«Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ. Η ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΨΥΧΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΥΚ ΕΑΛΩ, ΟΥΚ ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ, ΟΥΚ ΕΑΛΩ ΤΟ ΦΩΣ»-2

«Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ.
Η ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΨΥΧΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΥΚ ΕΑΛΩ,
ΟΥΚ ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ, ΟΥΚ ΕΑΛΩ ΤΟ ΦΩΣ»

563 ὁλόκληρα χρόνια πέρασαν, ἀφ᾽ ὅτου ἡ Κωνσταντινούπολη,
ἡ Βασιλεύουσα,
ποὺ διέγραψε μία φωτεινὴ πορεία 1123 ἐτῶν καὶ 18 ἠµερῶν, ἔπεσε.

τῆς Δρ. Φιλ. Μαρίας – Ἐλευθερίας Γιατράκου

περιοδ. «ΚΑΜΠΑΝΕΣ»

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

Μέρος Α´:  «Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ. Η ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΨΥΧΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΥΚ ΕΑΛΩ, ΟΥΚ ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ, ΟΥΚ ΕΑΛΩ ΤΟ ΦΩΣ»

.             Ἰδανικὸ τοῦ κάθε βυζαντινοῦ πολίτη ἦταν ἡ µόρφωση. Τὴν ἀπαιδευσία, τὴν ἔλλειψη πνευµατικῆς καλλιέργειας, τὴ θεωροῦσαν οἱ Βυζαντινοὶ ἀτύχηµα καὶ συµφορά. Τὸ πρῶτο πράγµα ποὺ διδασκόταν ἕνα παιδί, ὅταν γινόταν ἕξι χρόνων, ἦταν ἡ γραµµατικὴ ἢ «τὸ ἑλληνίζειν τὴν γλώσσαν». Τὸν 11ο αἰώνα, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Κοµνηνοῦ, τὰ σχολεῖα ἦταν ἀνοιχτὰ καὶ προσιτὰ σὲ ὅλα τὰ παιδιά, ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἐθνικότητα καὶ κοινωνικὴ τάξη τῶν γονέων τους. Ὁ κορυφαῖος φιλόσοφος Μιχαὴλ Ψελλός, στὴν ἡλικία τῶν 14 ἐτῶν εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ ἀπαγγέλει Ἰλιάδα ἀπὸ µνήµης. Μὲ τὴ Γραµµατικὴ οἱ νέοι μαθαιναν ρητορική, φιλοσοφία, καὶ τέσσερις τέχνες, τὴν ἀριθµητική, τὴ γεωµετρία, τὴ μουσικὴ καὶ τὴν ἀστρονοµία. Μποροῦσαν ἐπίσης νὰ διδαχθοῦν νοµικά, ἰατρική, φυσικὴ καὶ ἀπὸ δασκάλους κληρικούς, θρησκευτικά. Οἱ µορφωµένοι καὶ λόγιοι κάτοικοι τῆς Κωνσταντινούπολης χρησιµοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως ἀπὸ τὸ Ὀθωµανικὸ κράτος. Ἡ ἀναζωογονητικὴ πνευµατικὴ δύναµη τοῦ Βυζαντίου ἐµπνέει καὶ σήµερα τὴ ζωὴ µας22. Τὸ Βυζάντιο ἐκπολίτισε καὶ ἔβγαλε ἀπὸ τὴ βαρβαρότητα χῶρες ὁλόκληρες. Ἡ ἐπικαιρότητα τοῦ ἔργου τῶν Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου διαφαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν «ἐς ἀεὶ» θεµελίωση τῆς χριστιανικῆς Θρησκείας καὶ γραφῆς. Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, ἔφεραν τὴν κωνσταντινουπολίτικη ἀκτινοβολία ὣς τὴν κεντρικὴ Εὐρώπη, δηλαδὴ τὴ Μοραβία, ὣς τὰ βάθη τοῦ Πόντου (ἡ ἀναφορὰ ἐδῶ εἶναι, στὸ ἔργο τοῦ Κυρίλλου πρὸς τοὺς Χαζάρους καὶ γιὰ τὸν πρῶτο ἐκχριστιανισµὸ τῶν Ρώσων).
.             Ὁ Κύριλλος καὶ ὁ Μεθόδιος ἔδωσαν στοὺς Σλάβους τὰ χριστιανικὰ φῶτα καὶ πρῶτοι ἔφεραν τὰ σύνορα τῆς οἰκουµενικῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς τότε παγκόσµιας αὐτοκρατορίας τοῦ Βυζαντίου. Ἡ εὐόδωση τῆς προσπάθειας τοῦ Πατριάρχη Φωτίου πρὸς τοὺς λαοὺς τοῦ Πόντου, θὰ συµπληρωθεῖ ἕναν αἰώνα ἀργότερα ἀπὸ τὴν προσπάθεια ποὺ θὰ καταβάλει ὁ Πατριάρχης καὶ µαζὶ Ἀντιβασιλέας, Νικόλαος ὁ Μυστικός. Αὐτὸς ἑδραίωσε τὸν χριστιανισµὸ τῶν Ἀλανῶν καὶ Ἀβασγῶν, τῶν λαῶν δηλαδὴ ποὺ οἱ ἀπόγονοί τους ζοῦν στὶς παρυφὲς τοῦ Καυκάσου, καὶ σχηµατίζουν σήµερα µαζὶ μὲ τοὺς Ἀρµενίους τὸ ἀκραῖο προπύργιο τῆς Χριστιανοσύνης. Ἡ νοητὴ γραµµὴ ποὺ διασχίζει τὴν Ἀδριατικὴ θάλασσα, ἀπὸ τὶς Δαλµατικὲς ἀκτὲς καὶ κάτω ὣς τὴ μεγάλη Σύρτη, ὣς τὴν Κυρηναϊκή: Τὴν περιοχὴ δηλαδὴ ποὺ στάθηκε μὲ τὴ σειρά της ὣς τὴν ἀραβικὴ κατάκτηση (τέλος 7ου αἰώνα) ἀκραῖο φυλάκιο ἑλληνοσύνης καὶ ἐνδόξου βυζαντινισµοῦ, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Καβάφης23.
.             Ἡ Βενετία ἐδῶ καὶ πεντακόσια χρόνια εἶναι ἕνα ἄλλο Βυζάντιο, χάρη στοὺς Βυζαντινούς. Ἡ Εὐρώπη σὲ στιγµὲς αὐτοσυνειδησίας ὁµολογεῖ ὅτι ὀφείλει τὸν πολιτισµό της στὸ Βυζάντιο.
.             Ἡ ἀκτινοβολία τῆς Βασιλεύουσας μὲ τοὺς θόλους καὶ τὰ ἀετώµατα, τὶς χρωµατιστὲς ψηφίδες, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ φόντο στὶς μικρογραφίες τῶν ἱστορηµένων χειρογράφων, µᾶς δίνουν μία εἰκόνα λαµπρή, ἂν καὶ οἱ Βυζαντινοὶ ἀρχιτέκτονες φύλαγαν τὶς ὡραιότερες δηµιουργίες τους γιὰ τὰ ἐσωτερικά24.
.             Ἀλλὰ ὅταν ἀκοῦµε γιὰ Κωνσταντινούπολη, ὁ νοῦς πάει στὸ αἰώνιο σύµβολό της, τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, «τὸ μέγα µὀναστήρι, μὲ τὰ τετρακόσια σήµαντρα καὶ τὶς ἑξήντα δύο καµπάνες». Δὲν ὑπάρχει Ἕλληνας ἢ ἀλλοεθνὴς ποὺ νὰ ἔκρυψε τὴ συγκίνηση καὶ τὸ σεβασµό του στὸ ἄκουσµα τῶν δύο λέξεων: Ἁγιὰ Σοφιά. Ἕνας περιηγητὴς τοῦ 12ου αἰώνα γράφει: «Δὲν ὑπάρχει ἄλλη πολιτεία στὴ Γῆ ποὺ νὰ µπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐδῶ βλέπει κανεὶς τὸν περίφηµο ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας … Ὁ ἀριθµὸς τῶν ναῶν εἶναι ἴσος μὲ τὸν ἀριθµὸ τῶν ἠµερῶν τοῦ χρόνου. Οἱ θησαυροί, ὄµως, τῆς Ἁγίας Σοφίας εἶναι ἀναρίθµητοι … Κι ἔτσι ἔχει γίνει σπουδαῖος ναός, ποὺ δὲν ὑπάρχει ὄµοιός τοῦ στὸν κόσµο»25. Ὅµως ὁ Μάϊος, ὁ ὡραιότερος ἴσως μήνας τοῦ ἔτους, φέρνει στὴ σκέψη µνῆµες ὀδυνηρές, ἀφοῦ εἶναι ὁ μήνας τῆς Ἅλωσης τῆς «Βασιλίδος τῶν Πόλεων». Ὁ μήνας κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ Μωάµεθ ὁ Β´ ἐξεπόρθησε βίαια τὴν Βασιλεύουσα, τὸ προπύργιο τοῦ Χριστιανισµοῦ, τοῦ Ἑλληνισµοῦ τὴν μεγάλη κοιτίδα, τὴν Κωνσταντινούπολη.
.             Ζούµε σὲ ἐποχὴ ἰδεοθύελλας, ἀνιδανισµοῦ.
.             Ὡς γνήσιοι Ἕλληνες, ἰδιαιτέρως ὅσοι ἔχουµε φύσει καὶ θέσει πνευµατικὴ εὐθύνη, ἄραγε προσφέρουµε στὴ νεότητα μας ἰδεοράµατα, διδάσκοντας τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια καὶ γιγαντώνοντας τὶς χρυσὲς ἐλπίδες της γιὰ τὴ Βασιλεύουσα; Ἀφόρµηση γι᾽αὐτὸ ποὺ λέγω μοῦ ἔδωσε ὁ ὑπέροχος πίνακας ποὺ ὑπάρχει στὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος, μὲ τίτλο «Τὸ Ὄνειρο στὴν Ἁγιὰ Σοφιά». Τὸ Ἑλληνόπουλο, γαλουχηµένο μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια γιὰ τὸ Βυζάντιο, τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὴν Ἅλωση, ποιὸς ξέρει μὲ τί ἰδέες φορτισµένο ἀπὸ ἐνθουσιώδη δάσκαλο, διαβάζει τὶς λαµπρὲς σελίδες τῆς Βυζαντινῆς ἱστορίας, φθάνει στὴν Ἅλωση, καταπονηµένο ἀπὸ τὴν τραγικὴ στιγµὴ τῆς πτώσης κοιµᾶται πάνω στὰ βιβλία, κι ὀνειρεύεται, ὢ τί ὀνειρεύεται! Πὼς βρίσκεται μέσα στὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας σὲ στιγµὲς θείας κατάνυξης, ἐνῶ τὸ κερὶ ἐξακολουθεῖ νὰ φωτίζει τὴν ὕπαρξή του μὲ τὴν ἄσβηστη φλόγα του.
.             Ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ υἱὸς τῆς Ἑλένης, ἵδρυσε τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ πάλιν ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου, δυστυχοῦς βασιλέως, Ἑλένης υἱοῦ καὶ αὐτοῦ, «ἡ Πόλις ἑάλω καὶ εἰς ἐσχάτην δουλείαν τε καὶ κακοδαιµονίαν κατήχθη» κατὰ τὸν Κριτόβουλον τὸν Ἴµβριον.
.             Ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος ἦλθε στὸν κόσµο σὲ καιρὸ ποὺ τὸ Βυζάντιο ψυχορραγοῦσε καὶ δὲν ἦταν πιὰ στὶς δόξες του. Γιὸς τοῦ Μανουὴλ Παλαιολόγου καὶ τῆς Ἑλένης ἦταν ὁ πιὸ ἀγαπηµένος τοῦ λαοῦ μέσα στὰ τέσσερα ἀδέλφια του, γιατί ἦταν στολισµένος μὲ ἀρετὲς ὑψηλές. Καλόγνωµος καὶ μετρηµένος στὴ ζωή, ἀνδρεῖος, μὲ ταπείνωση, πράος μὲ θεοσέβεια, πονόψυχος, γλυκοµίλητος. Στολισµένος μὲ σεµνότητα καὶ ὑποµονὴ πολλή. Γι᾽αὐτὸ σύσσωµος ὁ λαὸς τὸν διάλεξε, ὅταν πέθανε ὁ Ἰωάννης Παλαιολόγος. Δὲν θέλησε νὰ γίνει ἡ στέψη του στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, μὲ πανηγυρισµοὺς καὶ τυµπανοκρουσίες, γιατί οἱ καιροὶ ἦταν δύσκολοι καὶ τὸ βασίλειο εἶχε φτωχύνει. Στέφθηκε βασιλιὰς στὸν Ἅη-Δηµήτρη, στὸ Μυστρὰ καὶ σὰν ἔφθασε στὴν ἀγαπηµένη τοῦ Πόλη, ὕπνο δὲν ἔδωκε στὰ ματια του, στὰ τέσσερα χρόνια ποὺ βασίλεψε26.
.             Ὅσα λέγει εἰς ἀπάντησιν τῶν προτάσεων τοῦ Μωάµεθ νὰ παραδώσει τὴν Πόλη, συµπυκνώνονται στὴν ἡρωική του ἀπάντηση: « … τὸ τὴν πόλιν σοι δοῦναι οὔτ᾽ ἐµόν ἐστιν οὔτε ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ. Κοινῇ γὰρ γνώµῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόµεθα τῆς ζωῆς ἡµῶν» κατὰ τὸν ἱστορικὸν τῆς Ἁλώσεως Δούκαν.
.             Κατὰ τὸν ἴδιο ἱστορικό, νὰ πῶς πεθαίνει ὁ Κωνσταντῖνος, πραγµατοποιώντας ὅσα παρήγγειλεν εἰς τὸν Μωάµεθ: «ὁ βασιλεὺς οὖν ἀπαγορεύσας ἑαυτόν, ἱστάµενος βαστάζων σπάθην καὶ ἀσπίδα, εἶπε λόγον λύπης ἄξιον: “οὐκ ἔστι τὶς τῶν Χριστιανῶν τοῦ λαβεῖν τὴν κεφαλήν μου ἀπ᾽ ἐµοῦ;» – ἦν γὰρ µονώτατος ἀπολειφθείς. Τότε εἷς τῶν Τούρκων δοὺς αὐτῷ κατὰ πρόσωπον καὶ πλήξας, καὶ αὐτὸς τῷ Τούρκῳ ἑτέραν ἐχαρίσατο, τῶν ὄπισθεν δ᾽ ἕτερος καιρίαν δοὺς πληγήν, ἔπεσε κατὰ γῆς· οὐ γὰρ ἤδεισαν ὅτι ὁ βασιλεύς ἐστιν, ἀλλ᾽ ὡς κοινὸν στρατιώτην τοῦτον θανατώσαντες ἀφῆκαν». Ἀγωνίστηκε μέχρις ἐσχάτων «σὰν τὸν ποιµένα τὸν καλό», ποὺ θυσιάζει τὴν ψυχή του γιὰ τὰ πρόβατα.
.             Ὁ ἱστορικὸς Α. Α. Βασίλιεφ ἀναφέρει ὅτι ὁ Πατριάρχης, τὸ πλῆθος τῶν ἱερέων, ὁ Αὐτοκράτορας καὶ οἱ εὐγενεῖς παρακολούθησαν τὴν τελευταία χριστιανικὴ ἀκολουθία μέσα στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ὁ Αὐτοκράτορας καὶ ἡ Ἀκολουθία του μετέλαβαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἀποχαιρέτησαν τὸν Πατριάρχη. Ἡ ἱερὴ Ἀκολουθία, στὴν πραγµατικότητα, ἦταν μία ἐπιθανάτια λειτουργία. Στιγµὴ ἀπὸ τὶς πιὸ τραγικές τῆς ἱστορίας.
.             Στὴ συνέχεια! Στιγµὴ φοβερή! Ὁ Κωνσταντῖνος ἀποκρούει ἐπὶ τέσσερις ὧρες μεγάλες ἐφόδους, πίστευε ὅτι θὰ κατισχύσει τῆς ἐπιµονῆς τοῦ Μεχµὲτ Β´, ὅταν βλέπει ἀπροσδόκητα τοὺς ἐχθροὺς νὰ εἰσβάλουν στὰ τείχη καὶ νὰ τὸν περικυκλώνουν ἀπὸ παντοῦ. Ὥρµησε ἡρωικὰ στὸ πυκνότερο στίφος τῶν ἀντιπάλων, ἀγωνιζόµενος ὡς ὁ ἔσχατος τῶν στρατιωτῶν27 καὶ τὸ «αἷµα ἔρρεε ποταµηδὸν ἐκ τῶν ποδῶν καὶ τῶν χειρῶν», λέγει ὁ Φραντζής. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔπεσεν ἡρωικῶς µαχόµενος, ὅπως καὶ ἡ Πόλη. «Ἡ Κερκόπορτα» ἐκείνη τὴ στιγµή, ἕνας κόκκος ἄµµου, ἔκρινε τὴν ἱστορία τοῦ κόσµου». Στὶς 29 Μαΐου 1453 ἕνας πολιτισµὸς σαρώθηκε ἀµετάκλητα. Εἶχε βγάλει χῶρες ὁλόκληρες ἀπὸ τὴ βαρβαρότητα καὶ εἶχε δώσει σ᾽ ἄλλες τὴν ἐκλέπτυνση τῶν ἠθῶν28.
.             Στ᾽ αὐτιὰ φθάνει ὁ ἱστορικὸς ἀπόηχος τοῦ θρήνου, τοῦ αὐτόπτη ἱστορικοῦ της Ἁλώσεως, Δούκα: «Ὦ πόλις, πόλις, πόλις πόλεων πασῶν κεφαλή! Ὦ πόλις, πόλις, κέντρον τῶν τεσσάρων του κόσµου μερῶν! Ὦ πόλις, πόλις, Χριστιανῶν καύχηµα καὶ βαρβάρων ἀφανισµός! Ὦ πόλις, πόλις ἄλλη παράδεισος φυτευθεῖσα πρὸς δυσµάς, ποῦ σου τὸ κάλλος, παράδεισε; ποῦ σου ἡ χαρίτων τοῦ πνεύµατος εὐεργετικὴ ρῶσις ψυχῆς τε καὶ σώµατος; … »29. Ἔπεσε ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἰσχυρὰ προπύργια κατὰ τῆς βαρβαρότητος.
.             Κι ὁ ἄλλος αὐτόπτης μάρτυς τῆς Ἁλώσεως, ὁ ἱστορικὸς Γεώργιος Φραντζὴς ποὺ εἶδε ἀπὸ κοντὰ τὶς φρικιαστικὲς στιγµές, γράφει: «Τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθµοὺς καὶ θρήνους; εἰ καὶ ἐκ ξύλου ἄνθρωπος ἢ καὶ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἠδύνατο µὴ θρηνῆσαι». «Ὤ, φρίξον ἥλιε! Ὤ, στέναξον γῆ! Ἑάλω ἡ Πόλις … !»
.             Ὁ ἱστορικός τῆς Ἁλώσεως, Μιχαὴλ Κριτόβουλος ὁ Ἴµβριος, μᾶς ἔδωσε τὴ σκηνὴ τῆς εἰσόδου τοῦ Σουλτάνου Μωάµεθ Β´ τοῦ Πορθητῆ στὴν Πόλη, μετὰ τὴν κατάληψη καὶ καταστροφὴ της «ὁ δὲ βασιλεύς, γράφει, μετὰ ταῦτα εἰσελθὼν εἰς τὴν πόλιν, κατεθεᾶτο τὸ μέγεθος καὶ τὴν θέσιν αὐτῆς, τήν τὲ λαµπρότητα καὶ καλλονήν, τό τε πλῆθος καὶ μέγεθος καὶ κάλλος τῶν τε ναῶν καὶ τῶν δηµοσίων οἰκοδοµηµάτων, τῶν τε ἰδιωτικῶν οἰκιῶν καὶ κοινῶν καὶ τῶν ἐν δυνάµει ὄντων… Ἑώρα δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀπολλυµένων καὶ τὴν ἐρήµωσιν τῶν οἰκιῶν καὶ τὴν παντελῆ φθορὰν αὐτῆς καὶ τὸν ὄλεθρον καὶ οἶκτος αὐτὸν εὐθὺς ἐσήει καὶ μετάµελος οὐ μικρὸς τῆς ἀπώλειάς τε καὶ διαρπαγῆς, καὶ δάκρυον ἀφῆκε τῶν ὀφθαλµῶν, καὶ μέγα στενάξας τε καὶ περιπαθές, «οἵαν, ἔφη, πόλιν εἰς διαρπαγὴν καὶ ἐρήµωσιν ἐκδεδώκαµεν;» οὕτως ἔπαθε τὴν ψυχὴν»30.
.             Ἡ Πόλη καὶ στὴν ἔσχατη ταπείνωσή της εἶχε ὀµορφιά, ποὺ ἔκανε τοὺς νικητὲς νὰ λυποῦνται καὶ νὰ μεταµελοῦνται, γιατί ταπείνωσαν μία πολιτεία «καλλονή», γνωστὴ σ᾽ ἀνατολὴ καὶ δύση.
.            Ὅµως ἂς µὴ µείνουµε µόνο στὸ θρῆνο γιὰ τὴν Ἅλωση. Κανεὶς ἄλλωστε πραγµατικὸς Ἕλληνας δὲν πίστεψε ποτὲ ὅτι χάθηκε ἡ Πόλη. Μπορεῖ ἡ Παναγιὰ νά ᾽χει «ψηφιδωτὸ στὰ μάτια τὸν καηµὸ τῆς Ρωµιοσύνης», ὅµως ζοῦµε μὲ τὴ γλυκειὰ προσµονὴ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Ἀγγέλου, ποὺ ἀντήχησε στοὺς θόλους τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς τὴν ὥρα τῆς Ἁλώσεως: «Σώπασε Κυρὰ Δέσποινα καὶ µὴν πολυδακρύζεις! Πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ᾽ναι … »
.             Καὶ τὸ δισκοπότηρο «τὸ ἀχτινοδεµένο» ἀπὸ τὸ ὁποῖο μετάλαβαν ὁ αὐτοκράτορας καὶ οἱ στρατιῶτες του στὴν τελευταία λειτουργία στὴν Ἁγιὰ Σοφιὰ δὲν χάθηκε. Ἔτσι μὲ τὴν «Θεία Κοινωνιὰ» εἶναι κρυµµένο στὴν πιὸ κρινόσπαρτη γωνιὰ τοῦ Παραδείσου. Καὶ ὁ λαὸς καρτερεῖ τὸν µαρµαρωµένο βασιλιὰ νὰ ξυπνήσει, νὰ ζωντανέψει, νὰ ξαναπάρουµε τὴν Πόλη καὶ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ὅπως μουσικὰ τὸ τονίζει σὲ στίχους, ὁ Γ. Βιζυηνὸς

«Καιροὺς καιροὺς σηκώνει τὸ κεφάλι στὸν ὕπνο τὸ βαθύ του
καὶ βλέπει ἂν ἦρθεν ἡ στιγµὴ πόχ᾽ ὁ Θεὸς ὁρίσει
καὶ βλέπ᾽ ἂν ἦρθ᾽ ὁ ἄγγελος γιὰ νὰ τοῦ φέρει πάλι
τὸ κοφτερὸ σπαθί του»
«Καὶ ὅταν θάρθει, τί χαρὰ στὴ γῆ, στὴν οἰκουµένη
ἡ Πόλη κι ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ δική µας θὲ νὰ γένη»

.             Ἡ Πόλη ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ μέσα μας. Τὴν ζωντανεύει ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ διαιωνίζει τὸ Τυπικὸ τοῦ Βυζαντίου. Τὴν προβάλλει σ᾽ ὅλο τὸν κόσµο τὸ µαρτυρικὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο. Ἡ βυζαντινὴ σηµαία μὲ τὸν δικέφαλο κυµατίζει σκορπώντας ρίγη στοὺς πιστούς, σ᾽ ὅλες τὶς ἑορτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας.
.             Ἡ Βασιλεύουσα ζῆ! Ζῆ τὸ πνεῦµα της σ᾽ ὅλη τὴν Οἰκουµένη. Χιλιάδες οἱ Ἐπιστήµονες Βυζαντινολόγοι καὶ ἱστορικοὶ σ᾽ ὅλο τὸν πλανήτη μελετοῦν τὸν πολιτισµό της, τὰ πνευµατικά της δηµιουργήµατα. Ζῆ μὲ τὰ λογοτεχνικὰ καὶ ὑµνογραφικά της κείµενα, μὲ τὰ ψηφιδωτά, τὶς τοιχογραφίες, τὸν κοσµητικό της πλοῦτο. Ἀναρίθµητα τὰ βυζαντινολογικὰ συνέδρια σ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, σὲ Βορρᾶ καὶ Νότο. Ἀπὸ τὸ Βόρειο Πόλο, ἀπὸ τὴ Φινλανδία, ὅπου οἱ Μονὲς Βάλαµο καὶ Λίντουλα ἀποτελοῦν κέντρα Βυζαντινῶν ἐρευνῶν, μέχρι τὴ Βενετία ποὺ εἶναι κατὰ γενικὴν ὁµολογία «ἕνα ἄλλο Βυζάντιο». Κι ἡ καρδιὰ τῆς Χίου μας, μὲ τὴ Νέα Μονή, χτυπᾶ βυζαντινά.
.             Ἐφ᾽ ὅσον μέσα μας θὰ κυλᾶ αἷµα ἑλληνικὸν καὶ θὰ προσκυνοῦµε τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, «οὐκ ἐπιλησόµεθα»31.
.             Εἴθε νὰ µπορέσουµε νὰ ἀναµετρήσουµε κάποτε τὴ δόξα καὶ ἐπικαιρότητα τοῦ Βὺ ζαντίου ὄχι μὲ µνήµες τραγωδίας, ἀλλὰ ὅταν μας δοθεῖ τὸ χάρισµα νὰ ξαναζήσουµε τὰ ὑψηλὰ καὶ μεγάλα, σὰν τότε ποὺ ἡ «Παρθένα κράταγε ἀπὰ στὴν ἄβυσσο τὴν Πόλη» καὶ ὅπως ὅταν τὸ μεγάλο πουλὶ τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς «τὸν γκρεµό, χωρὶς νὰ γκρεµιστεῖ µποροῦσε νὰ διαβαίνει».
.              Κάποιοι χαρισµατικοὶ γέροντες τῶν καιρῶν μας, εἶπαν ὅτι ἡ Πόλη θὰ μᾶς δοθεῖ καὶ πάλι. Ὁ λόγος τους ἂς γλυκαίνει τὶς ψυχές, μέχρις ὅτου σηµάνουν ξανὰ τὰ τετρακόσια σήµαντρα καὶ οἱ ἑξήντα δυὸ καµπάνες. Μέχρι τότε, ἂς φροντίσουµε, ὥστε νὰ καίει λαµπρότερα μέσα μας τὸ φῶς τῆς πίστης καὶ ἐλπίδας, ὅτι πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ᾽ναι…

 

1.Βλ. Νικόλαος Π. Τωµαδάκης. Δούκα-Κριτοβούλου-Φραντζῆ-Χαλκοκονδύλη, Περὶ Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453). Θεσσαλονίκη 1993, σ. 130

2.Βλ. σχετικὰ Στῆβεν Ράνσιµαν. Βυζαντινὸς Πολιτισµὸς, μετάφραση Δέσποινας Δετζώρτζη, Ἀθήνα 1969, σ. 13-15.

3.Στῆβεν Ράνσιµαν, ὅ.π. σ. 31-33

4.Βλ. Ἑλένη Arweiller – Γλύκατζη. Παγκοσµιότητα καὶ ἐπικαιρότητα τοῦ Βυζαντίου, ἔκτακτος συνεδρία τῆς 29 Μαΐου 1992. Πρακτικὸ Ἀκαδηµίας Ἀθηνῶν, τ. 67 (1992) τεῦχ. 1 ἐν Ἀθήναις 1992. Σ. 453-454

5.Ἑλένη Arweiller – Γλύκατζη, ΟΠ σ. 454

6. Βλ. Περιοδικὸν «Η ΔΡΑΣΙΣ ΜΑΣ», τεῦχος 359. Ἰούνιος, Ἰούλιος, Αὔγουστος 1998, σ. 196

7.ὅ.π.

8.ὅ.π., σ. 196-197

9.Κωνσταντινούπολη ἡ Βασιλεύουσα. Ἡµερολόγιο 1997, ἐκδόσεις Μίλητος, Ἀθήνα 1997. χ.ασ.

10.ὅ.π.

11.Στῆβεν Ράνσιµαν. Βυζαντινὸς Πολιτισµός, ὅ.π., σ. 28-29

12.Στῆβεν Ράνσιµαν, ὅ.π., σ. 30

13.ὅ.π. σ. 31

14.Βλ. Κωνσταντινούπολη, ἡ Βασιλεύουσα, ὅ.π. σ. 454-455

15.ὅ.π.

16.Ἑλένη Αrweiller – Γλύκατζη, ὅ.π. σ. 454-455

ὅ.π. σ. 455

Κωνσταντινούπολη, ἡ Βασιλεύουσα, .ὅ.π., χ.α.σ.

19.Ἑλένη Arweiller – Γλύκατζη, ὅ.π., σ. 455

20.Ἑλένη Arweiller – Γλύκατζη, ὅ.π., σ. 457

21.Στῆβεν Ράνσιµαν. ὅ.π. καὶ τελευταῖο ἐξώφυλλο

22.Κωνσταντινούπολη. Ἡ Βασιλεύουσα, ο.π.

23.Ἑλένη Arweiller – Γλύκατζη,. ὅ.π., σ. 461-362

24.Κωνσταντινούπολη, Ἡ Βασιλεύουσα, ο.π.

Κ. Σιµόπουλος, Ξένοι ταξιδιῶτες στὴν Ἑλλάδα, τ.Α´, Ἀθήνα 1984. α 2251

Βλ. Νίκ. Τωµαδάκης, ὅ.π., ὅπου Κριτόβουλος ὁ Ἴµβριος. σ. 130

27.Κ.Παπαρρηγόπουλος. «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους». Βιβλίον ΙΓ, σελ.454-455
28. Στῆβεν Ράνσιµαν. Βυζαντινὸς Πολιτισµός. ὅ.π., σ. 337

29.Ν. Τωµαδάκης, ὅ.π., σ. 71

30.Βλ. Ν. Τωµαδάκης, ὅ.π., σ. 128

31.Νικ. Τωµαδάκης, ὅ.π., σ. 11

Advertisements

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: