Ο ΦΟΒΟΣ-1 «Γιατί φοβᾶμαι διασχίζοντας τὴν ἔρημο; Γιατί νομίζεις ὅτι εἶσαι μόνος καὶ δὲν βλέπεις τὸν Θεὸ δίπλα σου».

Ο ΦΟΒΟΣ
[Α´]

Jean Claude Larchet

.               Οἱ Πατέρες συμπεριλαμβάνουν στὰ πάθη τὸν φόβο καὶ τὶς συγγενεῖς πρὸς αὐτὸν καταστάσεις, ποὺ συνιστοῦν μορφὲς ἢ διαβαθμίσεις του, ὅπως τὴν φοβία, τὸ δέος, τὸν τρόμο καὶ ἐπιπλέον τὸ ἄγχος, τὴν ἀγωνία, τὴν ἀδημονία.
.               Γενικά, ὁ φόβος προκαλεῖται ἀπὸ τὸν κίνδυνο στέρησης ἢ πόνου/δοκιμασίας, μέσῳ τῆς ἰδέας ἢ τοῦ αἰσθήματος ὅτι θὰ χάσουμε ἢ ἐνδεχομένως θὰ χάσουμε αὐτό, ποὺ ἐπιθυμοῦμε ἢ αὐτὸ στὸ ὁποῖο εἴμαστε προσκολλημένοι. Ὡστόσο, ὁ φόβος, -ποὺ ὁρίζεται κατ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο- εἶναι δυνατὸν ν᾽ ἀποτελεῖ ἀρετὴ παρὰ πάθος. Σημειώνει σχετικὰ ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας: «Εἰ καὶ πάθος ὁ φόβος, ὡς βούλονται τινές, ὅτι φόβος ἐστὶ πάθος, οὐχ ὁ πᾶς φόβος πάθος». Πρέπει λοιπὸν νὰ διακρίνουμε δύο εἴδη φόβου.

 1) Τ πρτο εδος φόβου, πο Θες νέβαλε στν νθρωπο κατ τ δημιουργία του, -συνεπς νήκει στν νθρώπινη φύση-, χει διπλ μορφή.

α) πρώτη του μορφ εναι μία δύναμη, πο συνδέει τν νθρωπο μ τν δια τν παρξή του κα τν κάνει ν φοβται γι τν πώλεια τς διας τη῀ς ψυχς κα το σώματός του. Μέσῳ αὐτοῦ τοῦ φόβου στὶς στοιχειωδέστερες ἐκδηλώσεις του, ὁ ἄνθρωπος προσαρμόζεται στὴ ζωὴ καὶ τὸ εἶναι, ἐνῶ φοβᾶται ὁ,τιδήποτε θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ τὰ διαβρώσει καὶ νὰ τὰ καταστρέψει [Σ.τ.μ.: Τὴ ζωὴ καὶ τὸ εἶναι]. Ἐπιπλέον ἀποστρέφεται τὸ μὴ-εἶναι καὶ τὴν ἀνυπαρξία, ὅπως τὸ ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Μάξιμος, ποὺ ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ συγκεκριμένη ροπὴ εἶναι φυσική, δηλαδὴ ἀνήκει στὴν ἴδια τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου: «Εἰ γὰρ ἐξ οὐκ ὄντων τὰ ὄντα γενόμενα, καὶ τοῦ ὄντος, οὐ τοῦ μὴ ὄντος, ἔχουσι ἀνθεκτικὴν δύναμιν· ταύτης δὲ κατὰ φύσιν ἴδιον ἡ πρὸς τὰ συστατικὰ ὁρμή, καὶ πρὸς τὰ φθαρτικὰ ἀφορμή»· μετέχει τῶν λόγων, «τῶν δημιουργικῶς αὐτῇ [Σ.τ.μ.: «Τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει»] παρ᾽ α(Α)ὐτοῦ ἐντεθέντων». Καὶ ὁ ἴδιος γράφει σὲ ἄλλο σημεῖο: «Ἐστὶ γὰρ καὶ κατὰ φύσιν καὶ παρὰ φύσιν δειλία [Σ.τ.μ.: Φόβος]· καὶ κατὰ φύσιν δειλία ἐστι, δύναμις κατὰ συστολὴν τοῦ ὄντος ἀνθεκτική». Ἀκριβῶς μὲ τὴν ἴδια ἔκφραση, «δύναμιν κατὰ συστολὴν τοῦ ὄντος ἀνθεκτικήν», χαρακτηρίζει τὸν φόβο, ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς καὶ συμπληρώνει ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἀντιστοιχεῖ στὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης, τὴν ὁρμὴ τῆς ζωῆς, τὴν ἔμφυτη ροπὴ ὅτι ὀφείλουμε νὰ παραμείνουμε στὸ εἶναι καὶ νὰ διαιωνίσουμε τὴν ὕπαρξή μας. Ἰδιαίτερα ἐκδηλώνεται ὡς φόβος τοῦ θανάτου ποὺ συνιστᾶ φυσικὴ ροπή, καθὼς ὁ Δημιουργός μᾶς ἔδωσε τὴ ζωὴ γιὰ νὰ τὴ διατηρήσουμε καὶ ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος ἀποτελοῦν φαινόμενα ἀντίθετα στὴ φύση.

 β) δεύτερή του μορφ εναι «φόβος το Θεο», ποὺ στὴν ἀρχικὴ βαθμίδα τοῦ εἶναι ὁ φόβος τῆς θείας τιμωρίας καὶ στὴν ἀνώτερη βαθμίδα του ὁ φόβος τῆς ἀπομάκρυνσης καὶ τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ δεύτερη μορφὴ φόβου συνδέεται φυσικὰ μὲ τὴν προηγούμενη: ὁ προσκολλημένος στὴ ζωὴ καὶ τὸ εἶναι του ἄνθρωπος, φοβούμενος τὴν ἀπώλειά τους, ἐὰν γνωρίζει τὴν πραγματικὴ φύση τους, τρέμει πιθανὸν τὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τους, ἡ πηγὴ καὶ τὸ νόημά τους. Ἀκόμη ὑψηλότερα ἀπὸ τὴ βιολογικὴ ζωή, γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ συνειδητοποιεῖ τὸ θεμέλιό της πραγματικότητας, βρίσκεται ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς ὁποίας φοβᾶται. Νὰ γιατί στὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ φόβος αὐτῶν ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν χωρίσουν ἀπὸ τὸν Θεό, -τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ Πονηροΰ, ποὺ ὁδηγοῦν στὸ θάνατο τῆς ψυχῆς (πρβλ. Ματθ. ι´ 28. Λουκ. ιβ´ 5)-, ἐξαφανίζουν τὸ φόβο τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ μόνος, ποὺ ὀφείλει νὰ φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος, καθὼς τοῦ στερεῖ ὁριστικὰ ὅλη τὴ ζωή, ἐνῶ ὁ βιολογικὸς θάνατος μόνο πρόσκαιρα χωρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἀποσυνθέτει μόνο τὴ γήινη καὶ φθαρτὴ μορφὴ τῆς ὕπαρξης.
.              Τὸ πρῶτο εἶδος τοῦ φόβου, ποὺ μόλις παρουσιάσαμε στὶς δύο μορφές του, συνιστᾶ ἀρετή, ποὺ κατεῖχε ὁ Ἀδὰμ στὴν προπτωτικὴ κατάστασή του. Πράγματι, ὁ προορισμὸς τοῦ Ἀδὰμ ἦταν νὰ γίνει κατὰ χάρη ἀθάνατος, ἀλλ᾽ ἦταν ἐπιδεκτικὸς θανάτου ἐξ αἰτίας τῆς ἐλεύθερης βούλησής του, ἐὰν μέσῳ αὐτῆς ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ γιατί ὁ Θεὸς λέγει στὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα: «Ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾽ αὐτοῦ· ᾗ δ᾽ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾽ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. Β´ 17). Ὁ φόβος, (συγχρόνως, τοῦ θανάτου καὶ τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό), ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ τηρεῖ τὴν ἐντολή Του καὶ νὰ προφυλάσσεται ἀπὸ τ᾽ ἀποτελέσματα τῆς παράβασής της.

2) Τ δεύτερο εδος φόβου, τ ποο ο Πατέρες θεωρον ς πάθος, ποτελε συνέπεια το προπατορικο μαρτήματος. κδηλώνεται πάντα μ τ μορφ ποστροφς, πο νιώθει νθρωπος ναντι ατο πο εναι δυνατν ν φθείρει κα ν καταστρέφει τν παρξή του· ρος παρξη δν ναφέρεται μως στ κατ Θεν εναι το νθρώπου, λλ στ πεπτωκς εναι του, στ ποο προσκολλται μ τ φιλαυτία. Ἐμφανίζεται πάντα πρὶν ἀπὸ κάθε φόβο θανάτου, ἀλλὰ πλέον γιὰ διαφορετικὸ λόγο σὲ σχέση μὲ τὴν πρώτη μορφή. Λαμβάνει πολυποίκιλες μορφές, καὶ θὰ ἦταν κουραστικὸ νὰ τὶς ἀπαριθμήσουμε στὸ σημεῖο αὐτό. Θ᾽ ἀναφέρουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Μάξιμο, γιὰ νὰ χαρακτηρίσουμε τὸ συγκεκριμένο φόβο ὅτι συμμετέχει στὰ πάθη ποὺ ὀφείλονται στὴ στέρηση τῆς ἡδονῆς καὶ ἔρχεται ὅπως ἐκεῖνα ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ποὺ ἡ φιλαυτία κατεργάζεται μέσω τῆς ὀδύνης ψυχῆς καὶ σώματος: ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται μήπως χάσει ἕνα αἰσθητὸ ἀντικείμενο, ἡ κατοχὴ τοῦ ὁποίου (πραγματικὴ ἢ φανταστικὰ πρόωρη) τοῦ παρέχει συγκεκριμένη αἰσθητὴ ἀπόλαυση. Φοβᾶται ἐπίσης καὶ τὴν αἰτία τῆς πιθανῆς ἀπώλειας τοῦ ἀντικειμένου. Ἡ ἰδέα ἢ ἡ αἴσθηση τῆς πιθανῆς αὐτῆς ἀπώλειας γεννᾶ στὴν ψυχὴ τοῦ κατάσταση δυσφορίας καὶ ταραχῆς, τῶν ὁποίων τὶς συνέπειες ὑφίσταται καὶ στὸ σωματικὸ πεδίο ἐξ ἴσου: «Ποτὲ μὲν ἡ ψυχή, ποτὲ δὲ τὸ σῶμα προεδειλίασε, καὶ τῷ ἑτέρῳ τοῦ πάθους μετέδωκεν», σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
.              Σ λες τς περιπτώσεις φόβος-πάθος ποκαλύπτει πρόσδεση κα γάπη στν κόσμο τοτο: στὰ ἀγαθά του, στὴν αἰσθητὴ ἡδονή τους, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς, καθὼς αὐτὴ ἡ ζωὴ κατανοεῖται ὡς προϋπηρεσία γιὰ νὰ φτάσει κάποιος στὴν ἀπόλαυση. Ἀπὸ τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανασυνδέσουμε στὴ συγκεκριμένη μορφὴ φόβου, κάθε φόβο θανάτου, ποὺ δὲν ὑπῆρχε πρὶν γιὰ παράδειγμα, ὅπως στὸ πλαίσιο τοῦ φυσικοῦ φόβου μποροῦμε νὰ συνάψουμε τὸ φόβο ἀπώλειας τῆς ζωῆς, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζεται: α) ὡς ἀγαθὸ ποὺ προσφέρεται ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ προϋπηρεσία γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του, β) ὡς ἀπώλεια τῶν αἰσθητῶν ἡδονῶν τοῦ κόσμου, τὶς ὁποῖες ἡ ζωὴ ἐπιτρέπει ν᾽ ἀπολαύσουμε. Ἡ βασικὴ αὐτὴ σχέση τοῦ πάθους τοῦ φόβου καὶ τῆς κοσμικῆς ζωῆς, -ποὺ κατανοεῖται καὶ βιώνεται σαρκικά-, ἀξιολογεῖται συχνὰ στὸ πλαίσιο τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων. Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ γράφει: «Ὅτε [ἄνθρωπος] ἐν τῇ γνώσει καὶ τῇ πολιτείᾳ τοῦ σώματος ἵσταται, ἐκ τοῦ θανάτου πτοεῖται». Ἕνα ἀπόφθεγμα ἀναφέρει: «Ρωτήθηκε ἕνας Γέροντας: “Γιατί φοβᾶμαι ὅταν περπατῶ στὴν ἔρημο;” Καὶ ἀπάντησε: “Γιατί ἐξακολουθεῖς νὰ ζεῖς”!». Καὶ ἕνα ἀκόμη: «Ἀδελφὸς ρώτησε ἕνα Γέροντα: “Γιατί μὲ καταλαμβάνει φόβος ὅταν μοῦ τυχαίνει νὰ βγαίνω μόνος τὴ νύκτα;” Καὶ ὁ Γέροντας ἀπαντᾶ: “Γιατί ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει ἀξία γιὰ σένα”».
.           Ἐνῶ τὸ πρῶτο εἶδος τοῦ φόβου εἶναι «κατὰ φύσιν», τὸ δεύτερο, ποὺ συνιστᾶ κακὸ πάθος, εἶναι «παρὰ φύσιν» καὶ «παρὰ λόγον». Ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπομάκρυνε τὸν διπλὸ σκοπὸ τοῦ φόβου, -φυσιολογικὸ καὶ φυσικό-, ποὺ τὸν συνέδεε μὲ τὸ ἀληθινὸ εἶναι του καὶ τὸν Θεό, γιὰ νὰ τὸν καταστήσει φόβο ἀπώλειας τοῦ πεπτωκότος εἶναι τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ κόσμο, καὶ ἀπώλειας τῆς ἐμπαθοῦς ζωῆς καὶ τῆς ἀντίστοιχης, πρὸς αὐτή, ἡδονῆς. ντ ν φοβται ,τι πειλε τν παρξή του κα διαίτερα τν πνευματική του παρξη, νθρωπος ρχίζει ν φοβται ,τι θέτει σ κίνδυνο τ ασθητ εναι του κα τς πολαύσεις, πο καρπώνεται π᾽ ατό.
.             Στὸ σημεῖο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ὁ κατὰ Θεὸν φόβος καὶ ὁ «κοσμικὸς» φόβος δὲν συνιστοῦν δύο διαφορετικὲς στάσεις ἐκ φύσεως, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ τὴν δια διάθεση κα στάση, προσανατολισμένη πρς δύο διαφορετικος σκοπούς. Τοῦτο προκύπτει ἀπὸ τὶς πατερικὲς διδασκαλίες, ὅπου οἱ δύο σκοποὶ παρουσιάζονται ὡς ἀποκλείοντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλο: ἂν φοβόμαστε κάποιο πράγμα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, τοῦτο συμβαίνει γιατί δὲν φοβόμαστε τὸν Θεό· ἀντίστροφα, ποιος φοβται τὸν Θεό, δν χει τίποτε ν φοβηθε: «ὁ δοῦλος Κυρίου γενόμενος τὸν οἰκεῖον Δεσπότην καὶ μόνον φοβηθήσεται· ὁ δὲ τοῦτον οὔπω φοβούμενος, τὴν ἑαυτοῦ σκιὰν πολλάκις πεφόβηται», γράφει γιὰ παράδειγμα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐξ ἄλλου οἱ Πατέρες ἀναφέρουν ὅτι ὁ φόβος-πάθος εὐνοεῖται ἀπὸ τὴν ἀκαρπία τῆς ψυχῆς, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπώλειας τῆς θείας παρουσίας σ᾽ αὐτήν: «Ἐφοβήθην ὅτι γυμνὸς εἰμί», ἐξομολογεῖται ὁ Ἀδάμ, μετὰ τὸ ἁμάρτημά του (Γεν. Γ´10).

.               Ὅπως ὅλα τὰ ὑπόλοιπα πάθη, ὁ φόβος παρουσιάζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς νόσος. Κύριος λόγος, ποὺ μόλις παρουσιάσαμε εἶναι ἡ διαστροφὴ τῆς ἐνάρετης φυσικῆς διάθεσης καὶ στάσης σὲ παρὰ φύση πάθος. Δευτερεύοντα λόγο συνιστοῦν οἱ ταραχὲς ποὺ γεννᾶ ὁ φόβος.
.               Κατὰ πρῶτον, φόβος ποκαλύπτει παθολογικ σχέση το νθρώπου πρς τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος ἀποστρέφεται τὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς του, τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τοῦ εἶναι του, τὸ νόημα τῆς ὕπαρξής του καὶ τοποθετεῖ τὸ κέντρο τῶν μερίμνων του στὴν αἰσθητὴ πραγματικότητα ποὺ γίνεται γι᾽ αὐτὸν τὸ Ἀπόλυτο: φοβούμενος τὴν ἀπώλεια κάποιου ἀγαθοῦ τοῦ κόσμου καὶ κάποιας αἰσθητῆς ἡδονῆς, ντ ν φοβται τν πώλεια το Θεο κα συνεπς το διου του αυτο του, πομακρύνεται τελικ π τὸν Θεό. Ὅλη ἡ διαδικασία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἐντοπίζεται καὶ πάλι στὴ συγκεκριμένη στάση, ὅπως βλέπουμε μαζὶ μὲ ὅλες τὶς συνέπειές της προφανῶς.
.               μφοβος, μως δν χει λησμονήσει τὸν Θε μόνο ς ρχ κα τέλος το εναι κα το βίου, λλ κα ς νόημα κα κέντρο τς παρξης: Τν χει ξ ἴσου παρνηθε κα γνοήσει· χει ρνηθε τν Πρόνοια κα τν προστασία, μ τν ποία περιβάλλει κάθε παρξη. φόβος ποκαλύπτει τν παραίσθηση, τν ποία χει παραδομένος στν αυτό του νθρωπος: νὰ μὴ μπορεῖ ἢ νὰ μὴ πρέπει νὰ βασίζεται στὶς δικές του δυνάμεις, νὰ ἀποστερεῖται τῆς βοήθειας τοῦ Θεοῦ. «Ρώτησαν ἕνα Γέροντα: “Γιατί φοβμαι διασχίζοντας τν ρημο;” Κα ατς πάντησε: “Γιατί νομίζεις τι εσαι μόνος κα δὲν βλέπεις τὸν Θε δίπλα σου». Ἡ διδασκαλία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται ν᾽ ἀκυρώσει καὶ νὰ διαλύσει τὴν ψευδαίσθηση, ὑπενθυμίζοντας στὸν ἄνθρωπο ὅτι ὁ Θεὸς προνοεῖ ἀδιάκοπα γι᾽ αὐτὸν (Ματθ. ι´ 29-31. Λουκ. ιβ´ 6-7). Ἀκόμη φόβος εναι τεκμήριο κα σημεο πώλειας τς πίστης στ Θεία Πρόνοια: «Τί δειλοὶ ἐστε οὕτω; πῶς οὐκ ἔχετε πίστιν;» λέγει ὁ Χριστὸς στοὺς κατατρομαγμένους ἀπὸ τὴ θύελλα μαθητές του (Μάρκ. δ´ 36-40). Ἐπιπλέον, ὁ φόβος ἐκφράζει ἀπώλεια πίστης καὶ στὰ πνευματικὰ ἀγαθά. Διότι ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνδεθεῖ μ᾽ αὐτά, μόνο αὐτὰ θὰ φοβόταν μήπως χάσει: «μίαν ὀδύνην εἰδώς, τὴν τούτων [θείων] ἀποτυχίαν», ἀναφέρει σχετικὰ ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Τὰ θεία ἀγαθὰ εἶναι πραγματικὰ τὰ μόνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπόλυτη ἀξία καὶ ζωτικὴ σημασία. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό, γενόμενος μέτοχός της Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς θείας ζωῆς, ὀφείλει νὰ μὴ φοβᾶται καμιὰ ἐπίθεση κατὰ τῆς ψυχῆς ἢ κατὰ τοῦ σώματός του, οὔτε ἀκόμη τὴν ἐπίθεση τοῦ θανάτου ποὺ σκοτώνει προσωρινὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε περισσότερο (Ματθ. ι´ 28. Λουκ. ιβ´4). Ὅποιος ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό, βρίσκει σ᾽ Αὐτὸν τὴν πληρότητα τῶν ἀγαθῶν καὶ δὲν φοβᾶται μήπως στερηθεῖ κάποιου αἰσθητοῦ ἀγαθοῦ.

ΠΗΓΗ: alopsis

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: