ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Εἰσαγωγή
Ἡ ἐποχή τῆς πληροφορίας

.            Ἡ σημερινή ἐποχή ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ἐποχή τῆς πληροφορίας μέ κύριο γνώρισμά της τήν δυνατότητα τῶν ἀνθρώπων νά ἀνταλλάσσουν καί νά μεταφέρουν πληροφορίες μέ πολύ μεγάλη εὐκολία καί ταχύτητα καί νά ἔχουν ἄμεση πρόσβαση σέ γνώσεις καί εἰδήσεις, ἀπό ὅλο τόν κόσμο, ἀνά πᾶσα στιγμή.
.            Μία ἀκατάπαυστη ροή πληροφοριῶν συνεχῶς ἀναπαράγεται καί ἀναμεταδίδεται, κυρίως μέσῳ τῆς τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης καί τοῦ διαδικτύου. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι ὁ πλέον ἐνημερωμένος καί καλά πληροφορημένος. Αὐτός πού τά ξέρει ὅλα καί ἔχει ἄποψη γιά ὅλα, πού τήν ἐκφέρει καί τήν προβάλλει, ὡς ἀπόλυτα ὀρθή καί ἐνδεδειγμένη.
.             Τό φαινόμενο αὐτό ἔχει, βεβαίως, τήν θετική του διάσταση, ἀλλά ταυτόχρονα ἔχει καί μία σειρά ἀπό πολύ ἀρνητικές συνέπειες σέ πνευματικό κυρίως ἐπίπεδο. Κι αὐτό γιατί ἡ συνεχής διάδοση καί ἀναμετάδοση ὅλων αὐτῶν τῶν εἰδήσεων καί τῶν πληροφοριῶν –πού δέν εἶναι πάντοτε σοβαρές, ἀληθινές ἤ ἀπαραίτητες καί δέν ἐλέγχονται ἀπό κανέναν– μᾶς ὁδηγοῦν σέ μία διαρκῆ ἑτεροπαρατήρηση, δηλαδή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους, σέ ἕναν συνεχῆ σχολιασμό τῶν ἄλλων· μᾶς ὁδηγοῦν σέ ἄκαιρους, ἀναίτιους, ἀνώφελους καί ἐπικριτικούς λόγους· μᾶς ὁδηγοῦν, δηλαδή, στήν παράχρηση τοῦ λόγου.
.           Στήν ἀποψινή μας ὁμιλία ἐπιλέξαμε νά ἀσχοληθοῦμε καί νά ἀναδείξουμε αὐτή τήν παθογένεια τῆς παράχρησης τοῦ λόγου, ὅλα αὐτά, δηλαδή, πού ἀποκαλοῦμε συνήθως ἁμαρτήματα – νοσήματα τῆς γλώσσας καί ἀφοῦ περιγράψουμε, σέ ἀδρές γραμμές, τά σημαντικώτερα ἀπό αὐτά, νά ἀναζητήσουμε τήν ἀντιμετώπιση καί τήν θεραπεία τους.
.         Ἐπιλέξαμε, ἐπίσης, νά μιλήσουμε καί γιά τήν θεραπευτική ἀρετή τῆς σιωπῆς, τῆς ἐν ἐπιγνώσει σιωπῆς, πού ἀσκεῖται συνειδητά καί ὄχι παθητικά καί πού δυστυχῶς εἶναι τόσο δυσεύρετη στίς μέρες μας, παρότι εἶναι πολύ βοηθητική καί ἀπαραίτητη στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας.

Ὁ λόγος ὡς χάρισμα

.           Μιλώντας γιά τήν γλώσσα ἀναφερόμαστε συνήθως στήν ἀρνητική της πλευρά, στήν παράχρηση δηλαδή τῆς γλώσσας, πού γίνεται ἀπό τόν ἄνθρωπο ἐξαιτίας τῶν παθῶν του. Φυσικά ἡ γλώσσα, ὄχι ἁπλῶς ἡ σωματική, ἀλλά ἡ ἱκανότητα τοῦ λόγου, ἡ ὁμιλία, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἕνα ἀπό τά γνωρίσματα πού τόν ἀναβιβάζει καί τόν διαφοροποιεῖ ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία. Εἶναι χάρισμα γιά τό ὁποῖο πρέπει νά δοξολογοῦμε τόν Κύριό μας, πού μᾶς κόσμησε μέ ἕνα ἀπό τά ἐξέχοντα δῶρα τῆς δημιουργίας Του.
.           Ὁ λόγος ἀποτελεῖ κυρίαρχο συστατικό τῆς ἀνθρώπινης ὀντότητος. Εἶναι αὐτός, πού στόν μεγαλύτερο βαθμό παρέχει τήν δυνατότητα ἐπικοινωνίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Καθορίζει ἄμεσα καί καταλυτικά τήν κοινωνικότητα, τίς διαπροσωπικές σχέσεις, τήν ἐξωτερίκευση τῶν αἰσθημάτων, τήν ἔκφραση καί προάσπιση τῶν ἀπόψεων. Μέ λίγα λόγια, ὁ λόγος ἐκφράζει καί ταυτόχρονα ἀποκαλύπτει τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο.
.           Στήν καλή χρήση του ὁ λόγος γέννησε, ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἀκόμη καί κυρίως στόν ἑλλαδικό χῶρο, τέχνη, καλλιτεχνική δημιουργία καί ἕναν λαμπρό πολιτισμό. Ἔγινε ποίηση, φιλοσοφία, θεολογία, θέατρο, τραγούδι. Γέννησε τά λεκτικά ἀριστουργήματα τῆς ρητορικῆς καί τῶν δημηγοριῶν, γονιμοποίησε ἐπιστῆμες καί σχολές, ἐξέφρασε ἀναζητήσεις καί προβληματισμούς, διετύπωσε ἀλήθειες καί δόγματα, ἀνέδειξε ἐξέχουσες μορφές καί παγκόσμια ἀναστήματα τοῦ πνεύματος καί τοῦ πολιτισμοῦ.
.           Κυρίως, ὅμως, ἔγινε ὁ Λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ σπόρος, πού ἁπλώθηκε καί καρποφόρησε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἔγινε ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, ὁ ὁμολογιακός λόγος, ὁ παρρησιαστικός λόγος τῶν μαρτύρων ἔναντι τῶν δημίων τους. Ἔγινε φορέας πνευματικῆς οἰκοδομῆς μέσα ἀπό τίς θεοφώτιστες καί ἐμπνευσμένες ὁμιλίες τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ λόγος τῆς ἐρήμου, τῶν μεγάλων Ἀββάδων καί Ἀμμάδων, τῆς Κλίμακος καί τῶν Σύρων Πατέρων. Ὁ μελίρρυτος χρυσοστομικός λόγος, ὁ ἀνθενωτικός λόγος τοῦ μεγάλου Φωτίου καί τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ.
.           Ἔγινε λόγος δοξολογίας καί ὑμνολογίας τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων μας. Ἔγινε ἐγκώμια, παρακλήσεις, λειτουργίες, ἀκολουθίες, κανόνες, ὠδές, χαιρετιστήριοι οἶκοι.
.           Ἔγινε ὁδηγός, νουθεσία, σοφία καί σύνεση. Ἔγινε παρηγοριά καί στήριξη, ἀγάπη καί φιλία. Ἔγινε λόγος μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Ἔγινε στήριγμα καί θάρρος, ἔγινε κουράγιο καί δύναμη, ἀπαντοχή καί ἐλπίδα γιά τήν σωτηρία μας.

Ἡ παράχρηση τοῦ λόγου

.           Τό χάρισμα τοῦ λόγου, ὅπως καί ὅλα τά χαρίσματα, δόθηκε ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο γιά νά ὑμνεῖ καί νά δοξάζει τόν Δημιουργό του· γιά νά χαίρεται καί νά μετέχει στήν κοινωνία μέ τόν συνάνθρωπό του. Ἡ αὐτονόμηση, ὅμως, τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ὡς συνέπεια τῆς πτώσεώς του, ἐπέφερε καί τήν παράχρηση τοῦ λόγου, πού γίνεται πλέον καί λόγος πλάνης καί ἀπωλείας καί λόγος ἀντιλογίας, γίνεται δικαιολογία καί ὑπεκφυγή τῶν πρωτοπλάστων πρός τόν Θεό.
.           Ἀπό μέσο ἐπικοινωνίας καί συνεννοήσεως τῶν ἀνθρώπων ὁ λόγος, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφανείας καί τῆς ἀλαζονείας τους, γίνεται λόγος ἀσυνεννοησίας καί διαιρέσεως. Κατέληξε σέ σύγχυση γλωσσῶν θαμμένος στά συντρίμμια τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ.

Ἡ χρήση τῆς γλώσσας εἶναι ἡ λυδία λίθος.

.           Ἡ καλή ἤ κακή χρήση τῆς γλώσσας, λοιπόν, εἶναι ἡ λυδία λίθος, πού κρίνει τελικά τήν ὠφέλεια ἤ τήν ζημία γιά τόν χρήστη της, ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους, καθώς « ἄν τήν προσέξεις, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, γίνεται ἵππος βασιλικός, εἰ δέ μή ὄχημα διαβόλου».
.           Ἡ ποιότητα τῶν λόγων μας μαρτυρεῖ τήν πνευματική μας κατάσταση, μαρτυρεῖ τήν ποιότητα καί τό περιεχόμενο τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου· « ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τό στόμα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ´, 35) (δηλ. τό στόμα μιλάει ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο εἶναι γεμάτη ἡ καρδιά), κατά τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει: «Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι» (Κολ. δ´ 6). ( Δηλ. ὁ λόγος σας νά εἶναι πάντοτε μέ χάρη, ἁρτυμένος μέ ἁλάτι, καί νά ξέρετε πῶς πρέπει νά ἀπαντᾶτε στόν καθένα) Ἑτεροπαρατήρηση: κρίση – καταλαλιά – κατάκριση – ἐξουθένωση
.           Στό Γεροντικό διαβάζουμε ὅτι ρώτησαν τόν ὅσιο Σισώη τί γνώμη εἶχε γιά τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας καί ὁ ὅσιος τούς ἀπάντησε: «᾽Εγώ, τριάντα χρόνια τώρα, ἕνα ἔχω προσευχή! Γιά ἕνα καί μόνο παρακαλῶ τόν Κύριο, νά μέ φυλάει ἀπό τή γλώσσα μου!». Καί σέ ἄλλο σημεῖο, ἐπίσης, τοῦ Γεροντικοῦ ἀναφέρεται πώς ἕνας ὑποτακτικός εἶπε στόν Γέροντά του: «Γέροντα, ἔχω νά φάω κρέας εἴκοσι χρόνια. Καί ἐγώ, παιδί μου, τοῦ ἀπήντησε ἐκεῖνος, ἀπό τότε πού ἔγινα μοναχός, δέν ἔχω φάει ἄνθρωπο»!
.           Ξεκινώντας τήν παράθεση τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, θά θέλαμε νά ἀναφερθοῦμε καί νά ἑστιάσουμε περισσότερο στά βαρύτερα ἀπό αὐτά, δηλαδή στήν καταλαλιά, τήν κατάκριση, καί τήν ἐξουθένωση, ἀφοῦ προηγηθεῖ μία ἀπαραίτητη διευκρίνιση καί διαφοροποίηση ἀνάμεσα στήν κρίση καί στήν παράχρηση τῆς κρίσεως. Νά διευκρινίσουμε δηλαδή, πότε ἡ κρίση εἶναι θεμιτή καί νόμιμη, πότε εἶναι ἐνδεδειγμένη καί ἐπιβεβλημένη καί πότε εἶναι ἄδικη, κατακριτική καί ἐφάμαρτη.
.           Θά ἀναφερθοῦμε, ἐπίσης, καί στά διάφορα παράγωγα τῆς κατάκρισης, ὅπως εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ χαρακτηρισμός, ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση. Ὅλα αὐτά τά ἁμαρτήματα περιέχονται στήν γενικότερη κατηγορία τῆς ἑτεροπαρατήρησης, τῆς ἐνασχόλησης, δηλαδή, μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση καί χαρακτηρισμούς.
.           Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ συνεχής ροή πληροφοριῶν καί ἡ δυνατότητα ἄμεσης ἐνημέρωσης, ἀνά πᾶσα στιγμή, γιά ὅ,τιδήποτε συμβαίνει, ἀκόμη καί στήν πιό μακρυνή γωνιά τοῦ πλανήτη, δίνει τροφή καί ὠθεῖ τόν κόσμο στή συνεχῆ ἑτεροπαρατήρηση καί ὄχι τήν αὐτοπαρατήρηση. Γιά τούς περισσότερους ἀνθρώπους, δυστυχῶς καί γιά τούς χριστιανούς, κύρια προτίμησή τους καί συνήθεια εἶναι ἡ κριτική καί ὄχι ἡ αὐτοκριτική. Εἶναι ἡ ἐνασχόληση περισσότερο μέ τούς ἄλλους παρά μέ τόν ἑαυτό μας.
.           Τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημερώσεως καί τό διαδίκτυο συνεχῶς καί ἀσταμάτητα κατακλύζουν τόν κόσμο μέ ἀρνητικά κυρίως σχόλια καί γεγονότα, μέ σκανδαλοθηρικά περιστατικά, μέ πάθη, ἁμαρτίες καί παραπτώματα τῶν ἄλλων, μέ πληροφορίες καί εἰδήσεις πού προκαλοῦν καί ἐντυπωσιάζουν, πού κεντρίζουν τήν φαντασία καί διεγείρουν πάθη, ἀντιπαλότητες καί ἔχθρες, πού μολύνουν τίς αἰσθήσεις καί τόν νοῦ μέ ἀπαξία καί χυδαιότητα.
.           Ὅλα αὐτά δημιουργοῦν μία παγιωμένη κατάσταση καί ἔχουν καταστεῖ πλέον ἐθισμός γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος συνηθίζει καί ἐξοικειώνεται μέ τήν ἀσχήμια, τήν μετριότητα, τήν χλιαρότητα καί τήν χαλαρότητα. Ἐξοικειώνεται καί ταυτίζεται μέ τά ἐφήμερα, τά χαμηλά καί τά ἐπιφανειακά τῆς φθηνῆς καθημερινότητος. Συγκρίνει καθημερινά τόν ἑαυτό του ὄχι μέ τούς ἁγίους καί τούς ἥρωες, ἀλλά μέ τά πρότυπα τῆς ἀπαξίας, τῆς ἀτιμίας, τῆς παρανομίας καί τῆς ἀκολασίας πού προβάλλονται κατά κόρον.
.           Γίνεται, ἔτσι, ἐπικριτικός, κατακριτικός, ἐλεγκτικός, καυστικός, ἀπαιτητικός, ἐριστικός, ἐπιθετικός. Στιγματίζει, καυτηριάζει, στηλιτεύει καί σπιλώνει, μέ μεγάλη ἄνεση καί περισσή εὐκολία, ἀνθρώπους καί καταστάσεις, θεωρώντας μάλιστα πώς αὐτό εἶναι δίκαιο καί ἐπιβεβλημένο καί πώς πράττει τό καθῆκον του ἐνεργώντας τήν δίκαιη κάθαρση.

Ἄλλο κρίση καί ἄλλο κατάκριση

.           Εὔλογα, βεβαίως, τίθεται τό ἐρώτημα ἄν θά πρέπει νά καταδικάσουμε συλλήβδην τήν ἐπιβεβλημένη κριτική καί τόν δίκαιο ἔλεγχο πού ἀσκεῖται σέ μία σειρά ἀπό φαινόμενα, ἐνέργειες καί καταστάσεις.
.           Εἶναι ἀναγκαῖο στό σημεῖο αὐτό νά κάνουμε μιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση γιά τό θέμα τῆς κρίσεως καί τήν διαφορά της μέ τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση.
.           Ἡ κρίση, ὅπως καί ἡ λογική, εἶναι, ὅπως προαναφέραμε, ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα δῶρα τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, οἱ ὁποῖες τόν διαφοροποιοῦν ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί τήν ὑπόλοιπη δημιουργία. Καί εἶναι δεδομένο ὅτι ὁ Θεός δέν θά ἐπεδίωκε νά καταργήσει ἤ νά ἀφαιρέσει ἀπό τόν ἄνθρωπο ἕνα χάρισμα πού ὁ Ἴδιος τοῦ προσέφερε, διότι τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμεταμέλητα, «ἀμεταμέλητα γὰρ τὰ χαρίσματα καὶ ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ » (Ρωμ. ια´ 29).
.           Κρίση εἶναι ἡ διανοητική ἐνέργεια πού ἐκτιμᾶ καί ἀξιολογεῖ πρόσωπα, πράγματα καί καταστάσεις καί καταλήγει σέ λογικά συμπεράσματα καί διαμόρφωση γνώμης. Πρόκειται γιά μία πολύ σπουδαία καί ἄκρως ἀπαραίτητη διαδικασία γιά τήν καλή καί εὔρυθμη λειτουργία τῆς ζωῆς μας, τῆς οἰκογένειάς μας, τῆς ἐπαγγελματικῆς μας δραστηριότητας καί τῆς κοινωνίας μας.
.           Μία πληθώρα περιπτώσεων καί καταστάσεων τῆς καθημερινότητάς μας ἀπαιτοῦν τήν ὥριμη κρίση μας, τήν σύνεση καί τήν εὐθυκρισία μας γιά τήν σωστή ἀντιμετώπισή τους. Ὑπάρχουν, ἐπίσης, περιπτώσεις, πού παράλληλα μέ τήν κρίση μας, ἀπαιτεῖται καί ὁ ἔλεγχος προσώπων καί καταστάσεων.
.           Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἡ κρίση καί ὁ ἔλεγχος εἶναι λειτουργίες καθ’ ὅλα θεμιτές καί ἀπαραίτητες γιά τόν ἄνθρωπο. Θά πρέπει γιά παράδειγμα νά κρίνουμε καί νά ἐπιλέξουμε τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας, τήν ὀργάνωση τῆς οἰκογένειάς μας, τοῦ ἐπαγγέλματός μας. Θά πρέπει νά κρίνουμε, νά ἀξιολογήσουμε καί νά ἐλέγξουμε, ὡς γονεῖς τά παιδιά μας, ὡς πνευματικοί τά πνευματικά μας τέκνα, ὡς πολίτες τήν διακυβέρνηση τῆς χώρας μας, ὡς ἐπαγγελματίες, ὡς προϊστάμενοι, ὡς δικαστές καί ὡς θεσμικοί φορεῖς τίς ἀπαιτούμενες κάθε φορά καταστάσεις καί νά λάβουμε τίς δέουσες ἀποφάσεις.
.           Ἡ κρίση καί ὁ ἔλεγχος ἔχουν ὡς βάση τήν ἀγάπη καί τήν νομιμότητα καί ὡς σκοπό τήν ἐμπέδωση τῆς νομιμότητος καί τήν διόρθωση, ὄχι μόνο τῶν σφαλμάτων καί τῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλά καί αὐτῶν πού ἔχουν ὑποπέσει στά σφάλματα καί τά ἁμαρτήματα. Ἀντίθετα, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση ἔχουν ὡς βάση τήν κακία, τήν ἐμπάθεια, τόν φθόνο καί ὡς σκοπό τήν καταδίκη, ὄχι μόνο τῶν πράξεων, ἀλλά κυρίως τήν καταδίκη, τήν καταφρόνηση, τόν ἐξευτελισμό καί τήν ἐκμηδένιση τῶν προσώπων.

Ἡ δίκαιη κρίση

.           Ὁ Χριστός μας, ἀπευθυνόμενος πρός τούς Ἰουδαίους, τούς λέγει : « μή κρίνετε κατ’ ὂψιν, ἀλλά τήν δικαίαν κρίσιν κρίνατε » (Ἰωάν ζ΄24) ( δηλ. μήν κρίνετε κατά τά ἐξωτερικά φαινόμενα, ἀλλά νά εἶστε δίκαιοι στίς κρίσεις σας). Παρατηροῦμε, λοιπόν, ἐδῶ μία σαφῆ διάκριση ἀνάμεσα στήν κρίση πού γίνεται « κατ’ ὂψιν » καί στήν « δικαία » κρίση.
.           Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ «δικαία κρίσις», τήν ὁποία μᾶς προτρέπει ὁ Χριστός νά κάνουμε; Μᾶς τήν ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου Του: «ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί, ὅτι οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός» (Ἰω. ε´30) (Δηλ. ἡ δική μου κρίση εἶναι δίκαιη, διότι δέν ἐπιδιώκω τό θέλημά μου, ἀλλά τό θέλημα τοῦ Πατέρα πού μέ ἔστειλε).
.           Ἡ δίκαιη καί σωστή κρίση, λοιπόν, εἶναι αὐτή πού γίνεται σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτή πού προϋποθέτει τήν ἐκκοπή τοῦ δικοῦ μας ἀτομικοῦ θελήματος. Προϋποθέτει τήν ἔξοδο ἀπό τόν ἀτομισμό μας, τήν ὑπερνίκηση τοῦ ἐγωισμοῦ μας, τήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τήν ἀγαπητική μας διάθεση ἀπέναντι στόν κρινόμενο.
.           Κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν ἑαυτό του, τό ἐγώ του, τό θέλημά του, τήν ἰδιοτέλειά του εἶναι σταυρική. Ἡ ἔξοδος αὐτή ἔχει δύο κατευθύνσεις, μία κάθετη πρός τόν Θεό καί μία ὁριζόντια πρός τούς ἀνθρώπους. Ὅταν ἡ κάθετη εἶναι ἐλλειπής, τότε εἶναι ἀναπόφευκτο νά γίνεται ἐλλειμματική καί ἡ ὁριζόντια. Ἀλλά καί ἀντίστροφα, ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἐγγίζει περισσότερο πρός τόν Θεό, ὅσο περισσότερο ἀγαπᾶ τόν Θεό, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶ καί τούς ἀνθρώπους· τόσο ἡ κρίση του γίνεται δικαιότερη, πιό ἀγαπητική καί φιλάδελφη.
.           Τότε φθάνουμε σέ αὐτό πού μᾶς προτρέπει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος: «Ἀγάπησε τούς ἁμαρτωλούς χωρίς νά μιμηθεῖς τά ἔργα τους, ἀλλά καί χωρίς νά τούς περιφρονήσεις γιά τά ἐλαττώματά τους. Διαφορετικά κινδυνεύεις νά πέσεις καί ἐσύ στούς ἴδιους πειρασμούς μέ αὐτούς»
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἀπαντώντας σέ ἐρώτηση μοναχῆς περί κρίσεως καί κατακρίσεως, ἔλεγε χαρακτηριστικά:
« –   Γέροντα, εὔκολα κρίνω καὶ κατακρίνω.
– Ἡ κρίση ποὺ ἔχεις, εἶναι φυσικά, χάρισμα πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀλλὰ τὴν ἐκμεταλλεύεται τὸ ταγκαλάκι (ὁ διάβολος) καὶ σὲ κάνει νὰ κατακρίνεις καὶ νὰ ἁμαρτάνεις. Γι’ αὐτό, μέχρι νὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ κρίση σου καὶ νὰ ἔρθει ὁ θεῖος φωτισμός, νὰ μὴ τὴν ἐμπιστεύεσαι. Ὅταν κανεὶς ἀσχολεῖται μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς κρίνη, ἐνῶ ἀκόμα δὲν ἔχει ἐξαγνισθῆ ἡ κρίση του, πέφτει συνέχεια στὴν κατάκριση.
–   Καὶ πῶς, Γέροντα, θὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ κρίση μου;
–   Πρέπει νὰ τὴν λαμπικάρεις. Μπορεῖ νὰ ἔχεις καλὴ διάθεση καὶ μιὰ δύναμη μέσα σου, ἀλλὰ πιστεύεις ὅτι κρίνεις πάντοτε σωστά. Ἡ κρίση σου εἶναι ὅμως ἀνθρώπινη, κοσμική. Προσπάθησε νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο, νὰ ἀποκτήσεις ἀνιδιοτέλεια, γιὰ νὰ ἔρθει ὁ θεῖος φωτισμὸς καὶ νὰ γίνει ἡ κρίση σου πνευματική, θεϊκή. Τότε ἡ κρίση σου θὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴν λογικὴ τὴν ἀνθρώπινη. Μόνον ὁ Θεὸς κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αὐτὸς γνωρίζει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων».

Ἡ παράχρηση τῆς κρίσεως

.           Ἡ αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ὅπως προαναφέραμε, εἶχε ὡς συνέπεια τήν ἀλλοτρίωση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παράχρηση ἐκ μέρους του τῶν χαρισμάτων πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τόν Θεό. Ἡ αὐτονομία καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τόν Θεό ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στήν αὐτοδικαίωση καί στήν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν ἀτομική του κρίση καί γνώμη. Κατά συνέπεια, ἡ κρίση ἀπό χάρισμα μετατρέπεται σέ ἀτομική σκέψη, σέ ἰσχυρογνωμοσύνη, σέ ἐμπιστοσύνη στόν λογισμό μας, σέ ἔπαρση, σέ ὑπερηφάνεια καί σέ ἀλαζονεία.
.             Ἔτσι, γινόμαστε αὐθάδεις, κατακριτικοί καί ἐξουθενωτικοί πρός τούς ἄλλους, ἀκόμη καί πρός τόν ἴδιο τόν Θεό ἀπό τόν Ὁποῖο ζητοῦμε ἀπαιτητικά καί «δικαιωματικά» τήν «ἀντιμισθία» Του γιά τίς «καλές μας πράξεις». Ὅπως λέει χαρακτηριστικά ὁ Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης: «Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατά τήν πατερική παράδοση δέν εἶναι αὐτόφωτος, ἀλλά ἑτερόφωτος (ἀποτελεῖ, δηλαδή, κτιστό κάτοπτρο, πού στό μέτρο τῆς καθαρότητάς του ἀνακλᾶ τό Φῶς τοῦ Θεοῦ), ἀντί νά εἶναι στραμμένος ὀντολογικῶς πρός τόν Θεό (τήν πηγή τοῦ εἶναι του), ἀναστρέφει τό κάτοπτρο τοῦ εἶναι του πρός τόν ἑαυτό του. Αὐτή εἶναι ἡ φιλαυτία καί ἡ ὑπαρξιακή αὐτονόμησή του ἀπό τήν φωτεινή πηγή τῆς ὑπάρξεώς του (δηλ. τόν Θεό) καί αὐτό εἶναι αὐτόχρημα τό ὑπαρξιακό του σκοτάδι. Γίνεται ἔτσι παράχρηση ὅλων τῶν πραγμάτων, ἀκόμη καί τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἀντικειμενοποιεῖται, εἰδωλοποιεῖται καί «χρησιμοποιεῖται» μέ τήν κυριολεκτική ἔννοια τῆς λέξεως ἀπό τόν ἄνθρωπο. Στήν οὐσία, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος, πρακτικῶς, αὐτοανακηρύσσεται αὐθαδῶς καί ἀνοήτως σέ κύριο τοῦ Θεοῦ καί ἀξιώνει τίς ὑπηρεσίες Του ἔναντι μικρῆς ἀντιπαροχῆς (π.χ. ἐκκλησιασμός, ἐξομολόγηση, θεία κοινωνία, τάματα, λαμπάδες κ.λπ.). Ἔτσι, καταλήγει νά κατακρίνει ἀσπλάγχνως ὄχι μόνο τούς συνανθρώπους του, ἀλλά ἐπεκτείνει αὐθαδῶς καί ἀνοήτως τήν σκοτισμένη κρίση του, ὄχι μόνο συμβουλεύοντας, ἀλλά κατακρίνοντας καί τόν Ἴδιο τόν Θεό καί τά ἔργα Του (πειρασμούς, δοκιμασίες, ἀσθένειες κ.λπ.), πού ἐπιτρέπονται ἀπό τόν Θεό γιά νά κάμψουν τήν φιλαυτία καί τήν ἀμετανοησία μας».
.            Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, καί ὑπάρχουν τά ἄδικα, ἀθεολόγητα καί ἀδικαιολόγητα ΓΙΑΤΙ, πού ἀκοῦμε καθημερινά νά ὑποβάλλονται πρός τόν Θεό. Γιατί νά ὑπάρχει δυστυχία καί ἀδικία στόν κόσμο, γιατί νά ὑπάρχουν πόλεμοι, πρόωροι θάνατοι, ἀσθένειες, πειρασμοί καί τόσα ἄλλα. Ἐκδηλώσεις καί παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης Ἡ ἑτεροπαρατήρηση ἔχει πάρει στίς μέρες μας τήν μορφή πανδημικῆς νόσου, δημιουργώντας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ψυχρότητες, ἐναντιώσεις, μίση, μνησικακίες, καί ἐγκατάλειψη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑτεροπαρατήρηση ἐκδηλώνεται κυρίως μέ τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση. Ἔχει δέ καί διάφορα παράγωγα, ὅπως εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ χαρακτηρισμός, ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

 

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: