ΠΟΘΕΝ ΑΡΞΩΜΑΙ ΘΡΗΝΕΙΝ; Ἀξίες καὶ ἀξιώματα (Χαρ. Μπούσιας)

Ἀξίες καὶ ἀξιώματα. Πόθεν ἄρξωμαι θρηνεῖν;

 Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                   Οἱ ἀξίες ποὺ κρύβουμε μέσα στὶς ψυχές μας καὶ αὐτὲς ποὺ θέλουμε νὰ κυβερνοῦν τὴν κοινωνία μας εἶναι διαχρονικές. Μοιάζουν μὲ τοὺς πολύτιμους μαργαρίτες, ποὺ ὅσο πιὸ πολυεδρικοὶ εἶναι τόσο περισσότερη ἀξία μᾶς προσδίδουν στὶς τράπεζες τῶν ἀνθρώπων, ὅλων μας ποὺ θέλουμε νὰ μετροῦμε τὶς «ἀξίες» μὲ μέτρα καὶ σταθμὰ ἀντικειμενικά.
.                   Σήμερα, δυστυχῶς, οἱ ἀξίες ἐκλείπουν καί, φυσικά, δὲν κυβερνοῦν. Ἡ ἔλλειψή τους φαίνεται στὶς πράξεις μας, εἴτε ὡς ἁπλῶν ἀνωνύμων πολιτῶν, εἴτε ὡς ἐπωνύμων, ἐφ’ ὅσον δὲν συνταυτίζονται μὲ τὰ λόγια μας. Εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς ἐπιφάνειας στὸ κοινωνικὸ γίγνεσθαι καὶ δὲν βρίσκουμε «τὴν πρᾶξιν εἰς θεωρίας ἐπίβασιν». Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ νεολαία μας, τὰ νεαρὰ βλαστάρια μας, τὰ παιδιά μας, ἀλλὰ καὶ οἱ μεγαλύτεροι, ὅλος ὁ κόσμος ποὺ μᾶς περιβάλλει, δὲν μᾶς δείχνει ἐμπιστοσύνη καὶ δὲν μᾶς ἀκολουθεῖ. Δὲν ἀποτελοῦμε, ἐμεῖς οἱ μεγαλύτεροι, «πρότυπα πρὸς μίμησιν» τῶν νεωτέρων, γιατὶ δὲν ἐμφορούμαστε ἀπὸ ἦθος καὶ γνήσιες χριστιανικὲς ἀρχές. Ἐπιδιώκουμε ἀξιώματα καὶ ἀναρρίχηση σὲ ὑψηλὲς κοινωνικές, πολιτικὲς καὶ πολιτειακὲς θέσεις, χωρὶς οἱ ἴδιοι νὰ ἀποτελοῦμε ἀξίες. Λησμονοῦμε ὅτι ἡ ἀξία σὲ ὅλους μας, στοὺς κυβερνῆτες, στοὺς καθηγητές, στοὺς ἡγέτες, στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες, στοὺς δικαστικούς, στοὺς στρατιωτικοὺς καὶ γενικὰ στὴν ἡγεσία τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ, ἀλλὰ καὶ καὶ σὲ ὅλο τὸ κυβερνώμενο πλήρωμα, ἔχει μετατραπεῖ σὲ ἀπαξία. Ζοῦμε στὴν ἐποχὴ ποὺ ὅλοι μας δὲν κυβερνοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ὡς ἐκ τούτου μᾶς κυβερνοῦν ἀνάξιοι ἄρχοντες. Ζοῦμε στὴν ἐποχὴ ποὺ σὲ ὅλο τὸ φυτικὸ βασίλειο, ἀφοῦ κανένα φυτὸ δὲν διεκδικεῖ τὰ πρωτεῖα, βασιλεύει τὸ ἀγκάθι. Δὲν γινόμαστε φωτεινὰ παραδείγματα γιὰ τοὺς ἄλλους. Δὲν φωτίζουμε τὴ σκοτεινιὰ τοῦ κόσμου μὲ τὸ φῶς τῆς ἠθικῆς μας ὑποστάσεως, τῆς ἀνιδιοτέλειας, τῆς κενωτικῆς ἀγάπης στὴν ὑπηρεσία τοῦ πλησίον. Θέλουλε νὰ ἄρχουμε καὶ ὄχι νὰ διακονοῦμε. Δὲν ἔχουμε μάθει νὰ προσφέρουμε, νὰ παρέχουμε τὴν εὐεργετική μας διακονία ὡς ἀνάσσα ζωῆς, γιὰ διακονία χωρὶς διάκριση τοὺς γύρω μας. Δὲν ἀντηχοῦν στὰ αὐτιά μας τὰ λόγια τῆς ὑψοποιοῦ ταπεινώσεώς τοῦ Κυρίου μας: «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. κ´ 28).
.               Τόσα χρόνια ποὺ ἡ ἠθικὴ ἔπαιρνε τὸν κατήφορο, τόσα χρόνια ποὺ βλέπαμε τὶς ἠθικὲς ἀξίες νὰ ἀπαξιοῦνται τὴν μία πίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη, τόσα χρόνια ποὺ ἡ διαφθορὰ τῶν συνειδήσεων γινόταν ὁρατὴ ἀπὸ ὅλους μας καὶ βλέπαμε νὰ δίνει ἀξίες καὶ ἀξιώματα σὲ ἀπαξίες καὶ ἀνάξιους συνανθρώπους μας, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀπαξίωνε τὸν κοινωνικὸ ἱστό, ἐμεῖς ἀδιαφορούσαμε καὶ μάλιστα δικαιολογούσαμε τὴν ἀδιαφορία μας μέ, ἀλλοίμονο, τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν: «Πονηροὶ καὶ γόητες προκόψωσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον» (Β´ Τιμ. γ´ 13). Ἐμεῖς θεωρούσαμε ὅτι εἴμαστε οἱ καλοὶ καὶ ἄλλοι εἶναι οἱ κακοί, αὐτοὶ ποὺ μὲ πονηριὲς προκόβουν καὶ καταδυναστεύουν τὸν κόσμο. Αὐτὸ εἶναι πλάνη, δὲν εἶναι ἀλήθεια. Εἶναι πλάνη καὶ μάλιστα μεγάλη, γιατὶ ἀδιαφορούσαμε καὶ γιατὶ μεταθέταμε τὶς εὐθῦνες στοὺς ἄλλους νίπτοντες ὡς Πόντιοι Πιλᾶτοι τὰ χέρια μας. Ὅμως ἡ ἀδιαφορία ὅλων μας εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς ἔφθασε στὸ κατώφλι τῆς παρακμῆς. Ἡ ἠθικὴ κρίση εἶχε καὶ ἀκόμη ἔχει παρασύρει καὶ ἐμᾶς καὶ μᾶς στριφογυρίζει στὴν ἀνεμοζάλη τῆς ἀπαξίας, τοῦ ἐθελοτυφλισμοῦ καὶ τῆς ἀρνήσεως πνευματικῆς ἀντιστάσεως λέγοντας: «Ὠχ ἀδελφέ! Ἐγὼ θὰ διορθώσω τὴν κοινωνία»;
.            Ἀλλοίμονο, εἴμαστε χλιαροὶ στὴ πίστη, εἴμαστε φαρισαῖοι στὴ συμπεριφορά, εἴμαστε ἀνακόλουθοι στὴν πορεία ζωῆς μας, τόσο ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος νὰ θέλει νὰ μᾶς ἀποστραφεῖ, «μὴ γένοιτο», νὰ θέλει νὰ μᾶς ἐμέσει, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς Ἀποκαλύψεως: «Οἶδα ὅτι χλιαρὸς εἶ καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου» (Ἀποκ. γ´ 16). Θαυμάζουμε κάποιους γύρω μας, ποὺ ἂν καὶ εἶναι ἐλάχιστοι, ὅμως εἶναι ἀκραιφνεῖς, καθαροί, ἄμεμπτοι, ὑψηλοῦ ἠθικοῦ ἀναστήματος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὁδοδεῖκτες μας στὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνική μας συμπεριφορά. Εἶναι τὰ πρότυπα ὅλων μας πού, ὅπως καὶ αὐτῶν, τὸ «πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20). Προβάλλονται απόλυτα στὴν ἡρωϊκὴ μορφὴ τοῦ φιλοπάτριδος ἥρωα, τοῦ Ναύαρχου Κουντουριώτη, ὁ ὁποῖος στὴ διαθήκη του ἔγραφε: «Ἔζησα πιστὸς εἰς τὴν Χριστιανικὴν θρησκείαν καὶ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἠγάπησα δι’ ὅλης τῆς ψυχῆς μου τὴν πατρίδα μου. Κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών μου καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου. Ἀτενίζω ἤρεμος τὴν κρίσιν τῆς ἱστορίας.».
.                 Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὅσο ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νὰ διατηρήσει μέσα του τὸ «νοητὸ μαργαρίτη» τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τόσο αὐτὸς αὐξάνει τὴν ἀξία του. Ἀπομακρύνει ὅ,τι στέκεται ἐμπόδιο σὲ αὐτὴν τὴν ἀγάπη. Καταφρονεῖ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ, τὰ ὑπάρχοντα, τὰ ἀξιώματα, τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις, ἐπειδὴ τίποτα δὲν ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη κρίνει, σύμφωνα μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὴ γενναιότητα τοῦ χριστιανοῦ κατὰ τὶς προσπάθειες τοῦ πνευματικοῦ του ἀγώνα. Καὶ ἡ γενναιότητα κρίνεται ἀπὸ τὸν βαθμὸ συνεργίας τοῦ ἀνθρώπου στὸ θεϊκὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας του. Γι’ αὐτό, διδάσκει ὁ ἅγιος Πατέρας, γενναῖος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ διακρίνεται ὄχι γιὰ τὰ φυσικὰ καὶ ἔμφυτα χαρίσματα ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀλλὰ γιὰ τὰ πνευματικὰ χαρίσματα, τὰ κατορθώματα ποὺ πέτυχε μὲ τοὺς δικούς του κόπους. «Δι’ οἰκείων πόνων» καὶ κυρίως μὲ τὴν ἀνδρεία τῆς ἀγάπης, καὶ ὄχι μὲ θαύματα καὶ σημεῖα, ἀναγνωρίζει ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητές Του. Ὡς συνειδητοὶ Χριστιανοὶ γνωρίζουμε, ὅτι ἡ ἀληθινὴ χαρά, ἡ εὐφροσύνη δὲν ὑπάρχει στὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, στὴν καλοπέραση, στὴν ἐνδυμασία, στὰ ἀξιώματα, στὴν πολυτέλεια καὶ στὴν ἐν γένει τρυφηλὴ ζωή, γιατὶ δὲν περνάει στὴν καρδιά, ἀλλὰ εἶναι ἐπιδερμικὴ καὶ μένει στὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πραγματικὴ εὐφροσύνη βρίσκεται στὴν καρδιά, στὴ σκέψη ποὺ σκέπτεται τὰ ἄϋλα καὶ ἀσώματα, στὴν καρδιὰ ποὺ ἀγαπᾶ, ποὺ συγχαίρει στὴ χαρὰ τῶν ἄλλων καὶ συμμετέχει στὴ λύπη τους. Ἔκφραση τῆς εὐφροσύνης αὐτῆς ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἀπόδοση τιμῆς στοὺς γύρω μας, ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ ἀνιδιοτελῆ, ἀγαπητικὴ καρδιά, ἀπὸ καρδιὰ ποὺ «χαίρει μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίει μετὰ κλαιόντων» ( Ῥωμ. ιβ´ 15).
.                      Τώρα «πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν», ἀφοῦ οἱ ἀξίες ἐξέπεσαν; Διερωτώμαστε καὶ ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὸ «μήτο τῆς Ἀριάδνης». Ἀπὸ ποὺ νὰ ξεκινήσουμε τὸ θρῆνο, τὸν κοπετό, τὸν ὀδυρμό; Ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ γάμου, ὅπου τὸ μυστήριο ἐξέπεσε σὲ πολιτικὴ δεξίωση ἢ σύμφωνο συμβιώσεως; Ἀπὸ τὸ θέμα τῆς τεκνογονίας, ὅπου ἔχει διαμορφωθεῖ καὶ τείνει νὰ παγιωθεῖ μεταξὺ τῶν ζευγαριῶν, δυστυχῶς, μία κατάσταση, ἡ ὁποία ἀποσπᾶ τὸ γάμο ἀπὸ τὴν τεκνογονία; Ἀπὸ τὸ θέμα τῆς βαπτίσεως τῶν παιδιῶν ποὺ προσπαθοῦν οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους νὰ τὴν ἀντικαταστήσουν μὲ ἁπλῆ ὀνοματοθεσία στὸ ληξιαρχεῖο; Ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ἐκπτώσεως στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἱερωσύνης, ὅπου ἐφαρμόζεται ἡ οἰκονομία ἀντὶ τοῦ κανόνος; Ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ἐκπτώσεως στὶς ἠθικὲς ἀπαιτήσεις τῆς ἱερᾶς μας παραδόσεως γιὰ τὴν προσέλευση τῶν πιστῶν στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας; Δυστυχῶς, καταντήσαμε «φάροι ἐσβεσμένοι ἀντί τηλαυγεῖς», χλιαροὶ στὴν πίστη ἀντί θερμοί, ὄντες «φιλήδονοι μᾶλλον, ἤ φιλόθεοι» (Β´ Τιμόθ. γ´ 4). Ἀποδομοῦντες ὅμως τὴν ἐκκλησιαστική μας Παράδοση καταστρατηγοῦμε τὴν ἔννοια τῆς εὐλογημένης οἰκονομίας, τὴν ὁποία δεχόμαστε μόνο ὡς ἐπικάλυμμα τῶν παθῶν καὶ τῶν ἐγκλημάτων κατὰ τῆς πίστεως. Μὲ ὀδύνη καὶ θλίψη βλέπουμε τὴν καταφρόνηση τῶν νόμων ποὺ ἔθεσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, ἡ ὁποία μᾶς ἀνοίγει πληγὲς ποὺ πυορροοῦν καὶ ἐπέρχεται τρέχοντας «ἀτιμία καὶ ὄνειδος» (Παροιμ. ΙΗ´ 3). Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριό μας νὰ μὴ μνησθεῖ τῶν ἀνομιῶν μας καὶ τῶν ἐκπτώσεών μας. Καὶ ἂς μᾶς συγκρατεῖ κατὰ κύριο λόγο στὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας, μακριὰ ἀπὸ οἰκουμενιστικὲς τακτικές, συγκρητισμοὺς καὶ ἐκπτώσεις σὲ θέματα δογμάτων, ποὺ καταδικάζονται ἀπερίφραστα ἀπὸ τοὺς Θείους καὶ Ἱεροὺς Κανόνες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ θεηγόρο ὅμιλο ὅλων τῶν θεοφόρων Πατέρων. Ἡ προσβολὴ καὶ ἡ περιφρόνηση τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, ἔλεγε ὁ μακαριστὸς Γέροντας Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ θεία ἐκδίκηση. Ἄς γίνουμε, λοιπόν, ὅλοι πολὺ προσεκτικοί, διότι περιπίπτουμε σὲ πλάνη, καθ᾽ ὅσον ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ξεκάθαρος πρὸς ὅσους προσβάλλουν τὸ Σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία Του: «Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος» (Ἑβρ. ι´ 31). Τηροῦντες τοὺς θείους νόμους ἀποκτοῦμε ἀξία καὶ ἂν δώσει ὁ Θεὸς νὰ ἀποκτήσουμε καὶ ἀξιώματα, ποὺ δὲν σώζουν, αὐτὰ θὰ ὁδηγήσουν σὲ πρόοδο τῆς κοινωνίας μας, στὴν ἐπικράτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅπως στὸν οὐρανό, ἔτσι καὶ στὴ γῆ.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
1-2-15

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: