ΟΙ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

Ο δύο κόσμοι

Γράφει ὁ Μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 03.03.2013

.           Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος κινεῖται σὲ μία πολύπλοκη γραμμή, ποὺ καταλήγει στὸ χάος. Δὲν ἔχει ἕνα βαθὺ κέντρο ἀναφορᾶς. Δὲν θέτει στὴ ζωή του σταθερὴ ἀρχὴ καὶ τέλος. Δὲν προσανατολίζεται σὲ ζωηφόρα πηγὴ γιὰ νὰ ξεδιψάσει. Δὲν βλέπει στὸν ἐλευθερωτὴ οὐρανό, ποὺ παραμένει γιὰ νὰ τὸν παραλάβει καὶ νὰ τὸν λυτρώσει.
.           Μένει ἀνέραστος, ἀβοήθητος, μόνος, ἀπαρηγόρητος καὶ ταραγμένος. Μπορεῖ ὅ,τι τὸν περιτριγυρίζει νὰ ἐντυπωσιάζει, νὰ ἐνθουσιάζει καὶ νὰ προκαλεῖ, μὰ τὸν ἀφήνει ἄδειο, ἀφοῦ εἶναι ἀπατηλό. Ἡ ἀνθρώπινη δημιουργία δίνει τὴν ὀσμὴ τῆς σήψης, ἀφοῦ εἶναι ἔργο ὑπερηφάνειας. Ἡ ἔξυπνη διαφήμιση παραπλανᾶ καὶ πείθει στὴν ἐπιλογὴ τοῦ ψεύτικου. Νομίζει ὁ ἄνθρωπος, πὼς θὰ ἀλλάξει ὄχημα καὶ θὰ ἀλλάξει πρὸς τὸ καλύτερο καὶ ἡ ζωή του. Ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων θαυμαστά, ἀλλὰ ἄπνοα καὶ δίχως ἀντοχή. Προκαλοῦν ἔκπληξη, βασανίζουν τὸ μυαλό, μαγνητίζουν τὸ συναίσθημα. Ἕνας κόσμος μαγευτικῶν συνθημάτων καὶ πονηρῶν λογισμῶν, ποὺ αἰχμαλωτίζουν καὶ ταλαιπωροῦν. Νομίζει πὼς ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θὰ εὐτυχίσει. Ὅμως, τὶς νύχτες ξαγρυπνᾶ ἡ συνείδηση καὶ συλλογίζεται τὰ λάθη τῆς ἡμέρας, τὸν εὐτελισμὸ τοῦ βίου, τὸν μολυσμὸ τοῦ ἱεροῦ προσώπου. Ἀδυνατεῖ, λέει, νὰ ἀποτινάξει τὸ ζυγὸ τῆς ἀνελευθερίας, ποὺ ἀπὸ χρόνια ἔχει ὑποτάξει τὴ ζωή του.
.           Ἕνας ποὺ δὲν πιστεύει σὲ τίποτε ἀπὸ ποῦ νὰ πιαστεῖ; Τί νὰ τὸν ἐμπνεύσει, νὰ τὸν παρηγορήσει καὶ νὰ τὸν ἐνδυναμώσει; Τὶς ὧρες τῆς σκοτεινῆς μοναξιᾶς ποῦ νὰ ἑλκυσθεῖ; Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνακουφισθεῖ κανεὶς οὔτε στὸ κάπνισμα, οὔτε στὸ ποτό, οὔτε στὸ τραγούδι. Μένει γυμνὰ μόνος, δίχως ἐλπίδα ἀκτίνος φωτὸς καὶ στήριγμα σταθερό. Βαδίζει μελαγχολικὸς ἔρημο μονοπάτι δίχως καμία οὐσιαστικὴ βοήθεια. Δυστυχῶς, τὸ φαινόμενο εἶναι συχνό. Εἶναι λυπηρὸ καὶ τραγικό. Ἀποκύημα τῆς ἐπηρμένης καὶ ἄθεης ἐποχῆς μας, τῆς φονεύτριας τῆς πίστης καὶ τῆς ἐλπίδας. Μαγνήτισε ἡ διαφήμιση, ξελόγιασε ἡ τηλεόραση, ἀπογοήτευσε ἡ πολιτική, πρόδωσε ἡ φιλία.
.           Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἐκλεκτὴ μικρὴ μερίδα. Μία σιωπηλή, ἀφανὴς καὶ αὐτοπεριορισμένη καὶ αὐτοκρινόμενη μειοψηφία. Ἄνθρωποι ποὺ ἐπέλεξαν τὴν ἐντιμότητα, τὴν πενία καὶ τὴν ἀδοξία. Δὲν θέλησαν νὰ ζήσουν μὲ ἄδικο πλοῦτο. Κέρδισαν τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἡσυχία. Ὑπομένουν, ἀνέχονται, ταπεινοφρονοῦν καὶ εἶναι κερδισμένοι. Δὲν θέλησαν ποτὲ στὴ ζωή τους τὴν περιπέτεια τοῦ ψυχοβόρου κακοῦ. Κοιτώντας χαμηλὰ βρίσκουν τὸν οὐρανό. Ἔτσι ἔζησαν οἱ ἅγιοι. Αὐτὸς ὁ δεύτερος κόσμος πορεύεται στὸ θεῖο μεγαλεῖο, τὴν ἄνοιξη καὶ τὴν ἐλευθερία, ἐνῶ ὁ πρῶτος σὲ πικρὰ ἀδιέξοδα.

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: