Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ (1392 – 1444) Ὁ ἀναδειχθεὶς σὲ φλογερὸ ὑπέρμαχο καὶ ἀκράδαντο στύλο τῆς ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως θεόπνευστος καὶ πανευκλεὴς ἱεράρχης τῆς Ἐφέσου

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ (1392 – 1444)
ναδειχθες σ φλογερ πέρμαχο
κα
κράδαντο στύλο τς μωμήτου ρθοδόξου πίστεως
θεόπνευστος κα
πανευκλες εράρχης τς φέσου [Α´]

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

006a.               Μεταξὺ τῶν φωτισμένων ἱεραρχῶν, μεγάλων διδασκάλων καὶ φλογερῶν προμάχων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐξέχουσα θέση καταλαμβάνει ὁ τιμώμενος στὶς 19 Ἰανουαρίου Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ ἀγωνιστὴς Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφέσου, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε ὁ ἀδιάψευστος μονομάχος, ὁ φλογερὸς ὑπέρμαχος καὶ ὁ πιστὸς φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἀνατολικῶν Γραικῶν ἀπέναντι στὴν ἐπιρροὴ καὶ ἀπειλὴ τοῦ Παπισμοῦ τῆς Δύσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπῆρξε μέγας εὐεργέτης καὶ λαμπρὸς φωστὴρ τοῦ Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ κράτησε στοὺς ὤμους του ἀνόθευτο ὅλο τὸν πνευματικὸ πλοῦτο τῆς Ὀρθοδοξίας, γενόμενος «ὄργανον τοῦ Παρακλήτου», «θεοκρότητος σάλπιγγα τῆς θεολογίας», «ὑπέρμαχος τῶν εὐσεβῶν δογμάτων», «θερμότατος ζηλωτὴς τῆς πατροπαραδότου ὁμολογίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως», «ἀνατροπέας τῆς παπικῆς ἀλαζονείας», «ἀκένωτος ποταμὸς τῶν εὐσεβῶν συγγραμμάτων».
.             Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ λαμπρότατος αὐτὸς φωστὴρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὑμνηθεὶς ὡς «μέγας ζηλωτής, ὑπερμαχῶν πατρώου φρονήματος καὶ καθαιρῶν τοῦ σκότους τὰ ὑψώματα», γεννήθηκε τὸ 1392 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἦταν γόνος ἐπιφανοῦς ἀρχοντικῆς οἰκογενείας. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Μανουήλ, οἱ δὲ εὐσεβεῖς καὶ εὐγενεῖς στὴν καταγωγὴ γονεῖς του φρόντισαν νὰ τὸν ἀναθρέψουν μὲ τὰ νάματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν ἐπιμελῆ καὶ ἀνωτέρα μόρφωση. Τὰ πρῶτα γράμματα ὁ Μανουὴλ τὰ διδάχθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὸν Γεώργιο, ὁ ὁποῖος ἦταν διάκονος καὶ σακελλίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ εἶχε μία φημισμένη ἰδιωτικὴ σχολή. Ὅταν ὅμως ὁ Μανουὴλ ἦταν δεκατριῶν ἐτῶν, ὁ πατέρας του ἀπεβίωσε καὶ ἔτσι ἔμεινε ὀρφανὸς μαζὶ καὶ μὲ τὸν ἀδελφό του, τὸν Ἰωάννη. Τότε ἡ μητέρα του, ἡ Μαρία, ἡ ὁποία ἦταν κόρη ἑνὸς εὐσεβοῦς ἰατροῦ, ὀνόματι Λουκᾶ, τὸν ἔστειλε νὰ μορφωθεῖ ἀκόμη περισσότερο πλησίον τῶν ἐπιφανέστερων καὶ σοφότερων διδασκάλων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι ἦταν ὁ Ἰωάννης Χορτασμένος (ὁ καὶ μετέπειτα ἐκλεγεὶς Μητροπολίτης Σηλυβρίας Ἰγνάτιος) καὶ ὁ φημισμένος μαθηματικὸς καὶ φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστὸς ἢ Πλήθωνας. Ὅταν ὁ Μανουὴλ ὁλοκλήρωσε τὴ μόρφωσή του, ἀνέλαβε τὴ διεύθυνση τοῦ πατριαρχικοῦ σχολείου καὶ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἀναδείχθηκε ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους διδασκάλους τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητές του διέπρεψαν ἀργότερα, ὅπως ὁ Γεώργιος Σχολάριος, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας ἐξελέγη πρῶτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὸ ὄνομα Γεννάδιος, ὁ Θεόδωρος Ἀγαλλιανὸς καὶ ὁ Μητροπολίτης Μηδείας Θεοφάνης.
.             Ἔχοντας ὅμως ὁ Μανουὴλ κλίση πρὸς τὸν ἡσυχαστικὸ βίο, διένειμε ὅλη τὴν περιουσία του καὶ σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν ἀποφάσισε νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεό. Ἔτσι τὸ 1418 κατέφυγε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Πριγκηπόννησα, τὴ νῆσο Ἀντιγόνη, καὶ ἐκεῖ στὴ μονὴ τῆς νήσου ἐκάρη μοναχός, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Μάρκος. Στὸν τόπο αὐτὸ παρέμεινε ἀγωνιζόμενος πνευματικὰ ἐπὶ δύο ἔτη κοντὰ στὸν ἐνάρετο καὶ ἐπιφανῆ ἀσκητὴ Συμεών. Ὅμως μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια, τὸ 1420, ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ μονὴ τῆς νήσου Ἀντιγόνη ἐξ αἰτίας τῶν ὀθωμανικῶν ἐπιδρομῶν καὶ νὰ καταφύγει στὴν περιώνυμη μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ἱδρυθεῖσα περὶ τὰ μέσα τοῦ 11ου αἰώνα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Θ´ Μονομάχο (1042-1055). Στὴν περίφημη αὐτὴ μονὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπιδόθηκε σὲ σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνέθεσε τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἑκατὸ διασωθέντα ἔργα του. Μεταξὺ αὐτῶν ἀξιομνημόνευτα εἶναι τὰ ἔργα ποὺ συνέγραψε ἐναντίον τῶν λατινοφρόνων ἀντιπάλων τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1296-1359), τὸν ὁποῖο εἶχε ὡς φωτεινὸ πρότυπο καὶ καθοδηγητὴ στὴ ζωή του. Στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων ἔλαβε καὶ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, παρὰ τοὺς δισταγμούς του, ἀφοῦ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο γιὰ μία τέτοια ὑψηλὴ ἀποστολή. Σὲ πολὺ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἔγινε γνωστὸς γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία του, γεγονὸς ποὺ τὸν κατέστησε φημισμένο πνευματικό. Γι’ αὐτὸ τόσο κληρικοὶ ὅσο καὶ λαϊκοὶ ζητοῦσαν τὴ γνώμη του γιὰ διάφορα θεολογικὰ καὶ πνευματικὰ θέματα.
.             Παρόλο ὅμως ποὺ ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς ἐπιζητοῦσε τὸν μοναχικὸ βίο καὶ τὴν κατὰ Θεὸν ἄσκηση, ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία διερχόταν στιγμὲς ἀγωνίας ἐξ αἰτίας τῆς ὀθωμανικῆς ἀπειλῆς. Ἡ πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἀστάθεια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀνάγκασε τὸν Ἅγιο Μάρκο νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀγωνισθεῖ μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις γιὰ τὴν προστασία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν ἐπιβίωση τοῦ Γένους μας. Καὶ αὐτὰ ἦταν ἀναγκαῖα, διότι ὁ Πάπας στὴν προσπάθειά του νὰ διασώσει τὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν ἐπερχόμενη ὀθωμανικὴ ἀπειλή, ἐπεδίωκε μὲ κάθε τρόπο τὴν ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴν Παπικὴ Ἐκκλησία, γεγονὸς ποὺ θὰ ἐπιτυγχανόταν μὲ τὴν ἕνωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Στὴ δύσκολη αὐτὴ χρονικὴ στιγμὴ γιὰ τὸ μέλλον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ὅρισε τὸ 1436 τὸν ἱερομόναχο Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ ὡς ἀντιπρόσωπό του στὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία θὰ συγκαλοῦνταν γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι ὁ ἱερομόναχος Μάρκος διέθετε τέτοιο κύρος καὶ ἀπολάμβανε τέτοια ἐκτίμηση ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η´Παλαιολόγο (1425-1448), ὥστε τὸ 1437 καὶ μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ Μητροπολίτου Ἐφέσου Ἰωάσαφ, ἐξελέγη καὶ χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ἐφέσου, ὕστερα μάλιστα καὶ ἀπὸ τὴν ἔντονη ἐπιμονὴ τοῦ αὐτοκράτορα. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς ὡς Ἐπίσκοπος Ἐφέσου ἔλαβε μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439), ἀναδειχθεὶς «ἔξαρχος τῆς Συνόδου», ἀφοῦ ἐκπροσώπησε τοὺς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων καὶ Ἀντιοχείας. Ὁ σκοπὸς τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἦταν ἡ ἕνωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς Δυτικῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὕστερα ἀπὸ τὸν χωρισμὸ ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ ἐξ αἰτίας τοῦ σχίσματος κατὰ τὸ ἔτος 1054. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονισθεῖ ὅτι τὸ σχίσμα μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν προκλήθηκε ὕστερα ἀπὸ τὴ βλάσφημη προσθήκη τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως (τὸ γνωστὸ Filioque), σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἐκπορεύεται μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. Μὲ τὴν αἱρετικὴ ὅμως αὐτὴ διδασκαλία καταργεῖται τὸ θεμελιῶδες δόγμα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα χάνεται ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ -2 «Ὁ μονομάχος τῆς Ὀρθοδοξίας»»

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: