«ΕΙΠΕ ΠΩΣ Ο ΙΔΙΟΣ ΕΓΝΩΡΙΣΘΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ καὶ ἐπὶ τριετίαν ἠκολούθησεν Αὐτὸν κηρύσσοντα καὶ διαγγέλλοντα τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ θεραπεύοντα πᾶσαν νόσον».

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Νικήτα ῥήτορος τοῦ Παφλαγόνος,
«Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἀπόστολον Ἀνδρέαν
τὸν Πρωτόκλητον»

(Εἰσαγωγή, νεοελληνικὴ ἀπόδοσις, σχόλια
ὑπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἱ. Μονῆς
Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης-Νεζερῶν)

σειρά: ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ – τ. ΙΓʹ (13)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2014
σελ. 82-90 (νεοελλην. ἀπόδοσις)

βλ. σχετ.: «Η ΓΛΩΣΣΑ ΝΑ ΕΝΔΥΘῌ “ΤΑ ΚΑΛΑ” ΤΗΣ»

«ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑΝ ΘΑ ΕΞΥΜΝΗΣΩ, τὸν Πρωτόκλητον τῆς δωδεκάδος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων»

.               Τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ὁ Ἀπόστολος, μετὰ τῶν μαθητῶν ὁποὺ τὸν συνώδευον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν παροικούντων εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν Ἰουδαίων, καὶ ἐπαρουσίασεν εἰς αὐτοὺς τὸν λόγον τοῦ ἀληθοῦς κηρύγματος. Τὸ κήρυγμα ἐφανέρωσε διὰ τῶν θείων Γραφῶν ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὅμως οἱ παρευρισκόμενοι ἐκεῖ ἐκ τῆς αἱρέσεως τῶν Ἡρῳδιανῶν διεφώνουν, ὑποστηρίζοντες ὅτι ὁ Ἡρῴδης εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος κατεβίβασεν ἀπὸ τοῦ θρόνου τὸν ἀρχιερέα Ὑρκανὸν καὶ περιεβλήθη μετὰ τῆς βασιλείας καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην, κατώρθωσεν δὲ εἰς τοὺς πολέμους κατὰ τῶν ἐχθρῶν νίκας πολλάς. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀπόστολος τοὺς ἀπεστόμωσεν ἱκανοποιητικῶς, ἀποδεικνύων εἰς αὐτοὺς ὅτι ὁ Ἡρῴδης ἦτο ἀλλόφυλος καὶ μιασμένος ὑπὸ φόνων, ἄνθρωπος αἱμάτων καὶ δολιότητος, φονεὺς τέκνων καὶ συζύγου καὶ πλήρης πάσης ἁμαρτίας, τότε κάποιοι ἄλλοι ὑπεστήριξαν ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ Χριστός, ἐπειδὴ κατήγετο ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ ὑπῆρξεν υἱὸς ἀρχιερέως. Πρὸς αὐτοὺς ἔστρεψεν ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον ὁ μακάριος Ἀνδρέας, διηγούμενος περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὡς διατελέσαντα μαθητὴν τοῦ Ἰωάννου, τοῦ κηρύσσοντος βάπτισμα μετανοίας, καὶ ἀκούσαντα αὐτὸν μαρτυροῦντα περὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ λέγοντα: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Εἶπεν εἰς αὐτοὺς πῶς ὁ ἴδιος ἐγνωρίσθη μετὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπὶ τριετίαν ἠκολούθησεν Αὐτὸν κηρύσσοντα καὶ διαγγέλλοντα τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ θεραπεύοντα πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν ἀδυναμίαν τοῦ λαοῦ. Διηγήθη ἐπίσης, πῶς ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου παρεδόθη ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων εἰς τὸν Πιλᾶτον, διὰ νὰ θανατωθῇ, πῶς ἐσταυρώθη καὶ πῶς, ταφεὶς ὡς νεκρὸς ὁποὺ ἦτο, ἀνέστη μετὰ τρεῖς ἡμέρας, καὶ πῶς ἀνελήφθη μετὰ δόξης εἰς τοὺς οὐρανούς, Αὐτὸς ὁποὺ πρόκειται νὰ ἔλθῃ πάλιν ὡς κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, διὰ νὰ προσφέρῃ εἰς καθ’ ἕνα ὅ,τι πρέπει ἀναλόγως πρὸς τὰς πράξεις ἑκάστου.
.           Συζητήσας δι’ ὅλα αὐτὰ ὁ Ἀπόστολος εἰς τὴν συναγωγήν, ἀνεχώρησεν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καί, βλέπων ὅτι τὸν ἐπερίμενε μέγα πλῆθος ἀνθρώπων, ἐλθόντων πρὸς αὐτὸν μετὰ ἀσθενῶν, δοκιμαζομένων ὑπὸ διαφόρων ἀσθενειῶν καὶ ἐνοχλουμένων ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὡμίλησεν πρὸς αὐτοὺς εὐαγγελιζόμενος τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Κατόπιν, συστήσας εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπανέλθουν τὸ πρωῒ ἐνωρίτερον, τοὺς ἄφησε νὰ φύγουν. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀνδρέας, ἐπειδὴ εἶχε πλέον νυκτώσει, δειπνήσας μετὰ τῶν ὀκτὼ συνοδῶν του μαθητῶν, τοῦ Θαδδαίου, τοῦ Ματθίου, τοῦ Τυχικοῦ, τοῦ Ἀστάχυος, τοῦ Εὐοδίου, τοῦ Σίμωνος, τοῦ Ἀγαπητοῦ καὶ τοῦ Δομετίου, ἀνεπαύθη. Ὅλοι αὐτοὶ εἶχον ἕνα καὶ μοναδικὸν χιτῶνα, ἦσαν σχεδὸν ξυπόλητοι, καθὼς ἐφοροῦσαν μόνον σανδάλια, ἐτρέφοντο μόνον δι’ ἄρτου πίνοντες καὶ νερὸν μίαν μόνον φορὰν τὴν ἡμέραν, ἐνῷ ἀνεπαύοντο κοιμώμενοι κατὰ γῆς. Ὑπῆρχον πολλοί, ἐξ ἐκείνων ὁποὺ εἶχον πιστεύσει ἢ εἶχον θεραπευθῆ, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον εἰς τὴν συνοδείαν τοῦ Ἀνδρέου χρήματα καὶ ἄλλα ἔξοδα. Ὁ Ἀπόστολος, δίχως νὰ ἐπιζητῇ ἢ νὰ χρησιμοποιῇ κάτι ἐξ αὐτῶν, διεμοίραζεν ἕνα μέρος τῶν δωρεῶν αὐτῶν εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἐπαίτας, ἐνῷ ἕνα ἄλλο μέρος τὸ διέθετε πρὸς ἀνέγερσιν ἐκκλησιῶν. Εἰς τοὺς ναοὺς αὐτούς, διὰ κάποιας ἱεροτελεστίας, ἀφιέρωνεν εἰς τὸν Θεὸν θυσιαστήρια καὶ ἐλειτούργει χειροτονῶν ἱερεῖς καὶ διακόνους.
.             Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, συγκεντρωθέντος τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ, ὁ Ἀπόστολος ἐρχόμενος πρὸς αὐτοὺς ἐστάθη ἐπὶ τόπου ὑψηλοῦ, διὰ νὰ εἶναι θεατὸς ἀπὸ ὅλους, καίτοι κατὰ τὸ ἀνάστημα τοῦ σώματός του δὲν ἦτο μικρὸς ἀλλὰ μέγας, ὀλίγον κυρτός, ἔχων εἰς τὸ πρόσωπον μεγάλα τὰ ὀφρύδια καὶ τὴν μύτην μακράν. Ὅταν λοιπὸν ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς δαιμονιζομένους, ὡς εἶδεν αὐτοὺς νὰ κάμνουν θόρυβον καὶ ταραχήν, ἐστράφη πρὸς αὐτοὺς καί, μὲ ἕνα καὶ μόνον λόγον, τοὺς ἔκαμε νὰ σιωπήσουν. Εἰς τὸν ὑπόλοιπον λαόν, εὐχηθεὶς τὴν εἰρήνην, κατὰ τὴν θείαν ἐντολήν, ἀπηύθυνε λόγον θεολογικὸν καὶ συμβουλάς. Θέτων δὲ καὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς καθ’ ἕνα ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς, εὐθὺς ἀμέσως ὅλους ἐθεράπευσεν, ἐνῷ μὲ βλέμμα ἀγριωπὸν καὶ ἱερᾶς ἀγανακτήσεως ἐξεδίωκεν ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους τὰ πνεύματα τὰ πονηρά. Ὅμως καὶ εἰς τοὺς λεπροὺς ἔδιδεν ἐντολὴν νὰ νιφθοῦν δι’ ὕδατος καθαροῦ καί, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, εὐθὺς καθιστοῦσε ὑγιῆ τὰ σώματα αὐτῶν, ἀπαρτίζων αὐτὰ μὲ τὴν σάρκα νεαρὰν ὡς τοῦ μικροῦ παιδίου, κατὰ τὸν προφήτην Ἐλισσαῖον. Ἀνώρθωνεν ἐπίσης τοὺς χωλούς, τοὺς ἀναπήρους εἰς τοὺς πόδας· καθιστοῦσεν εὐκινήτους, ὡς ἂν ἦσαν νέοι, τοὺς ἔχοντας τὰ μέλη των πιασμένα καὶ ἀναίσθητα· ἔδιδε τὸ φῶς εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν τυφλῶν· ἀνώρθωνε τοὺς συγκύπτοντας· τοὺς ἀναπήρους ἔκαμεν ὑγιεῖς, καὶ τοὺς παραλύτους ἱσταμένους εἰς τοὺς πόδας των· καὶ ὅλα αὐτὰ διὰ μόνου τοῦ λόγου καὶ τῆς ψαύσεως τῆς χειρός του. Ἔτσι δικαίως ἐθαυμάζετο ὑπὸ παντὸς τοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων, ἐφ’ ὅσον μάλιστα διέκριναν ὅτι δὲν ἦτο ἀλαζών, ἀλλὰ νηστευτὴς καὶ ταπεινός, ἁπλοϊκὸς κῆρυξ τῶν ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον περιποθήτων θεοπνεύστων λόγων, πηγὴ ἰάσεων συνεχῶς πολλαπλασιαζομένη, καὶ πηγὴ δοξολογίας τοῦ Θεοῦ ἀναπέμπουσα τὴν ὑμνῳδίαν, κατὰ τὸν Δαυΐδ, «ἑσπέρας καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίας». Δι’ ὅλα αὐτά, συνεχῶς αὐξανομένου τοῦ θαυμασμοῦ των, ἀπέρριπτον πᾶσαν σκέψιν ἀπομακρύνσεώς των ἀπὸ τοῦ Ἀποστόλου.
.           Καθημερινῶς πολλοὶ ἄνθρωποι πιστεύοντες προσήρχοντο εἰς τὸν Κύριον. Οἱ πιστεύσαντες δὲν προήρχοντο μόνον ἐκ τῶν εὐτελῶν καὶ ἀσήμων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων, καὶ ἀρκεταὶ ἐκ τῆς τάξεως τῶν εὐγενῶν γυναικῶν Ἑλληνίδων καὶ Ἰουδαίων. Ἐπειδὴ οἱ τότε βασιλεύοντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάϊος καὶ ὁ Κλαύδιος, οὐδένα ἠμπόδιζον ἐκ τῶν ἐπιθυμούντων νὰ προσέλθουν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ. Λοιπὸν ὁ Ἀπόστολος τῆς εὐσεβείας τοὺς ἐβάπτισεν ὅλους εἰς τὸ ὄνομα τοῦ τρισαγίου Θεοῦ. Ἔπειτα καθιέρωσεν καὶ θυσιαστήριον εἰς τὸν ναόν, ὁ ὁποῖος ἕως καὶ σήμερον εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους, καὶ ἀνοικοδομήθη ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τιμὴν τῆς ἀληθῶς καὶ κατὰ κυριολεξίαν ὀνομαζομένης Θεοτόκου. Κάποιους ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ἦσαν σταθερῶς ἐστηριγμένοι εἰς τὴν ὀρθὴν πίστιν καὶ ἄξιοι τῆς ἱερωσύνης, ἐχειροτόνησε πρεσβυτέρους καὶ διακόνους. Τότε λοιπὸν εἰς ὅλον τὸν λαὸν τῆς πόλεως ἐκείνης ἔγινε μεγάλη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, διότι μετέδωκαν εἰς αὐτοὺς τὰ θεῖα καὶ αἰώνια μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, παρέδωκαν εἰς ὅλους τὸ ὑπόδειγμα τῆς ὑμνολογίας, τῆς πρὸς τὸν Θεὸν ὀφειλομένης δόξης, καὶ τὴν διάταξιν τοῦ μυστηρίου τῆς θείας λειτουργίας. Τοὺς ἔδωκαν ἐντολὴν νὰ συναθροίζωνται ὅλοι ὁμοφώνως καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν καὶ πρωΐ, νὰ προσεύχωνται γονυκλινεῖς ἐστραμμένοι πρὸς ἀνατολάς, νὰ νηστεύουν, νὰ παραμένουν σταθεροὶ καὶ ἀτάραχοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, νὰ ψάλλουν τὰ λόγια τῶν ψαλμῶν τοῦ Δαυΐδ, νὰ ἀναγινώσκουν μετὰ προσοχῆς καὶ τοὺς ἄλλους Προφήτας, καὶ νὰ μὴ δίδουν σημασίαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν μυθολογίαν. Ἀντιθέτως νὰ ρυθμίζουν τὴν ζωήν των συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον τοῦ Μωϋσέως, νὰ δέχωνται ὡσὰν ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διαφυλάττουν ἀκεραίας τὰς διατυπώσεις τῶν θεοπνεύστων Ἀποστόλων. Μὲ παρόμοια ἔργα καὶ διδασκαλίας φωτίσας ὁ μακαριώτατος Ἀνδρέας πολλὰς πόλεις καὶ ἐπαρχιακὰς πολίχνας τῆς περιοχῆς τοῦ Πόντου, ὡδήγησεν αὐτὰς εἰς τὸν Κύριον. Ἐδῶ ὅμως θὰ διακόψωμεν τὴν συνέχειαν τοῦ λόγου, καὶ τὴν ἑπομένην φορὰν θὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὰ ὑπόλοιπα τῆς διηγήσεως, «ὅτι τῷ Θεῷ πρέπει ἡ δόξα νῦν καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν».

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: