Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ καὶ ἄλλες σοβαρότατες παρατηρήσεις (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος) «Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδοµένη καὶ ἡ αὐτοσυνειδησία της εἶναι ἀποδεκτὴ καὶ δὲν ἀναζητᾶται».

Παρατηρήσεις γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο
κατὰ τὴν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
(8 Μαρτίου 2016)

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιανικῆς Βιβλιογραφίας»

.              Ἡ προετοιµασία γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο διήρκησε πάνω ἀπὸ 110 χρόνια καὶ χωρίζεται σὲ τρεῖς περιόδους, ἡ πρώτη ἀπὸ τὸ 1902 ἕως τὸ 1952, ἡ δεύτερη ἀπὸ τὸ 1952 ἕως τὸ 1990 καὶ ἡ τρίτη ἀπὸ τὸ 1990 ἕως σήµερα. Τὸ ἔτος 1961 ποὺ ἄρχισαν οἱ Πανορθόδοξες Σύνοδοι, ἐτέθησαν περίπου 100 θέµατα καὶ µὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου µειώνονταν γιὰ νὰ συµπεριληφθοῦν τελικὰ στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο ἕξι θέµατα, ἤτοι: «ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας εἰς τὸν σύγχρονον κόσµον, ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορά, τὸ Αὐτόνοµον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, τὸ µυστήριον τοῦ γάµου καὶ τὰ κωλύµατα αὐτοῦ, ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήµερον, σχέσεις τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσµον» (Ἀνακοινωθὲν Προκαθηµένων, 27-01-2016).
.             Ἐπειδὴ ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου εἶναι ἕνα µεγάλο γεγονὸς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γι᾽ αὐτὸ χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχὴ καὶ ἀπαιτεῖται θεολογικὴ ἀνηµετώπιση τόσο τῆς Συνόδου, ὅσο καὶ τῶν ἀποφάσεών της. Εἶναι γνωστὸν ὅτι στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο συµφωνήθηκε ὅτι θὰ ἰσχύσουν δύο βασικὲς ἀρχές. Ἡ πρώτη ὅτι κάθε Ἐκκλησία θὰ ἔχη µία ψῆφο καὶ ἡ δεύτερη ὅτι οἱ ἀποφάσεις θὰ λαµβάνωνται ὁµοφώνως, ποὺ σηµαίνει ὅτι ἂν µία Ἐκκλησία δὲν συµφωνεῖ γιὰ ἕνα θέµα, δὲν θὰ λαµβάνεται ἀπόφαση γιὰ τὸ θέµα αὐτό.
.           Ἑποµένως, ἡ Ἐκκλησία µας πρέπει νὰ προετοιµασθῆ κατάλληλα γιὰ τὴν Σύνοδο αὐτή, µὲ ὅλο τὸ θεολογικὸ δυναµικὸ τὸ ὁποῖο διαθέτει, τὸ ὁποῖο ἐν πολλοῖς ὑπερτερεῖ ἀπὸ ἄλλες Ἐκκλησίες. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι µιὰ µεγάλη ὁµάδα θεολόγων, ποὺ ὑπαρχουν στὶς ἄλλες Ἐκκλησίες, ἔχουν σπουδάσει καὶ ἔχουν λάβει διδακτορικὰ διπλώµατα ἀπὸ τὶς Θεολογικὲς Σχολὲς τῆς Ἑλλάδος, καθὼς ἐπίσης καὶ καθηγητὲς Θεολογικῶν Σχολῶν χρησιµοποιοῦνται ὡς θεολογικοὶ σύµβουλοι σὲ ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Αὐτὸ δείχνει ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἀµελητέα ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο.
.             Στὴν συνέχεια θὰ τονισθοῦν δύο θέµατα, τὰ ὁποία κατὰ τὴν γνώµη µου εἶναι σοβαρά.

1. Ἡ ταυτότητα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου

.           Ἡ Σύνοδος ποὺ πρόκειται νὰ συγκληθῆ τὴν περίοδο τῆς Πεντηκοστῆς ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πολλὲς φορὲς διερωτήθηκα ποιὰ εἶναι ἡ ταυτότητά της καὶ ποιὰ θὰ εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία της.
.             Ἡ µία ἑρµηνεία εἶναι ὅτι θὰ εἶναι Οἰκουµενικὴ Σύνοδος. Ὅµως, πολλοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν θὰ συγκληθῆ ὡς Οἰκουµενικὴ Σύνοδος, ἀλλὰ ὡς μία Πανορθόδοξη Μεγάλη Σύνοδος. Στὴν σκέψη αὐτὴ κρύπτεται µιὰ ἔννοια ὅτι µετὰ τὸ 1009 καὶ 1054 µ.Χ. δὲν µπορεῖ νὰ συγκληθῆ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος, διότι ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται σὲ Σχίσµα καὶ δὲν θὰ µπορῆ στὴν Σύνοδο αὐτὴ νὰ παρευρίσκεται «ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Ρώµης».
.             Μιὰ τέτοια, ὅµως, ἐξήγηση ἀµέσως δηµιουργεῖ τὸ ἐκκλησιολογικὸ προβληµα ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ εἶναι δεδοµένη, θεωρεῖται ὡς ἀναζητητέα. Ὁπότε, ἡ Ἐκκλησία χάνει τὴν αὐτοσυνειδησία της ὡς ἡ Μία, Ἁγία, Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία µπορεῖ νὰ συνέρχεται καὶ νὰ ἀποφασίζη, ἀνεξάρτητα ἂν µερικὰ πρώην µέλη της ἔχουν ἀποµακρυνθῆ ἀπὸ Αὐτήν.
.             Ἡ ἄλλη ἑρµηνεία εἶναι ὅτι θὰ εἶναι ὅπως ἀκριβῶς χαρακτηρίζεται, ὡς Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Μάλιστα δὲ λέγεται ὅτι δὲν ἔχει συγκληθῆ µιὰ τέτοια µεγάλη Σύνοδος καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς δεύτερης χιλιετίας.
.         Ἂν αὐτὸ εἶναι ὀρθό, τότε ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἐκλαµβάνεται ὡς συνέχεια τῆς Ζ´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε τὸ 787 µ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅµως, σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση παρακάµπτονται καὶ παραθεωροῦνται ἡ Η´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου (879-880), ποὺ ἀσχολήθηκε µὲ µείζονα ἐκκλησιολογικὰ θέµατα καὶ κυρίως µὲ τὴν αἵρεση τοῦ filioque, καὶ ἡ Θ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ τὸ 1351, ἡ ὁποία ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα µὲ τὴν αἵρεση τοῦ actus purus, δηλαδὴ τὴν ταύτιση οὐσίας καὶ ἐνέργειας στὸν Θεὸ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐπικοινωνεῖ µὲ τὸν κόσµο µὲ κτιστὲς ἐνέργειες.
.               Θεωρῶ, µὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, ὅτι ἦταν λάθος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ποὺ δὲν συζήτησε τὰ θέµατα τῆς ἡµερησίας διατάξεως ποὺ ἐτέθησαν στὴν Ἱεραρχία τοῦ Ὀκτωβρίου 2011 γιὰ τὶς Η´ καὶ Θ´ Οἰκουµενικὲς Συνόδους.
.             Καὶ ναὶ µὲν τὰ θέµατα τῆς ἡµερησίας διατάξεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου εἶχαν ἤδη καταρτισθῆ τότε σὲ δέκα καὶ δὲν µποροῦσαν νὰ προστεθοῦν ἄλλα θέµατα, ὅµως οἱ εἰσηγήσεις αὐτὲς ἔπρεπε νὰ συζητηθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία µας, ὥστε νὰ τεθῆ ἡ βάση τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὅτι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος δὲν µπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς συνέχεια τῆς Ζ´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου καὶ νὰ παρακαµφθοῦν οἱ Μεγάλες Σύνοδοι τοῦ 879/880 καὶ τοῦ 1351, τῶν ὁποίων τὸ κύρος καὶ τὴν αὐθεντία κανεὶς δὲν µπορει νὰ ἀµφισβητήση.

2.Θεολογικὰ σχόλια στὰ καταρτισθέντα κείµενα

.           Ὅπως προαναφέρθηκε ἀπὸ τὰ δέκα θέµατα ποὺ εἶχε ἀποφασισθῆ νὰ συζητηθοῦν στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τελικὰ θὰ συζητηθοῦν ἕξι ἀπὸ αὐτά. Κατ᾽ ἀρχὰς θὰ πρέπει νὰ ὑπογραµµισθῆ ὅτι ἔχω ἔντονο προβληµατισµὸ γιὰ τὸ πῶς ἔγινε ἡ ἐπεξεργασία τῶν κειµένων αὐτῶν ἀπὸ τὶς Προσυνοδικὲς Διασκέψεις. Ποτὲ τὰ σχέδια τῶν κειµένων δὲν ἐτέθησαν ὑπ᾽ ὄψιν ὅλων τῶν Ἱεραρχῶν καὶ δὲν συζητήθηκαν στὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τουλάχιστον ἐπὶ τῶν ἠµερῶν µου, δηλαδὴ στὰ τελευταῖα εἴκοσι χρόνια.
.           Ἔπειτα, γιὰ τὸ περιεχόµενο τῶν κειµένων αὐτῶν λάµβανε γνώση καὶ τὰ ἐπεξεργαζόταν ἡ Ἐπιτροπὴ Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν Σχέσεων. Ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἀπέστελλε στὴν κατὰ καιροὺς Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο ἐκθέσεις περὶ τῶν Προπαρασκευαστικῶν καὶ Προσυνοδικῶν Διασκέψεων καὶ τὰ κείµενα. Ἡ Δ.Ι.Σ. λάµβανε γνώση τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν καὶ τῶν κειµένων καὶ τὰ ἔθετε συνήθως στὸ ἀρχεῖο χωρὶς περαιτέρω συζήτηση.
.             Ἔχω ζητήσει νὰ µοῦ δοθοῦν οἱ ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν Σχέσεων πρὸς τὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο, καὶ τυχὸν κατευθυντήριες γραµµὲς ποὺ ἔδωσαν οἱ κατὰ καιροὺς Διαρκεῖς Σύνοδοι πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴ Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν σχέσεων γιὰ τὴν βελτίωση τῶν κειµένων, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν καθαρὴ εἰκόνα. Ἤδη ἔχω ὑπ᾽ ὄψιν µου τὸ ἀπὸ 4ης Ἰουνίου 2015 ἔγγραφο τοῦ Μητροπολίτου Ἑλβετίας Ἱερεµίου πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο, ὡς γραµµατέως ἐπὶ τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ποὺ ζητοῦσε τὶς «τυχὸν παρατηρήσεις καὶ προτάσεις τῆς Ὑµετέρας ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας πρὸς σχηµατισµὸν τοῦ φακέλλου καὶ ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν προσαρµοζοµένην ἵνα προσεχῶς συνέλθη Ε´ Προσυνοδικὴν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν, ἥτις καὶ θὰ ἐγκρίνη καὶ θὰ παραπέµψη αὐτὰ εἰς τὴν τελικὴν µορφὴν τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Συνόδῳ» καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήση ἡ ΔΙΣ µέχρι τέλος τοῦ Ἰουλίου 2015. Καὶ ἀπ᾽ ὅ, τι ἐρώτησα δὲν ἐδόθη καµµία ἀπάντηση ἀπὸ τὴν ΔΙΣ καὶ καταρτίσθηκε τὸ τελικὸ κείµενο, τὸ ὁποῖο παραπέµφθηκε στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο.
.           Ἔπειτα, θεωρῶ ὅτι ὑπῆρξε ἐλλειµµατικὴ ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας µας στὴν ἐπεξεργασία τῶν κειµένων ποὺ θὰ συζητηθοῦν στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο. Αὐτὸ τεκµαίρεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καίτοι τὰ θέµατα ἦταν κατ᾽ ἐξοχὴν δογµατικὰ καὶ κανονικά, ὅπως τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ πῶς συγκροτεῖται ἡ ἑνότητά της, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ θέµατα ποὺ ἔχουν σχέση µὲ τὴν νηστεία, τὰ κωλύµατα τοῦ γάµου, τὴν Ὀρθόδοξη Διασπορά, τὸ Αὐτόνοµο καὶ τὸν τρόπο ἀνακηρύξεώς του, ἐν τούτοις ἠσχολεῖτο µὲ αὐτὸ ἡ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν σχέσεων καὶ ὄχι παράλληλα καὶ ἡ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ Δογµατικῶν καὶ Κανονικῶν Ζητηµάτων, ἡ καθ᾽ ὕλην ἁρµοδία Συνοδικὴ Ἐπιτροπή.
.              Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία µας δὲν προετοιµάσθηκε ἐπαρκῶς γιὰ τὴν ἀντιµετώπιση τῶν θεµάτων αὐτῶν. Ἀντίθετα µάλιστα, Ἱεράρχες ποὺ ἀσχολήθηκαν µὲ τὰ θέµατα αὐτὰ µᾶς καθησύχαζαν ὅτι δὲν θὰ δηµιουργηθοῦν προβλήµατα στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὰ κείµενα. Ὅµως, ὄντως ὑπάρχουν θεολογικὰ προβλήµατα.
.                 Μπορεῖ κανεὶς νὰ κάνη πολλὲς παρατηρήσεις, ἀλλὰ στὴν συνέχεια θὰ ἤθελα νὰ παραµείνω σὲ δύο ἀπὸ αὐτές.

.               Ἡ πρώτη παρατήρηση ἀναφέρεται στὸ ἐκκλησιολογικὸ θέµα. Μελετώντας κανεὶς προσεκτικὰ τὸ κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσµον» παρατηρεῖ µιὰ διγλωσσία. π τν µιὰ θεωρεται τι κκλησία εναι Μία, γία, Καθολικ κα ποστολική, κα π τν λλη ναγνωρίζονται κα λλες κκλησίες. Ἐπίσης, σὲ ἕνα µέρος τοῦ κειµένου λέγεται ὅτι γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἡ ἑνότητά Της εἶναι δεδοµένη καὶ σὲ ἄλλο µέρος ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία µὲ τοὺς διαλόγους ἀναζητᾶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.           Ἐπὶ πλέον τίθεται σοβαρὸ θέµα γιὰ τὸν τρόπο τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας εἰς αὐτήν. Ἐνῶ οἱ «Φραγκολατίνοι» εἰσήγαγαν ἀπὸ τὸν 9° αἰώνα καὶ µετὰ πολλὲς αἱρέσεις καὶ τὸ µεγαλύτερο προβληµα εἶναι ἡ λεγοµένη σχολαστικὴ θεολογία, ποὺ διαφέρει σαφέστατα ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία, καθὼς ἐπίσης τὸ βάπτισµα γίνεται µὲ ἀλλοιωµένη τὴν πίστη καὶ παραθεώρηση τῆς κανονικῆς τελέσεώς του, ἐν τούτοις γίνεται λόγος γιὰ ἀποδοχή του κατ᾽ οἰκονοµίαν, δηλαδὴ µὲ τὸ χρίσµα.
.           Πρόκειται γιὰ τὴν λεγοµένη «βαπτισµατικὴ θεολογία» ποὺ ἐτέθη τὰ τελευταῖα χρόνια ὡς βάση γιὰ τὴν λεγοµένη ἕνωση µεταξὺ τῶν λεγοµένων Ἐκκλησιῶν. Πάνω στὴν «βαπτισµατικὴ θεολογία» στηρίχθηκε ἡ Β´ Βατικανὴ Σύνοδος, γιὰ νὰ δείξη ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα µὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες καὶ τὶς Ὁµολογίες, παρὰ τὶς µικρές, κατ᾽ αὐτούς, ἐλλείψεις.
.               Τὸ πρόβληµα εἶναι βαθύτερο, γιατί ἀπὸ πολλοὺς θεολόγους καὶ Ἐπισκόπους ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν λεγοµένη Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ταυτίζονται τὰ χαρισµατικὰ µὲ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ εἶναι σοβαρὸ ἐκκλησιολογικὸ πρόβληµα.
.             Ἑποµένως, γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῶν Χριστιανῶν ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἐπιστροφή τους στὴν Ἁγία Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ γίνεται κατ᾽ ἐπίφαση ἐπίκληση τοῦ 7ου Κανόνος τῆς Β´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου καὶ τοῦ 95ου Κανόνος τῆς Πενθέκτης Οἰκουµενικῆς Συνόδου. Σὲ ἄλλο κείµενό µου ὑπενθύµισα ὅτι αὐθεντικὴ ἑρµηνεία τῶν Κανόνων αὐτῶν ἔκαναν τὸ 1756 οἱ Τρεῖς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ληφθῆ σοβαρῶς ὑπ᾽ ὄψιν ἀπὸ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο γιὰ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξη Σύνοδος.
.             Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ ἀποβληθῆ ἀπὸ τὸ συγκεκριµένο κείµενο ἡ διγλωσσία καὶ νὰ φανῆ ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ὅτι δὲν διαιρέθηκε ποτέ, ὅπως τὸ Εὐχαριστιακὸ Σῶµα τοῦ Χριστοῦ «µερίζεται καὶ οὐ διαµελίζεται» καὶ ὅτι ὅσοι ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας θέλουν νὰ ἐπιστρέψουν, πρέπει νὰ γίνεται µὲ Βάπτισµα.

.              Ἡ δεύτερη παρατήρηση ἀναφέρεται στὸ θέµα τοῦ προσώπου.
.         Στὸ κείµενο «Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ Κόσµῳ» τίθεται ὡς βάση τὸ ἀρχικὸ κεφάλαιο µὲ τίτλο «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου».
.                 Βέβαια, στὴν Σύναξη τῶν Προκαθηµένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἔγινε στὸ Σαµπεζὺ-Γενεύη στὶς 18-28 Ἰανουαρίου 2016, τὴν τελευταία στιγµή, χωρὶς νὰ γνωρίζω τὸν τρόπο, ἔγινε µία παρέµβαση ἐπὶ τὰ βελτίῳ, δηλαδὴ παρελήφθησαν µερικὲς ἀπόψεις καὶ φράσεις γιὰ τὸ πρόσωπο.
.             Ὅµως, παρέµειναν οἱ φράσεις «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», «κοινωνία τῶν προσώπων κατὰ τὸ πρότυπο τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος» κλπ.
.             Ἔχω ἤδη καταγράψει τὶς ἀπόψεις µου σὲ ἄλλο κείµενο, τὸ ὁποῖο ἐδόθη στὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο. (βλ. σχετ.: «Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ἢ ΑΝΑΖΗΤΑΤΑΙ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΧΕΙ ΑΠΟΛΕΣΘΗ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος) Πάντως, ἡ ὅλη προβληµατικὴ περὶ τοῦ προσώπου ἀποτελεῖ, χωρὶς νὰ κινδυνολογῶ, µιὰ αἵρεση, συνέχεια τοῦ ἀρειανισµοῦ, τοῦ µονοθελητισµοῦ καὶ εἶναι ἐπηρεασµὸς ἀπὸ τὴν ὑπαρξιστικὴ φιλοσοφία τοῦ Κίκεργκαρντ, τοῦ Μαρσέλ, τοῦ Σάρτρ καὶ τὸν γερµανικὸ ἰδεαλισµὸ τοῦ Χάϊντεγκερ. Σήµερα γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τὴν «ὀντολογία τοῦ προσώπου», γιὰ τὴν «κοινωνία τῶν προσώπων», γιὰ τὴν «ἀξιοπρέπεια καὶ ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου», γιὰ τὴν διαφορὰ µεταξὺ τοῦ «ἀτόµου καὶ τοῦ προσώπου», γιὰ τὴν «κοινωνία τῶν προσώπων κατ᾽ ἀντανάκλαση τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος» κλπ. καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀντορθόδοξα. (βλ. σχετ.: 1. Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-1 2.Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ-ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ-2 (Καὶ οἱ ἐπικίνδυνες συνέπειες τοῦ περσοναλισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ)
.             Ἔχω ἐπισηµάνει ἐπανειληµµένως ὅτι οἱ Πατέρες ἀνέλυσαν τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου ὡς πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ὄχι ὡς πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἐπίσης, φαίνεται σαφέστατα ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου θυµίζει τὸν ἀρειανισµό, τὸν µονοθελητισµό, τὸν νεστοριανισµό, κλπ. σὲ δύο βασικὲς ἔννοιες, ἤτοι ὅτι ταυτίζεται ἡ φύση µὲ τὴν ἀνάγκη, ὅτι κάθε τι ἐκ φύσεως εἶναι καὶ ἀναγκαστικό, καὶ συνδέεται τὸ πρόσωπο µὲ τὴν βούληση, τὴν θέληση καὶ τὴν ἀγάπη. Δηλαδή, γίνεται λόγος γιὰ ὑποστατικὴ θέληση, ὑποστατικὴ ἀγάπη, ὑποστατικὴ ἐνέργεια, πράγµα ποὺ καταδικάσθηκε ἀπὸ τὴν Ϛ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο.
.             Ἡ ὅλη, λοιπόν, προβληµατικὴ τῆς ἐννοίας «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» ὑποκαθιστᾶ καὶ παραθεωρεῖ τὴν θεολογία τοῦ ἀνθρώπου ὡς κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁµοίωση Θεοῦ καὶ ἐπικεντρώνεται περισσότερο στὰ ἀνθρώπινα δικαιώµατα. Δηλαδή, µετατρέπει τὴν θεολογία σὲ κοινωνιολογία. Δὲν ἀρνεῖται, βεβαίως, κανεὶς τὸν σεβασµὸ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὰ δικαιώµατά του, στὴν ἐποχή µας µάλιστα ποὺ καταπατῶνται, ἀλλὰ δὲν µπορει ἡ ὀρθόδοξη θεολογία νὰ ἐκκοσµικεύεται.
.           Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουν µερικοὶ ποὺ διδάσκουν τὴν ἔννοια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου -ὅπως ὁ Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ ἔκανε λόγο γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο- ἀλλὰ τὸ συνδέουν ἀναµφισβήτητα µὲ τὴν θεολογικὴ ἔννοια τοῦ ἄνθρωπου ὡς κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁµοίωση Θεοῦ, καὶ δὲν συνδέουν τὴν φύση µὲ τὴν ἀνάγκη οὔτε καταλήγουν στὸν βολονταριστικὸ περσοναλισµό.
.             Γι᾽ αὐτὸ θεωρῶ ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἀντικατασταθῆ ὁ ὅρος πρόσωπο µὲ τὸν ὅρο ἄνθρωπος. Ἄλλωστε ὅλοι οἱ ξένοι θεολόγοι, οἱ ἄλλες Ὁµολογίες, ἀκόµη δὲ καὶ οἱ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας ἄνθρωποι καταλαβαίνουν τὴν ἔννοια ἄνθρωπος, καὶ δὲν µποροῦν νὰ καταλάβουν τὴν φιλοσοφικὴ ἔννοια τοῦ «ἀνθρωπίνου προσώπου», ὡσὰν νὰ ὑπάρχη ὁ ἄνθρωπος καὶ κάτι ἄλλο, δηλαδὴ τὸ «ἀνθρώπινο πρόσωπο».
.           Καταλήγοντας τὶς παρατηρήσεις µου αὐτές ἐπισηµαίνω ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος µὲ τὸν ζωντανὸ θεολογικὸ λόγο ποὺ διαθέτει, µὲ τὴν ἐπιστηµονικὴ ἐπάρκεια ποὺ παρατηρεῖται στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς καὶ τὴν βιωµατική, χαρισµατικὴ θεολογία ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ ἐµπειρικοὺς µοναχοὺς καὶ κληρικούς, θὰ πρέπει νὰ παίξη σηµαντικὸ ρόλο στὴν κατάρτιση τῶν κειµένων καὶ τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι, θὰ πρέπει νὰ προσεχθοῦν ἰδιαιτέρως τὰ σηµεῖα:

1.Ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδοµένη καὶ ἡ αὐτοσυνειδησία της εἶναι ἀποδεκτὴ καὶ δὲν ἀναζητᾶται.
2.Δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ ἡ βαπτισµατικὴ θεολογία ὡς βάση στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους.
Νὰ ἀντικατασταθῆ ὁ ὅρος πρόσωπο ἀπὸ τὸν ὅρο ἄνθρωπος.
Νὰ µὴ θεωρηθῆ ὅτι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος εἶναι κατευθείαν συνέχεια τῆς Ζ´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου, µὲ παραθεώρηση τῶν Η´ καὶ Θ´ Οἰκουµενικῶν Συνόδων.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , ,

  1. #1 ἀπὸ τὸν/τὴν ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΝΑΝΗΣ στὶς 21 Μαρτίου 2016 - 8:32 μ.μ.

    Επί τη βάσει των όσων διαλαμβάνουν σχετικώς, τόσο τα κατατεθειμένα-δημοσιευθέντα κείμενα των προσυνοδικών συζητήσεων και διασκέψεων όσο και, κυρίως, η πλήρης και εμπεριστατωμένη, καταλυτική και εξουθενωτική κριτική που ασκήθηκε στο περιεχόμενο και τη θεματολογία τους απ την πλευρά εγκρατών της Θεολογίας και Εκκλησιολογίας παραγόντων, όπως επισκόπων και ακαδημαικών θεολόγων, κληρικών και λαικών, καθίσταται πρόδηλο ότι η τυχόν διεξαγωγή της μελλούσης να συνέλθει “Αγίας και Μεγάλης Συνόδου” όχι μόνο δεν προοιωνίζεται τίποτε το θετικό για την ιερή υπόθεση της προασπίσεως του πατρώου Δόγματος και της περιφρουρήσεως του Ορθοδόξου Ήθους αλλά βασίμως ενισχύονται οι φόβοι εκείνων των μελών της Ορθοδόξου Εκκλησίας τα οποία φρονούν ότι η εν θέματι Σύνοδος προώρισται να ζημιώσει το καλώς εννοούμενο συμφέρον της οικουμενικής Ορθοδοξίας.
    Θεσμοθετώντας και “νομιμοποιώντας” εκκλησιαστικά και εκκλησιολογικά τον οικουμενιστικό συγκρητισμό διά της υιοθετήσεως στρεβλών εκκλησιολογικών θέσεων, απόψεων και αντιλήψεων, καταργώντας, στην πράξη, κάθε έννοια αληθούς και γνήσιας συνοδικότητας τόσο στον τομέα της αντιπροσωπεύσεως του συνόλου των επισκόπων-μελών της όσο και σε αυτόν του δικαιώματος ΄της ψήφου σε κάθε ένα εκ των συμμετεχόντων σε αυτή καθώς και σε εκείνον της υποχρεωτικής-καθολικής ομοφωνίας στη λήψη των τελικών αποφάσεών της, αγνοώντας την, εν προκειμένω, ευαισθησία του υγιώς φρονούντος πομνίου, του οποίου το φιλο-ορθόδοξο και φιλο-παραδοσιακό φρόνημα και αισθητήριο υπαγορεύει την αποδοκιμασία των προδιαγραφών υπό τις οποίες συγκαλείται και της υποκρυπτόμενης στοχοθεσίας των τυχόν αποφάσεων της προαναφερθείσης Συνόδου, συνοδικού μορφώματος μάλλον, ποινικοποιώντας, εκ των προτέρων και εμμέσως, την τυχόν έλλειψη αποδοχής των αποφάσεών της απ τη μεριά του χριστεπωνύμου πληρώματος, πυροδοτώντας επικίνδυνες ενδοορθόδοξες εντάσεις και απευκταία σχίσματα, η υπό τινων ονομασθείσα “Αγία και Μεγάλη Σύνοδος” κάθε άλλο παρά πληροί τις τηρητέες και απαραίτητες, για την άψογη και κανονική σύγκλησή της, προδιαγραφές διεκδικώντας,κατ αυτόν τον τρόπο, μία θέση στον κατάλογο των συνόδων που δεν συντονίστηκαν με την πνοή του Αγίου Πνεύματος αλλά κάποιου άλλου δυσειδούς πνεύματος…
    Κατόπιν τούτου προβάλλει καίριο το ερώτημα: εν ονόματι ποίας θεολογικής, εκκλησιολογικής και ιεροκανονικής λογικής πρόκειται να συμμετάσχουν ως μέλη σε μία τέτοιας ποιότητας προδιαγραφών και προβληματικότατη Σύνοδο οι ιεράρχες εκείνοι των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στους δημοσιοποιηθέντες καταλόγους;
    Έχουν την πεποίθηση ή την ενδόμυχη ελπίδα, κάποιοι απ τους επισκόπους μας που πρόκειται να συμμετάσχουν στη Σύνοδο, ότι η τελευταία διαθέτει έστω και ίχνος προοπτικής αναγνωρίσεως από την πλευρά της γρηγορούσης εκκλησιαστικής συνειδήσεως;
    Εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο μάλλον ελέγχονται, οι συγκεκριμένοι, μέλλοντες να συμμετάσχουν στις εργασίες της, ποιμένες ως αδυνατούντες να αντιληφθούν και αφουγκρασθούν την έμπονη κραυγή αγωνίας του ποιμνίου τους.
    Υπάρχουν, βεβαίως, και εκείνοι οι εκκλησιαστικοί ταγοί που επιδιώκουν και απεργάζονται την παντί σθένει και έναντι παντός τιμήματος διεξαγωγή των εργασιών της Συνόδου, υπηρετώντας, εν προκειμένω, οικουμενιστικές και άλλες σκοπιμότητες, κοσμικώς προδιαγραφών, όπως βασίμως εικάζεται από την πλευρά ικανού αριθμού παρατηρητών των εκκλησιαστικών μας πραγμάτων.
    Τέλος, υφίσταται, ενδεχομένως, και μία ομάδα επισκόπων που ευελπιστεί, ίσως, ότι θα της δοθεί η ευκαιρία, στα πλαίσια της διεξαγωγής των συνοδικών συνεδριάσεων, να δώσει ομολογιακές μάχες για την προάσπιση του Ορθοδόξου Δόγματος και Ήθους και να ακυρώσει με τη στάση της τους επιχειρούμενους σχεδιασμούς και τις αντίστοιχες μεθοδεύσεις απ την πλευρά της φιλο-οικουμενιστικής συνοδικής πτέρυγας που προάγουν τη θεσμική κατοχύρωση του οικουμενισμού και της εκκοσμικεύσεως από εκκλησιαστικής πλευράς.
    Η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος πρόκειται να συγκληθεί σε ένα πλαίσιο στο οποίο κυριαρχεί η αρχή της σκοπιμότητος και όχι η Αγιοπνευματική πνοή και παρουσία. Ήδη,εδώ και καιρό, η εξουθενωτική, τεκμηριωμένη και καταλυτική κριτική που έχει ασκηθεί σε βάρος της με βάση τα προσυνοδικά κείμενα από επαίοντες την έχει αποδομήσει στη συνείδηση του πιστού λαού που έχει σχηματίσει την εντύπωση ότι μία ακόμη προβληματική σύνοδος πρόκειται να καταταγεί στις δέλτους της εκκλησιαστικής μας Ιστορίας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: