Ο ΠΛΑΣΤΗΣ ΨΑΧΝΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΤΟΥ: «ΖΗΤΩ ΑΝΘΡΩΠΟ»! (Χαρ. Μπούσιας)

Ὁ Πλάστης ψάχνει γιὰ τὸ πλάσμα Του:
«Ζητῶ ἄνθρωπο, ψάχνω γιὰ ἄνθρωπο»!

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             κυνικὸς φιλόσοφος Διογένης, ὁ ὁποῖος ὡς μέσο γιὰ τὴ διδασκαλία του χρησιμοποιοῦσε τὸν ἀστεϊσμὸ καὶ τὰ λογοπαίγνια πίστευε ὅτι ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στὴν φυσικὴ ζωή, μὲ τὴν λιτότητα, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν αὐτογνωσία. Μιὰ μέρα κυκλοφοροῦσε σὲ ὥρα μεσημεριοῦ μὲ ἕνα ἀναμμένο φανάρι καὶ ἐνῶ συνωστιζόταν στὴν ἀγορὰ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν περαστικῶν φώναζε: «Ζητῶ ἄνθρωπο, ψάχνω γιὰ ἄνθρωπο»!
.             Τὴν ἴδια σκηνὴ φαντάζομαι νὰ ἐπαναλαμβάνεται σήμερα, ἀλλὰ στὴ θέση τοῦ Διογένη νὰ βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας καὶ μέσα στὸ ἄμετρο πλῆθος νὰ φωνάζει: «Ζητῶ ἄνθρωπο, ψάχνω γιὰ ἄνθρωπο»! Φαντάζομαι τὸν Πλάστη μας νὰ ζητᾶ τὸ πλάσμα Του καὶ νὰ μὴν τὸ ἀναγνωρίζει. Καὶ πῶς νὰ τὸ ἀναγνωρίσει, ἀφοῦ ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀσωτία, ἡ κραιπάλη, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ Ἐκεῖνον ἔχει ἀλλοιώσει τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ ἔχει μεταποιήσει τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ σὲ ἄμορφη μάζα ὀστῶν καὶ κρεάτων. Ἅμα ἀρθεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ πάνω μας τότε μεταβαλλόμαστε σὲ ἄμορφη μᾶζα. Χάνουμε τὴ θεϊκή μας ὑπόσταση, χάνουμε τὴν ἀνθρωπιά μας, τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς μας καὶ γινόμαστε χειρότεροι καὶ ἀπὸ τὰ κτήνη.
.             «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»… Τὴν ἀγωνιώδη κραυγὴ τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδᾶ νοιώθω νὰ ἐκφέρει ὁ Κύριός μας κάνοντας βόλτα μέσα στὶς πολυάνθρωπες μεγαλουπόλεις μὲ τοὺς μεγάλους ἐμπορικοὺς δρόμους καὶ τὴν ὑπεραφθονία καὶ ὑπερακτανάλωση ἀγαθῶν. Ψάχνει γιὰ ἀνθρωπιὰ ὁ Κύριός μας, ἀλλὰ δὲν τὴν βρίσκει καὶ τὸν πιάνει τὸ παράπονο.
.             «Λαός μου, πῶς ἐποίησά σε καὶ πῶς ἐκατάντησες»! Λέει μὲ παράπονο. Βλέπει ὁ Χριστός μας πρόσωπα ποὺ δὲν ἐπιδίδονται σὲ ἔργα ἀγάπης, ποὺ βιώνουν τὴν ψυχικὴ παραλυσία τοῦ ἀτομισμοῦ. Βλέπει φίλαυτους, ἀχάριστους, ἄστοργους, ἀφιλάγαθους, ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸν Τιμόθεο: (Β´ Τιμ. γ´ 2-3), νὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ μὴν συγκινοῦνται ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν ὀρφανῶν, ἀπὸ τὸ πένθος τῶν χηρῶν, ἀπὸ τὰ πονεμένα βλέμματα τῶν ἀπομάχων τῆς ζωῆς. Βλέπει πρόσωπα νὰ περιχαρακώνονται στὰ προσωπικά τους προβλήματα καὶ νὰ μὴν ἐνδιαφέρονται καὶ νὰ μὴν δίνουν προσοχὴ στὸ γείτονα, στὸν ἄνθρωπο τῆς διπλανῆς πόρτας, στὸ γεροντάκι ποὺ δυσκολεύεται νὰ περπατήσει ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ πανδαμάτορος χρόνου, στὸν ἄστεγο, στὸν ἀξιοπρεπῆ νεόπωχο, ποὺ ἡ κακὴ διαχείρηση τοὺ κράτους του τὸν ἔφερε σὲ κατάσταση ἐσχάτης πενίας καὶ πείνας. Βλέπει ὅλους ποὺ ἐφησυχάζουν καὶ ποὺ ἡ προσωπική τους ἡσυχία μετράει περισσότερο ἀπὸ τὴ συμπάθεια. Καί, δυστυχῶς, βλέπει τὸν ἀτομισμὸ νὰ μεταδίδεται σὰν ἐπιδημία πολὺ εὔκολα. Βλέπει τοὺς δῆθεν ἀνθρώπους, ποὺ ἔπρεπε πάντοτε «τὰ ἄνω νὰ θρώσκουν» νὰ ἐθελοτυφλοῦν καὶ νὰ διπλοκλειδώνονται στὰ διαμερίσματά τους καὶ νὰ ζοῦν ἄγνωστοι μεταξὺ ἀγνώστων. Τοὺς βλέπει νὰ ἔχουν ἀποβάλλει τὴ χριστιανική τους ἰδιότητα, αὐτὴ τὴν ὁποία σφράγισε μὲ τὸ πανάγιό Του αἷμα, καὶ αὐτὴ τὴν ὁποία τονίζει στοὺς Φιλιππησίους ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν λέγοντας; «Μὴ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέρων ἕκαστος» (Φιλιπ. β´ 4).
.             Βλέπει ὁ Χριστός μας δακρυσμένος πρόσωπα νὰ βαδίζουν βιαστικὰ στοὺς δρόμους μὲ τὰ τηλέφωνα στὰ χέρια, μὲ συνεχῆ ἐπαφὴ μὲ τὸ διαδίκτυο, μὲ συνεχῆ ἐπικοινωνία μὲ τὸ παγκόσμιο γίγνεσθαι, τὰ βλέπει, ὅμως, νὰ εἶναι ἄψυχα. Βλέπει τὸν καθένα νὰ ζεῖ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀπομονωμένο καὶ διασπασμένο ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων τοῦ περιβάλλοντός του, νὰ ζεῖ μέσα σὲ μιὰ ἀπέραντη ἐγωκεντρικὴ μοναξιά. Βλέπει πρόσωπα νὰ χορεύουν, νὰ τραγουδοῦν, νὰ διασκεδάζουν τὸν πόνο τους μὲ λανθασμένο τρόπο, ἀφοῦ τὸ σωστὸ τρόπο, αὐτὸν ποὺ ὁ Ἴδιος δίδαξε, σήμερα κανεὶς δὲν τὴν γνωρίζει. Βλέπει ἀκατήχητους ἀνθρώπους, ψυχροὺς περὶ τὰ πνευματικά, νὰ βασιλεύουν στὴ μοναξιά τους, ἀκόμη καὶ μέσα στὶς χριστιανικὲς κοινότητες. Βλέπει τοὺς ἀσεβεῖς καὶ θλίβεται βαθύτατα. Βλέπει, ὅμως, καὶ τοὺς εὐσεβεῖς καὶ ματώνει ἡ καρδιά Του. Ἄραγε γι’ αὐτὸ καὶ στὴν Ἐκκλησία προσευχόμαστε γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς ψάλλοντας: «Κύριε, σῶσον τοὺς εὐσεβεῖς»; Βλέπει ὅλους μας νὰ ζοῦμε χωρὶς χαμόγελο, χωρὶς βλέμμα συμπόνοιας, χωρὶς διάθεση ἐπικοινωνίας. Μᾶς βλέπει ὅλα νὰ τὰ πράττουμε συμβατικά, ἐπιφανειακά, ἀνειλικρινῆ, χωρὶς ἀνθρωπιά.
.             Βλέπει ὁ Χριστός μας μὲ πόνο τὸν ἄκρατο ὑλισμό μας, τὸ χρῆμα, τὴν ἐκμετάλλευση τῶν ἀδυνάτων, τὴ μεγάλη ὑποκρισία, τὸν εὐσεβισμό, τὰ χονδροειδῆ προσχήματα στὰ μεγάλη κοινωνικὰ προβλήματα. Βλέπει τὴν ἀγάπη νὰ ἔχει ψυγεῖ καὶ νὰ βιώνουν οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι ἕνα μεσαίωνα μὲ ἀνυπέρβλητα ἀδιέξοδα.
.             Βλέπει ὁ Χριστός μας τὴν δυστυχία, τὶς ἀρρώστιες, τὰ δυστυχήματα, τὴ μόλυνση τοῦ περιβάλλοντος ποὺ δὲν σεβαστήκαμε, γιὰ νὰ τὸ παραδώσουμε ὑγιὲς στὶς ἑπόμενες γενιές. Βλέπει τὴν ἐγκληματικότητα, τὴν κακία τὴν ἀδιαφορία, τὸ ξεπούλημα τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, τῆς πίστεως, τῆς παραδόσεώς μας.
.             Γι’ αὐτὸ Τὸν νοιώθω τὸν Χριστό μας νὰ φωνάζει μαζὶ μὲ τὸν παράλυτο τῆς Θηθεσδᾶ, αὐτὸν ποὺ θεράπευσε μὲ τὴ δύναμη τοῦ λόγου Του: «Ἄνθρωπον δὲν βρίσκω»! Μὴν λησμονοῦμε ὅτι τὸν παραλυτικὸ δὲν τὸν θεράπευσε ἡ κολυμβήθρα, ἀλλὰ ὁ θεῖος λόγος. Λέει τὸ δοξαστικὸ τῆς ἑορτῆς: «Τὸν παράλυτον οὐχ ἡ κολυμβήθρα ἐθεράπευσεν, ἀλλ’ ὁ σὸς λόγος ἀνεκαίνισεν». Ἔτσι, ὅπως ὁ δημιουργικὸς λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μηδὲν δημιούργησε τὸν κόσμο, τὸ ἴδιο καὶ ὁ δυναμικὸς λόγος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀναδημιουργεῖ καὶ ἀνακαινίζει τὸ παραλελυμμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία πλάσμα Του. Ὁ θεῖος λόγος ἀλλάζει τὴ ροὴ τῆς κοινωνίας, δίνει ζωή, δίνει χάρη.
.             Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι τὸ παράπονο τοῦ Χριστοῦ μας γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀνθρωπιᾶς εἶναι μιὰ μεγαλη ἀλήθεια. Ἡ ἁμαρτία μᾶς ἔκανε ἀπανθρώπους. Μᾶς ἄλλαξε τὴ μορφή, ὅπως αὐτὴ τοῦ προσώπου ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Λεονάρντο Ντα Βίντσι γιὰ νὰ ζωγραφίσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στὸν περίδοξο πίνακά του «Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος».
.             Σὲ αὐτὸν τὸ μοντέλο ποὺ θὰ τὸν ἐνέπνε γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ ἐπιλέχθηκε πρῶτο. Ἑκατοντάδες νέοι ἦταν ὑποψήφιοι καὶ πέρασαν ἀπὸ τὸ ἐργαστήρι του. Ἤθελε ὁ ζωγράφος νὰ βρεῖ ἕνα νέο τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ θὰ ἦταν ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ποὺ τὸ πρόσωπό του θὰ ἐξέπεμπε ἁγνότητα. Καὶ τὸ βρῆκε!
.             Ἀκολούθησαν ἕξη χρόνια κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ὁ ζωγράφος ἐργάσθηκε πάνω στὰ πρόσωπα τῶν ἕνδεκα Ἀποστόλων ἀφήνοντας ἕνα κενὸ ἀνάμεσά τους προκειμένου νὰ ζωγραφίσει τελευταῖο τὸ δεύτερο πιὸ σημαντικὸ χαρακτήρα τοῦ πίνακα, τὸν Ἰούδα.
.             Γιὰ μῆνες, λοιπόν, ἔψαχνε ἕναν ἄνδρα, φιλάργυρο, μὲ ροζιασμένο πρόσωπο, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε ἔκδηλα σημάδια δόλου ἐπάνω του, ἱκανὸ νὰ προδώσει ἀκόμα καὶ τὸν ἀδελφό του. Μετὰ ἀπὸ μεγάλη ἀναζήτηση βρῆκε στὶς φυλακὲς τῆς Ρώμης τὸ κατάλληλο πρόσωπο. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος σκοτεινός, μὲ ἐμφανῆ στὸ πρόσωπό του τὴν κακία καὶ τὸ φθόνο. Μὲ ἄδεια τοῦ βασιλιᾶ τὸν πῆρε στὸ ἐργαστήριό του καὶ γιὰ ἕξη μῆνες ὁ ζωγράφος προσπαθοῦσε νὰ ἀποτυπώσει τὰ χαρακτηριστικά του στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰούδα. Ὅταν τελείωσε καὶ τὸν εὐχαρίστησε ἐκεῖνος ξέσπασε σὲ λυγμούς, ἔπεσε στὰ γόνατα τοῦ Ντὰ Βίντσι καὶ εἶπε: «Κοίτα με, δὲν ξέρεις ποιός εἶμαι»; Ὁ ζωγράφος τότε ἐξέτασε προσεκτικὰ τὸ πρόσωπό του καὶ ἀποκρίθηκε. «Δὲν σὲ ἤξερα μέχρι ποὺ σὲ εἶδα στὶς φυλακές».
.             Ὁ κρατούμενος σήκωσε τότε τὰ μάτια του στὸν οὐρανό, ἔσφιξε τὰ χέρια του σὰν νὰ προσευχόταν καὶ εἶπε: «Θεέ μου, ἔχω, λοιπόν, πέσει τόσο χαμηλά! Πρὶν ἑπτὰ χρόνια μὲ εἶχες ἐπιλέξει γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τώρα ἡ ἁμαρτία μὲ μεταμόρφωσε τόσο, ὥστε νὰ μὲ ἐπιλέξεις γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰούδα»!
.             Εἴμαστε χριστιανοὶ καὶ θέλουμε νὰ βιώνουμε τὸ λόγο τοῦ Διδασκάλου μας; Ἂς δεχθοῦμε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸν αὐθεντικὸ αὐτὸ λόγο, ποὺ δὲν προσβάλλει, ἀλλὰ εὐφραίνει, ὑγιαίνει τοὺς ἀσθενεῖς, ἐγείρει τοὺς παραλύτους, δίνει τὸ φῶς στοὺς τυφλούς, διώχνει τὴν κρίση, τὴ νοσηρὴ μοναξιὰ καὶ ἀνατέλλει ἡμέρα χαρᾶς, ἀλληλεγγύης καὶ σωτηρίας. Τότε ὁ Χριστός μας θὰ πάψει τὸ παράπονό Του καὶ θὰ μᾶς συγχωρήσει τὸν πρότερο ἁμαρτωλὸ βίο μας. Εἶναι πρόθυμος νὰ τὸ πράξει καὶ μᾶς περιμένει νὰ μᾶς πεῖ «Ἴδε, ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι ἁμάρτανε» (Ἰωάν. ε´ 14 ). Θὰ μᾶς σηκώσει ἀπὸ τὸ κρεββάτι τῆς παραλυσίας μας καὶ θὰ εὐλογήσει τὸν προσωπικό μας ἀγώνα, τὸν ἀγώνα τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς συμπόνοιας. Μοναξιὰ δὲν θὰ ὑπάρξει τότε γιατὶ θὰ συμπορευόμαστε μὲ τὸν Χριστό μας, μὲ τὸν ἀναστημένο μας Ἰησοῦ «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» (Μᾶρκ. ιϛ´ 12), ὅπως ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας πρὸς Ἐμμαούς. Ζητάει μόνο ἀπὸ ἐμᾶς νὰ τὸν παρακαλέσουμε νὰ μείνει μαζί μας τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας φωνάζοντάς Του: «Κύριε,, μεῖνον μεθ’ ἡμῶν» (Λουκ. κδ´ 29).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: