ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ – ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ: ΜΙΑ ΕΓΚΑΡΔΙΑ ΦΙΛΙΑ* (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Δεσποτόπουλος – Σαραντάρης: μία ἐγκάρδια φιλία*

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Μὲ τὸν θάνατο τοῦ Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου (1913-2016) ἐξέλιπε καὶ ὁ τελευταῖος τῶν φιλοσοφούντων Ἑλλήνων διανοητῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα. Φίλοι του ἦσαν οἱ μεγαλύτεροί του στὴν ἡλικία Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986), Κωνσταντῖνος Τσάτσος (1899-1987) καὶ Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος (1900-1981). Οἱ τρεῖς τους, σπουδασμένοι στὸ πανεπιστήμιο τῆς Χαϊδελβέργης, τὸ 1928 συναποφάσισαν τὴν ἔκδοση τοῦ φιλοσοφικοῦ περιοδικοῦ «Ἀρχεῖον Φιλοσοφίας καὶ Θεωρίας τῶν Ἐπιστημῶν», τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὸ 1929 ἕως τὸ 1940 διακόνησε τὴ φιλοσοφία καὶ ἦταν μία ἰδεολογικὰ ἀντίρροπη προσπάθεια στὴν ἰδεολογία τῶν μαρξιστῶν.
.           Ὁ Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος ἦταν ἐκ τῶν πρώτων φοιτητῶν τοῦ Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ὅταν, 29 ἐτῶν, τὸ 1929, ἐξελέγη ὑφηγητὴς τῆς κοινωνιολογίας στὸ Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἔκτοτε ὄχι μόνο συνεργάσθηκε μαζί τους, στὸ περιοδικὸ ποὺ ἐξέδιδαν, ἀλλὰ κατέστη καὶ φίλος τους. Ὁ Δεσποτόπουλος συνεδέθη ἐπίσης μὲ τὸν Παναγῆ Παπαληγούρα, μὲ τὸν ὁποῖο, τὸ 1938, συνεργάσθηκε στὴν ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ «Προπύλαια», μηνιαίου περιοδικοῦ πνευματικῆς καλλιέργειας.
.           Ὅμως στὰ φιλοσοφικὰ θέματα ἡ πιὸ ἐγκάρδια φιλικὴ σχέση τοῦ Δεσποτόπουλου μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ αὐτὴ μὲ τὸν ποιητὴ καὶ διανοούμενο Γιῶργο Σαραντάρη (1908-1941). Ὁ Σαραντάρης στὴ σύντομη ζωή του ἦταν ὁ πρῶτος καὶ ὁ μόνος στοχαστὴς ποὺ κατέθεσε μία πρωτότυπη, ὁλοκληρωμένη φιλοσοφικὴ πρόταση, ἀπὸ ὑπαρξιστικὴ χριστιανικὴ ἄποψη. Ὁ Δεσποτόπουλος γράφει γιὰ τὴ γνωριμία τους: «Ἡ φιλικὴ μὲ τὸν Σαραντάρη ἐπικοινωνία μου ὑπῆρξε ἀδιάπτωτη ἀπὸ τὸ 1933 (Σημ. Τότε ἦταν ποὺ ὁ Σαραντάρης ἀφοῦ, ἔχοντας πάρει τὸ πτυχίο τῆς Νομικῆς τοῦ πανεπιστημίου τῆς Ματσεράτα, εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἰταλία, ὅπου ἔμενε μόνιμα μὲ τὴν οἰκογένειά του, εἶχε ὁλοκληρώσει τὶς στρατιωτικές του ὑποχρεώσεις στὴν Πατρίδα καὶ εἶχε ἐμφανιστεῖ στοὺς φιλολογικοὺς καὶ φιλοσοφικοὺς κύκλους τῆς πρωτεύουσας) ἕως τὸ 1940 (Σημ. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1940 ὁ Σαραντάρης ἐπιστρατεύθηκε καὶ ἀπὸ τὶς κακουχίες πέθανε κατὰ τὸν Ἑλληνο-ἰταλικὸ πόλεμο, στὶς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 1941). Ὅσο ἀκόμα ζοῦσε, εἶχα δημοσιεύσει ἐκτενέστατη ἔκθεση καὶ ἀξιολόγηση τῆς φιλοσοφίας του, ὅπως ἐκφράστηκε στὸ βιβλίο του «Ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου». Εἶχε ὁ Σαραντάρης εὐφρανθεῖ μὲ τὴ μελέτη μου αὐτή, ὅταν δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ τῆς συντροφιᾶς μᾶς «Προπύλαια», τὸ 1938». (Κων. Δεσποτόπουλου «Φιλολογικὰ», Ἔκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2007, σελ. 222-223). Ὁ Δεσποτόπουλος σημειώνει ὅτι ἐνδεικτικὸ τῆς φιλίας τους εἶναι ὅτι ὁ Σαραντάρης στὴν ποιητικὴ συλλογή του «Τὰ οὐράνια», ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1934, τοῦ ἀφιέρωσε ποίημα μὲ τίτλο «Φιλοσοφία».
.           Μὲ τὸ φιλοσοφικὸ ἔργο τοῦ Γιώργου Σαραντάρη πλὴν τοῦ Κων. Δεσποτόπουλου, ἀσχολήθηκαν, στὴ δεκαετία τοῦ 1930, οἱ Παν. Κανελλόπουλος, Βασ. Τατάκης καὶ Ἕλλη Λαμπρίδη. Ἐξ αὐτῶν οἱ δύο (Δεσποτόπουλος, Κανελλόπουλος) χωρὶς νὰ συμφωνήσουν ἀπόλυτα μὲ τὴν φιλοσοφικὴ πρόταση τοῦ Σαραντάρη, τὴν ἐξετίμησαν. Καὶ ὁ Βασ. Τατάκης σχολίασε θετικὰ τὸ ἔργο τοῦ Σαραντάρη. Ἀντίθετα ἡ Ἕλλη Λαμπρίδη τὸ ἀπέρριψε.
.             Ἀργότερα, ἀπὸ τὸ 1962, μὲ τὰ φιλοσοφικὰ δοκίμια τοῦ Σαραντάρη ἀσχολήθηκε ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος, ποὺ τὰ ἐκτίμησε πολύ. Γράφει σχετικά: «Τὸ φιλοσοφικὸ ἔργο τοῦ Σαραντάρη δὲν ἦταν καθόλου, μὰ καθόλου, γιὰ τὸ ἀρχεῖο – ὅπου τὸ βάλαμε– ἀλλὰ πὼς γιὰ τὸ ἀρχεῖο εἴμαστε μᾶλλον ἐμεῖς (οἱ ζωντανοὶ) κάθε φορᾶ ποὺ μᾶς τυχαίνει νὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὸ ἀσυνήθιστο, ἢ μπροστὰ σὲ ἕνα ἔργο ποὺ ξεπερνάει ἀπὸ παντοῦ τὰ ὅσα ἀναχαράζομε μονόχνωτα χρόνον καιρό…» (Ζησ. Λορεντζάτου «Διόσκουροι», ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα. 1997, σελ. 98).
.             Ἐνδεικτικὰ τῆς φιλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκτίμησης ποὺ ἔτρεφε ὁ Κων. Δεσποτόπουλος στὸν Σαραντάρη εἶναι τὰ ὅσα εἶπε ἢ ἔγραψε γι’ αὐτόν. Στὶς 2 Φεβρουαρίου 1983 στὴν τηλεόραση τῆς ΕΡΤ εἶπε, μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Ἄδολος καὶ ἀνεξίκακος ὁ Γιῶργος Σαραντάρης, ἐνσάρκωνε τὸν ποιητὴ καὶ φιλόσοφο στὴν πιὸ καθαρὴ μορφή, ἀλλὰ εἶχε καὶ ὑπαρξιακὴ αὐτάρκεια, μὲ τὴν κατανυκτικὴ σχέση του ἐμπρὸς στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου… Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ βεβαιώσω πὼς ὁ Σαραντάρης εἶχε, τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, νικήσει τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Ἄρρωστος βαριὰ τὶς πρῶτες ἑβδομάδες τοῦ 1941, ὕστερ’ ἀπὸ τὸν ὑποσιτισμὸ καὶ τὶς ἄλλες κακουχίες ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς ἁπλὸς στρατιώτης, ἐνταγμένος, παρὰ τὴ μεγάλη μυωπία του, σὲ μονάδα τῆς πρώτης γραμμῆς τοῦ μετώπου, εἶχε μεταφερθεῖ τελικὰ σὲ κλινικὴ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκαν οἱ αἰσθαντικοὶ φοιτητὲς Καλίτσης καὶ Παπαμικρόπουλος, μέλη τοῦ φιλοσοφικοῦ μας Κύκλου, ποὺ θαύμαζαν τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος του. Πρόλαβε ὁ Παπαμικρόπουλος – πρὶν χαθεῖ καὶ αὐτός, ὅπως χάθηκε ὁ Καλίτσης, τόσο πρόωρα καὶ τόσο ἄδικα, στὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς – νὰ μοῦ παρουσιάσει καὶ μὲ ἀναφορὰ στὸ πρόσωπό μου τὴν τότε εἰκόνα τοῦ Σαραντάρη, γαλήνιου ὁλωσδιόλου ἐνώπιον τοῦ θανάτου, νὰ ψιθυρίζει πρὸς τοὺς δύο νέους παραινέσεις γιὰ ἐμμονὴ στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ὑψωμένος ἤδη ὁ ἴδιος στὴ σφαίρα τῆς ἁγιότητας».
.           Καὶ στὴν παρουσίαση τῶν Ἁπάντων τοῦ Σαραντάρη ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκούτενμπεργκ, στὴν Παλαιὰ Βουλή, τὸ 1988, ὁ Κων. Δεσποτόπουλος εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Δὲν θὰ βιογραφήσω τὸν μοναδικὸ αὐτὸ φιλόσοφο καὶ ποιητὴ καὶ ἅγιο τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ἀλησμόνητο ἄλλωστε καὶ ὑψωμένο σὲ θρύλο σχεδόν, ἀκόμη καὶ γιὰ ὅσους ἐζήσαμε πλάι του ἐπὶ δεκαετία…Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς καλλιτέχνες, ὅπως ὁ Πλάτων ζητοῦσε, “τοὺς εὐφυῶς δυναμένους ἰχνεύειν τὴν τοῦ καλοῦ τε καὶ εὐσχήμονος φύσιν”, τοὺς παραδεκτοὺς ἄρα καὶ στὴν “ἀρίστην πόλιν”. Εἶχε τὴν ἐρωτικὴ φύση τοῦ γνήσιου φιλοσόφου καὶ ἄξιου ποιητῆ. Ἀλλά, πέραν αὐτῆς, εἶχε καὶ τὸ ἄχραντο ἦθος ἀληθινοῦ χριστιανοῦ, ὥστε, ἂν καὶ ὡραιολάτρης ποιητής, νὰ μεταρσιωθεῖ τελικά, μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης, στὴ σφαίρα τῆς ἁγιότητας».
.           Ὁ Κων. Δεσποτόπουλος στὴ μακρὰ ζωή του καὶ πέραν τῆς δικῆς του ἀνεκτίμητης προσφορᾶς στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴν κοινωνία γνώρισε πολλὲς σημαντικὲς προσωπικότητες τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν. Καθόλου δὲν δίστασε νὰ τὶς προβάλλει σὲ βιβλία του. Μὲ εὐθυκρισία, καὶ λιτότητα ὕφους περιγράφει χωρὶς νὰ ἐξιδανικεύει, δίνοντας στοὺς ἀναγνῶστες του παραδείγματα πρὸς μίμηση. Ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ σημαντικὴ θέση καταλαμβάνει ὁ φίλος του Γιῶργος Σαραντάρης.-

*Αὔριο, 25 Φεβρουαρίου, συμπληρώνονται 75 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Τσάκωνα ποιητῆ καὶ στοχαστῆ Γιώργου Σαραντάρη (20/4/1908 – 25/2/1941) ἀπὸ τὶς κακουχίες στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου, κατὰ τὸν Ἑλληνο-Ἰταλικὸ πόλεμο, στὴν ἡλικία τῶν 33 μόλις ἐτῶν. Φέτος στὶς 7 Φεβρουαρίου ἀπεβίωσε ὁ φίλος του Σμυρνιὸς Ἀκαδημαϊκὸς Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος μίαν ἡμέρα πρὶν συμπληρώσει τὰ 103 του χρόνια. Γεννήθηκε στὶς 8 Φεβρουαρίου τοῦ 1913 καὶ ἀπεβίωσε στὶς 7 Φεβρουαρίου τοῦ 2016. Στὴ μνήμη τῶν δύο φίλων ἀφιερώνεται τὸ παρὸν κείμενο.

ΓΝΠ

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: