ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ-1 (Ἑρμηνεία Ε´ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου)

 

Θεοφάνους Κεραμέως

Ὁμιλία στὸ Ε´ Ἑωθινὸ Εὐαγγέλιο
ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Α´]

(Λουκ. κδ´ 12-35)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο π. Σταύρου Τρικαλιώτη
«Τὰ ἕνδεκα ἑωθινὰ Εὐαγγέλια», τ. Α´,
ἔκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι 2007, σελ. 171 ἑπ. 

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

«Οἱ δύο Μαθητές πρός Ἐμμαούς. Ποιός εἶναι αὐτὸς πού δὲν κατονομάζεται;» (Λουκ. κδ´, 12-13)

.         «Ὁ Πέτρος σηκώθηκε καὶ ἔτρεξε στὸ μνῆμα· καὶ ἀφοῦ ἔσκυψε εἶδε τά σάβανα μόνα τους (χωρὶς τὸ σῶμα) καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του θαυμάζοντας τὸ γεγονός. Τὴν ἴδια ἡμέρα, δύο ἀπὸ αὐτοὺς (τοὺς μαθητὲς) πήγαιναν σὲ κάποιο χωριό, πού ἀπεῖχε ἕνδεκα περίπου χιλιόμετρα ἀπό τήν Ἱερουσαλὴμ καὶ λεγόταν Ἐμμαούς».
.         Ἡ ζωηφόρος ἀνάσταση τοῦ Κυρίου δὲν ἀποδεικνύεται στοὺς ἐκλεκτοὺς μαθητές του ἀπὸ τὸ παραπάνω σημεῖο, ἀλλὰ πρῶτα ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν αὐτὴν οἱ μαθήτριες πού μετέφεραν τὰ ἀρώματα. Ὕστερα δὲ ἀπὸ αὐτὲς οἱ μαθητὲς τῶν μαθητῶν, δύο ἀπό τούς ὁποίους ἦταν αὐτοὶ πού βάδιζαν πρὸς τὸ χωριὸ Ἐμμαούς τὴν ἴδια ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεργήθηκε τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς ἀναστάσεως.
.         Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ ἑνός, ἐνῶ ἀπέκρυψε τὸ ὄνομα τοῦ ἄλλου, ἔκανε πολλοὺς νὰ κάνουν διαφόρους συλλογισμοὺς γιὰ τὸ ὄνομα. Ἄλλοι ὑποστήριξαν μὲ βεβαιότητα ὅτι εἶναι ὁ Ναθαναὴλ ὁ Κανανίτης, ἄλλοι ὁ Σίμωνας καὶ ἄλλοι ἄλλος. Φαίνεται ὅμως ὡς πιὸ πιθανό ὅτι εἶναι ὁ Λουκᾶς (τὸ πρόσωπο πού ἀποκρύβεται) ὁ συγγραφέας αὐτῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀπὸ συστολὴ ἀπέκρυψε τὸ ὄνομα. Καὶ γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε ὅτι μαντεύουμε κάτι παράλογο, ἂς φέρουμε ἐδῶ ὡς ἀξιόπιστο μάρτυρα τὸν Συμεών, ὁ ὁποῖος συνέθεσε τὶς μεταφράσεις μὲ μεγάλη ἐπιτυχία. Αὐτὸς λοιπὸν ἀναφέρει αὐτὸ στὸ ὑπόμνημά του στὸν ἱερὸ Λουκᾶ.

 «Οἱ δύο Μαθητές συζητοῦν λυπημένοι». (Λουκ. κδ´, 14)

 .         Αὐτοὶ λοιπὸν βάδιζαν τὸ δρόμο πρὸς τὴν Ἐμμαούς. Ἦταν θορυβημένοι γι᾽ αὐτὸ πού εἶχε συμβεῖ στὸν Κύριο, γεμάτοι ἀνήσυχες σκέψεις καὶ βυθισμένοι στὴ λύπη. Συνηθίζει δέ, σὲ παρόμοιες περιστάσεις, ἡ διήγηση ὅσων ἔχουν συμβεῖ νὰ καταπραΰνει τὴ σφοδρότητα τῆς λύπης, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φυγαδεύεται (ἡ λύπη) κάπως, ὅταν φέρνουμε στὴ μνήμη καὶ διηγούμαστε αὐτὰ πού ἔχουν συμβεῖ, πράγμα πού καὶ αὐτοὶ ἔκαναν, καθὼς βάδιζαν, ζωντανεύοντας τὰ γεγονότα στὴ μνήμη τους καὶ μετριάζοντας τὸ βάρος τῆς λύπης συζητώντας γι᾽ αὐτά. «Καί αὐτοί», λέει, «μιλοῦσαν μεταξύ τους, γιὰ ὅλα αὐτὰ πού εἶχαν συμβεῖ».

 «Ὁ Ἰησοῦς πλησιάζει τους δύο Μαθητὲς καὶ συνομιλεῖ μαζί τους» (Λουκ. κδ´, 15· 16· 17· 18)

 .         Ἀλλ᾽ αὐτὸς πού βρίσκεται παντοῦ πορευόταν συγχρόνως μαζὶ μὲ αὐτοὺς χωρὶς νὰ φαίνεται, ἀκούγοντας προσεκτικὰ τὰ λόγια πού προέρχονταν ἀπὸ ὀλιγοψυχία. Ἔπειτα ἀποκαλύπτει σ᾽ αὐτοὺς τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ νὰ γίνει θεατός. Δὲν ἀποκαλύφθηκε, βέβαια, ὥστε νὰ τὸν γνωρίζουν ποιὸς ἀκριβῶς ἦταν, ἀλλ᾽ ἀφοῦ πλησίασε σὰν κάποιος ξένος ὁδοιπόρος βάδιζε μαζί τους ἀπὸ κοντά. «Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς τοὺς πλησίασε καὶ βάδιζε μαζί τους», καὶ, σὰν νὰ ἀγνοοῦσε, ζητοῦσε νὰ μάθει τὴν αἰτία τῆς λύπης.
.         «Τί εἶναι αὐτὰ τά λόγια πού συζητᾶτε μεταξύ σας περπατώντας καί γιατί εἶστε περίλυποι»; Ἐκεῖνοι, ὅμως, νομίζοντας ἀπὸ τὴ φωνὴ καὶ τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση ὅτι βλέπουν κάποιον ἄνδρα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, τὸν ἐπιτιμοῦν, γιατί εἶναι τόσο ἀνόητος, ἐπειδὴ ἀγνοοῦσε αὐτὰ πού ἦταν σὲ ὅλους προφανῆ καὶ γνωστά. Ὁ ἄλλος, ὅμως, ἀπὸ αὐτούς, ὁ Κλεόπας, τὸν ὁποῖο τὰ Πανάρια τοῦ Ἐπιφανίου ἀναφέρουν ὡς ἀνηψιὸ τοῦ Κυρίου, τὸν ἐπιτίμησε. Αὐτός, λοιπόν, ρίχνοντάς του ἕνα βλοσυρὸ βλέμμα (τοῦ εἶπε)· «Ἐσύ εἶσαι ὁ μόνος πού κατοικεῖ στήν Ἱερουσαλήμ καί δέν ἔμαθες αὐτά πού ἔγιναν σ’ αὐτήν αὐτές τίς ἡμέρες;». Δὲν λέει αὐτό, ὅτι εἶσαι προσωρινὸς κάτοικος πού ἦλθες ἀπὸ ξένα μέρη καὶ διαμένεις στὴν πόλη. Διότι ὑποψιαζόταν ὅτι δὲν εἶναι προσωρινός, ἀλλά μόνιμος πολίτης.
.         Ἡ λέξη ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοια· «Σύ εἶσαι ὁ μόνος πού κατοικεῖς στὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ δὲν ἔμαθες αὐτὰ πού ἔγιναν σ᾽ αὐτήν;». Βέβαια, ἦταν προσωρινὸς κάτοικος, πού ἀντάλλαξε τὴν γήινη προσωρινὴ κατοικία του μὲ τὴν οὐράνια κατοικία, γιὰ νὰ ἐπαναφέρει στὴν οὐράνια πατρίδα τὴν ἀνθρώπινη φύση, πού ἀπέλαβε τὴν γήϊνη πατρίδα μετὰ τὴν πτώση, καὶ πού γι᾽ αὐτὸ θρηνεῖ μαζὶ μὲ τὸν Δαυίδ, λέγοντας: «Ἀλλοίμονο, γιατὶ ἡ παραμονή μου στὴν ξένη γῆ παρατάθηκε γιὰ πολύ».

 «Διαψεύδονται οἱ ἀντιλήψεις τῶν Μαθητῶν περὶ κοσμικοῦ Μεσσία-ἐλευθερωτῆ» (Λουκ. κδ´, 19, 20, 21).

 .         Καὶ αὐτὸς τοὺς εἶπε· «Ποῖα;» Καί ἐκεῖνοι Τοῦ ἀπάντησαν· «Τά σχετικά μέ τὸν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο, ὁ ὁποῖος ἦταν προφήτης». Αὐτὸς ὅμως προσποιούμενος ἀκόμα ἄγνοια ἀντέταξε· «Ποιά;» Τότε ὁ Κλεόπας ἀρχίζει νὰ διηγεῖται καὶ νὰ ἀπαριθμεῖ ὅλα, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη ποὺ εἶχαν (γι᾽αὐτά). «Προφήτης», γιατὶ αὐτὸ νόμιζαν, ἐπειδὴ δὲν ἔφταναν σὲ ὑψηλότερη γνώμη (γιὰ τὸν Χριστὸ). «Δυνατὸς στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια». Ἐδῶ ἀναφέρεται στὴν παρρησία τῆς διδασκαλίας καὶ στὴ δύναμη τῶν θαυμάτων, γιατὶ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ τὰ χαρακτήριζε μιὰ γλυκειὰ πειστικότητα, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἤλεγχε τοὺς Γραμματεῖς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη σαγήνευε τοὺς ὄχλους, ὥστε καὶ οἱ ἀντίθετοι νὰ φτάνουν στὸ συμπέρασμα· «Ποτὲ στὸ παρελθὸν δὲν μίλησε ἔτσι ἄνθρωπος».
.         Τὰ ἔργα, ἐπίσης, τὰ ἀκολουθοῦσε κάποια θεϊκὴ δύναμη, ἡ ὁποία θεράπευε τὶς ἀσθένειες μόνο μὲ ἕνα νεῦμα καὶ μὲ τὴ σφοδρότητα τῆς θελήσεως, ὥστε πάλι νὰ ἀναβοοῦν οἱ ὄχλοι· «Ποτὲ δὲν εἴδαμε τέτοια πράγματα». Καὶ τὸ «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὁλόκληρου τοῦ λαοῦ», σημαίνει ὅτι ἀγαθοὶ θεωροῦνται πολλὲς φορὲς αὐτοὶ πού δείχνουν ὑποκριτικὰ μιὰ ἐξαιρετικὴ διαγωγή, εἶναι ὅμως μισητοὶ ἀπέναντι στὸν Θεό. Τὸ νὰ ἔχει ὅμως κάποιος καὶ τὴ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μαρτυρία τοῦ λαοῦ, εἶναι χαρακτηριστικὸ μόνο τῶν τελείων.
.         Ἔπειτα, διηγεῖται τὴν παράδοση (τοῦ Χριστοῦ) στὸν ἡγεμόνα καὶ τέλος τὸ σταυρικὸ θάνατο καὶ ὅτι διαψεύσθηκαν οἱ πολὺ μεγάλες ἐλπίδες πού εἶχαν. «Ἔμεῖς, ὅμως», λέει, «ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς εἶναι (ὁ Μεσσίας) πού πρόκειται νά ἐλευθερώσει τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ». Γιατί πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος διαφορετικὲς ἀντιλήψεις εἶχαν σχετικὰ μὲ τὸν Χριστό· νόμιζαν, δηλαδή, ὅτι θὰ βασίλευε σὲ μιὰ ἐπίγεια βασιλεία καὶ ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ θὰ ἀνέτρεπε τὴν ἐπικράτεια τῶν Ρωμαίων. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔλεγαν ὅτι, «Ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ (ὁ Μεσσίας) πού πρόκειται νὰ ἐλευθερώσει τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ». Ὅταν ὅμως, εἶδαν αὐτὸν νὰ ἔχει καταδικαστεῖ κατὰ ἀτιμωτικὸ τρόπο καὶ νὰ δέχεται ἕναν ἐπονείδιστο θάνατο, ἔφταναν σὲ διαφορετικὰ συμπεράσματα καὶ αὐτὸ εἶχε σὰν συνέπεια νὰ κατηγοροῦν τοὺς ἑαυτούς τους ὅτι στὸ παρελθὸν εἶχαν ξεγελαστεῖ ἀπὸ μάταιες ἐλπίδες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ-2 «Αὐτὸν ποὺ ζητοῦσαν, τὸν εἶχαν καὶ ταυτόχρονα αὐτὸν ποὺ εἶχαν, τὸν ἀγνοοῦσαν, καὶ αὐτὸν ποὺ βρῆκαν, τὸν ἔχασαν». (Ἑρμηνεία Ε´ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου)

 

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: