Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Β

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2, Μάρτ.- Ἀπρ. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

.                 Στὸ προηγούμενο ὑπογραµµίσαµε ὅτι δὲν ἔχει διατυπωθεῖ ὁλοκληρωµένος ὁρισµὸς γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας – καὶ πάντως δὲν ἔχει διατυπωθεῖ ἀπὸ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, ἀφοῦ τὸ περιεχόµενό της ἀναδυόταν µέσῳ µιᾶς βιουμένης πραγµατικότητας. Ὡστόσο, ἀναπτύχθηκε µιὰ θεολογία γιὰ τὴν προσέγγιση αὐτῆς τῆς ταυτότητας µέσῳ εἰκονολογικῆς γλώσσας ποὺ ἀντλεῖ τὸ περιεχόµενό της ἀπὸ τὸ µέλλον, ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς ἐρχοµένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Κυριαρχοῦσα εἰκόνα ποὺ µᾶς ἐπιτρέπει νὰ προσεγγίζουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ «σώµατος», καὶ µάλιστα µὲ τὴν ἐξειδίκευση «σῶµα Χριστοῦ». Τί θὰ µποροῦσε, λοιπόν, νὰ σηµαίνει ἡ ἔκφραση: «ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ»;
.                 Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ διατύπωση αὐτὴ πρωτοεισάγεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ προκειµένου νὰ καταγγείλει τὶς φυγόκεντρες τάσεις ποὺ ἐµφανίζονταν στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν, ἰδιαίτερα στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, τονίζοντας ὅτι: «Ὑµεῖς δὲ ἐστε σῶµα Χριστοῦ καὶ µέλη ἐκ µέρους» (Α´ Κορ. ιβ´ 17), ἀφοῦ προηγουµένως ἔχει ἐπισηµάνει: «ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶµα οἱ πολλοὶ ἐσµεν οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου µετέχοµεν» (Α´ Κορ. ι´ 17). Ἕνα ἔτος ἀργότερα θὰ ἐπεξεργαστεῖ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, ὅσον ἀφορᾶ στὴν Ἐκκλησία, στὴν πρὸς Ρωµαίους ἐπιστολή: «καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη. ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι». (Ρωµ. ιβ´ 4-8), ἀναπτύσσοντας τὴν ἱεραρχικὴ καὶ χαρισµατικὴ δοµὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργηµάτων, ποὺ ναὶ µὲν ἀναδεικνύουν τὴν ἑτερότητα, διασώζουν ὅμως τὴν ἑνότητα.
.             Ἡ πληρέστερη ὅμως περιγραφὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ ἀναπτύσσεται στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή. Ἐκεῖ, ἀφοῦ θεµελιώσει τὴν ἑνότητα τῶν µελῶν τοῦ σώµατος στὴ µία καὶ µοναδικὴ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλεῖται («εἷς Κύριος, µία πίστις, ἓν βάπτισµα, εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ὑµῖν»), ἀφοῦ ἐπίσης ἀναδείξει τὴν ἑτερότητα ἑνὸς ἑκάστου τῶν πιστῶν («ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡµῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ µέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ»), ἀφοῦ ἐπίσης ὑπογραµµίσει τὴ διάκριση τῶν λειτουργηµάτων («Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς µὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιµένας καὶ διδασκάλους»), κορυφώνει τὴν περιγραφὴ γιὰ νὰ δηλώσει τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας («πρὸς τὸν καταρτισµὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδοµὴν τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, µέχρι καταντήσωµεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς µέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώµατος τοῦ Χριστοῦ»). Γι᾽ αὐτὸ καὶ µπορεῖ τώρα νὰ εἰσαγάγει τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο ποὺ ἀνάγει τὴν Ἐκκλησία σὲ θεῖο γεγονός, ἀφοῦ ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξή της καὶ τὴν ἑνότητά της ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος τῶν πιστῶν («ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας κατ᾽ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ» (βλ. Ἐφεσ. δ´ 4-16 passim). Στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ἀνάγει αὐτὴ τὴ σχέση σώµατος καὶ κεφαλῆς σὲ νυµφικὴ σχέση Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας: «ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώµατος» (Ἐφεσ. ε´ 23).
.                 Δύο ἀκόµη ἀναφορὲς στὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ ὑπάρχουν στὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολή, οἱ ὁποῖες κατ᾽ οὐσίαν ἀποτελοῦν ἐπαναλήψεις ὅσων ἀναπτύχθηκαν στὶς προηγούµενες καταγραφές, ἴσως ἐµφαντικότερα, µιᾶς καὶ ἔχουν ἀποφθεγµατικὸ χαρακτήρα: α) «Καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ. α´ 18), καὶ β) « Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία» (Κολ. ι´ 24).
.                   Σύµφωνα µὲ τὴ θεολογία τοῦ Παύλου, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα γεγονός, µιὰ κατάσταση ποὺ συµβαίνει. Ἔρχεται ἀπὸ τὴν αὐγὴ τῆς ἱστορίας, δρᾶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ πορεύεται πρὸς τὰ ἔσχατα ἔρχεται ἀπὸ τὴν πρώτη βούληση τοῦ Θεοῦ («ποιήσωµεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡµετέραν καὶ καθ᾽ ὁµοίωσιν», Γέν. Α´ 26) καὶ πορεύεται πρὸς τὴ Βασιλεία του, µὲ µέγα σταθµὸ τὴν παρουσία καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Μέλη της εἶναι οἱ φίλοι του, στὴ µὲν προχριστιανικὴ πορεία της οἱ δίκαιοι τῆς Π. Διαθήκης (βλ. Ἰακ. β´ 23: «ἐπίστευσε δὲ Ἀβραὰµ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην, καὶ φίλος Θεοῦ ἐκλήθη», καὶ Ἔξ. ΛΓ´11 : «καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον»), στὴ δὲ χριστιανικὴ πορεία της τὰ βαπτισµένα µέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες (βλ. τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ: «ὑµεῖς φίλοι µού ἐστε, […] ὑµᾶς δὲ εἴρηκα φίλους» (Ἰωάν. ιε´ 14-15). Ὅλοι αὐτοὶ οἱ φίλοι τοῦ Νυµφίου ἀποτελοῦν µέλη σώµατος ποὺ κεφαλή του εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ, ὡς σῶµα τῆς Ἐκκλησίας, λαµβάνει ὑπόσταση ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
.                 Τὰ µέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἅγια, ἐπειδὴ µὲ τὸ βάπτισµα λαµβάνουν τὴ σφραγίδα τῆς θείας χάρης, καὶ ἡ ἑνότητά τους πηγάζει ἀπὸ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ µία θεία χάρη («εἷς Κύριος, µία πίστις, ἓν βάπτισµα»). Καὶ ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν εἶναι µία διαρκὴς πορεία πρὸς µία ἁγιότητα ποὺ τοὺς εἶναι δοσµένη οὕτως ἢ ἄλλως, ἀλλὰ ποὺ χρειάζεται νὰ εἶναι πάντα ἐνεργός. Ἤ, ὅπως δηλώνουν τὰ ἁγιολογικά µας κείµενα, µία πορεία πτώσεων καὶ ἀναστάσεων, µὲ κυρίαρχο ὅπλο καὶ µέσο τὴν µετάνοια. Ἐνδιαφέρον καὶ σηµαντικὸ εἶναι ἐπίσης νὰ γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν µελῶν τοῦ σώµατος δὲν αἴρει τὴ µοναδικότητα ἑνὸς ἑκάστου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μποροῦµε ἑποµένως νὰ ἀντιληφθοῦµε τὴ δυναµικὴ τῆς σχέσης ἀνάµεσα στοὺς πολλοὺς καὶ στὸν ἕνα ἕκαστο, ἀλλὰ ἐπίσης ἀνάµεσα στοὺς πολλοὺς καὶ στὸν Ἕνα, τὸν Χριστό.
.                 Τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ θὰ τὴν παραλάβει ἡ πατερικὴ θεολογία καὶ θὰ οἰκοδοµήσει σ᾽ αὐτὴν τὴ διδασκαλία της γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διατύπωση ἀπαντᾶται στοὺς ἁγίους Κλήµη Ρώµης καὶ Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας (τέλη 1ου καὶ ἀρχὲς 2ου αἰ.). Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος (µέσα 2ου καὶ ἀρχὲς 3ου αἰ. χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία «µέγα καὶ ἔνδοξον σῶµα Χριστοῦ», ὁ Μ. Ἀθανάσιος τὴν προσδιορίζει ὡς «πνευµατικὸ σῶµα» καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος ὡς «πνευµατικὴ σάρκα». Στὰ “Ἀσκητικά” του ὁ Μ. Βασίλεως ὑπογραµµίζει τὴν ἁρµονία καὶ τὸ ἀστασίαστον αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ φυλάσσεται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος: «Ταύτης τῆς τάξεως ἐν πνευµατικῷ συστήµατι φυλασσοµένης, δειχθήσεται, ὅτι ὄντως ἐσµὲν σώµα Χριστοῦ, καὶ µέλη ἐκ µέρους, τὴν ἁρµονίαν τῆς συναφείας καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀστασίαστον ἕνωσιν διαπαντὸς φυλάττοντες» (Ἀσκητικά, PG 31,1421).
.             Τὸν 13ο ὅμως αἰ, ποὺ ἔχουµε τὴν εἴσοδο τοῦ σχολαστικισµοῦ (ὁ ὁποῖος µᾶς ταλαιπωρεῖ µέχρι σήµερα καὶ µᾶς σκοτεινιάζει τὴν ἀληθινὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή µας), εἰσάγεται τὸ ἐπίθετο «µυστικὸς» καὶ ἐµφανίζεται ἡ διατύπωση «µυστικὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ» (corpus Christi mysticum), ἀντὶ τῆς διατύπωσης «µυστηριακὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ» (corpus Christi mysteriacum ἢ mystericum) ποὺ εἶχε εἰσαγάγει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων (4ος αἰ.). Ἡ καινοτοµία αὐτὴ δὲν εἶναι ἀµελητέα, γιατί µετακινεῖ τὸ περιεχόµενο τῆς Ἐκκλησίας σὲ µιὰ ἀόρατη, κρυφὴ ἀντίληψη. Ἀντὶ νὰ σηµαίνει τὸ σῶµα τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ «κέκρυπται» σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ, εἰσάγει τὴν ἀντίληψη µιᾶς ἀτοµικιστικῆς ἑνώσεως τῶν ἀνθρώπων µὲ τὸν Θεό, εἴτε µὲ τὴν ἁγιάζουσα χάρη εἴτε µὲ τὴ χάρη τοῦ προορισµοῦ, χωρὶς δηλαδὴ τὴ σχέση καὶ τὴν ἀνάγκη µιᾶς ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὴ Μεταρρύθµιση µάλιστα ἡ Ἐκκλησία ἔγινε ἀντιληπτὴ ὡς ἄσαρκη καὶ ἀόρατη, ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἱεραρχίας, δράσεως ἢ ὀργανώσεως –οὔτε κἂν µυστηρίων.
.                 Θὰ συνεχίσουµε ὅμως τὴν ἐξέταση τοῦ περιεχοµένου τῆς εἰκόνας τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: