Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ἕνας φλογερὸς ὑπερασπιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἕνας πολυγραφότατος ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
νας φλογερς περασπιστς τς ρθοδοξίας
κα
νας πολυγραφότατος κκλησιαστικς συγγραφέας

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός 

%CE%91%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%A3+%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%A9%CE%9D%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%A3+-+2.                 Ἀνάμεσα στοὺς μαχητικότερους ἀντιαιρετικοὺς διδασκάλους καὶ πολυγραφότερους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς τῆς ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ τιμώμενος ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 15 Ἰουνίου Ἅγιος Ἱερώνυμος, ὁ ὁποῖος διακρίθηκε ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἑρμηνευτὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ ἀναδείχθηκε ὡς ὁ πατὴρ τῆς ἁγιολογίας, τῆς ἱστοριογραφίας καὶ τῆς μεταφράσεως.
.                 Ὁ πεντάγλωσσος ἅγιος Ἱερώνυμος ὑπῆρξε ἄνθρωπος τῆς ὁλόθερμης προσευχῆς καὶ τῆς αὐστηρῆς ἀσκήσεως καὶ κατέστη γνήσια εἰκόνα τῆς ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἑλκύστηκε ἀπὸ τὸν ἀσκητικὸ τρόπο ζωῆς τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἐγκολπώθηκε ψυχῇ τε καὶ σώματι τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπερασπίσθηκε μὲ ξεχωριστὴ ἀφοσίωση τὴν ἀλήθεια τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή του ἀποτελοῦσε τὴ θεμελιώδη ἀρχὴ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Παράλληλα ἀναδείχθηκε χάρη στὸν ἀκάματο θεολογικό του ζῆλο καὶ τὴ δυναμικὴ ἀντιαιρετική του στάση μία γνήσια ὀρθόδοξη πνευματικὴ προσωπικότητα μὲ αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ πλούσια συγγραφικὴ δραστηριότητα.
.               Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος γεννήθηκε τὸ 347 στὴν πόλη Στριδώνα τῆς Δαλματίας, ἡ ὁποία καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Γότθους καὶ βρίσκεται κοντὰ στὴ σημερινὴ Λιουμπλιάνα τῆς Σλοβενίας. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Εὐσέβιος, ἐνῶ παραμένει μέχρι σήμερα ἄγνωστο τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του. Εἶχε μία ἀδελφὴ ποὺ ἔγινε μοναχὴ καὶ ἕναν μικρότερο ἀδελφό, τὸν Παυλιανό, ὁ ὁποῖος τὸν ἀκολούθησε στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἔγινε ἱερομόναχος. Τὰ πρῶτα γράμματα ἔμαθε στὴν πατρίδα του, τὴ Στριδώνα, ἀλλὰ σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν μετέβη στὴ Ρώμη μαζὶ μ’ ἕναν παιδικό του φίλο, τὸν Βονῶσο, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἐκεῖ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές τους ποὺ βασίζονταν στὴ φιλολογικὴ μελέτη ποιητῶν, ὅπως ὁ Βιργίλιος καὶ ὁ Τερέντιος, καὶ ἱστορικῶν καὶ ρητόρων, ὅπως ὁ Σαλλούστιος καὶ ὁ Κικέρωνας. Στὴ Ρώμη ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος διδάχθηκε τὴ ρητορικὴ ἀπὸ τὸν περίφημο γραμματικὸ Δονάτο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀφύπνισε τὴν ἔφεση πρὸς τὴν τέχνη τοῦ λόγου, καλλιεργώντας του μάλιστα τὴν ἱκανότητα νὰ τὸν χειρίζεται ἄριστα. Παράλληλα ἐπεδείκνυε ἕναν ξεχωριστὸ ζῆλο στὴν ἀνάγνωση καὶ μελέτη τῶν βιβλίων, παρόλο ποὺ στὴ Ρώμη ὡς νεαρὸς σπουδαστὴς εἶχε ἐπιδοθεῖ σὲ διάφορες ἐκδηλώσεις ψυχαγωγίας καὶ ἐφήμερες ἀπολαύσεις, ὅπως τὸ τσίρκο καὶ τὸ θέατρο, παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν ἐφηβεία καὶ τὶς νεανικές του συναναστροφές. Μάλιστα γιὰ αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς ζωῆς κατὰ τὴν περίοδο τῆς νεότητός του δὲν σταμάτησε ποτὲ νὰ μετανοεῖ, ἐπικρίνοντάς τον ὡς μέγα ὀλίσθημα τῆς ἐφηβείας του. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν του συνδέθηκε στενὰ καὶ μὲ τὸν Ρουφίνο ἀπὸ τὴν Ἀκυληία (πόλη καὶ λιμάνι στὶς ἀκτὲς τῆς Ἀδριατικῆς), ἐνῶ τὸ 363 μὲ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία χάρη στὴν ἐλευθερία ἔκφρασης τῆς Ἐκκλησίας στὴ Ρώμη νὰ ἐπισκεφθεῖ τόσο λατρευτικοὺς χώρους, ὅπου λάμβαναν χώρα πολυάριθμες εὐχαριστιακὲς συνάξεις, ὅσο καὶ τοὺς τάφους τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν μαρτύρων, ὅπου αὐξάνονταν διαρκῶς οἱ ἐκδηλώσεις τιμητικῆς προσκύνησης μέσα στὶς κατακόμβες.
.           Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, περὶ τὸ 367-368, καὶ ἀφοῦ εἶχε λάβει τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα, ἀναχώρησε ἀπὸ τὴ Ρώμη γιὰ τοὺς Τρεβήρους (σημερινὴ πόλη Τρίερ τῆς Γερμανίας), ἕδρα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, ἀναζητώντας μία καλύτερη σταδιοδρομία στὴ ζωή του. Στὴν πόλη αὐτὴ ἔμεινε μέχρι τὸ 370, ὅπου χάρη στὸ ἔντονο ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματολογία, ἀντέγραψε δύο ἔργα δογματικοῦ χαρακτήρα τοῦ ἁγίου Ἱλαρίου Πικτάβων. Παράλληλα στὴν πόλη αὐτὴ ἄναψε καὶ ἡ δίψα τοῦ ἀσκητισμοῦ σύμφωνα μὲ τὸ ἀνατολικὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες τοῦ ἐρημητισμοῦ τόσο γιὰ ἐκεῖνον ὅσο καὶ γιὰ τὸν ὁμόσκηνο φίλο του, τὸν Βονῶσο, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἀναχώρησε πρῶτος γιὰ νὰ ἀσκητέψει. Μετὰ τοὺς Τρεβήρους ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος μετέβη στὴν Ἀκυληία, ὅπου ὁ ἱερέας Χρωμάτιος, ὁ ὁποῖος ἀργότερα διετέλεσε ἐπίσκοπός της, εἶχε δημιουργήσει ἕναν κύκλο ἀπὸ κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς ποὺ ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸ ἰδεῶδες τοῦ ἀσκητισμοῦ καὶ τὴν ὁμολογία πίστεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἐπιδιδόταν σὲ πνευματικὲς ὁμιλίες. Στὸν κύκλο αὐτὸ ποὺ ἀποκαλεῖτο «χορὸς τῶν μακαρίων», συμμετεῖχαν μεταξὺ ἄλλων καὶ οἱ φίλοι καὶ συσπουδαστές του, Βονῶσος καὶ Ρουφίνος, ἐνῶ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσει ἕναν μορφωμένο χριστιανὸ γέροντα, τὸν Παῦλο, ὁ ὁποῖος διέθετε μία σημαντικὴ ἐκκλησιαστικὴ βιβλιοθήκη μὲ ἔργα ἐπιφανῶν χριστιανῶν Λατίνων, τὰ ὁποῖα ἀποτέλεσαν γιὰ ἐκεῖνον ἀνεξάντλητη πηγὴ μελέτης καὶ εὐχάριστης ἐνασχόλησης.
.                   Περὶ τὸ 373 ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Ἀκυληία καὶ ἔφθασε στὴν Ἀντιόχεια, ἔχοντας μαζί του καὶ τὴν προσωπική του βιβλιοθήκη. Ἐκεῖ ἔμεινε στὸ σπίτι τοῦ ἱερέα Εὐαγρίου, ὅπου τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ μελετᾶ τοὺς ἀγαπημένους του συγγραφεῖς μέσα ἀπὸ τὴν πλούσια βιβλιοθήκη ποὺ διέθετε ὁ ἱερέας. Τὴν περίοδο μάλιστα αὐτὴ μελετᾶ ἐνδελεχῶς τοὺς προφῆτες καὶ ἀποστέλλει ἐπιστολὲς ποὺ ἀποδεικνύουν ἔμπρακτα τὸν μεγάλο πνευματικό του ζῆλο καὶ τὸν ἐνθουσιασμό του γιὰ τὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες. Ὅμως ἡ ἐπιδημία ποὺ ἔπληξε τὴν περιοχὴ τῆς Ἀντιόχειας, ἔπληξε καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο, ὁ ὁποῖος στὰ μέσα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς προσβλήθηκε ἀπὸ ἰσχυρὸ πυρετὸ καὶ ἔφθασε μάλιστα στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ γιὰ τὴ ζωή του εἶδε στὸν ὕπνο του ἕνα θαυμαστὸ καὶ ἀποκαλυπτικὸ ὅραμα. Σύμφωνα μ’ αὐτὸ εἶδε τὸν ἑαυτό του νὰ παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὸ θεϊκὸ βῆμα. Ἐκεῖ σὲ σχετικὸ ἐρώτημα τοῦ δικαστῆ δήλωσε τὴ χριστιανική του ἰδιότητα, ἀλλὰ ὁ δικαστὴς τοῦ εἶπε ὅτι ψεύδεται, ἀφοῦ δὲν εἶναι χριστιανός, ἀλλὰ ὀπαδὸς τοῦ Κικέρωνα. Μάλιστα διέταξε νὰ τὸν χτυπήσουν καὶ τότε ὁ τυπτόμενος ἀπὸ τὴ συνείδησή του ἅγιος Ἱερώνυμος ἄρχισε νὰ φωνάζει νὰ τὸν ἐλεήσει ὁ Θεὸς καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι ἐὰν ἀποκτήσει καὶ διαβάσει ξανὰ εἰδωλολατρικὰ βιβλία, αὐτὸ θὰ σημαίνει ὅτι ἀρνεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ξύπνησε ἀπὸ τὸ παράδοξο αὐτὸ ὅραμα καὶ ἔκτοτε ἀσχολήθηκε μὲ ξεχωριστὸ ζῆλο καὶ ἀγάπη μὲ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
.             Κατὰ τὴν πρώτη περίοδο τῆς παραμονῆς του στὴν Ἀντιόχεια συνέγραψε καὶ τὸ πρῶτο του ἔργο ποὺ ἀφοροῦσε τὸν Προφήτη Ὀβδιού, ἐνῶ ποθώντας περισσότερη ἡσυχία καὶ ἄσκηση, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν ἔρημο κοντὰ στὴ Χαλκίδα τῆς Συρίας, περίπου ἐνενήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικὰ τῆς Ἀντιόχειας, μιμούμενος τὰ παλαίσματα τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου. Ὅμως παρὰ τὴν αὐστηρὴ νηστεία καὶ τὴν ἀδιάλειπτη ἄσκηση, συχνὰ κάτω ἀπὸ ὀδυνηρὲς συνθῆκες σκληραγωγίας, δοκιμαζόταν ἀπὸ ἀλλεπάλληλους λογισμοὺς καὶ ἀναμνήσεις γύρω ἀπὸ τὶς ἡδονὲς καὶ τὶς ἀπολαύσεις τῆς νεότητός του. Γι’ αὐτὸ καὶ καθημερινὰ ἐρχόταν ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν του καὶ μὲ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, ἀφοῦ κλυδωνιζόταν ἀπὸ τοὺς ρυπαροὺς λογισμοὺς τῆς ἄστατης ἐφηβικῆς του ζωῆς. Παρόλα αὐτὰ εὑρισκόμενος στὴν ἔρημο, αἰσθανόταν ἀπερίγραπτη ἀγαλλίαση, ἀφοῦ ὁ ἐρημητισμὸς ἦταν γιὰ ἐκεῖνον ὁ ἰδεώδης τρόπος ζωῆς καὶ ἔκφρασης. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἔμπρακτα καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν φίλο καὶ συσπουδαστή του, Ἡλιόδωρο, ἀφοῦ ἔγινε ἡ αἰτία προσέλκυσης πολλῶν ἀνθρώπων στὸν μοναχισμό. Παράλληλα ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση τῆς διανοίας, ἀφοῦ τελειοποίησε τὶς γνώσεις του στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἔμαθε ἑβραϊκὰ καὶ ἀλληλογραφοῦσε συχνὰ μὲ τοὺς φίλους του. Στὴν ἔρημο τῆς Χαλκίδος ἔμεινε ἀπὸ τὸ 375 μέχρι καὶ τὸ 377, ἀφοῦ ἡ ἔντονη δογματικὴ ἔριδα ποὺ δίχαζε τὴν περίοδο ἐκείνη τὸν χριστιανικὸ κόσμο τῆς Ἀντιόχειας, τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν περιοχή.
.           Ἡ κατάσταση ποὺ προκάλεσε τὸ σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας ἔγινε ἀκόμη πιὸ περίπλοκη, ὅταν ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ὑποστήριξε ὅτι ὁ ὅρος «ὑπόστασις» εἶναι συνώνυμος τοῦ ὅρου «οὐσία». Τὴν ἴδια ἄποψη εἶχε καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ταύτιζε πλήρως τὴν οὐσία μὲ τὴν ὑπόσταση. Σύμφωνα μ’ αὐτὴ τὴν ταύτιση ὁμολογεῖται μία καὶ μοναδικὴ οὐσία στὸν Θεὸ σὲ ἀντίθεση μὲ ἐκείνους ποὺ ὁμολογοῦν τρεῖς ὑποστάσεις. Μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴν πρόκληση ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἀπέστειλε τόσο ἐπιστολὴ στὸν πάπα Δάμασο ζητώντας του νὰ δώσει λύση στὴ διένεξη ὅσο καὶ γράμμα στὸν πρεσβύτερο Μάρκο, ὅπου διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀμφισβήτηση καὶ περιφρόνηση ποὺ ἀντιμετωπίζει ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς ὀρθοδόξους. Ἔτσι ἐπέστρεψε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Παυλίνο μὲ τὸν ἀπαραίτητο ὅρο βέβαια νὰ μὴν ἀσκήσει ποτὲ τὰ ἱερατικά του καθήκοντα, ἀφοῦ σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ὡς ἕναν ἁπλὸ μοναχό. Παράλληλα συνέχισε τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀφοῦ στὴν Ἀντιόχεια δίδασκαν μεγάλοι θεολόγοι καὶ ἑρμηνευτὲς τῆς Βίβλου, ὅπως ὁ σοφὸς Ἀπολλινάριος Λαοδικείας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔμαθε τὴν ἑρμηνευτικὴ μέθοδο ποὺ ἐπικεντρωνόταν στὴν ἱστορικὴ καὶ κυριολεκτικὴ σημασία τοῦ κειμένου. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ συνέγραψε τὸν βίο τοῦ μακαρίου Παύλου τοῦ πρώτου ἐρημίτη, ἐνῶ μετέφρασε καὶ τὸ χρονικὸ τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας.%CE%91%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%A3+%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%A9%CE%9D%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%A3+-+1
.             Γύρω στὸ 379-380 ἔφτασε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συναντήθηκε μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, τὸν ὁποῖο ὁ Ἅγιος ἀποκαλοῦσε «ἄνδρα εὐφραδέστατο», ἐνῶ ὑπῆρξε διδάσκαλος τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου στὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος μετέφρασε τὸ χρονικὸ τοῦ Εὐσεβίου ποὺ ἀποτελεῖ βαρυσήμαντο ἔργο, ἀφοῦ ἀποδεικνύει τὴν ἱστορικὴ προτεραιότητα τῆς ἀληθινῆς πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴν αἵρεση. Ἐπιρροὴ ὅμως στὸν ἅγιο Ἱερώνυμο δὲν ἄσκησε μόνο ἡ προσωπικότητα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης ποὺ συμμετεῖχε στὴ σύνοδο τοῦ 381 στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ γεγονὸς μάλιστα αὐτὸ τὸν ὤθησε στὴν ἀνάγνωση καὶ μετάφραση τῶν ἔργων τοῦ Ὠριγένη. Στὸ μεταξὺ μετὰ τὸν αἰφνίδιο θάνατο τοῦ Μελετίου Ἀντιοχείας ἀνέλαβε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθεῖ. Τὸ 382 ὁ αὐτοκράτορας Γρατιανὸς συγκάλεσε σύνοδο στὴ Ρώμη, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε ὡς κανονικὸ ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας τὸν Παυλίνο, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο ἐπίσκοπο Σαλαμίνος (Κωνσταντίας) τῆς Κύπρου προσκάλεσαν τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο ποὺ εἶχε ἐπιστρέψει στὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ τοὺς συνοδεύσει στὴ Ρώμη, ὅπου θὰ συγκαλεῖτο ἡ σύνοδος. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἀνέλαβε καθήκοντα γραμματέα τοῦ ὀγδοντάχρονου πάπα Δαμάσου, ἀφοῦ τοῦ εἶχε ἀναθέσει νὰ ἀπαντᾶ στὶς γνωμοδοτήσεις τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσης, ἐνῶ κατὰ τὴν παραμονή του στὴ Ρώμη ἐπιδόθηκε μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια καὶ ζῆλο στὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πάπας Δάμασος τὸν ρωτοῦσε γιὰ τὴ σημασία λέξεων καὶ παραβολῶν μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἑρμηνεία διαφόρων θεμάτων ποὺ προέκυπταν ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς Βίβλου. Μόλις ὁ πάπας διεπίστωσε τὶς ἐξαιρετικὲς ἱκανότητες τοῦ Ἁγίου στὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τοῦ ζήτησε νὰ ἀναλάβει μία νέα λατινικὴ μετάφραση τῶν Εὐαγγελίων μὲ βάση τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μεταφράστηκαν, ἀναθεωρώντας τὶς παλαιὲς ἀνακριβεῖς λατινικὲς μεταφράσεις. Μάλιστα βάσει τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου ἀναθεώρησε καὶ τὴ λατινικὴ μετάφραση τοῦ Ψαλτηρίου.
.           Ἡ φήμη του ὡς ἀρίστου ἐρμηνευτοῦ τῆς Ἁγίας Γραφῆς συνέβαλε στὸ νὰ ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἀριστοκρατικοὺς κύκλους τῆς Ρώμης καὶ νὰ γίνει ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς ἑνὸς κύκλου εὐγενῶν καὶ εὐσεβῶν γυναικῶν ποὺ βρισκόταν στὸν Ἀβεντίνο λόφο καὶ εἶχαν συγκεντρωθεῖ γύρω ἀπὸ τὴ Μαρκέλλα, μία νεαρὴ χήρα ποὺ ζοῦσε ἀσκητικὸ βίο μαζὶ μὲ τὴ μητέρα της, Ἀλμπίνα. Στὶς γυναῖκες αὐτὲς ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος δίδασκε τόσο τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅσο καὶ τὶς ἀρχὲς τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας καὶ ἀπαντοῦσε μὲ ἐπιστολὲς στὰ ἐρωτήματα ποὺ προέκυπταν. Στὴ βιβλικὴ μελέτη διακρίθηκε γιὰ τὸν ζῆλο καὶ τὶς ἱκανότητές της ἰδιαίτερα ἡ Μαρκέλλα, ἐνῶ τρεῖς γυναῖκες, ἡ Παύλα, ἡ Βλεσίλλα καὶ ἡ Ἰουλία – Εὐστοχία παρακολουθοῦσαν τὶς ἁγιογραφικὲς διαλέξεις τοῦ Ἁγίου καὶ μάθαιναν ἑβραϊκά. Μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία του ἐξύμνησε τόσο πολὺ τὸν ἀσκητικὸ βίο, ὥστε τὸν ταύτιζε μὲ τὴν παρθενία. Ἦταν μάλιστα τέτοιος ὁ ζῆλος καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ τὴν παρθενία, ὥστε πολλοὶ τὸν ἐπέκριναν γιὰ τὴν ἀρνητική του στάση ἀπέναντι στὸν γάμο, ὅπως ὁ Ἐλβίδιος, ἕνας Ρωμαῖος λαϊκός, ὁ ὁποῖος σὲ μία πραγματεία του, ἀμφισβητώντας τὸ ἀειπάρθενο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, δὲν θεωροῦσε τὴν παρθενία ἀνώτερη ἀπὸ τὸν γάμο. Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἀπάντησε ὅμως στὸν προκλητικὸ καὶ ἀσεβῆ Ρωμαῖο μὲ τὸ ἔργο «Κατὰ Ἐλβιδίου», στὸ ὁποῖο τονίζει ὅτι ἀμφισβητώντας τὴ μητέρα τοῦ Κυρίου, προσβάλλεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀφοῦ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο κατηγορεῖται «ὁ ναὸς τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου». Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ἐξύμνηση τῆς παρθενίας ἐπέκρινε τοὺς ψευδοχριστιανοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς μὲ κοσμικὴ ἐμφάνιση καὶ συμπεριφορά, ἀφοῦ τὰ ἐνδιαφέροντα καὶ ἡ δραστηριότητά τους ἐπικεντρώνεται στὴν ἀμφίεση, τὰ ἀρώματα, τὰ φαρδιὰ παπούτσια, τὰ περιποιημένα μαλλιὰ καὶ τὰ δαχτυλίδια στὰ δάχτυλα, εἰκόνα ποὺ παραπέμπει περισσότερο σὲ γαμπροὺς παρὰ σὲ κληρικούς. Κατακριτέοι εἶναι ὅμως καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἀποκλειστικὴ ἐνασχόλησή τους εἶναι στὸ νὰ συλλέγουν πληροφορίες γιὰ τὶς μεγάλες κυρίες, τὰ σπίτια ποὺ διαμένουν καὶ τὶς συνήθειές τους. Ἡ ἐπικριτικὴ αὐτὴ στάση τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου ἀπέναντι στὸν γάμο καὶ τοὺς κοσμικοὺς κληρικοὺς προκάλεσε ἔντονες ἀντιπάθειες στὸ πρόσωπό του, οἱ ὁποῖες ὀξύνθηκαν ἀκόμη περισσότερο μετὰ τὸν θάνατο τῆς εἰκοσάχρονης Βλεσίλλας καὶ κυρίως μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ πάπα Δαμάσου στὶς 11 Δεκεμβρίου τοῦ 384, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔνθερμος ὑπερασπιστής του. Ἔτσι κάποια στιγμὴ ὁδηγήθηκε σὲ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο, κατηγορούμενος γιὰ τὴ στενή του σχέση μὲ τὸν κύκλο τῶν γυναικῶν, ἀλλὰ ὑπερασπιζόμενος τὸν ἑαυτό του, ἀθωώθηκε.
.               Τὸν Αὔγουστο τοῦ 385 ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ρώμη μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα Βικέντιο, τὸν μικρότερο ἀδελφό του, τὸν Παυλιανό, καὶ μερικοὺς μοναχούς. Στὴ διαδρομὴ συνάντησε τὴν Παῦλα καὶ τὴν κόρη της, τὴν Εὐστοχία, καὶ ἀναχώρησαν γιὰ νὰ κάνουν ἕνα προσκυνηματικὸ ταξίδι στὴν Παλαιστίνη γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τοὺς Ἁγίους Τόπους. Περὶ τὰ τέλη τοῦ 385 ἔφθασαν στὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου εἶχαν ἐγκατασταθεῖ ἤδη ἀπὸ χρόνια ὁ νεανικὸς φίλος τοῦ Ἁγίου, ὁ Ρουφίνος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἡγούμενος σὲ μία ἀνδρικὴ μονὴ στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ μία εὐγενὴς γυναίκα, ἡ Μελανία, ἡ ὁποία ἦταν ἡγουμένη σὲ μία γυναικεία μονή. Κατὰ τὴ διάρκεια μάλιστα τῆς παραμονῆς τους ἐπισκέφθηκαν ὅλα τὰ ἱερὰ προσκυνήματα τῶν Ἁγίων Τόπων. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς προσκυνηματικῆς τους περιοδείας ἀναχώρησαν γιὰ τὴν Αἴγυπτο, ἡ ὁποία ὡς κέντρο τοῦ μοναστικοῦ βίου, ἀποτελοῦσε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸν μεγάλο πόλο ἕλξης γιὰ τοὺς χριστιανούς, στὴ δὲ Ἀλεξάνδρεια διευθυντὴς τῆς κατηχητικῆς σχολῆς ἦταν ὁ Δίδυμος ὁ Τυφλός. Μετὰ τὴ σύντομη διαμονὴ στὴν Αἴγυπτο ἀναχώρησαν γιὰ τὴ Βηθλεέμ, ὅπου ὁ ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Κύριλλος ἔδωσε τὴν εὐλογία του γιὰ τὴν ἵδρυση δύο μοναστηριῶν στὴν περιοχή, ἑνὸς ἀνδρικοῦ μὲ ἡγούμενο τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο καὶ ἑνὸς γυναικείου μὲ ἡγουμένη τὴν Παῦλα. Ἔτσι ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος τὴν ἐποχὴ αὐτὴ καθοδηγεῖ πνευματικά τοὺς μοναχούς του, διδάσκοντάς τους τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἄσκηση, ἀλλὰ καὶ ἀρχαίους κλασικοὺς συγγραφεῖς. Παράλληλα τελειοποιεῖ τὶς γνώσεις του στὰ ἑβραϊκά, ἐνῶ ταξιδεύει συχνὰ στὴν Καισάρεια τῆς Ἰουδαίας γιὰ νὰ μελετήσει τὴν πλούσια σὲ ἔργα χριστιανῶν συγγραφέων βιβλιοθήκη τῆς πόλης, ἡ ὁποία μεταξὺ ἄλλων περιλάμβανε ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Ὠριγένη.
.           Ἀξιοσημείωτη καὶ θαυμαστὴ ὑπῆρξε ἡ συγγραφικὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου κατὰ τὰ ἑπτὰ πρῶτα χρόνια τῆς παραμονῆς του στὴ Βηθλεέμ, ἀφοῦ ἡ περίοδος αὐτὴ θεωρεῖται ἡ δημιουργικότερη ἀπὸ ἄποψη συγγραφῆς γιὰ τὸν «ἐρημίτη τῆς Βηθλεέμ», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀποκαλεῖται ὁ Ἅγιος. Τὸ πλούσιο συγγραφικό του ἔργο ἔχει κυρίως ἀπολογητικὸ καὶ ἀντιαιρετικὸ χαρακτήρα. Κορυφαῖα ἔργα αὐτῆς τῆς περιόδου εἶναι ἡ μετάφραση τοῦ ἔργου τοῦ Διδύμου του Τυφλοῦ «Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», οἱ μεταφράσεις τῶν ἔργων «Περὶ θέσεως καὶ ὀνομασίας ἑβραϊκῶν τόπων» τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας καὶ «Περὶ ἑβραϊκῶν ὀνομάτων» τοῦ Ψευδο-Φίλωνος, τὸ ἑρμηνευτικὸ ἔργο «Ζητήματα ἑβραϊκὰ εἰς τὴν Γένεσιν», οἱ βίοι τοῦ Παύλου τοῦ Θηβαίου, τοῦ Μάλχου καὶ τοῦ μοναχοῦ Ἱλαρίωνος, καθὼς καὶ τὸ ἔργο «Περὶ ἀνδρῶν ἐπιφανῶν». Πρωτίστως ὅμως ἀφοσιώθηκε στὴν ἀναγκαιότητα τῆς μετάφρασης τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ὑπομνημάτων ποὺ τὴ συνόδευαν, ἀφοῦ βασικὸ μέλημά του ἦταν νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἀκρίβεια τοῦ πρωτοτύπου κειμένου, ἀποκαθιστώντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν αὐθεντικότητά του, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαντήσει στὴν κριτικὴ τῶν Ἑβραίων ποὺ ὑποστήριζαν ὅτι οἱ χριστιανοὶ βασίζονταν πάνω σὲ μία λανθασμένη ἑρμηνεία τῆς Βίβλου. Ἄλλωστε συχνὰ δήλωνε ὅτι «ἄγνοια τῶν Γραφῶν σημαίνει ἄγνοια τοῦ Χριστοῦ».
.               Ὁ φλογερὸς ζῆλος του γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς πίστεως τὸν ὤθησε ἀπὸ τὸ 393 νὰ ἐμπλακεῖ σὲ σημαντικὲς καὶ ποικίλες ἔριδες. Ἔτσι τὸ μικρὸ βιβλίο ἑνὸς Ρωμαίου μοναχοῦ, ὀνόματι Ἰοβινιανός, τοῦ ἔδωσε τὸ ἔναυσμα γιὰ μία σφοδρὴ ἀντιπαράθεση καὶ διαμάχη. Ὁ ἐν λόγῳ μοναχὸς θεωροῦσε τὴν παρθενία ὑπερβολή, ὑποτιμοῦσε τὴν πνευματικὴ ἀξία τῆς νηστείας, ἰσχυριζόταν ὅτι οἱ ἔγγαμοι, οἱ χῆρες καὶ οἱ ἄγαμοι εἶναι ἰσότιμοι πνευματικὰ καὶ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ συγχωρηθοῦν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Ὡς ἀπάντηση σ’ αὐτὲς τὶς ἀκραῖες θέσεις ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος συνέγραψε τὸ σκανδαλῶδες γιὰ πολλοὺς ἔργο «Κατὰ Ἰοβινιανοῦ», στὸ ὁποῖο τονίζεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς παρθενίας ἔναντι τοῦ γάμου, ἐνῶ ὑπερασπίζεται τὴ νηστεία, ἀπαριθμώντας τὶς πιὸ παράξενες διατροφικὲς συνήθειες τῶν λαῶν. Ἡ σφοδρὴ διαμάχη ὅμως τοῦ Ἁγίου δόθηκε μὲ τὸν περίφημο Ἀλεξανδρινὸ θεολόγο καὶ ἐκκλησιαστικὸ συγγραφέα, Ὠριγένη, στὸν ὁποῖο παρόλο ποὺ ἔτρεφε μεγάλο θαυμασμό, συγκρούστηκε σφοδρότατα μαζί του. Ἂν καὶ ὁ ὀνομαστὸς αὐτὸς θεολόγος μὲ τὸ πλούσιο συγγραφικὸ ἔργο διετέλεσε διευθυντὴς τῆς κατηχητικῆς σχολῆς τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἵδρυσε νέα σχολὴ στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ σφράγισε τὴν ὀρθόδοξη θεολογία μὲ ὅρους ποὺ πρῶτος αὐτὸς χρησιμοποίησε, ὅπως τὸν ὅρο «θεάνθρωπος», προέκυψαν μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία του ἀπὸ ἀντίδραση πρὸς τὸν γνωστικισμὸ διάφορες αἱρετικὲς δοξασίες, οἱ ὁποῖες προκάλεσαν ἔντονες συζητήσεις καὶ ἀντιπαραθέσεις. Ἔτσι σύμφωνα μὲ τὸν Ὠριγένη ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου εἶναι ἄχρονος καὶ προαιώνιος, οἱ ψυχὲς προϋπάρχουν, τὰ σώματα τῶν νεκρῶν δὲν θὰ ἀναστηθοῦν καὶ τὰ πνεύματα θὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀρχικὴ ἄυλη κατάσταση. Ὑποστήριζε ἐπίσης ὅτι ὁ διάβολος θὰ μετανοήσει κάποια ἡμέρα καὶ θὰ βρίσκεται στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους, ἐνῶ ἑρμήνευε ἀλληγορικὰ τὸν Παράδεισο, ἰσχυριζόμενος ὅτι τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, μὲ τὸ ὁποῖο πλάσθηκε ὁ ἄνθρωπος, ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο μετὰ τὴν ἐκδίωξή του ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸ 394 μία ὁμάδα μοναχῶν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη μὲ ἐπικεφαλῆς κάποιον Ἀτάρβιο πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου, ζητώντάς του νὰ ὑπογράψει μία ὁμολογία πίστεως ποὺ καταδίκαζε τὶς αἱρετικὲς θέσεις τοῦ Ὠριγένη, ἐκεῖνος τὸ ἔπραξε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν φίλο του, τὸν Ρουφίνο, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ συμπαράσταση τοῦ ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων Ἰωάννου Β´ ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψει.
.           Ἡ κατάσταση ὅμως ὀξύνθηκε ἀκόμη περισσότερο, ὅταν ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἐπίσκοπος Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, ὁ ὁποῖος ἦταν πιστὰ ἀφοσιωμένος στὶς ἀποφάσεις τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ σφοδρὸς πολέμιος τοῦ Ὠριγένη καὶ τῶν θέσεών του, ἐπισκέφθηκε τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑορτῆς τῶν Ἐγκαινίων τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, κατὰ τὴν ὁποία προσέρχονταν πολλοὶ προσκυνητές. Ὁ φιλοωριγενιστὴς ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Ἰωάννης, γιὰ νὰ τιμήσει τὸν ἐπίσκοπο Ἐπιφάνιο, τοῦ ζήτησε νὰ κηρύξει τὸν θεῖο λόγο. Τότε ὁ Ἐπιφάνιος βρῆκε τὴν εὐκαιρία καὶ ἐκφώνησε ἕναν πύρινο λόγο ἐναντίον τοῦ Ὠριγένη, γεγονὸς ποὺ ἀνάγκασε τὸν Ἰωάννη νὰ στείλει τὸν ἀρχιδιάκονό του γιὰ νὰ διακόψει τὴν ὁμιλία του. Μάλιστα ἐξοργίστηκε σὲ τέτοιο βαθμὸ ὁ Ἰωάννης, ὥστε κατηγόρησε ὅλους τοὺς συκοφάντες τοῦ Ὠριγένη, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν Ἐπιφάνιο, ἀποκαλώντας τους «ἀνθρωπομορφίτες». Ὁ σοφὸς ὅμως ἱεράρχης τῆς Κωνσταντίας τοῦ ἀπάντησε ὅτι ὅπως καταδικάζουμε κάθε αἵρεση, ἔτσι πρέπει νὰ καταδικάσουμε καὶ τὶς ἀπαράδεκτες δογματικὲς διδασκαλίες τοῦ Ὠριγένη. Ἡ ἔκρυθμη αὐτὴ κατάσταση ὑποχρέωσε τὸν Ἐπιφάνιο νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ μεταβεῖ στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου στὴ Βηθλεέμ, ὅπου πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης εἶχε ἀπαγορεύσει τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας στὴ μονή, ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἱερουργεῖ στὴ Βηθλεέμ. Ὁ Ἐπιφάνιος δὲν ἔμεινε στὴ μονή, ἀλλὰ προτίμησε, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν παραίνεση ἄλλων, νὰ ἐπιστρέψει στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ φύγει γιὰ τὴν Κύπρο. Ἡ κατάσταση ὅμως ὀξύνθηκε ἀκόμη περισσότερο, ὅταν τὸ καλοκαίρι τοῦ 394 μετὰ ἀπὸ μία ἐπίσκεψη μοναχῶν ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου στὴ Βησανδούκη τῆς Παλαιστίνης, ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος χειροτόνησε τὸν Παυλιανό, τὸν ἀδελφὸ τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου, διάκονο καὶ κατόπιν ἱερέα, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὶς δύο μονὲς στὴ Βηθλεέμ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξόργισε τὸν ἐπίσκοπο Ἰωάννη, ἀφοῦ ἡ χειροτονία ἔγινε χωρὶς τὴ δική του ἄδεια καὶ συγκατάθεση καὶ αὐτὸ σήμαινε ἀντικανονικὴ καταπάτηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς του δικαιοδοσίας. Μάλιστα ἀπείλησε νὰ ἀποστείλει ἐπιστολὲς διαμαρτυρίας πρὸς ὅλους τοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ ὁ γηραιὸς ἐπίσκοπος τῆς Κωνσταντίας τοῦ ἀπάντησε σὲ σχετικὴ ἐπιστολὴ ὅτι δὲν ἔχει φόβο Θεοῦ καὶ ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν αἵρεση τοῦ Ὠριγένη. Κατόπιν ὁ Ἰωάννης ἀπαγόρευσε στοὺς μοναχοὺς καὶ τὶς μοναχὲς τῶν δύο μοναστηριῶν τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου τὴν εἴσοδο στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, ἐνῶ στερήθηκαν τὴ λειτουργικὴ ζωή, ἀκόμα καὶ τὴν εἴσοδο στὰ κοιμητήρια τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ τὴ συμμετοχὴ στὶς βαπτίσεις τῶν κατηχουμένων τῶν μοναστηριῶν. Ἡ κατάσταση χειροτέρεψε πολὺ περισσότερο, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος μετέφρασε στὰ λατινικὰ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἐπιφανίου ποὺ τὸν κατηγοροῦσε ὡς αἱρετικό. Γι’ αὐτὸ καὶ θέλησε νὰ ἐκτοπίσει τὸν Ἱερώνυμο ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ ἡ ἀπέλαση δὲν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Στὴ διένεξη ἀναμείχθηκε καὶ ὁ φίλος τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου, ὁ Ρουφίνος, ὁ ὁποῖος ὡς ὠριγενιστὴς καὶ ὑπερασπιστὴς τοῦ ἐπισκόπου Ἰωάννου, ἐνημέρωσε τὸν ἱερέα Ἰσίδωρο ποὺ ἦταν ὑπέρμαχος τῆς διδασκαλίας τοῦ Ὠριγένη ὅτι ὁ Ἐπιφάνιος καὶ ὁ Ἱερώνυμος κατηγοροῦσαν τὸν Ἰωάννη ὡς αἱρετικό. Τότε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος θέλησε νὰ παρέμβει γιὰ νὰ ἐπέλθει ἀνακωχή. Ἀρχικὰ δὲν κατέστη ἐφικτό, ἀφοῦ οἱ ἐπιστολές του εἶχαν σκοπό, οἱ μὲν Ἐπιφάνιος καὶ Ἱερώνυμος νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν Ἰωάννη ὡς ἐπίσκοπό τους, οἱ δὲ Ἰωάννης καὶ Ρουφίνος νὰ ὁμολογήσουν τὴν πίστη τους στὴν ὀρθοδοξία. Ὅμως ἡ ἐκ νέου παρέμβαση τοῦ Πατριάρχου Θεοφίλου κατόρθωσε νὰ ἀλλάξει τὴν κατάσταση καὶ νὰ ἀρθεῖ ἡ τιμωρία τῆς ἀκοινωνησίας γιὰ τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο καὶ τὶς συνοδεῖες του, ἐνῶ ὑπῆρξε καὶ συμφιλίωση τοῦ Ἁγίου μὲ τὸν Ρουφίνο.
.           Ἡ εἰκονικὴ αὐτὴ εἰρηνικὴ ἀτμόσφαιρα δὲν κράτησε ὅμως πολύ, ἀφοῦ ἡ σύγκρουση τῶν δύο παλαιῶν φίλων ἀναζωπυρώθηκε μὲ ἀφορμὴ τὴ μετάφραση ἀπὸ τὸν Ρουφίνο τοῦ ἔργου «Περὶ Ἀρχῶν» τοῦ Ὠριγένη, τὸ ὁποῖο θεωροῦσε κορυφαῖο ἔργο καὶ συνέχεια τῆς φιλοσοφικῆς παράδοσης τῶν πραγματειῶν ἀναφορικὰ μὲ τὴ θεία Πρόνοια. Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος τοῦ ἀπάντησε, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν προτροπὴ τῶν φίλων του, μὲ μία μετάφραση ποὺ ἀποδείκνυε τὶς αἱρετικὲς θέσεις τῆς ὠριγενικῆς αἵρεσης. Στὸ μεταξὺ ἡ ἀλλαγὴ στάσης τόσο ἀπὸ τὸν πάπα Ἀναστάσιο ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ ἐκδιώκει τοὺς ὠριγενιστὲς μοναχούς, καταδικάζοντάς τους μάλιστα ὡς αἱρετικοὺς σὲ μία σύνοδο, ἐνθάρρυνε τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο νὰ συνεχίσει τὴ διαμάχη του ἐναντίον τοῦ ὠριγενισμοῦ. Μάλιστα πληροφορούμενος ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, τὸν Παυλινιανό, γιὰ τὴν πρόθεση τοῦ Ρουφίνου νὰ γράψει ἐναντίον του, συντάσσει μία ἀπολογία κατὰ τοῦ Ρουφίνου, στὴν ὁποία τὸν καταγγέλλει ὡς μεταφραστὴ τοῦ Ὠριγένη καὶ ἀσκεῖ κριτικὴ σὲ μία πραγματεία του. Ἀπεναντίας ὁ Ρουφίνος τὸν κατηγορεῖ ὅτι πρόδωσε τὴ συμφιλίωσή τους καὶ καταγγέλλει ὡς παρερμηνεία τὴ μετάφραση τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου στὸ ἔργο «Περὶ ἀρχῶν», ἐνῶ τὸν ἀπειλεῖ ὅτι θὰ ἀποκαλύψει τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν του. Στὶς κατηγορίες καὶ ἀπειλὲς αὐτὲς ὁ Ἅγιος ἀπάντησε μὲ πειστικὰ ἐπιχειρήματα, ἐνῶ τὴν πολεμική του ἀπέναντι στὸν ὠριγενισμὸ θὰ συνεχίσει καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ρουφίνου τὸ 410 στὴ Σικελία.
.           Παράλληλα ὅμως μὲ τὴ συγγραφὴ ἀντιαιρετικῶν ἔργων ἐναντίον τοῦ Ὠριγένη, ἀσχολήθηκε ἐπισταμένα καὶ μὲ τὴ μετάφραση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, βασιζόμενος στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο, ἐνῶ ἀπαντᾶ καὶ σὲ πολλὲς ἐπιστολὲς ποὺ ἔχουν ἑρμηνευτικὸ χαρακτήρα. Ἀξιομνημόνευτη ὑπῆρξε ἡ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν ἱερέα Νεποτιανό, ὅπου ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται στὶς ὑποχρεώσεις καὶ τὴν πρέπουσα συμπεριφορὰ τῶν κληρικῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιστολὴ πρὸς τὴ νύφη τῆς Παύλας, στὴν ὁποία ἀναφέρεται στὴ σωστὴ ἀνατροφὴ τῶν κοριτσιῶν, ὅταν μάλιστα αὐτὰ πρόκειται νὰ ἀκολουθήσουν τὴ μοναχικὴ πολιτεία. Ὅμως ὁ θάνατος τῆς ἀγαπημένης πνευματικῆς του κόρης, τῆς Παύλας, στὶς 26 Ἰανουαρίου τοῦ 404, βύθισε τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο σὲ τέτοια ψυχικὴ θλίψη, ὥστε ἐγκατέλειψε κάθε συγγραφικὴ δραστηριότητα, ἀφοῦ ἦταν τὸ πιὸ ἀγαπημένο καὶ ἀξιοσέβαστό του πρόσωπο. Παρόλα αὐτὰ συνέγραψε στὴ μνήμη της ἐπιστολὴ μὲ τίτλο «ἐπιτάφιος λόγος στὴν Ἁγία Παύλα», ὅπου ἀναφέρεται στὴ διαδρομὴ τοῦ βίου της καὶ σὲ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς προσωπικῆς της ζωῆς, καθὼς καὶ στὶς ἀρετὲς ποὺ τὴν κοσμοῦσαν, ὅπως ἡ ταπείνωση, ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐλεημοσύνη. Μόλις συνῆλθε κάπως ἀπὸ τὴν ἀπώλεια τῆς Παύλας, ἄρχισε νὰ μεταφράζει διάφορες ἐπιστολὲς καὶ κυρίως τοὺς κανόνες τοῦ ἁγίου Παχωμίου βάσει τῆς ἑλληνικῆς ἀπόδοσης τοῦ κοπτικοῦ κειμένου, ἐνῶ ἀργότερα θὰ συνεχίσει τοὺς σχολιασμοὺς στοὺς διάφορους προφῆτες. Τὴν περίοδο αὐτὴ συνέγραψε καὶ ἕνα σύντομο ἀντιαιρετικὸ ἔργο (Adversus Vigilantium) ἐναντίον τοῦ ἰσπανοῦ ἱερέα Βιγιλανδίου, στὸ ὁποῖο ὁ μελετητὴς θαυμάζει τὴν πειστικὴ ἀντιαιρετική του ἐπιχειρηματολογία. Ὁ ἐν λόγῳ Ἱσπανὸς ἱερέας σκιαγραφεῖται ὡς ἕνας ἀκόλαστος αἱρετικός, ἀφοῦ ἦταν ἐναντίον τῆς τιμητικῆς προσκύνησης καὶ λιτάνευσης τῶν ἱερῶν λειψάνων, ἐνῶ ἀπέρριπτε τὴ νηστεία, τὸν μοναχισμό, τὴν παρθενία, τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὶς ὁλονυχτίες. Ἀλλὰ ἡ μαχητικότητα τοῦ Ἁγίου ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καὶ ὁ φλογερός του ἀγώνας γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς πίστεως ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴ σφοδρὴ μάχη ποὺ ἔδωσε κατὰ τῆς πελαγιανικῆς αἵρεσης, ἡ ὁποία ὑποστήριζε ὅτι τὰ ἀνθρώπινα πάθη ξεριζώνονται ἀπὸ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο καὶ τὶς ἐνέργειές του καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὡς ἀπάντηση στὴ διδασκαλία τῶν πελαγιανιστῶν συνέγραψε τὸ ἀντιαιρετικὸ ἔργο «Dialogus adversus Pelagianos», στὸ ὁποῖο τονίζεται ἡ ἀναγκαιότητα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴ ζωὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν μπορεῖ νὰ πορευτεῖ μὲ τὴ δική του θέληση καὶ μὲ βάση τὸ αὐτεξούσιο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπερασπίσθηκε τὸν θεσμὸ τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ. Ὁ ἀντιαιρετικός του ἀγώνας συνεχίστηκε μὲ τὸ ἴδιο σθένος μέχρι τὸ καλοκαίρι τοῦ 416, ὅταν ἡ αἵρεση τῶν πελαγιανιστῶν καταδικάσθηκε τελικὰ ἀπὸ τὶς ἐπαρχιακὲς συνόδους τῆς Καρχηδόνας καὶ τῆς Milene, ἐνῶ τὸν Μάιο τοῦ 418 καταδικάσθηκε καὶ ἀπὸ μία παναφρικανικὴ σύνοδο.
.               Στὸ μεταξὺ τὴν ἄνοιξη τοῦ 416 τὰ μοναστήρια τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου καὶ τῆς Παύλας δέχθηκαν τὴ βίαιη ἐπίθεση πανούργων ἀνθρώπων καὶ καταστράφηκαν, ἀφοῦ παραδόθηκαν στὴ λαίλαπα τῆς φωτιᾶς. Τὸ θλιβερὸ καὶ ἀπρόσμενο αὐτὸ γεγονὸς ἀνάγκασε τὸν Ἅγιο νὰ ἐγκατασταθεῖ σὲ ἄλλο μέρος, ἐνῶ ὁ αἰφνίδιος θάνατος τῆς Εὐστοχίας ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία τῶν μοναζουσῶν μετὰ τὸν θάνατο τῆς μητέρας της, τῆς Παύλας, βύθισε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὸν Ἅγιο σὲ βαθύτατη θλίψη. Παρόλα αὐτὰ βρῆκε τὸ κουράγιο νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα του ἐναντίον τῆς πελαγιανικῆς αἵρεσης μέχρι τὶς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ 420, ὅπου καταβεβλημένος πλέον ἀπὸ τὴν προχωρημένη ἡλικία καὶ τὶς ἀσθένειες παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Πανάγαθο Θεό. Μάλιστα σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία ἀνώνυμου προσκυνητοῦ ἀπὸ τὴν Ἰταλία ποὺ ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους μεταξὺ 550 καὶ 570, ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος εἶχε σκαλίσει πάνω στὸν βράχο στὴν εἴσοδο τοῦ Σπηλαίου τῆς Γεννήσεως στὴ Βηθλεὲμ μία ἐπιγραφή, εἶχε δὲ φτιάξει καὶ τὸν τάφο, ὅπου ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ἐνταφιάσουν.
.             Ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 15 Ἰουνίου, ἐνῶ πρὸς τιμήν του συντάχθηκαν δύο ἀσματικὲς ἀκολουθίες. Ἡ πρώτη ἐποιήθη τὸ 1886 ἀπὸ τὸν μοναχὸ Νήφωνα καὶ συμπληρώθηκε τὸ 1893 ἀπὸ τὸν Σιμωνοπετρίτη μοναχὸ Ἱερώνυμο, ἐνῶ ἐκδόθηκε τὸ 1925 μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Καθηγουμένου τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Σίμωνος Πέτρας Ἀρχιμανδρίτου Ἱερωνύμου. Ἡ δεύτερη ἀκολουθία ἐποιήθη στὸ Ἅγιο Ὄρος ἀπὸ τὸν ἀοίδιμο Γεράσιμο Μοναχὸ Μικραγιαννανίτη, Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καὶ ἐκδόθηκε τὸ 1969 ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμο Α´ (+15 Νοεμβρίου 1988). Ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου τιμᾶται ἀνδρικὸ ἡσυχαστήριο στὸ Ἀμπελοχώρι Θηβῶν, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε τὸ 1999 ἀπὸ τὸν ἀοίδιμο Ἀρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομο Ἀγγέλου (+15 Ἰουλίου 2009), ἀλλὰ καὶ γυναικεία μονὴ στὰ Σκούρτα Βοιωτίας, ἡ ὁποία ὑπάγεται στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Νέας Ἰωνίας καὶ Φιλαδελφείας. %CE%91%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%A3+%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%A9%CE%9D%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%A3+-+7Ἐπίσης ἐντός τοῦ κτιριακοῦ συγκροτήματος τοῦ Ἱεροῦ Ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου ὑπάρχει μικρὸ παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο. Πλούσια ὑπῆρξε καὶ ἡ εἰκονογραφία τοῦ Ἁγίου, ἰδιαίτερα στὴ Δύση, ἀφοῦ ἀπὸ τὸν 13ο μέχρι καὶ τὸν 17ο αἰώνα ἀναρίθμητες εἶναι οἱ εἰκονογραφικὲς παραστάσεις, οἱ ὁποῖες ἄλλοτε τὸν παρουσιάζουν μὲ τὴ μορφὴ μοναχοῦ ποὺ συγγράφει, ἄλλοτε μὲ τὴ μορφὴ τοῦ καρδιναλίου, ἄλλοτε ἀπὸ τὴ θέα τοῦ Ἐσταυρωμένου ποὺ κρατᾶ μὲ τὸ ἀριστερό του χέρι, ἐνῶ μὲ τὸ δεξὶ νὰ χτυπᾶ τὸ στῆθος του μὲ μία πέτρα. Σημαντικὴ θέση στὶς εἰκονογραφικὲς παραστάσεις τοῦ Ἁγίου κατέχει καὶ ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ὑποτακτικοῦ λιονταριοῦ.
.             Ἀναμφισβήτητα ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἅγιος τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ αὐτὸς ποὺ ἐπηρέασε τὸν θεολογικὸ κόσμο τῆς Δύσης μέσα ἀπὸ τὸ μεταφραστικὸ καὶ ὑπομνηματικό του ἔργο στὴ Βίβλο. Ἔχοντας ὡς πνευματικό του πρότυπο τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ τὴν ἀσκητική του πολιτεία κατέστη λαμπρὸς βιβλικὸς πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μὲ πλουσιότατο καὶ ἀνεκτίμητο συγγραφικὸ ἔργο καὶ μὲ μαχητικὴ ἀντιαιρετικὴ δράση, ὑπερασπιζόμενος τὴν ἀλήθεια τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὁμολογίας ποὺ γιὰ ἐκεῖνον ἦταν τὸ κριτήριο γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἂς ἀποτελέσει καὶ γιὰ τὴ σημερινὴ συγκεχυμένη καὶ ἀλλοπρόσαλλη ἐποχή μας ἕνα φωτεινὸ πρότυπο ποὺ θὰ διδάσκει, θὰ καθοδηγεῖ καὶ θὰ ἐμπνέει τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ ἀναζητᾶ ἐναγωνίως νόημα στὴ ζωὴ καὶ τὴν ὕπαρξή του μέσα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς ὀρθῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός 

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: