Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

Μέρος Α´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

.             Ὁ τυφλὸς Βαρτιμαῖος ἔλαβε τὴν ὅρασή του, ἀλλὰ μαζί του ἔλαβαν τὴν πνευματική τους ὅραση καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Διαβάζουμε στὸ ἴδιο ἐδάφιο πὼς «καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ». Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ ἐπηρέασε καὶ τὸν Ζακχαῖο τὸν τελώνη, ν’ ἄνοιξε τὴν πνευματική του ὅραση. Σίγουρα θὰ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ πρὶν ἀρκετὰ πράγματα γιὰ τὰ θαυμαστὰ ἔργα καὶ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἔτσι γεννήθηκε μέσα του ἡ ἀνυποχώρητη ἐπιθυμία νὰ τὸν δεῖ. Ἔσπρωξε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἦταν ψηλότεροι ἀπὸ ἐκεῖνον, γιὰ ν’ ἀνοίξει δρόμο, μὰ δὲν μπόρεσε καὶ τελικὰ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία του.
.             Οἱ τελῶνες λογαριάζονταν ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ἀκάθαρτοι. Μαζεύοντας τοὺς φόρους τοῦ κράτους, γέμιζαν καὶ τὶς δικές τους τσέπες. Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς τοποθετοῦσαν κοντὰ στοὺς εἰδωλολάτρες (βλ. Ματθ. ιη´ 17). Ὅταν οἱ εἰσπράκτορες τῶν φόρων γενικά, οἱ τελῶνες, εἶχαν τέτοια κακὴ φήμη, τί ὑπόληψη θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἕνας ἀρχιτελώνης; Ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν ἀρχιτελώνης, ἑπομένως ἦταν καὶ πλούσιος. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν τὸν περιφρονοῦσαν καὶ τὸν φθονοῦσαν. Ἡ περιφρόνηση κι ὁ φθόνος ἦταν οἱ δύο τοῖχοι ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους συμπιεζόταν ἡ ψυχὴ τοῦ πλούσιου ἁμαρτωλοῦ σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Μέσα π τν μαρτωλ Ζακχαο μως ξεπήδησε νθρωπος Ζακχαος, πο ντιπάλευε τν μαρτωλ πο εχε μέσα του. Ἔτσι ἔτρεξε ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε νὰ βρεθεῖ μπροστὰ καὶ νὰ σκαρφαλώσει ψηλὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, νὰ δεῖ ἕνα ἄνθρωπο ἀναμάρτητο, ντενίσει τ δική του πρωταρχικ κι μόλυντη εκόνα. Ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος τότε κατόρθωσε νὰ σκαρφαλώσει ψηλά, νὰ χρησιμοποιήσει σὰν σκάλα τὴ συκομορέα, ποὺ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο, ἀπ’ ὅπου περνοῦσε ὁ Κύριος.

«Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» (Λουκ. ιθ´ 5). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ φαίνεται πὼς ὣς τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὁ Ζακχαῖος δὲν εἶχε δεῖ τὸν Κύριο. Ὁ Κύριος τὸν εἶδε πρῶτος. Ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ τὸν κάλεσε. Μὲ τὴν πνευματική του ὅραση ὁ Κύριος εἶχε δεῖ τὸν Ζακχαῖο νωρίτερα. Μὲ τὰ σωματικά Του μάτια τὸν εἶδε ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον.
.             Ἂν κι ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πλῆθος κι εἶχε σκαρφαλώσει στὸ δέντρο, ὁ Κύριος τὸν εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, προτοῦ ἀνεβεῖ στὴ συκομορέα. Πόσο διακριτικὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεός μας! Ἐκεῖνος μᾶς βλέπει, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα. Ὅταν τὸν ἀναζητοῦμε καὶ κάνουμε πολλὲς προσπάθειες, γιὰ νὰ τὸν βροῦμε καὶ νὰ τὸν δοῦμε, Ἐκεῖνος μᾶς ἔχει ἤδη δεῖ. Ὅταν κατευθύνουμε τὴν πνευματική μας ματιά πρὸς Αὑτὸν ἀναζητώντας τον, τότε θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ θὰ μᾶς καλέσει μὲ τ᾽ ὄνομά μας, νὰ κατεβοῦμε ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καὶ ἐπικίνδυνα βράχια τῆς λογικῆς καὶ νὰ διεισδύσουμε μὲ τὴν προσευχὴ στὶς καρδιές μας, στὸν ἀληθινό μας τόπο. Καὶ τότε θὰ μᾶς πεῖ ὁ Κϋριος: σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατεβεῖ στὴν καρδιά του κι ἐκεῖ βαπτιστεῖ στὰ δάκρυά του προσπαθώντας νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό, τότε ἡ καρδιὰ γίνεται τόπος συναντήσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς διηγήσεως τοῦ Ζακχαίου.
.           «Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων» (Λουκ. ιθ´ 6). Πῶς νὰ μὴ βιαστεῖ ὁ Ζακχαῖος καὶ νὰ τρέξει πρὸς τὴ φωνὴ ποὺ ἀνάσταινε νεκρούς, ἠρεμοῦσε τοὺς ἀνέμους, θεράπευε τοὺς δαιμονισμένους καὶ λύτρωνε τὶς καρδιὲς τῶν ἁμαρτωλῶν ποὺ δάκρυζαν; Πῶς νὰ μὴν ὑποδεχτεῖ Ἐκεῖνον ποὺ ἐπιθυμοῦσε ἔστω νὰ τὸν δεῖ λίγο ἀπὸ μακριά; Πῶς νὰ μὴ νιώσει ἀνέκφραστη χαρά, ὅταν τὸν εἶδε στὸ σπίτι του, ὅπου μόνο διάσημοι ἁμαρτωλοὶ σύχναζαν;
.             Ἔτσι ἀγαπάει ὁ Κύριος. Ἔτσι δίνει τὰ δῶρα Του. Γέμισε ἀσφυχτικὰ τὰ δίχτυα τῶν ἀπογοητευμένων ψαράδων μὲ ψάρια. Ἔθρεψε χιλιάδες πεινασμένους ἀνθρώπους στὴν ἔρημο, ὥστε περίσσεψαν καὶ πολλὰ κοφίνια μὲ ψωμιά. Δὲν ἔδινε μόνο τὴ σωματικὴ ὑγεία, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματική, στοὺς ἀρρώστους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσει. Δὲν συγχωροῦσε κάποιες ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ ὅλες. Ἔκανε ἀπὸ κάθε ἄποψη ἔργα βασιλικά, χορηγοῦσε βασιλικὴ εὐσπλαχνία, τά ᾽δινε ὅλα μὲ βασιλικὴ ἀφθονία.
.             Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ζακχαίου. Ὁ ἀρχιτελώνης ἤθελε μόνο νὰ τὸν δεῖ. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν τὸν περιόρισε ἐκεῖ. Τὸν κάλεσε πρῶτος καὶ μετὰ τὸν ἐπισκέφτηκε στὸ σπίτι του. Ἔτσι συμπεριφερόταν ὁ Κύριος. Προσέξτε τώρα τὴ συμπεριφορὰ τῶν συνηθισμένων ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων ποὺ κομπάζουν μὲ αὐτοθαυμασμὸ καὶ αὐτοεκτίμηση: «Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλύσαι» (Λουκ. ιθ´ 7). Εἶναι ἀνυπολόγιστη δυστυχία τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου «προτρέχει τῆς διανοίας του». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶχε κλίση πρὸς τὴν κακία κι ὁ νοῦς τους ἦταν ἀδύναμος, διαμαρτύρονταν, γόγγυζαν καὶ παραπονοῦνταν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὶς διαθέσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, οὔτε καὶ τὴν πιθανότητα νὰ εἶχε ἀλλάξει ὁ ἁμαρτωλὸς Ζακχαῖος, νὰ εἶχε μετανοήσει. Μὲ τὸν κοντόφθαλμο νοῦ τους σκέφτονταν, πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς πήγαινε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε πόσο μεγάλος ἁμαρτωλὸς ἦταν ὁ ἀρχιτελώνης. Οἱ Φαρισαῖοι ἔκαναν μία ἐξ ἴσου κοντόφθαλμη κριτικὴ κι ὅταν ὁ Κύριος ἄφησε τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα νὰ πλύνει τὰ πόδια Του: «Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκε ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι» (Λουκ. ζ´ 39). Ἔτσι ἔκριναν τότε, ἔτσι κρίνουν καὶ σήμερα ὅσοι ἔχουν σαρκικὴ ἀντίληψη, αὐτοὶ ποὺ κρίνουν ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σημεῖα καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ βάθη τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ ἢ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς εἶπε ἀρκετὲς φορὲς πὼς στὸν κόσμο ἦρθε γιὰ χάρη τῶν ἁμαρτωλῶν, ἰδιαίτερα μάλιστα τῶν μεγάλων ἁμαρτωλῶν. Ὅπως ὁ γιατρὸς δὲν ἐπισκέπτεται τοὺς ὑγιεῖς ἀλλὰ τοὺς ἀρρώστους, ἔτσι κι ὁ Κύριος ἐπισκέπτεται ἐκείνους ποὺ ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὄχι τοὺς δίκαιους. Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀναφέρεται γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴ πὼς ὁ Κύριος ἐπισκέφτηκε στὴν Ἱεριχὼ κάποιον δίκαιο ἄνθρωπο, ἀλλὰ πῶς βιάστηκε νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ζακχαίου. Ἔτσι συμπεριφέρεται κάθε συνειδητὸς γιατρὸς στὸ νοσοκομεῖο. Ἐπισκέπτεται ἀμέσως τὸ κρεβάτι τοῦ πιὸ βαριὰ ἄρρωστου.
.             Ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἀντιπροσωπεύει ἕνα μεγάλο νοσοκομεῖο, ὅπου νοσηλεύονται ἄρρωστοι ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ τοὺς ἔχει μολύνει ἡ ἁμαρτία. Σὲ σύγκριση τώρα μὲ τὸν Χριστό, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄρρωστοι. Εἶναι ἀδύναμοι σὲ σχέση μὲ τὴ δύναμή Του· ἄσχημοι σὲ σύγκριση μὲ τὸ κάλλος Του. Ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ὅμως ὑπάρχουν οἱ ἄρρωστοι κι οἱ βαριὰ ἄρρωστοι, οἱ ἀδύνατοι κι οἱ πιὸ ἀδύνατοι, οἱ ἄσχημοι κι οἱ πιὸ ἄσχημοι. Οἱ πρῶτοι λογαριάζονται ὑγιεῖς, οἱ τελευταῖοι, ἁμαρτωλοί. Ὁ οὐράνιος Ἰατρὸς δὲν ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ δική Του ἱκανοποίηση, ἀλλὰ γιὰ τὴ θεραπεία καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀρρώστων. Ἔτσι ἔτρεξε ἀμέσως σ’ ἐκεῖνον ποὺ εἶχε μολυνθεῖ περισσότερο. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο συνέτρωγε καὶ συνέπινε μὲ ἁμαρτωλούς, ἄφησε τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ δακρύζουν στὰ πόδια Του καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου.
.             Ὁ Ζακχαῖος, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὸ σπίτι του, σίγουρα δὲν ἦταν ὁ πιὸ βαριὰ ἄρρωστος ἄνθρωπος στὴν Ἱεριχῶ. Ἡ καρδιὰ τοῦ εἶχε ἀλλάξει σὲ μία στιγμή. Τὴν ἴδια αὐτὴ στιγμὴ ὁ Ζακχαῖος εἶχε μεταβληθεῖ σ’ ἕναν ἄνθρωπο ἀπόλυτα ὑγιῆ, πιὸ δυνατὸ καὶ πιὸ δίκαιο ἀπ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ διαμαρτύρονταν καὶ γόγγυζαν, γιατί εἶχε μετανοήσει γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες του κι ἡ καρδιά του εἶχε ἀλλοιωθεῖ. Κι ἡ ἀλλοίωση αὐτὴ τῆς καρδιᾶς τοῦ φαίνεται ἀπὸ τὰ παρακάτω λόγια του:
.               «Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν» (Λουκ. ιθ´ 8). Τοῦ τὸ ζήτησε αὐτὸ κανείς; Ὄχι, κανένας. Ποιός τὸν κατηγόρησε πὼς εἶχε ἀδικήσει ἄλλους; Κανένας. Μπροστὰ στὴν παρουσία τοῦ πανάγνου κι ἀναμαρτήτου Κυρίου, ὁ Ζακχαῖος ἔνιωσε μόνος του τὴν ἁμαρτία του. Ἡ παρουσία αὐτὴ τὸν διέγειρε καὶ χωρὶς λόγια κι ἐξηγήσεις προχώρησε σ’ αὐτὸ τὸ βῆμα. Ἡ καρδιὰ ποὺ μετανόησε δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ λόγια γιὰ νὰ προσεγγίσει τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει ἄμεσα στὸ μετανοημένο ἁμαρτωλὸ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ κάνει. Φτάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοήσει γιὰ τὶς ἁμαρτίες του μὲ τὴν καρδιά του. Κι ἀμέσως τότε ὁ Θεὸς θὰ τὸν σηκώσει μὲ τὴ δύναμή Του, γιὰ νὰ παρουσιάσει καρποὺς μετανοίας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔδειξε στοὺς ἀνθρώπους ὁλόκληρο τὸ δρόμο τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας: «Μετανοεῖτε!» Κι ἀμέσως συνέχισε: «ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον μετανοίας» (Ματθ. γ΄ 2,8). Μπροστά μας τώρα ἔχουμε ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ βαδίζει γρήγορα τὸ δρόμο αὐτὸ κι ἐφαρμόζει τὴν ἐντολή.
.           Μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ, ὁ Ζακχαῖος ἀναστατώθηκε. Ὅταν τὸν εἶδε, μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ἔπειτα, ὅταν ὁ γλυκὺς Ἰατρὸς ἔδειξε τόση συμπάθεια καὶ κατανόηση καὶ μπῆκε στὸ σπίτι του, ἔδειξε τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιάς του. Ἀναγνώρισε κι ὁμολόγησε τὴν ἀρρώστια του κι ἀμέσως πῆρε τὸ καλλίτερο φάρμακο ἐναντίον της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Advertisements

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: