«ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑΝ ΘΑ ΕΞΥΜΝΗΣΩ, τὸν Πρωτόκλητον τῆς δωδεκάδος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Νικήτα ῥήτορος τοῦ Παφλαγόνος,
«Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἀπόστολον Ἀνδρέαν τὸν Πρωτόκλητον»
(Εἰσαγωγή, νεοελληνικὴ ἀπόδοσις, σχόλια
ὑπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἱ. Μονῆς
Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης-Νεζερῶν)

σειρά: ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ – τ. ΙΓʹ (13)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2014
σελ. 42-64 (νεοελλην. ἀπόδοσις)

.           Τὸν Ἀνδρέαν θὰ ἐξυμνήσω, τὸν πρωτόκλητον τῆς δωδεκάδος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου ἐπιχειροῦντα ὅ,τι δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδύνατον. Ὅμως ὁ πόθος νὰ ἐκφράσω ὅ,τι καὶ πρὸ πολλοῦ ἐκαλλιέργησα, μὲ βιάζει νὰ προχωρήσω, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ συγκρατῶ ἐντός μου τὸν πόθον αὐτόν. Ἔτσι ἐνεπλάκην εἰς τὸν ἀγῶνα συντάξεως ἑνὸς λόγου ἐγκωμιαστικοῦ. Καὶ λοιπόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν στερούμενος τῆς ἱκανότητος ἵνα συντάσσω λόγους, καταλαμβάνομαι ὑπὸ ἀμηχανίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὠθούμενος ὑπὸ τοῦ ζήλου, προθυμοποιοῦμαι, ἐπειδὴ ἤδη ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν τῆς ἰδικῆς του βοηθείας. Διότι ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἀνδρέου, ἡ πεμφθεῖσα θεία χάρις συνειργάσθη μετὰ τῆς τραχύτητος τῆς ἀδεξιότητος τῶν λόγων του, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ κηρύγματος καὶ ἀντιμετώπισιν τῆς συλλογιστικῆς δυνάμεως τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης, ἔτσι ἐλπίζω ὅτι ἡ θεόπνευστος χάρις θὰ συναγωνισθῇ καὶ μετ’ ἐμοῦ, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς λεκτικῆς μου ἀσθενείας καὶ ἀδεξιότητος. Ἔχων λοιπὸν τὸ θάρρος μου εἰς τὴν βοήθειαν αὐτὴν ἀναλαμβάνω τὸ προκείμενον θέμα, παρ’ ὅτι γνωρίζω ὅτι τὸ μέγεθος τῆς ἀποστολικῆς ἀρετῆς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀποδείξῃ ἀνεπαρκεῖς πρὸς ἔπαινον καὶ αὐτοὺς ἀκόμη, ὁποὺ διακρίνονται διὰ τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν λεκτικήν των δεινότητα. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Ἀπόστολος, ὁ κοσμούμενος μὲ τὴν μίμησιν τῆς εὐμενοῦς καὶ ἀγαθῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Διδασκάλου, ὅπως πάντοτε, ἔτσι καὶ τώρα θὰ ἀποδεχθῇ τὸν ἐγκωμιαστικόν μου λόγον, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἀξίζῃ. Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι καλόν, οὔτε θεάρεστον, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἐγκωμιάσωμεν συμφώνως πρὸς τὴν ἀξίαν του, νὰ μὴν τὸν ἐγκωμιάσωμεν καὶ συμφώνως πρὸς τὴν δυνατότητά μας. Ἀντιθέτως μάλιστα πρέπει νὰ τιμῶμεν, ὅσον δυνάμεθα, τὸν προστάτην ἡμῶν καὶ νὰ διακηρύττομεν αὐτοῦ τὰ θαύματα, γνωρίζοντες ὅτι εἰς τὸν Θεὸν εἶναι εὐάρεστον καὶ τὸ κατὰ δύναμιν, ὡς εἶπε κάποιος ἐκ τῶν σοφῶν, ἄνθρωπος θαυμαστὸς διὰ τὴν εὐσέβειάν του. Ἔτσι λοιπὸν καὶ ἡμεῖς, κατὰ τὸν πόθον ὁποὺ ἔχομεν, ὅσον ἠμποροῦμεν, θὰ προσφέρωμεν τὸν λόγον ἡμῶν πρὸς δεξίωσιν, πρὸς ὑποδοχὴν τῶν πιστῶν τῶν συναχθέντων διὰ τὴν πανήγυριν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀνταπόδοσιν εὐγνωμοσύνης εἰς τὴν χάριν τοῦ θείου κήρυκος τῆς εὐσεβείας. Λοιπόν, ὅσον τὸ δυνατόν, ἂς ἐγκωμιασθῇ παρ’ ἡμῶν ὁ στρατηλάτης τοῦ Χριστοῦ Ἀνδρέας, ὁ ἐπαξίως φέρων τὸ ὄνομα τῆς ἀνδρείας, ὁ ἀναδειχθεὶς δυνατὸς εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ τὴν θεωρίαν, ὁ ἀγωνισθεὶς κατὰ τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν καὶ ἀμφοτέρους κατατροπώσας. Διὰ λόγων μεστῶν ἂς ἐπιδοκιμασθῇ ἀξίως ὁ ἐνδυθεὶς τὴν σωστικὴν πανοπλίαν τῆς ἀηττήτου δυνάμεως τῆς χάριτος τοῦ παντοκράτορος Θεοῦ, ὁ περιζωσθείς, ὁ ὁπλισθεὶς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἀνδρείαν, αὐτὸς ὁποὺ ἐφόρεσεν, ὡσὰν ἄλλος στρατιώτης, ὑποδήματα, καὶ ἕτοιμος ἔδραμε νὰ κηρύξῃ τὸ εὐαγγέλιον τῆς εἰρήνης, διὰ τοῦ ὁποίου εὐαγγελίου ἀφήρπασε τοὺς ἐθνικοὺς εἰδωλολάτρας ἀπὸ τοῦ φάρυγγος τοῦ διαβόλου, τοῦ ἐχθροῦ τοῦ τυραννοῦντος αὐτούς, καί, ἐμφανῶς αἰχμαλωτίσας αὐτούς, τοὺς προσέφερεν εἰς τὸν Σωτῆρα ὡς πιστοὺς ὑπηκόους αὐτοῦ.
.           Ἂς τιμηθῇ διὰ λαμπρῶν ἐπαίνων ὁ Ἀνδρέας, ὁ φέρων τὸ ὄνομα τῆς ἀποστολικῆς ἀνδρείας, ὁ πρῶτος ἐξ ὅλων ἀναγνωρίσας ὡς Διδάσκαλον τὸν Δεσπότην, ἡ ἀπαρχὴ τῆς δωδεκαρίθμου ὁμάδος τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐξ ἀρχῆς ἀντιληφθεὶς τὴν παρουσίαν τοῦ δεσπότου Χριστοῦ, ὁ μετὰ σοφίας ἀληθοῦς ἀνταλλάξας τὴν διδαχὴν τοῦ Ἰωάννου μὲ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ.
.           Αὐτὸς λοιπὸν ὁ μέγας, ὁ περιφημότατος σοφὸς τῆς οἰκουμένης, εἶχε πατρίδα τὴν Βηθσαϊδάν, πόλιν μικρὰν καὶ ἀσήμαντον, ὡς διηγοῦνται τὰ Εὐαγγέλια. Ἠσχολεῖτο δὲ μὲ τὴν τέχνην τῆς ἁλιείας, μὲ τὸ ψάρεμα, ἀπὸ ὅπου ἐξοικονομοῦσε μετὰ πολλοῦ κόπου τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐπιβίωσιν. Ὅμως, καίτοι πτωχὸς καὶ ἐργαζόμενος ἀδιακόπως τὴν ἁλιείαν, δὲν ἦτο ἄπειρος καὶ ξένος πρὸς τὰ κείμενα τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐρευνοῦσε μέν, καὶ ἔψαχνε μετὰ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης διὰ τῆς τέχνης τῶν δικτύων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς συνεχοῦς μελέτης ἐρευνοῦσε φιλοπόνως καὶ ἐπιμελῶς τὸ βάθος τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, καὶ δὲν ἔπαυεν ἀναζητῶν τὸν μαργαρίτην, τὸν ποικιλοτρόπως προαναγγελλόμενον ὑπὸ τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου καὶ τῶν λόγων τῶν Προφητῶν· αὐτὸν τὸν πολύτιμον μαργαρίτην ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποκτήσῃ. Ὁδηγούμενος λοιπὸν καλῶς ἐξ αὐτῆς τῆς ἀσαφοῦς προαναγγελίας πρὸς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐκ τῆς σκιᾶς πρὸς τὸ φῶς, εὐθὺς ὡς ἀντελήφθη τὴν φωνὴν ὁποὺ προέτρεξεν τοῦ Λόγου, καὶ τὸν λύχνον ὁποὺ προηγήθη τῆς πηγῆς τοῦ φωτός, καὶ τὸ ἄστρον τοῦ αὐγερινοῦ, τὸν ἑωσφόρον, ὁποὺ προανέτειλε τοῦ ἡλίου, προστρέχει μετ’ ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτόν, προσκολλᾶται εἰλικρινῶς γενόμενος εὐσεβὴς μαθητὴς τοῦ Προδρόμου, ἔχων τὴν ὑποψίαν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁποὺ ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ τὴν σωτηρίαν ὅλων. Ἐπειδὴ ὅμως ἤκουσε τὸν φιλαλήθη διδάσκαλον, νὰ μὴν ἀρνῆται τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ νὰ ὁμολογῇ μετὰ θάρρους καὶ νὰ διακηρύσσῃ λέγων: «Οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ’ ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτος μου ἦν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἄξιος κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος», δηλαδὴ τὸ μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, καὶ πάλιν ὡς εἶ δε δεικνύοντα αὐτὸν διὰ τοῦ δακτύλου καὶ λέγοντα: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», εὐθὺς ἐνεθυμήθη τὰ γνωστὰ εἰς αὐτὸν σκιώδη λόγια τοῦ Μωϋσέως: «Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ· αὐτοῦ ἀκούσεσθε». Τότε ἐφωτίσθη εὐθὺς ὁ νοῦς του, ἡ ὀπτικὴ δύναμις τῆς ψυχῆς του, διὰ νὰ ἀτενίσῃ τὴν λάμψιν τοῦ φωτὸς τῆς θείας χάριτος, καὶ διὰ νὰ διδαχθῇ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τῶν φανερῶν ἀποδείξεων, ἀπὸ τῶν ἀκολουθούντων δηλαδὴ θαυμαστῶν σημείων· ὥστε νὰ σπεύσῃ ἀδιστάκτως καὶ προθύμως εἰς τὸν Σωτῆρα ὅλων, ἀκολουθῶν Αὐτὸν ἀνεπιστρόφως, καὶ νὰ ἔλθῃ νὰ ἰδῆ, κατόπιν προτροπῆς ὁποὺ τοῦ ἔγινεν ὡς ἀξίου, ὅ,τι ἐζήτησεν, καὶ νὰ γνωρίσῃ τὸν τόπον ὁποὺ διέμενεν Ἐκεῖνος. Ἀλλ’ ὁ Ἀνδρέας, ζητήσας νὰ γνωρίσῃ τὸ ἐπίγειον κατάλυμα, ἠξιώθη, ὡς ἔχει γραφῆ, νὰ μείνῃ ἐκεῖ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ ἐπέτυχε νὰ ἐξασφαλίσῃ παρὰ τοῦ Ἰησοῦ τὴν αἰώνιον κατοικίαν καὶ τὴν οὐράνιον μονήν, ὡς Αὐτὸς ἠκούσθη νὰ λέγῃ εἰς ὁλόκληρον τὴν συνοδείαν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὅτι εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ὑπάρχουν πολλαὶ μοναί, καὶ ἐκεῖ ὑπέσχετο ὅτι θὰ πορευθῇ, διὰ νὰ ἑτοιμάσῃ δι’ ἐκείνους τόπον.
.               Ὡς εὑρῆκε λοιπὸν τὴν ἀθάνατον πηγήν, τὴν ρέουσαν τὰ ὕδατα τῆς σωτηρίας, πρὶν κληθῇ, ἔσπευσε μετὰ μεγάλου ζήλου αὐτόκλητος —ὡς ἡ κατεδιψασμένη ἔλαφος τρέχει μὲ ἀσυγκράτητον ὁρμὴν ἐπὶ τὰς πηγάς, ζητοῦσα νὰ σβήσῃ διὰ τοῦ ὕδατος τὸν κόπον τῆς ὁδοιπορίας— καὶ ἀφοῦ ἀνέπαυσε, τὸ κατὰ δύναμιν, τὴν δίψαν τοῦ πόθου τῆς εὐσεβοῦς ἐπιθυμίας του, μὴ ὑποφέρων νὰ κατέχῃ μόνον αὐτὸς τὴν κοινωνίαν τούτου τοῦ καλοῦ, ἐκ τῆς μεγάλης του χαρᾶς κάμνει συμμέτοχον τὸν ἀδελφόν του, περιχαρῶς φανερώνων εἰς αὐτὸν τὸν ἀναζητούμενον καὶ λέγων: «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν, ὅνπερ ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται προανήγγειλαν», χαίρων καὶ συγχαίρων μετ’ αὐτοῦ, ὡς ἀνακαλύψαντες ἀληθῶς μέγα καὶ ποθούμενον εὕρημα. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἀδελφός του Πέτρος προηγήθη αὐτοῦ εἰς τὴν κατὰ σάρκα γέννησιν, προηγήθη τώρα ὁ Ἀνδρέας ἐκείνου εἰς τὴν πνευματικὴν ἀναγέννησιν. Ἔτσι ὁ πρωτόκλητος μαθητής, ἢ μᾶλλον ὁ αὐτόκλητος ὑπηρέτης, ὁδηγεῖ τὸν πρωτόθρονον μαθητὴν καὶ ἐπάξιον κλειδοῦχον τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν εἰς τὸν δεσπότην καὶ Κύριον ὅλων. Καὶ ἀφοῦ ἔγινεν εὐθὺς ἀμέσως δεκτὸς ὡς οἰκεῖος καὶ γνήσιος φίλος τοῦ Χριστοῦ, ἀποβάλλει τὸ ὄνομα ὁποὺ ἔλαβε κατὰ τὴν γέννησίν του, καὶ καλεῖται, συμφώνως πρὸς τὴν ἔκβασιν τῶν πραγμάτων, μὲ τὸ ὄνομα Κηφᾶς, δηλαδὴ Πέτρος, ὡς ὁ σταθερώτερος καὶ γνησιότερος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἡ ἀληθὴς πέτρα τῆς ἀνοθεύτου καὶ ἀκεραίας πίστεως, ὡς ὁ βαστάζων ἐπ’ αὐτοῦ τὴν οἰκοδομηθεῖσαν νεοσύλλεκτον ἐκκλησίαν καὶ διαφυλλάσσων αὐτὴν ἀπόρθητον ἐκ τῶν πυλῶν τοῦ ᾍδου. Ἐξελέγη λοιπὸν ὡς ἐξαίρετος καὶ προσοικειώθη μετὰ τοῦ Σωτῆρος ἡ πρώτη αὐτὴ δυὰς τῶν ἀδελφῶν καὶ μαθητῶν, οἱ αὐτάδελφοι, ὡς ἔναρξις καὶ πρώτη προσφορὰ τῆς ἀνθρωπότητος, τετιμημένη ἐπαξίως ὡς ἡ ὑψηλοτάτη κορυφὴ τοῦ κύκλου τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Διότι ἔπρεπε, ἔπρεπε τοιούτους συνεργοὺς καὶ βοηθοὺς νὰ προσλάβῃ ὁ παντεχνήμων καὶ παντοκράτωρ Θεὸς Λόγος γενόμενος ἄνθρωπος, διὰ νὰ σωθῇ ὁ κόσμος· ἔπρεπε νὰ προσλάβῃ τὸν ἕνα μὲν ὡς κεκοσμημένον τὴν ἀρετὴν τῆς ἀνδρείας τόσον εἰς τὰ λόγια ὅσον καὶ εἰς τὰ ἔργα, τὸν ἄλλον δὲ ὡς τετιμημένον διὰ τῆς σταθερότητος, τῆς ὁποίας καὶ τὴν ἐπωνυμίαν ἔλαβεν, ὡς τὸ ἀδιασάλευτον θεμέλιον ὁποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ οἱ ἔπαινοι τοῦ Πέτρου, τοῦ μεγάλου κήρυκος τῆς ἀληθείας, ἂς παύσουν τώρα ἀναμένοντες τὸν κατάλληλον καιρόν των, διότι ὁ λόγος μου εἶναι ἀνεπαρκὴς εἰς δίαυλον ἀγῶνα, ἐφ’ ὅσον καὶ μόνον ἡ τόλμη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τοῦ εἶναι ἐπαρκής. Ἂς κατευθύνωμεν λοιπὸν τὸν ἔπαινον πρὸς τὸν φέροντα τὸ ὄνομα τῆς ἀνδρείας, δεξιούμενοι ἔτσι πνευματικῶς τοὺς δι’ αὐτὸν συναχθέντας.
.           Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν καὶ δεσπότης, εἶχεν ἤδη ἐπιτελέσει, διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως Αὐτοῦ, τὸ ἔργον τῆς σωτηρίου δι’ ἡμᾶς οἰκονομίας καὶ εἶχε καθήσει ἐν δεξιᾷ τοῦ ὑπερουρανίου μεγαλοπρεποῦς θρόνου τοῦ Πατρός, καὶ κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν Του εἶχεν ἀποστείλει εἰς τοὺς ἀμέσους μαθητὰς καὶ μάρτυρας Αὐτοῦ τὸ παράκλητον Πνεῦμα ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν πυρίνων γλωσσῶν, τότε ὁλόκληρος ἡ γῆ ἔγινε πλήρης ἐκ τῆς ἀπεριγράπτου δόξης τοῦ Θεοῦ. Οἱ θεόπνευστοι Ἀπόστολοι, διασκορπισθέντες εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς, ὁποὺ κατοικοῦντο ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, εὐηγγελίσθησαν τὴν σάρκωσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου, διότι «εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν», κατὰ τὸν μεγαλοφωνότατον προφήτην Δαυΐδ, «καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν». Αὐτοί, ὡς λογικοὶ οὐρανοὶ διηγοῦντο τὴν ἀνέκφραστον δόξαν τοῦ ἐνανθρωπήσαντος καὶ ἐπιφανέντος εἰς τὸν κόσμον Θεοῦ. Ἐπειδὴ λοιπόν, κατὰ τὸν προφητεύσαντα θεόπνευστον Ἰωήλ, ἡ δύναμις τοῦ πανσόφου καὶ παντοδυνάμου Πνεύματος ἐξεχύθη εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ τοῦ δεσποτικοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ ἦσαν κυριευμένοι ὑπὸ κάποιας σχετικῆς νωθρότητος καὶ ἀπροθυμίας, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν τοῦ σωτηρίου Πάθους μετετράπησαν εἰς φυγάδας καὶ ἐφάνησαν φοβισμένοι καὶ δειλοὶ ἐπ’ ὀλίγον καιρὸν καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, ὅλοι αὐτοὶ εὑρέθησαν ἔξαφνα νὰ εἶναι τολμηροί, πρόθυμοι, θαρραλέοι καὶ ὁρμητικοὶ πρὸς σωτηρίαν ὅλων. Τότε λοιπὸν ἡ θεία Χάρις ἔδειξεν ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ φωτισθοῦν, διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ κορυφαίου ὅλων τῶν Ἀποστόλων Πέτρου, τὰ σκοτεινὰ μέρη τῆς Δύσεως, ὅσα εὑρίσκονται δυτικῶς τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ ὁ κατόπιν αὐτοῦ κορυφαῖος τῶν ἄλλων, ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας, νὰ φωτίσῃ διὰ τοῦ εὐσεβοῦς λόγου τοῦ θείου κηρύγματος τμήματα περιοχῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἔτσι ὁ Ἀνδρέας, διὰ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς σοφίας τοῦ παντοδυνάμου Πνεύματος, περιερχόμενος ἀπὸ χώρας εἰς χώραν καὶ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, ὡς ἄλλος πτερωτὸς ἀετός, ἀνανεωμένος διὰ τῆς κρυφῆς νεότητος, κατὰ τὸν Δαυΐδ, καὶ μεταβαίνων πρὸς μεταφορὰν καὶ διάδοσιν τῆς ἐν Χριστῷ πίστεως, διῆλθεν τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς γνωστῆς κατοικημένης γῆς. Ὡς ἄλλος ταχυδρόμος ἵππος, κατὰ τὸ προφητικὸν λόγιον, διέπλευσε τὴν νοητὴν θάλασσαν τούτου τοῦ κόσμου, καὶ συνταράξας ἀπεξήρανε μὲν τὰ θολὰ ὕδατα τῆς ἀπιστίας, ὡς ἄγονα καὶ γέμοντα παντὸς εἴδους πικρίας, ἔσταξε δὲ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀκροατῶν του, ἐκείνων ὁποὺ ἀπεδέχοντο τὸν λόγον τῆς ἀπλανοῦς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, τὰ καθαρώτατα καὶ γλυκύτατα ὕδατα τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ.
.           Ἐκ τούτου κατηργεῖτο πλέον πᾶσα μορφὴ τῆς δαιμονικῆς πλάνης καὶ ἐνεφυτεύοντο ὅλοι οἱ τρόποι διὰ τῶν ὁποίων ἠμπορεῖ καθεὶς νὰ γνωρίσῃ τὸν Θεόν· περιέπιπτον εἰς ἀχρησίαν οἱ βωμοὶ τῶν εἰδώλων, καὶ ἀνοικοδομοῦντο οἱ ἐκκλησίες τῶν χριστιανῶν· ἐξεδιώκετο τὸ σμῆνος τῶν δαιμόνων, καὶ ἐχόρευε μετὰ τιμῆς τὸ πλῆθος τῶν ἀγγέλων· αἱ ἀσθένειαι ἐφυγαδεύοντο καὶ εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, ἐδίδετο ἡ εὐεξία· οἱ φυλακισμένοι ἐτιμῶντο διὰ τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὁ ἐχθρὸς διάβολος ἐφυλακίζετο δι’ ἀλύτων δεσμῶν· ὁ θάνατος κατηργεῖτο, καὶ εἰς τοὺς νεκροὺς ἐχαρίζετο ἡ ζωή· ἡ βδελυρὰ λύπη διελύετο, καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἔλαμπεν εἰς τὴν οἰκουμένην ἡ παγκόσμιος χαρά· ὁλόκληρος ἡ γῆ ἐπληρώθη τῶν προϋποθέσεων τῆς θεογνωσίας, ἡ ὁποία, ὡς ἄλλος μέγας ποταμός, κατεκάλυψεν καὶ κατεβύθισεν τὴν θάλασσαν τῆς δαιμονικῆς λατρείας τῆς ἀγνωσίας. Διότι δὲν ὑπάρχει πλέον, δὲν ὑπάρχει πόλις, δὲν ὑπάρχει χώρα, δὲν ὑπάρχει τόπος, δὲν ὑπάρχει ἔθνος ὁποὺ νὰ μὴν μετέβῃ διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ θαλάσσης, μετὰ τοῦ θαρραλέου καὶ ἀνδρείου αὐτοῦ φρονήματος, ὁ Ἀνδρέας, αὐτὸς ὁποὺ φέρει τὸ ὄνομα τῆς σταθερᾶς ἀνδρείας. Δὲν ὑπάρχει σημεῖον τῆς γνωστῆς κατοικουμένης γῆς, ὁποὺ νὰ μὴν ἐφυτεύθῃ ὑπὸ τοῦ Ἀνδρέου ὁ σπόρος τῆς εὐσεβείας, ὁ βλαστήσας τὸν πολύτιμον καρπὸν τῆς πίστεως, καὶ νὰ μὴν ἐξηπλώθῃ ἡ χάρις τῶν θαυμάτων, καὶ νὰ μὴν διεδόθῃ ὁ πλοῦτος τῆς θεραπείας. Ἂν ἤθελε κάποιος ὅλα αὐτὰ νὰ καταγράψῃ ἢ νὰ τὰ διηγηθῇ ἔστω καὶ μερικῶς, ἂς ἐπιχειρήσῃ πρῶτον νὰ ἀριθμήσῃ τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰς σταγόνας τῆς βροχῆς καὶ τὴν ἄμμον τῶν θαλασσῶν, καὶ ἔπειτα νὰ ἀποτολμήσῃ ἕνα τέτοιον ἐγχείρημα. Εἰς ἡμᾶς ὅμως, ὁποὺ θὰ ἐγκωμιάσωμεν τὸν Ἀπόστολον, δὲν φαίνεται ὠφέλιμος ἡ προσέγγισις τῶν ἀπορρήτων καὶ ἡ προσπάθεια νὰ ἐπιχειρηθῇ ὅ,τι εἶναι τελείως ἀδύνατον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιλέξωμεν μερικὰ μικρὰ ἐκ τῶν μεγάλων, καὶ ὀλίγα ἐκ τῶν πολλῶν κατορθωμάτων αὐτοῦ, θὰ τὰ διηγηθῶμεν, ὥστε ἐκ μέρους νὰ γνωστοποιηθῇ τὸ ὅλον, καὶ ἐκ τῆς παρυφῆς, ἐκ τῆς οὔγιας νὰ σχηματισθῇ ἡ ἀντίληψις δι’ ὁλόκληρον τὸ ὕφασμα. Τότε, ἐπειδὴ ὁ λόγος δὲν θὰ μακρύνῃ ὑπερβολικῶς, θὰ διασωθῇ ἡ τάξις ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς συμμετρίας καὶ δὲν θὰ φανῇ εἰς τοὺς ἀκροατὰς ὑπέρμετρος καὶ ἀνυπόφορος.

Διαφημίσεις

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: