγγελικὴ ἐκκλησία εἶπε «Δὲν τὰ θέλουμε τὰ λεφτὰ» καὶ τὸ κράτος οὐσιαστικὰ εἶπε «Ὄχι θὰ τὰ πάρετε, διότι εἰδάλλως θὰ ἔχουμε μπελάδες ἐμεῖς». («Ἡ Γερμανικὴ Εὐαγγελικὴ Ἐκκλησία θὰ δεχόταν διακοπὴ τῶν κρατικῶν ἐπιχορηγήσεων», 12/11/2013, skai.gr/news/world/article/245796/i-germaniki-euaggeliki-ekklisia-tha-dehotan-diakopi-ton-kratikon-epihorigiseon)
.               Τὴν ἀποζημίωση γιὰ τὰ ἀπαλλοτριωθέντα περιουσιακὰ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν παρέχει τὸ κράτος καὶ χωρὶς κάποια, τρόπον τινά, ἀνταποδοτικὴ πηγὴ –μόνο καὶ μόνο λόγῳ τῆς ἱστορικῆς ἐκκρεμότητας καὶ τῆς δυνατότητας τῆς Ἐκκλησίας νὰ τὴν διεκδικήσει νομικὰ σὲ ἕνα μέλλον, τοὺς μπελάδες τοῦ ὁποίου τώρα ἀποφεύγουμε. Ὅμως στὴ συμφωνία ἔχουμε καὶ τὴν ἐνεργοποίηση τοῦ ταμείου ἀξιοποίησης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, μὲ τοὺς πόρους νὰ περιέρχονται κατὰ 50% στὸ κράτος καὶ κατὰ 50% στὴν Ἐκκλησία: οἱ ἐν μέρει ἐκκλησιαστικοὶ πόροι ποὺ θὰ περιέρχονται στὸ κράτος, δηλαδή, θὰ χρηματοδοτοῦν κατ’ οὐσία τὴν κρατικὴ ἀποζημίωση στὴν Ἐκκλησία– δυνητικὰ δὲ καὶ μὲ τὸ παραπάνω.
.               Ἂν κάποιοι δηκτικὰ σχολίασαν στὰ κοινωνικὰ μέσα ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος «τὰ πῆρε ὅλα κι ἔφυγε», μήπως πρέπει νὰ σκεφτοῦν τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς ποὺ χαρακτηρίζεται καλύτερα ἀπὸ αὐτὴ τὴ φράση; Δεδομένης, δηλαδή, τῆς κατάργησης τῆς κρατικῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου καὶ τῆς εἰσαγωγῆς μίας ἀποζημίωσης ποὺ θά… αὐτο-χρηματοδοτεῖται, τὴν ὥρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία δεσμεύεται πὼς παραιτεῖται τῶν ἀξιώσεών της; Ἐπίσης, ὅσοι φαντάζονται πὼς ἡ κυβέρνηση «τὰ ἔδωσε ὅλα στὴν Ἐκκλησία», πῶς ἀκριβῶς ἐπεξηγοῦν τὶς ὀργίλες ἀντιδράσεις τοῦ Συνδέσμου Κληρικῶν Ἑλλάδος; Γιατί καὶ τὰ δύο ταυτόχρονα δὲν γίνεται, καὶ νὰ εἶναι ἡ συμφωνία ἀποκλειστικὰ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ προκαλεῖ ἔντονες ἀντιδράσεις τοῦ σωματείου τῶν κληρικῶν.
.               Καὶ ἐδῶ ἐρχόμαστε στὸ καίριο: «Ἔμοιαζε μὲ χωρισμὸ Ἐκκλησίας-Κράτους αὐτὸ ποὺ ἔγινε, ἔστω καὶ στὸ ἐλάχιστο;» Γιὰ νὰ ἀπαντηθεῖ αὐτὴ ἡ ἐρώτηση, πρέπει νὰ ἀποσαφηνιστεῖ τὸ τί συνιστᾶ σχέσεις καὶ χωρισμὸ Ἐκκλησίας-Κράτους. Ποιός θὰ ἦταν ὁ ὁρισμός τους; Τί εἶναι στὴν πραγματικότητα ἐκτὸς θέματος, ἀκόμα κι ἂν εἶναι σημαντικὸ θέμα; Στὸν χαοτικὸ δημόσιο λόγο μάθαμε νὰ τὰ βάζουμε ὅλα σὲ ἕνα τσουβάλι:

(1) τὴν ἀντίθεση σὲ μία κοινωνικὴ ἐπιρροὴ καὶ παρρησία τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία δὲν ἀκυρώνεται νομοθετικὰ μὲ κανέναν χωρισμὸ («χωρισμό, γιὰ νὰ μὴν πολιτικολογεῖ ὁ Μητροπολίτης!»)
(2) ἀλλαγὲς ποὺ ἔχουν ἤδη γίνει καὶ συνιστοῦν ἤδη πλήρως πρακτική τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ προβάλλονται ὡς αἰτούμενα («Νὰ φορολογηθεῖ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος! Νὰ πληρώνει ΕΝΦΙΑ!» μά, φορολογεῖται κανονικά, μά, πληρώνει κανονικὰ πλὴν εὐκτηρίων οἴκων)
(3) πολιτικὰ ζητήματα ποὺ πρέπει νὰ συζητήσει ἡ Πολιτεία μὲ τὸν ἑαυτό της καὶ δὲν ἀφοροῦν τὶς σχέσεις/χωρισμὸ Ἐκκλησίας-Κράτους (π.χ. τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὸ ἄρθρο 16.2 τοῦ συντάγματος, θὰ ἄλλαζε μὲ ἀναθεώρησή του, ἀλλὰ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας-Κράτους καθ’ αὑτές, εἶναι θέμα ποὺ ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ λύσει μὲ τὸν ἑαυτό της)
(4) ζητήματα ἁπτόμενα τῆς «θρησκείας» ἀλλὰ ἄσχετα μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν μποροῦν νὰ ἀποτελοῦν ἀτζέντα συζήτησης μαζί της, ὡς ὅλως ἀναρμόδιας (π.χ. ἡ ἐντελῶς ἰδιαίτερη περίπτωση τῆς μοναστικῆς αὐτοδιοίκητης πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῶν διακριτῶν φορολογικῶν του θεμάτων κλπ.), καὶ στὸ τέλος τῆς λίστας,
(5) ζητήματα σχέσεων Ἐκκλησίας-Κράτους καὶ χωρισμοῦ τους, ὅπως ἡ κρατικὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου.

.               Ἂν κανεὶς ξεχωρίσει τὸ ποιὰ ἀπὸ τὰ σημεῖα τῆς ἀτζέντας τοῦ δημοσίου λόγου γιὰ τὸν χωρισμὸ «Ἐκκλησίας-Κράτους» ὄντως εἶναι ἐντὸς θέματος, δηλαδὴ ὄντως ἐμπίπτουν στὸ (5) καὶ δὲν ἀποτελοῦν γενικῶς περιρρέοντα ζητήματα θρησκείας στὸ δημόσιο χῶρο, τότε θὰ δεῖ ὅτι δὲν εἶναι καὶ τόσα πολλά: οἱ ἐκκρεμότητες εἶναι μᾶλλον εὔκολα μετρήσιμες. Στὴ ἱστορικὴ καὶ ἐντυπωσιακὰ συναινετικὴ συμφωνία Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, μία ἀπὸ αὐτὲς διευθετήθηκε, μὲ τρόπο ὄντως ἀμοιβαία ἐπωφελῆ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀκριβῶς ὁ ὁρισμὸς τοῦ χωρισμοῦ Ἐκκλησίας-Κράτους.
.               Ὅσο δὲ γιὰ τοὺς φόβους ἐξ ἐκκλησιαστικῆς πλευρᾶς, ἀρκεῖ νὰ ἀποσαφηνιστεῖ πώς, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, ἡ μισθοδοσία τῶν κληρικῶν θὰ γίνεται πλέον ἀπὸ κεντρικὸ ἐκκλησιαστικὸ φορέα (γραφεῖο μισθοδοσίας) καὶ ὄχι διὰ μέσου τῶν μητροπόλεων (καὶ ἄρα ὄχι σὲ ἐξάρτηση μὲ τοὺς αὐθέντες αὐτῶν). Κάποιες δημόσιες ἐκκλησιαστικὲς διευκρινήσεις ἐπ’ αὐτοῦ θὰ βοηθοῦσαν.
.               Παράλληλα, διανοίγεται ἡ δυνατότητα νὰ διευθετηθεῖ μὲ ἐκκλησιαστικοὺς πλέον πόρους καὶ ἡ κατάσταση τῶν ἄμισθων σήμερα κληρικῶν λόγῳ τοῦ μνημονιακοῦ 5:1, γιὰ τὴν τύχη τῶν ὁποίων δὲν φαινόταν νὰ ἐνδιαφέρεται κανένας ἐκ τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ status quo.
.               Ὡς πρὸς τὸν διοικητικὸ κατακερματισμὸ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς συμφωνίας (ὀψέποτε καὶ μὲ τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ νομοθετηθεῖ) σὲ αὐτὴ τὴ συνάφεια, δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει πρόβλημα. Οἱ ἀριθμητικὰ πολὺ λιγότεροι κληρικοὶ τῆς Κρήτης καὶ τῶν Δωδεκανήσων, ποὺ ὑπάγονται στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, παραμένουν στὸ παλαιὸ καθεστὼς μισθοδοσίας μέχρι νεωτέρας. Οἱ δὲ «Νέες Χῶρες» ὑπάγονται διοικητικὰ καὶ νομικὰ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (ἐκκλησιαστικὰ/πνευματικὰ δὲ στὸ Πατριαρχεῖο), καὶ ὡς ἐκ τούτου συμπεριλαμβάνονται στὴ συμφωνία. Ἂν ὑπάρχει κάποια προβληματικὴ ἑστία, αὐτὴ μᾶλλον ἐντοπίζεται στὴ χρήση τῆς λέξης «ἐπιδότηση» στὸ σχέδιο συμφωνίας, τὸ ὁποῖο πάντως δὲν εἶναι σχέδιο νόμου: μία «ἀποζημίωση» δίδεται, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζεται ἡ ὑποχρέωση νὰ δοθεῖ, ἐνῶ ἕνα «ἐπίδομα» δίδεται, ὅπως θὰ λέγαμε, ἐπιδοματικά. Δὲν στερεῖται σημασίας τὸ νὰ ἀποσαφηνιστεῖ πὼς μιλᾶμε γιὰ ἐτήσια ἀποζημίωση, ὄχι γιὰ ἐπίδομα –ἂν μή τι ἄλλο, διότι ἕνα ἐπίδομα σὲ συγκεκριμένη Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἐγείρει ἄλλα ζητήματα μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες, εἰδικὰ σὲ μία ρητὴ συνταγματικὴ κατοχύρωση τῆς οὐδετεροθρησκείας τοῦ κράτους, κάτι ποὺ ἐπ’ οὐδενὶ δὲν ἰσχύει στὴν περίπτωση ἀποζημιώσεων λόγῳ ἐκκρεμοτήτων.
.               Κάτι ποὺ πρέπει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ἐπὶ τοῦ γενικότερου ζητήματος, τώρα ποὺ ἡ συζήτηση ἄνοιξε ἐπισήμως, εἶναι πὼς στὸ δημόσιο λόγο, πέρα ἀπὸ τὴ μισθοδοσία, ἐγείρεται συχνὰ καὶ τὸ αἴτημα νὰ εἶναι τὰ νομικὰ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα Νομικὰ Πρόσωπα Ἰδιωτικοῦ Δικαίου καὶ θρησκευτικῆς φύσεως ἀντὶ γιὰ Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ὅπως εἶναι σήμερα. Ὀφείλουμε νὰ σημειώσουμε πώς, στὸ βαθμὸ ποὺ δυνάμεθα νὰ ἔχουμε ἐποπτεία τῶν πιθανῶν ἐπιπλοκῶν, ἡ πρακτικὴ διαφορὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀνάμεσα στὸ νὰ εἶναι τὰ νομικὰ πρόσωπά της ΝΠΔΔ ἢ ΝΠΙΔ εἰδικοῦ τύπου εἶναι ἥκιστα σημαντική, οὔτε εὐνοϊκὴ οὔτε δυσμενής. Πρακτικὲς διαφορὲς καὶ ἐπιπτώσεις βέβαια θὰ προκύψουν, ἀλλὰ αὐτὲς φαίνεται πὼς θὰ ἦταν σὲ κάθε περίπτωση ἀρκούντως ἐλάσσονες. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀκόμη ζήτημα ποὺ ἐγείρεται περισσότερο λόγῳ τῆς συμβολικῆς του φόρτισης, παρὰ λόγῳ τοῦ πραγματικοῦ καὶ πρακτικοῦ ἀντικρύσματος ποὺ μία ἀλλαγὴ θὰ σηματοδοτοῦσε.
.               Ἀφ’ ἧς στιγμῆς λοιπὸν τηρηθεῖ ἡ συμφωνία, διότι εἰδάλλως αὐτοδικαίως θὰ κενωθεῖ, ἔχουμε τὰ ἑξῆς: παύση τῆς κρατικῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δέουσα ἀποζημίωση γιὰ ἀναποζημίωτες ἀπαλλοτριώσεις, διευκόλυνση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πλέον μισθοδοσίας, συνεκμετάλλευση περιουσίας, πρόληψη μελλοντικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀξιώσεων. Συναινετικά, μὲ κοινὴ δήλωση Ἀρχιεπισκόπου καὶ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ χαρακτηρισμὸς «ἱστορικὴ» γι’ αὐτὴν τὴ συμφωνία κυριολεκτεῖ ἀπολύτως.

 

ΠΗΓΗ: huffingtonpost.gr

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: