Η «ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ» ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ «Ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἀρνεῖται νὰ παρακολουθήσει τὴν τάση ἀρκετῶν χριστιανῶν νὰ ἀναλίσκονται σὲ αὐτάρεσκες περιγραφὲς ἀποκαλύψεων καὶ ὁραμάτων τοῦ ἐνδόξου Κυρίου, ἐνῶ ἐπιδιώκει μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐξάρει τὴν σημασία τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ γιὰ συσταύρωση καὶ συμπόρευση μαζί Του προκειμένου νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος».

Η ΑΦΗΓΗΣΗ
ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
(θ´1-13)

Σωτηρίου Δεσπότη,
Καθηγ. Τμήμ. Κοινωνικῆς Θεολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

[Ἡ Μεταμόρφωση στὸ κατὰ Μάρκον Εὐαγγέλιο
καὶ τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου, Wiesbaden 2000]

image001(3398).          Τὸ παράδοξο γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τὸ ἀφηγοῦνται καὶ οἱ τρεῖς Συνοπτικοὶ Εὐαγγελιστὲς (Μάρκ. 9, 2-8. Ματθ. 17,1-9. Λουκ. 9, 28-36). Καὶ οἱ τρεῖς συμφωνοῦν στὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο πραγματοποίησής του. Χρονικὰ τοποθετοῦν τὴ Μεταμόρφωση στὸ τέλος τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὁποία ἐγκαινιάστηκε μὲ τὴ Βάπτιση, ὅταν μετὰ τὴν κατάδυση στὴν ἄβυσσο, κατὰ τὴν ἀνάβαση ταυτόχρονα μὲ τὴν διάνοιξη τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τὴν κατάβαση τοῦ Πνεύματος ὡς περιστερᾶς (γιὰ νὰ ὑποδηλωθεῖ ἡ ἀπαρχὴ τῆς καινῆς ἀναδημιουργίας) ἀκούστηκε ἡ θεϊκὴ φωνή: Σὺ εἶ ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν Σοὶ εὐδόκησα (1,11). Ἰδίως γιὰ τὸν Μάρκο, ὅπου ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐμφανίζεται ἀναστημένος στοὺς μαθητὲς καὶ τὶς μαθήτριες, οἱ ὁποῖες ἔκπληκτες καὶ ἔμφοβες θεωροῦν μόνον τὸν τάφο κενὸ καὶ ἀκοῦνε τὸ μήνυμα τῆς ἐλπίδας ἀπὸ τὸν Ἄγγελο, ἡ Μεταμόρφωση ἀποτελεῖ ἕνα κατ᾽ ἐξοχὴν σημαντικὸ γεγονός. Στὸ κέντρο ἀκριβῶς τοῦ Εὐαγγελίου κατακλείει μιὰ ἐποχὴ τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ γεμάτη κήρυγμα καὶ θεραπευτικὴ δράση κατ᾽ ἐξοχὴν στὴν γύρω ἀπὸ τὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας παραγκωνισμένη καὶ ὑποτιμημένη ἀπὸ τὸν ἐπίσημο Ἰουδαϊσμὸ περιοχή. Τὸ ἴδιο κορυφαῖο γεγονὸς εἰσάγει τὴν τελικὴ πορεία/ἀνάβαση τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὸ ἱερὸ κέντρο τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ: ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα (10,33). Καὶ οἱ τρεῖς Εὐαγγελιστὲς ἐπισημαίνουν, ὅτι ὁ χῶρος στὸν ὁποῖο διαδραματίστηκε ἡ Μεταμόρφωση, εἶναι κάποιο ὑψηλὸ ὄρος στὸ βορειότερο σημεῖο τῆς δράσης τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ ὅπου ἀποσύρθηκε μόνος μὲ τοὺς μαθητές Του. Σὲ αὐτὸν (τὸ χῶρο) δεσπόζει μιὰ πόλη ἀφιερωμένη ἀπὸ τοὺς ὑποτελεῖς Ἡρωδιανοὺς στὸν ἐπίγειο «Μεσσία»-πλανητάρχη, ἡ Καισάρεια τοῦ Φιλίππου. Ἀπὸ αὐτὴν ξεκίνησε τὴν τελική του κάθοδο τὸ 67 μ.Χ. ὁ Βεσπασιανὸς γιὰ νὰ ἁλώσει τὴν Πόλη (Ἰωσ., Πολ. 3.433-4.502). Ἐκεῖ ὑψώνεται μεγαλόπρεπο τὸ ὄρος Ἐρμών, ὅπου λατρευόταν ὁ θεὸς τῆς ἔκστασης Διόνυσος (Πανεᾶς) ἐνῶ ταυτόχρονα ἐντοπίζονται οἱ πηγὲς τοῦ Ἰορδάνη. Οἱ Εὐαγγελιστὲς ἀποφεύγουν ἐπιμελῶς νὰ προσδιορίσουν τὸ ὄρος τῆς Mεταμορφώσεως. Ἀρκοῦνται στὸ νὰ ἐπισημάνουν ἁπλῶς τὸ ὕψος του, τὸ ὁποῖο (ὕψος) προφανῶς ἀνακαλεῖ τὰ ὄρη τῆς θεοφάνειας καὶ τῆς νομοδοσίας (Σινᾶ, Χωρήβ). Συνεπῶς τὸ ὄρος ἐνδιαφέρει τοὺς Εὐαγγελιστὲς ὡς σύμβολο τῆς συνάντησης τοῦ ἄκτιστου Θεοῦ μὲ τὸν φθαρτὸ ἄνθρωπο καὶ τῆς ἀποκάλυψης τῶν μυστηρίων καὶ κατεξοχὴν τοῦ θελήματός Του καὶ ὄχι ὡς τόπος προσκυνηματικός. Αὐτὴ ἡ κρίσιμη συνάντηση συνιστᾶ τὸ ἀποτέλεσμα ἀνάβασης ἀλλὰ καὶ ἑπταήμερης σιωπῆς-ἡσυχίας.
.               Ὁλόκληρη ἡ εὐρύτερη συνάφεια τῆς Μεταμορφώσεως (8, 22-10, 52) ποὺ πλαισιώνεται ἀπὸ τὸ «φῶς» ποὺ προσφέρεται σὲ δύο περιθωριακοὺς τυφλούς, συνιστᾶ ταυτόχρονα μιὰ πρόσκληση γιὰ ὑπαρξιακὴ μετοχὴ/ἀκολουθία ὅσων θέλουν νὰ ὀνομάζονται «μαθητές» Του στὴν «ἀνηφορικὴ» ὁδὸ πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ. Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει, ὅμως, κάποιος τὸν Χριστό, πρέπει νὰ συνειδητοποιήσει «ποιὸς πραγματικὰ εἶναι ὁ Ἰησοῦς». Καὶ αὐτὸ τὸ γνωστὸ ὡς μεσσιανικὸ μυστικὸ συνιστᾶ τὸ βασικὸ μοτίβο τοῦ Κατὰ Μάρκον ποὺ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας του ὀνομάζει Εὐαγγέλιο Ἰησοῦ Χριστοῦ Υἱοῦ Θεοῦ (1, 1). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κρίσιμο διαχρονικὰ ἐρώτημα τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς Δώδεκα, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους τους ὑποψήφιους μαθητές Του στὰ χωριὰ τῆς Καισάρειας μακριὰ ἀπὸ τὰ «φῶτα τῆς δημοσιότητας» εἶναι τὸ ἑξῆς: τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι; (8,27). Οἱ πολλοὶ ἀντικρίζουν στὸ πρόσωπό Του ἁπλῶς ἕνα ἀπεσταλμένο Προφήτη: ἴσως τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστὴ ποὺ ἀναστήθηκε ἐκ τῶν νεκρῶν, γιὰ νὰ ξανακηρύξει μετάνοια ἢ τὸν ἀναληφθέντα Ἠλία, ὁ ὁποῖος σύμφωνα μὲ τὸ Μαλ. 3 ἀναμενόταν νὰ ἐπανέλθει πρὶν τὴ θριαμβευτικὴ τελικὴ ἔλευση τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει σχέσεις διασπασμένες. Ὁ Πέτρος ὁμολογεῖ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας (Maschiach), ὁ Χριστός, ὑπονοώντας ὅμως μᾶλλον τὸν «μαρμαρωμένο βασιλιὰ» ποὺ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ χαμένη «ἐθνικὴ» ἀξιοπρέπεια καὶ θὰ φέρει δόξα καὶ εὐμάρεια κατεξοχὴν στοὺς «δικούς» Του. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ Ὁμολογητὴς πολὺ γρήγορα μεταλλάσσεται σὲ Σατανᾶ (8,33): Ἐπιτιμᾶ τὸν Δάσκαλό Του, ὅταν ἐκεῖνος ταυτίζει τὸν ἑαυτό Του μὲ τὴν παράδοξη μορφὴ τοῦ Δανιὴλ (κεφ. 7), τὸν Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὅμως πρὶν δοξαστεῖ καὶ ἐνθρονιστεῖ, θὰ ἐξευτελιστεῖ καὶ θὰ πονέσει ἀφόρητα, σταυρωμένος ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς «θεολόγους» τῆς ἁγίας Σιών. Στὸ πλαίσιο μιᾶς ἀπίστευτης ἐναλλαγῆς συναισθημάτων, τὴν ἀγωνία ποὺ προκαλεῖ ἡ σκέψη καὶ μόνον στοὺς μαθητὲς ὅτι ὁ Διδάσκαλος ποὺ ὑπηρέτησαν τόσα χρόνια, πρόκειται νὰ προδώσει τὰ ἐθνικιστικὰ ὁράματά τους καὶ νὰ πεθάνει ἄτιμα καὶ ἐπώδυνα, διαδέχεται ἡ προφητεία περὶ τοῦ ἐνδόξου ἐρχομοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τῆς δικαίωσης ἐκείνου ποὺ δὲν θὰ ντραπεῖ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ θυσιάζοντας τὴν ὕπαρξή του γιὰ χάρη Του ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος, ἡ διαβεβαίωσή Του, ὅτι ἤδη κάποιοι ἀπὸ τοὺς παρεστηκότες δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο προτοῦ ἀντικρίσουν νὰ ἔρχεται μὲ δύναμη ἡ βασιλεία Του (9,1).
.             Καὶ ὄντως μετὰ ἀπὸ ἑξαήμερο σιωπὴ (τὴν «ὄγδοη» ἡμέρα κατὰ τὸν Λουκᾶ 9,28. πρβλ. Ἔξ. 24,15-16) ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάβαση τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐκείνων τῶν τριῶν πρωτόκλητων ποὺ ἤδη ἔζησαν τὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς τῆς ἀνάστασης τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (5,21-43), θὰ ἀκούσουν στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν τὴν «ἀποκάλυψη» τῶν ἐσχάτων (κεφ. 13) καὶ θὰ βιώσουν τὴν ἀπόλυτη «παραμόρφωση» τῆς Γεθσημανῆ (14, 43 κἑ.). Τελικὰ θὰ τὸν ἐγκαταλείψουν ὑψωμένο σὲ ἕνα Σταυρὸ ἀνάμεσα σὲ ληστὲς καὶ ἕναν ἑκατόνταρχο, ὁ ὁποῖος ἀντικρίζοντας νὰ σκίζεται τὸ καταπέτασμα καὶ νὰ ἀποκαλύπτεται τὸ Ἄβατον (τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων), θὰ εἶναι ὁ μόνος βροτὸς ποὺ θὰ Τὸν ὁμολογήσει ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.
.             Στὸ ὑψηλὸ ὄρος καὶ ἐνῶ, ὅπως μόνον ὁ Λουκᾶς ἐπισημαίνει, ὁ Ἰησοῦς ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Πατέρα Του (9, 29), τελικὰ ἀποκαλύπτεται ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Τὸ γνωστὸ ἀπὸ τὴν Ἔξοδο τῶν αἰχμαλώτων, σύμβολο τῆς παρακλητικῆς θεϊκῆς παρουσίας, σύννεφο σκεπάζει ὅλους τοὺς παρισταμένους καὶ ἡ Φωνὴ διακηρύσσει: Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου Υἱός. Ἀκοῦτε Αὐτόν! Ὁ ἀκροατὴς τοῦ Μκ. συνειδητοποιεῖ ὅτι Αὐτὸν (τὸν Υἱὸ) ποὺ προτυπώνει ὁ μονάκριβος Ἰσαὰκ (Γέν. 22) ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκλεκτὸς Παῖς τοῦ Ἠσαΐα (42,1), εἶδαν, προσκύνησαν καὶ ἄκουσαν, ὅταν ἀνέβηκαν στὰ ὄρη οἱ κορυφαῖοι «μύστες» τῆς Π.Δ. Ἠλίας καὶ Μωυσῆς. Τώρα τὸν συναντοῦν πρόσωπο πρὸς πρόσωπο (Εἰρηναῖος, Κατὰ Αἱρέσεων 4.20.9). Σημειωτέον ὅτι ὁ Μάρκος ἀναφέρει πρῶτα τὸν Ζηλωτή, ἀφοῦ ἡ ἔλευσή του τὸν ἀπασχολεῖ καὶ κατὰ τὴν κατάβαση (9,9-13). Αὐτοὶ διακρινόμενοι ἀπὸ Αὐτόν, Τὸν δορυφοροῦν ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, τῶν ζώντων καὶ τῶν νεκρῶν ἀλλὰ καὶ «ἄγγελοι» τῆς ἔλευσης τῶν Ἐσχάτων. Σύμφωνα μὲ τὸν Λουκᾶ (9,31), συζητοῦν ἐν δόξῃ μαζί Του τὴν καινὴ Ἔξοδο (τὸ Πάθος, τὴν Ἀνάσταση, τὴν Ἀνάληψη) ποὺ ἤδη εἶχαν προαναγγείλει μὲ τὶς Γραφὲς καὶ τὸ Κήρυγμα.
.             Τοῦ ἀκροάματος τῆς φωνῆς ποὺ «μεταδίδεται» ἀπὸ τὸ γνόφο (καὶ μάλιστα κατὰ τὸ Ματθ. 17, 5 φωτεινό!) καὶ συνιστᾶ καὶ τὴν κορύφωση τῆς Μεταμόρφωση, προηγεῖται ἡ καταπληκτικὴ θέα τῆς δόξας τοῦ φωτός. Ὁ Ἰησοῦς (νύκτα, ὅπως ὑπονοεῖ ὁ Λουκᾶς) ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῶν μαθητῶν τῆς Καινῆς καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴ θεϊκή Του μορφή, ὅπως θὰ παρουσιαστεῖ δημόσια μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα Του κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία. Ὁ Μάρκος, σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς ἄλλους Εὐαγγελιστές, ἐπικεντρώνει τὴν περιγραφὴ στὸ ἐκπληκτικὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ ὁποῖο ἐξακτινώνεται ἀπὸ τὰ ἱμάτια τοῦ Ἰησοῦ ποὺ «ζωγραφίζονται» μὲ κλιμακωτὸ τρόπο: στίλβοντα (ἀστραφτερά), κατάλευκα σὰν τὸ χιόνι, τόσο ποὺ κανένας βαφέας δὲν μπορεῖ τόσο νὰ λευκάνει. Ἔτσι ἀφήνει τοὺς ἀκροατές, ἀκολουθώντας τὸ σχῆμα κατὰ τὸ νοούμενο, νὰ ἐννοήσουν μόνοι τους τὸ ἀπερίγραπτο κάλλος τοῦ προσώπου. Παράλληλα, μὲ τὴν ἀποσιώπηση τῆς λαμπρότητας τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ, καταδεικνύει τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ τοῦ φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου τοῦ βραδύγλωσσου «θείου ἄνδρα» Μωυσῆ στὸ Σινὰ (Ἔξ. 34), μετὰ τὴν εἴσοδό του στὴ νεφέλη καὶ τὴ δόξα τοῦ Γιαχβέ. Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες, ὁ Χριστὸς μεταμορφούμενος πρὸ τῆς παρουσίας τῆς νεφέλης, δὲν ἔλαβε μιὰ μορφὴ ξένη πρὸς Αὐτόν, ἀλλὰ ἄνοιξε γιὰ λίγο τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν μαθητῶν Του γιὰ νὰ ἀντικρίσουν καθὼς ἠδύναντο, τὸν ἐνοικοῦντα Θεὸν ἀλλὰ καὶ τὸ πῶς ἡ ἀνθρώπινη σάρκα παρὰ τοὺς ὀνειδισμοὺς δοξάζεται καὶ ἀκτινοβολεῖ τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος (Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, PG 96,564). Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες, αὐτὴ ἡ Mεταμόρφωση τοῦ Ἰησοῦ στὸ ὑψηλὸ ὄρος ἀποτελεῖ τὴ δεύτερη κατὰ σειρὰ μεταμόρφωσή Του, ἀφοῦ καταρχὰς «ἔλαβε τὴ μορφὴ τοῦ δούλου»: «Νῦν δὲ τὴν μορφήν τοῦ δούλου πρὸς τὴν φυσικὴν ἀποκαθίστησιν, οὐκ ἀποθέμενος τὴν οὐσίαν τὴν δουλικήν, φαιδρύνας δὲ αὐτὴν τοῖς θεϊκοῖς ἰδιώμασι […] δεικνύς, ὅτι οὕτω μετασχηματίσει ποτε τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξεως αὐτοῦ» (Ἀναστάσιος, PG 89,1368). Ἔτσι γευόμαστε τὸν ἔνδοξο μετασχηματισμὸ ποὺ θὰ βιώσουμε ἐν σώματι κατὰ τὴν τελικὴ ἐξανάσταση.
.               Περαιτέρω περιγραφὴ τοῦ μεταμορφωθέντος Υἱοῦ δὲν δίνει ὁ Μάρκος, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν δομὴ τοῦ ἔργου του, δὲν δίνει τόσο ἔμφαση στὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ ὅσο στὴ φωνὴ τῆς νεφέλης καὶ κατεξοχὴν στὸ κέλευσμα: Ἀκούετε αὐτοῦ (9, 7). Πλέον οἱ μαθητές, ποὺ μετὰ τὸ ἀκρόαμα ἀντικρίζουν μόνον τὸν Ἰησοῦ στὸ ὄρος, καλοῦνται ἀντὶ τοῦ Νόμου (τῆς Τορὰ) νὰ ἀκοῦνε καὶ νὰ ἀφουγκράζονται τὸν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος κατ᾽ ἐξοχὴν προσκαλεῖ σὲ συσταύρωση καὶ συνανάσταση χάριν τῶν ἄλλων, τῶν «πολλῶν» (10,45. πρβλ. Δευτ. 18,15). Αὐτὸς εἶναι ἡ Βασιλεία.
.                   Ὁ Μάρκος συνδέει ἐπίσης ἄρρηκτα τὴ Μεταμόρφωση μὲ τὴν κάθοδό Του στὴν Κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος. Ἐνῶ ὁ Πέτρος ἐπιθυμεῖ τὴν παραμονὴ/κατασκήνωσή τους σὲ «ὕψη/πελάγη εὐτυχίας καὶ μακαριότητας», ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ σπεύδει νὰ κατέλθει στὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπινου πόνου καὶ ἀπόγνωσης. Τὸ δοξασμένο πρόσωπό Του ἐκθαμβώνει τὸ πλῆθος ποὺ τρέχει πρὸς Αὐτὸν γιὰ νὰ τὸν χαιρετήσει (9, 16). Ὁ Μεταμορφωμένος Υἱὸς ἔρχεται, ὅμως, γιὰ νὰ βρεθεῖ ἐνώπιος ἐνωπίῳ μὲ ἕναν «ἄλλο» υἱὸ ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὴ νέα γενιά. Βρισκόμενος ὑπὸ τὴν κατοχὴ ἑνὸς δολοφονικοῦ ἄλαλου καὶ κωφοῦ πνεύματος, ἔχει ὑποστεῖ ἐντελῆ παραμόρφωση τοῦ προσώπου του καὶ τέλεια ἐξουθένωση τοῦ ἐαυτοῦ του: πέφτει καταγῆς, κυλιέται βγάζοντας ἀφροὺς καὶ ὁδηγεῖται στὸ θάνατο ἤδη ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία. Στὴν περίπτωση τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Πατέρας Του διακηρύττει τὴν πιστότητα καὶ τὴν ἀγάπη Του πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ Του. Στὴν περίπτωση τοῦ δαιμονισμένου, καταλυτικὸς γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ νέου εἶναι ὁ ρόλος τῆς ἀπιστίας τοῦ πατέρα πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, ἀκόμη καὶ τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐκεῖνος (ὁ πατέρας) διακηρύσσει τὴν πίστη του (στ. 24).
.           Ἀπὸ τὸν ἀνωτέρω σύντομο σχολιασμὸ τῆς περιγραφῆς τῆς Μεταμορφώσεως ἀπὸ τὸν ἀρχαιότερο Εὐαγγελιστὴ ἐξάγονται τὰ ἑξῆς συμπεράσματα: Ἡ Μεταμόρφωση συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴ Βάπτιση καὶ τὸ Τέλος τοῦ Ἰησοῦ (Σταύρωση-Ἀνάσταση) ἐνῶ ἀνακαλεῖ καὶ τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ στοὺς θεόπτες Ἠλία καὶ Μωυσῆ. Τοποθετώντας ὁ Μάρκος τὴ διήγηση τῆς Μεταμόρφωσης στὸ κέντρο τοῦ Εὐαγγελίου του, ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀπέκτησε τὴν υἱότητα/θεϊκότητα διὰ τῆς ἀναστάσεώς Του, ἀλλὰ ὅτι ἦταν φυσικὸς κάτοχός της πρὶν καὶ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἐπίγειας δράσης Του. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔδρασε στὴν Γαλιλαία καὶ σταυρώθηκε στὴν Ἰουδαία δὲν ἦταν ἕνας νέος προφήτης, ἕνας νέος Μωυσῆς ἢ ἔστω κάποιος ποὺ ἔγινε θεὸς (ὅπως συνέβαινε μὲ τοὺς Καίσαρες καὶ τὰ προπαγανδιστικὰ εὐαγγέλια), ἀλλὰ ὁ Θεός, ὁ δημιουργός του Σύμπαντος καὶ τῆς Ἱστορίας, ὁ ὁποῖος ἑκούσια «ἀνέβηκε» στὴν Ἱερουσαλὴμ τοῦ πάθους καὶ τῆς δόξας. Ἡ Μεταμόρφωση ἀποτέλεσε τὸ τελευταῖο φανερὸ στάδιο τῆς μέχρι τότε κρυμμένης καὶ μυστικῆς φανέρωσης τοῦ Ἰησοῦ στὸν κόσμο ὡς Θεοῦ καὶ σωτήρα. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Ἰησοῦς στὸ Κατὰ Μάρκον δὲν περιγράφεται ἀναστημένος, ἀλλὰ μόνον μεταμορφωμένος. Σκοπίμως ὁ Μάρκος συνδέει τὴν ἐμπειρία τῆς Μεταμορφώσεως μὲ αὐτὴν τῆς Βασιλείας, προκειμένου νὰ τονίσει στοὺς ἀναγνῶστες του ὅτι ἡ τελευταία δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἀντικείμενο προσμονῆς, οὔτε ταυτίζεται μὲ ἕνα χριστιανικὸ Imperium, ἀλλὰ πραγματικότητα ἡ ὁποία κυοφορεῖται καὶ βλαστάνει μυστικὰ σὲ αὐτὸν τὸν αἰώνα. Δὲν φανερώνεται σὲ ὅλους οὔτε σὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται μὲ διάφορες «ἐσωτερικὲς μυστηριακὲς» τεχνικὲς νὰ τὴν κατακτήσουν (πρβλ. τὶς Μεταμορφώσεις τοῦ Ἀπουλήιου στὶς Κεγχρεὲς τῆς Κορίνθου 2ος αἰ. μ.Χ.), ἀλλὰ σὲ ἐκείνους τοὺς ὁποίους παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς καὶ κυρίως σὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται νὰ ὑπακούουν στὸν Ἰησοῦ σηκώνοντας καθημερινὰ τὸν Σταυρό. Ἡ ἴδια ἡ θέα τῆς Βασιλείας, δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ ὁδηγήσει σὲ καύχηση. Καὶ οἱ τρεῖς μαθητές, οἱ ὁποῖοι εἶδαν τὸν μεταμορφωθέντα Κύριο, παρὰ τὸ μεγαλειῶδες ὅραμα στὸ ὄρος, ἐπίμονα ἀρνοῦνται πρὶν βιώσουν τὴν Ἀνάσταση, νὰ καταλάβουν τὴν θυσιαστικὴ χροιὰ τῆς Βασιλείας Του καὶ ζητοῦν θρόνους καὶ πρωτεῖα, ἐνῶ στὴ Γεθσημανὴ ἐγκαταλείπουν τὸν διδάσκαλό τους. Τὸ κριτήριο τῆς μετοχῆς στὴν ἤδη ἐγκαινιασθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Βασιλεία, συνδέεται ὅμως ἀπόλυτα μὲ τὴν μετοχὴ τοῦ κάθε πιστοῦ ὄχι στὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, ἀλλὰ σὲ αὐτὸ τοῦ Γολγοθά. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πορεία πρὸς τὸ Πάθος προσπαθεῖ νὰ ἀποτρέψει ὁ Πέτρος μὲ τὴν πρότασή του γιὰ μόνιμη ἐγκατάσταση στὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, τὴν ὁποία ὁ Μάρκος σκοπίμως χαρακτηρίζει ὡς ἀνόητη (9, 6).
.             Μὲ τὴν μὴ πολυπραγμοσύνη τοῦ Εὐαγγελιστῆ στὴν περιγραφὴ τοῦ ἐνδόξως μεταμορφωθέντος Κυρίου καὶ μὲ τὴν ἔμφαση ποὺ δίνει στὸ δεύτερο σκέλος τῆς φωνῆς, τὸ «ἀκούετε αὐτοῦ», γίνεται φανερὸ ὅτι ὁ Μάρκος ἀρνεῖται νὰ παρακολουθήσει τὴν ἐνθουσιαστικὴ τάση ἀρκετῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναλίσκονται σὲ αὐτάρεσκες περιγραφὲς ἀποκαλύψεων καὶ ὁραμάτων τοῦ ἐνδόξου Κυρίου, ἐνῶ ἐπιδιώκει μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐξάρει τὴν σημασία τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ γιὰ συσταύρωση καὶ συμπόρευση μαζί Του προκειμένου νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος.

.           Σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀτομιστικῆς θεώρησης τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς σωτηρίας, τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελιστῆ Μάρκου ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἐπίκαιρο. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ βιώνει τὴν ἀπόλυτη κρίση τῶν ἀξιῶν του καὶ καθίζηση τῶν «μετοχῶν» του, κάποιοι ἀναμασοῦν φιλοσοφικές, ἰδεολογικὲς ἀλλὰ καὶ «θεολογικὲς» θεωρίες, φιλοσοφίες καὶ φλυαρίες («σεσοφισμένους μύθους» Β´ Πέτρ. 1, 16). Ἄλλοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ δραπετεύσουν ἀπὸ αὐτόν, γιὰ νὰ ἀνέβουν σὲ ὄρη φωτισμοῦ καὶ ἀτομικῆς θέωσης, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ἀκολουθήσουν καὶ τὸν Ἰησοῦ στὴν κάθοδό του στὸν κόσμο, στὴν συνάντησή του καὶ στὴν πάλη του μὲ τὸ ὑπαρκτὸ κακό, τὸ ὁποῖο κατασπαράσσει τὴ νεότητα. Ἀφήνουν τὸν παραμορφωμένο ἀπὸ τὸ Πάθος τοῦ Ἰησοῦ μόνον νὰ ἀνηφορίζει μαρτυρικὰ τὸν Γολγοθὰ γιὰ χάρη τοῦ Κόσμου καὶ τῆς Ἱστορίας. Θεωροῦν σὰν τὸν Πέτρο ὅτι εἶναι «καλὸ» καὶ ὠφέλιμο νὰ βρίσκονται μακριὰ καὶ πέρα ἀπὸ τὴν τραγικὴ πραγματικότητα, κλεισμένοι στὸν πνευματικὸ κύκλο τους καὶ ἀπολαμβάνοντας τὶς θεῖες ἐμπειρίες τους. Μόνον ὅμως ὅταν ὑπακούσουν πραγματικὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὴν πρόσκληση τοῦ Σταυροῦ θὰ μπορέσουν καὶ νὰ μεταμορφωθοῦν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ καὶ νὰ μεταμορφώσουν τὸν Κόσμο.

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: