ΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ; (Χαρ. Μπούσιας)

ΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ;

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Τὸ αἰώνιο, τὸ ἄδυτο, τὸ ἀτελεύτητο φῶς, τὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ ὁποῖο φωτίζει τὰ ἀναγεννημένα καὶ ἀναστημένα σύμπαντα, ἀφοῦ «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσιν» εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν». Τὸ ὁμολογοῦμε στὴν πρωϊνή μας προσευχὴ λέγοντας: «Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Μᾶς τὸ εἶπε ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» [1]. Φῶς εἶναι ὁ Χριστός μας, ἀλλὰ φῶς εἶναι καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας Του, φῶς καὶ τὸ Πανάγιό Του Πνεῦμα, συμφώνως μὲ τὸ Ἐξαποστειλάριο τῆς Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς: «Φῶς ὁ Πατήρ, φῶς ὁ Λόγος, φῶς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα». Ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης διακηρύσσει ὅτι: «Ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» [2]. Ὁ Θεός, μᾶς λέει, εἶναι φῶς, ποὺ ἀκτινοβολεῖ ἁγιότητα καὶ ἀλήθεια καὶ δὲν ὑπάρχει μέσα Του κανένα ἴχνος ἀπὸ σκοτάδι ἐμπάθειας, μίσους, ἐκδικήσεως, ἄγνοιας καὶ ἁμαρτίας. Ὁ οὐρανὸς ἦταν, εἶναι καὶ παραμένει φωτεινὸς στοὺς αἰῶνες, ἀφοῦ ἀποτελεῖ τὴν ὁλόφωτη καθέδρα τῆς ὑπερφώτου Ἁγίας Τριάδος. Τὴ φωτεινότητά του ὅμως δὲν τὴ ζούσαμε ἐμεῖς οἱ θνητοί, οἱ βεβαρυμένοι μὲ τὸ πρωπατορικὸ ἁμάρτημα. Εἶχαν σκοτισθεῖ οἱ ὀφθαλμοί μας καὶ βρισκόμαστε καθισμένοι «ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» [3]. Καὶ περιμέναμε νὰ ἀνατείλει μέγα καὶ δυνατὸ πνευματικὸ φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ διαλύσει τὸ πυκνὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας, τοῦ φωτὸς τοῦ κόσμου, ἄνοιξαν καὶ γιὰ ἐμᾶς οἱ πύλες τοῦ Παραδείσου καὶ πλημμύρισαν οἱ καρδιές μας μὲ τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς του. Αὐτὸ τὸ οὐράνιο καλούμαστε καὶ ἐμεῖς μὲ τὸ φῶς τῆς Πεντηκοστῆς νὰ τὸ ἀπολαμβάνουμε αἰώνια. Ὁ οὐρανὸς ἀνέκαθεν ὡς κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, «τοῦ πρώτου καὶ ἄκρως ὄντως φωτός», καθὼς λέγει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης [4], εἶναι ὁ ὀνομαζόμενος «ἐμπύρινος οὐρανός», ὅπου ὑπάρχουν καὶ τὰ ἐπουράνια τάγματα τῶν Ἀγγέλων, δεύτερα φῶτα, μεταδοτικῶς φωτιζόμενα ἀπὸ τὸ πρῶτο φῶς τῆς Τρισηλίου Θεότητος. Μὲ φῶς πλημμύρισε καὶ ἡ γῆ μὲ τὸ Παράκλητο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ἔγινε ὁ φωτεινὸς ὁδοδείκτης μας γιὰ τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα, ἡ ὁποία μᾶς περιμένει ὅλους, ποὺ πιστεύουμε στὴν ὑπέρφωτη τρισυπόστατη Θεότητα.
.            Φῶς ὁ Χριστός μας, πηγὴ τοῦ φωτὸς τοῦ ἀδύτου καθὼς εἶναι, ἔδειξε τὴ δόξα Του στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ Θαβώριο φῶς ποὺ τὸν Μεταμόρφωσε ἐνώπιον τῶν προκρίτων Του Μαθητῶν. Αὐτὸ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ὁ Χριστός μας ἐξέπεμπε στὸν οὐρανὸ πρὶν λάβει τὸ ἀνθρώπινο φύραμα, τὸ ἀπέκρυπτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιατὶ θὰ ἦταν ἀδύνατο αὐτοὶ νὰ τὸν ἀντικρύσουν, θὰ ἐκθαμβοῦνταν καὶ θὰ τυφλώνονταν. Ἀφοῦ τὸν ἥλιο δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ γυμνὰ μάτια, ποὺ εἶναι κτιστός, εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, πῶς θὰ μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι νὰ δοῦν τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργὸ τοῦ ἥλιου, τὸ νοητὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, Αὐτὸν ποὺ εἶναι ὅλος φῶς καὶ γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς λέει τὸ ἐξαποστειλάριο τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ μας, ὅτι ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, στὴν «Ἀρχίφωτον δόξαν», δηλαδὴ στὸν Πατέρα Του ποὺ εἶναι πρωτόφωτος, ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ φωτός;
.            Φῶς, λοιπόν, ὁ Χριστός μας φωτίζει πάντα ἄνθρωπο ποὺ ἔρχεται σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο μὲ τὸ ἀπρόσιτο φέγγος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία, στὴ λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς αἰωνίου ἀγαλλιάσεως. Αὐτὸ τὸ φέγγος εἶναι τὸ φέγγος τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος, Αὐτοῦ ποὺ κατέβηκε «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ὄχι μόνο φώτισε τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ δι’ αὐτῶν ὅλο τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, ἀλλὰ καὶ τοὺς σόφισε καὶ ἀπὸ ἀγραμμάτους ἁλιεῖς τῆς Τιβεριάδος τοὺς ἀνέδειξε πανσόφους ἁλιεῖς ἀνθρώπων, τοὺς ἀνέδειξε φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, ποὺ μὲ τὶς ὁλοφώτεινες ἀκτῖνες τους διασκέδασαν τὴν ὁμίχλη καὶ τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου.
.            Ποιός ὅμως ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς χοϊκοὺς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι ἀπολαμβάνει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ μας, ὅτι πλέει μέσα στὴν ὁλόλαμπρη νεφέλη τῆς χάριτός Του, ὅτι ζεῖ καθημερινὰ στὸ φῶς τῆς Πεντηκοστῆς; Ποιανοῦ τὰ ἔργα εἶναι τόσο φωτεινὰ ὥστε νὰ διώχνει μακριὰ τὸ ζόφο τῆς αἰώνιας καταδίκης, τὸ σκοτάδι τῆς κολάσεως; Μόνο αὐτὸς ποὺ βιώνει τὴν ἀγάπη μένει μέσα στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, μένει μέσα στὴ φωτεινὴ νεφέλη τοῦ Θαβωρίου, ἀποκτᾶ τὶς πύρινες γλῶσσες τῆς Πεντηκοστῆς, μένει κοντὰ στὸν Χριστό μας καὶ ἡ φωτεινὴ συμπεριφορά του δὲν δίνει ἀφορμὲς σκανδάλου καὶ πτώσεως τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ οὔτε καὶ αὐτὸς πικραίνεται ἢ σκανδαλίζεται ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια ἐκείνου. Ἡ ἀγάπη εἶναι φῶς, καὶ φυσικὰ καὶ ἡ φιλανθρωπία εἶναι φῶς, ἀφοῦ αὐτὴ ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ἐνεργῆς ἀγάπης. Ἔτσι ὁ φιλάνθρωπος ζεῖ καὶ κινεῖται μὲσα στὴ φωτεινὴ νεφέλη τοῦ Θεοῦ καὶ χαίρεται τὴ φωτεινότητα, τὴ θαλπωρὴ καὶ τὴ ζεστασιὰ τοῦ φωτός, ποὺ ἐκπέμπει ὁ ἄκτιστος Ἥλιος, ὁ Δημιουργὸς τοῦ κτιστοῦ ἥλιου, ὁ Παντουργέτης Θεός.
.               Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, ἱδρυμένη τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἀπὸ τὸ Φῶς τοῦ κόσμου, τὸ Θεάνθρωπο Ἰησοῦ, καταυγάζεται στοὺς αἰῶνες ἀπὸ τὶς γλωσσοπυρσόμορφες φλόγες τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος, ποὺ τὴν ὁδηγοῦν «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» [5]. Ἡ Ἐκκλησία μας ἀποτελεῖ ἕνα ταμεῖο ἠθῶν χρηστότητος, ἕνα ἀσταμάτητο ἐργαστήριο ἁγιότητος, ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Φωτοδότου Χριστοῦ μας: «Ἅγιοι γίγνεσθε, ὅτι ἐγὼ Ἅγιός εἰμι» [6]. Παίρνει ἡ Ἐκκλησία μας χῶμα καὶ βγάζει χρυσάφι· παίρνει ὕλη καὶ βγάζει πνεῦμα· παίρνει καρδιὲς βουτηγμένες στὸ βοῦρκο καὶ τὶς καθαρίζει· παίρνει φθαρτότητα καὶ παράγει ἀφθαρσία· παίρνει χοϊκοὺς πολῖτες καὶ τοὺς κάνει οὐρανοπολῖτες· παίρνει στρατιῶτες ἀπὸ τὴ γήϊνη στρατιά, τὴ στρατευόμενη Ἐκκλησία, καὶ τοὺς κάνει στρατιῶτες τῆς θριαμβεύουσας στοὺς οὐρανούς πανηγύρεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας μὲ τὴ λυτρωτική της πορεία μέσα στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων.
.            Τὸ φωτοπάροχο Πανάγιο Πνεῦμα, ὁ Παράκλητος, μοιράζει σὲ ὅλους μας χαρίσματα, μᾶς προικίζει μὲ ἀρετές, ποὺ μᾶς περικοσμοῦν, μᾶς χαρακτηρίζουν καὶ σφραγίζουν τὴν ἐπίγεια πορεία μας. Δὲν δίνει σὲ ὅλους τὰ ἴδια χαρίσματα ὁ Θεός. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Μὴ πάντες ἀπόστολοι; Μὴ πάντες προφῆται; Μὴ πάντες διδάσκαλοι; Μὴ πάντες δυνάμεις; Μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; Μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; Μὴ πάντες διερμηνεύουσιν;»[7]. Κάθε ἕνας ἔχει τὸ δικό του χάρισμα καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ λέει ὅτι τὸ χάρισμά του εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ αὐτὸ τοῦ ἀδελφοῦ του. Τὰ χαρίσματα ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεός, δηλαδὴ τὰ τάλαντα μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς προικίζει, εἶναι αὐτὰ ποὺ ὀφείλουμε νὰ τὰ δουλεύουμε καὶ νὰ τὰ αὐξάνουμε μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν πνευματική μας τελείωση καὶ ἁγιότητα καὶ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ πλησίον, ἀφοῦ καὶ γι’ αὐτὸν ὁ Χριστός σταυρώθηκε καὶ αὐτοῦ ἐπιθυμεῖ τὴ σωτηρία. Ἀλλοίμονό μας, ὅμως, ἂν τὰ τάλαντα ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς δὲν τὰ αὐξάνουμε, ἀλλὰ τὰ κρύβουμε στὴ γῆ. Θὰ μᾶς τιμωρήσει ὁ Θεὸς γιὰ τὴν πονηρία μας καὶ τὴν ὀκνηρία μας. Λέει πάλι στοὺς Κορινθίους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ζηλοῦτε τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα» [8], δηλαδὴ νὰ ἐπιδιώκετε μὲ ζῆλο τὰ χαρίσματα ποὺ φέρουν τὴ μεγαλύτερη ὠφέλεια καὶ τὰ χαρίσματα αὐτὰ βασίζονται στὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη μᾶς κάνει ταπεινούς, μᾶς κάνει ἀφιλάργυρους, μᾶς κάνει ἐλεήμονες, μᾶς κάνει φιλανθρώπους, μᾶς κάνει τίμιους και νόμιμους ἀγωνιστές, στὸ στάδιο τῆς ζωῆς. Καὶ ὁ Χριστός μας περιμένει νὰ μᾶς στεφανώσει, ἀφοῦ «ἐὰν καὶ ἀθλῇ τις οὐ στεφανοῦται ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ» [9].

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

[1] Ἰωάν. η´ 12

[2] Α´ Ἰωάν. α´ 5

[3] Ματθ. δ´ 16

[4]   Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον, σελὶς 424, Βενετία 1836.

[5] Ἰωάν. ιστ´ 13

[6] Α´ Πέτρ. α´ 16

[7] Α´ Κορ. ιβ´ 29-30

[8] Α´ Κορ. ιβ´ 31

[9] Β´ Τιμ. β´ 5

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: