ΑΝΑΠΑΥΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΜΟΧΘΟ…! «Ὁ σύγχρονος τεχνολογικὸς ἄνθρωπος θέλει, ὅσο μπορεῖ, νὰ … κάθεται. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀγωνίζεται νὰ … μὴν ἀγωνίζεται. Ἀντιθέτως ἡ ἀσκητικὴ σκέψη θεωρεῖ τὴν περιφρόνηση τῆς ἀναπαύσεως σὰν βασικὴ ἀρετή»!(Ἰω. Κορναράκης)

Ἀνάπαυση μέσα στὸ μόχθο… !

Ἰωάν. Κορναράκη,
(Ὁμοτ.) Καθηγητοῦ Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
«Ἀνταύγειες τῆς πατερικῆς ἐρήμου μέσα στὸ σύγχρονο κόσμο»
(Ψήγματα ἀπὸ τὴν πνευματικὴν ἐμπειρίαν Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου),

 ἔκδ. Π. Πουρναρᾶ,
Θεσσαλονίκη 1972,  σ. 51-58

ΑΝΤΑΥΓ..           Ἡ βασικὴ ἐπιδίωξη τῶν τεχνολογικῶν κατακτήσεων ἐντοπίζεται εὔστοχα στὴν ἐξασφάλιση κάθε φορὰ καὶ τελειοτέρων ἀνέσεων μέσα στὴν περιοχὴ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος δηλαδὴ ὑπηρετεῖ δουλικὰ καὶ ἀσταμάτητα μία βασικὴ ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος, τὴν ἀκατάσχετη τάση γιὰ ἄνεση, γιὰ ἀνάπαυση!
.            Φαίνεται ὅτι ἡ νοσταλγία τοῦ Παραδείσου, τὴν ὁποία καὶ ὁ Μπερδιάγιεφ ὑπογραμμίζει, συμπυκνώνεται σήμερα (στὴν κοσμική της διαστροφὴ) σὲ μία ψυχικὴ ροπὴ πρὸς τὴν ἀμεριμνησία, τὴ νωχέλεια, τὴν ἀνάπαυση τοῦ σώματος καὶ τοῦ νοῦ. Ὁ τεχνολογικὸς αἰώνας μας, ὅπως διαμορφώνει τὴ ζωή μας, ἐντείνει συνεχῶς τὴν ψυχικὴ δίψα γιὰ ἄνεση, γιὰ ἀνάπαυση. Ἤδη ὁ αἰώνας αὐτὸς κατόρθωσε νὰ περιορίσει πολλὲς ἀναγκαῖες ἐργασίες τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἁπλῆ πίεση ἑνὸς διακόπτη ἢ ἑνὸς ἠλεκτρικοῦ πλήκτρου. Ἔτσι ὁ σύγχρονος τεχνολογικὸς ἄνθρωπος ἐμπιστεύεται τὶς προσδοκίες καὶ τὶς κρυφὲς ἀγωνίες του, γιὰ ἀνάπαυση καὶ ἄνεση, σὲ μερικὰ θαυματουργικὰ κουμπιά. Θέλει νὰ κινεῖ μόνο τὸ δακτυλάκι του σὲ κάθε βασικὸ ἢ δευτερεῦον ἔργο τῆς ζωῆς καὶ … τίποτε περισσότερο!! Ὁ σωματικὸς κόπος καὶ μόχθος τοῦ φαίνεται σὰν μία ἀδικαιολόγητη ἀδικία τῆς φύσεως, σὰν μία προσβολὴ τῆς «ἀριστοκρατικῆς» του ὑποστάσεως. Θέλει, ὅσο μπορεῖ, νὰ … κάθεται! Νὰ ἀναπαύεται καὶ νὰ τρυγᾶ τὶς εὐχάριστες μόνο ἐμπειρίες τῆς ζωῆς! Ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος τὸν ἔχει κακομάθει ἀθεράπευτα..!
.           Ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀνέσεως καὶ τῆς ἀναπαύσεως ἀπὸ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, μὲ μία συνεχῶς αὐξανομένη μανία, εἶναι ἕνα σύμπτωμα ἀρκετὰ ἀνησυχητικό. Γιατί δείχνει πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι κουρασμένος, πολὺ βαθειὰ κουρασμένος!
.           Ἡ κόπωσή του αὐτὴ ἴσως νὰ προέρχεται βασικὰ ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ψυχολογικὰ ἔχει παραιτηθεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπὸ τὸν ἀγώνα τῆς ζωῆς. Ἢ τουλάχιστον ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀγωνίζεται μὲ ἀγχώδη τρόπο νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸν ἀγώνα τῆς ζωῆς. Ἡ δυνατότητα τῶν θαυμαστῶν ἀνέσεων, ποὺ ὁ ἴδιος θὰ μποροῦσε νὰ ἀπολαύσει ἢ ποὺ οἱ ἄλλοι ἀπολαμβάνουν, τὸν παροτρύνει ἀσυνείδητα σὲ μία ξέφρενη ἀναζήτηση τῆς ἀναπαύσεως καὶ μάλιστα τῆς σωματικῆς. Ἀλήθεια, ἀγωνίζεται νὰ … μὴν ἀγωνίζεται!
.           Ἀλλὰ βέβαια ἡ ψυχολογικὴ θέση ποὺ παίρνει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος μπροστὰ στὸν μόχθο τῆς ζωῆς εἶναι θέση φυγῆς. Ἡ τεχνολογία μὲ τὶς «μαγικές» της ὑποσχέσεις γιὰ ἀνάπαυση καί… ραθυμία δὲν εἶναι τὸ πρωταρχικὸ αἴτιο αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἀλλὰ ἕνας παράγων ποὺ ἐντείνει μία πολὺ βαθειὰ σύγκρουση μέσα στὴν ψυχὴ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου: τὴ σύγκρουσή του μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Ἡ δίψα γιὰ ἄνεση ποὺ ἐντείνει ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος εὑρίσκει κατάλληλο ἔδαφος στὴν βασικὴ ψυχικὴ σύγκρουση τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί, ἀλήθεια, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγωνίζεται συνειδητὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴν προσωπικότητά του μὲ τὴν δύναμη ἑνὸς αὐθεντικοῦ ἰδανικοῦ τῆς ζωῆς, διασπαθίζει τὸν ἑαυτό του στὶς ἀπεγνωσμένες προσπάθειες γιὰ ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ ἀνάπαυση. Ξοδεύεται ψυχολογικὰ καὶ πνευματικὰ σὲ μία ἀγχώδη προσπάθεια ποὺ ἐπιδιώκει νὰ κατακτήσει τὸ τέλος, χωρὶς νὰ ἔχει βιώσει τὴν ἀρχή. Φθείρεται σὲ μία ἐπιδίωξη ὑπαρξιακῆς κερδοσκοπίας καὶ φιλαργυρίας, χωρὶς νὰ ἔχει καταθέσει κανένα «κεφάλαιο» αὐθεντικοῦ μόχθου στὸ ταμεῖο τῆς ζωῆς. Καταντᾶ λοιπὸν ἕνας ἀξιοθρήνητος Δὸν Κιχώτης ποὺ ἐμπαίζει τὸν ἀνόητο ὑπηρέτη του! Ἀγωνίζεται θεατρινίστικα κερδίζοντας τελικὰ τὴν πικρὴ ἐμπειρία τῆς ψευδαισθήσεως. Ὁ ἀγώνας του εἶναι πράγματι μία ἀπεγνωσμένη προσπάθεια νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴ ζωή, γι’ αὐτὸ διψᾶ τὴν ἀνάπαυση, κυνηγᾶ τὴν ἄνεσηἩ θέση τοῦ ἀσκητοῦ τῆς ἐρήμου εἶναι κι’ ἐδῶ διαμετρικὰ ἀντίθετη. Θὰ ἔλεγε κανεὶς «παράλογη», ἀφοῦ ἐπιδιώκει τὸν ψυχικὸ καὶ σωματικὸ μόχθο γιὰ νὰ βιώσει τὴν ἀνάπαυση.

.             Καὶ πρῶτα-πρῶτα ἡ ἀσκητικὴ σκέψη θεωρεῖ τὴν περιφρόνηση τῆς ἀναπαύσεως σὰν βασικὴ ἀρετή. «Πρὸ δὲ πασῶν τῶν ἀρετῶν, ἡ τῆς ἀναπαύσεως καταφρόνησις». Ἡ περιφρόνηση αὐτὴ ἐξασφαλίζει στὸ ἀσκητικὸ πνεῦμα τὴν ἐλευθερία τοῦ βιώματος. Γιατί ὅποιος ἔχει πάρει μία ἀρνητικὴ θέση ἔναντι τῆς ἀναπαύσεως καὶ τῆς «τρυφῆς», μοιάζει μ’ ἕνα πανέτοιμο σὲ κάθε στιγμὴ πολεμιστή. Ὁ σωματικὸς ἀλλὰ καὶ ψυχικὸς μόχθος εἶναι λοιπὸν ἕνα ἀφυπνιστικὸ βιωματικὸ στοιχεῖο, ὅταν ἐντάσσεται μέσα στὴν προσπάθεια τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. «Ἡ γὰρ ἐλπὶς τῆς ζωῆς ταύτης χαυνοῖ τὴν διάνοιαν». Ἐκεῖνος ποὺ στηρίζει τὶς φιλοδοξίες του στὶς ἀνέσεις καὶ τὶς ἀναπαύσεις αὐτῆς τῆς ζωῆς ἀποχαυνώνεται παραλυτικά. «Ἡ ἀνάπαυσις καὶ ἡ ἀργία, ἀπώλεια ψυχῆς ἐστι καὶ πλείω τῶν δαιμόνων δύνανται βλάψαι αὗται». Μόνον δὲ «οἱ ἄφρονες προτιμῶσι τὴν μικρὰν ἀνάπαυσιν τὴν ἐγγύς, ὑπὲρ τὴν ἀπέχουσαν βασιλείαν, ἀγνοοῦντες, ὅτι κρεῖσσον ὑπομεῖναι κολάσεις ἐν τῷ ἀγῶνι, ὑπὲρ τὸ ἀναπαυθῆναι ἐν τῇ στρωμνῇ τῆς ἐπιγείου βασιλείας ἐν κατακρίσει ραθυμίας». Ἡ ἀκατάσχετη τάση γιὰ ἀνάπαυση ψυχικὴ καὶ σωματικὴ συσκοτίζει τὸν νοῦ καὶ διαταράσσει καὶ ἐδῶ τὴν ἱκανότητα τῆς ἀξιολογικῆς ἐπιλογῆς. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγωνίζεται νά…ἀναπαύεται ἐπιλέγει στόχους ποὺ εἶναι κατώτεροι τῶν αὐθεντικῶν πνευματικῶν ἐπιδιώξεων. Καὶ τοῦτο ἀσφαλῶς ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀφροσύνη. Γιὰ τοῦτο· «ὅταν θέλησῃς προσεγγίσαι τῷ Θεῷ τῇ καρδίᾳ σου, πρῶτον ἐν τοῖς σωματικοῖς κόποις δεῖξον αὐτῷ τὸν πόθον σουΛόγισαι δὲ τὴν ἀργίαν, ἀρχὴν τῆς σκοτώσεως τῆς ψυχῆς» .
.           Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ δὲν πρέπει νὰ νομίσει κανείς, ὅτι οἱ σωματικοὶ κόποι ἢ γενικὰ ἢ ὁποιαδήποτε ταλαιπωρία τῆς ψυχῆς, σὰν ἕνα ἁπλὸ βιωματικὸ γεγονός, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσοδυναμεῖ μὲ πνευματικὴ ἀφύπνιση καὶ προκοπή. Οἱ ταλαιπωρίες αὐτῆς τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ εἶναι πνευματικὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς τῆς προσωπικότητας, πρέπει νὰ ἐντάσσονται φυσιολογικὰ στὴν πνευματικὴ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου. «Οἱ σωματικοὶ κόποι ἄνευ τῆς τοῦ νοῦ καθαρότητος, ὡς ἄτεκνος μήτρα καὶ μαστοὶ κατάξηροι … Καὶ τὸ μὲν σῶμα κατάκοπον ποιοῦσιν, ἐκριζοῦν δὲ τὰ πάθη ἐκ τοῦ νοός, οὐ φροντίζουσι. Διὰ τοῦτο θεριοῦσιν οὐδὲν…». Δὲν φθάνει ἁπλῶς νὰ βασανίζεσαι στὴ ζωὴ αὐτή. Πρέπει ὁ μόχθος καὶ τὸ «μαρτύριο» αὐτοῦ τοῦ βασανισμοῦ νὰ ἀποτελεῖ φυσιολογικὴ πορεία καὶ ἐξέλιξη τῆς πνευματικότητος τῆς προσωπικότητος γιὰ νὰ εἶναι ἕνα αὐθεντικὸ μαρτύριο.
.           Ἐξ ἄλλου οὔτε μπορεῖ κανεὶς νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα. Δηλαδὴ νὰ ζεῖ ἐνάρετα ἀλλὰ χωρὶς ταλαιπωρία. Κάτι τέτοιο θὰ ἰσοδυναμοῦσε μὲ ἀκροβατισμὸ ἐπάνω στὸ κενό, χωρὶς τὸ συρμάτινο σχοινί. «Ὁ θέλων ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ εἶναι ἀμέριμνος καὶ τοῦτο ἐπιθυμῶν, καὶ τῇ ἀρετῇ διατρίβειν ἐπιποθῶν, οὗτος κενός ἐστιν ἐκ ταύτης τῆς ὁδοῦ». Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος ποὺ θὰ ὑπέθαλπε μέσα τοῦ ἀσυνείδητα τὴ δίψα γιὰ ἀνάπαυση, θὰ φιλοξενοῦσε «στοργικὰ» μία διαταραχὴ τῶν λογισμῶν ποὺ θὰ ἐνόθευε ἐπικίνδυνα τὴν πνευματικότητά του. Λοιπόν· «Μίσησον τὸν πλατυσμόν, ἵνα διαφυλάξῃς τοὺς διαλογισμούς σου ἀταράχους … φρόντισον μόνης τῆς ψυχῆς σου, ἵνα σώσῃς αὐτὴν ἐκ τοῦ διασκορπισμοῦ τῆς ἐνδοτάτης γαλήνης». Ὁ πνευματικὸς λοιπὸν ἀγωνιστὴς καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου πρέπει νὰ συντηρεῖ μέσα του τὴν ἑτοιμότητα τῆς ἀποδοχῆς τοῦ μόχθου τοῦ σωματικοῦ καὶ ψυχικοῦ καὶ πρέπει νὰ περιφρονεῖ «ἀνακλαστικὰ» κάθε σκέψη ἢ διάθεση ἀναπαύσεως. Γιατί τὸ λάδι ποὺ συντηρεῖ τὴν καντήλα τοῦ ἀσκητικοῦ του βιώματος εἶναι ἀκριβῶς ὁ σωματικὸς καὶ ψυχικὸς μόχθος. Ἔτσι «ὅταν εὕρῃς εἰρήνην ἐν τῇ ὁδῷ σου ἀναλλοίωτον, τότε φοβήθητι. Διότι μακρὰν ἀπέχεις ἐκ τῆς εὐθείας τρίβου τῆς πατουμένης ὑπὸ τῶν μοχθηρῶν ποδῶν τῶν ἁγίων. Ὅσον γὰρ διαβαίνεις ἐν τῇ ὁδῷ τῆς πόλεως τῆς βασιλείας καὶ τῇ τοῦ Θεοῦ πόλει πλησιάζεις, τοῦτο ἔστω σοι τὸ σημεῖον· ἡ ἰσχὺς τῶν πειρασμῶν ἀπαντᾶ σοι, καὶ ὅσον πλησιάζεις καὶ προκόπτεις, τοσοῦτον οἱ πειρασμοὶ πληθύνονται κατά σοῦ». Τὸ καθαρὸ ἀπὸ κάθε ἀρνητικὸ στοιχεῖο ἀσκητικὸ μάτι βλέπει τοὺς μόχθους καὶ τὶς ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς αὐτῆς τελείως διαφορετικὰ ἀπὸ τὸν «ἐγκόσμιο» ἄνθρωπο. Κάθε ἄνεση, κάθε «σιωπὴ» τῶν πειρασμῶν, τὴν ἐκτιμᾶ σὰν παγίδα τοῦ πονηροῦ, ἐπειδὴ «ὁ διάβολος ἐξ ἀρχῆς ἐν ἐπαγγελίᾳ καὶ φρονήματι τῆς ἀναπαύσεως θηρεύει ἡμᾶς». Γι’ αὐτὸ «ἐὰν ἴδῃς σαυτόν, ὅτι ἀνεπαύθης ἐκ τῆς ὀχλήσεως τῶν παθῶν, μὴ πιστεύσῃς σεαυτῷ· ἐνέδραν γάρ τίνα ἐνεδρεύει σοι ὁ ἐχθρός».
.           Ὁ φόβος μπροστὰ στὴν σιωπὴ τῶν πειρασμῶν, τὴν ἀπουσία τοῦ σωματικοῦ καὶ ψυχικοῦ μόχθου, πρέπει νὰ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι· «μετὰ τὴν ἀναπαυσιν» ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ἀκολουθεῖ, χάρις ἀκριβῶς στὶς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου, «πολλὴ ὄχλησις καὶ ταραχή». Ἐνῶ ἀντίθετα· «πάσῃ διὰ Θεὸν ταλαιπωρίᾳ, ἄνεσις ἀκολουθεῖ». Μάλιστα, κι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀσκητικοῦ παραλόγου ποὺ καθορίζει τὸ περιεχόμενο τῆς αὐθεντικῆς ἀναπαύσεως, μέσα στὴ «ψύχα» τοῦ σωματικοῦ καὶ ψυχικοῦ μόχθου, μέσα στὴ βασανιστικὴ ἀγκαλιὰ τῶν πειρασμῶν, βιώνεται ἡ ἀναπαύουσα…ἀνάπαυση. «Ἔνδοθεν αὐτῶν ἀπόκειται ἡ θεία ἀνάπαυσις». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δείχνει ὅτι ὁ πνευματικὸς ἀγωνιστής, ὅταν βιώνει μία δοκιμασία ἢ μία ταλαιπωρία τῆς ψυχῆς, ἕνα πειρασμό, βιώνει συγχρόνως δυὸ ἀντιφατικὲς καταστάσεις· τὸν ψυχικὸ μόχθο καὶ τὴν ἀνάπαυση. Αὐτὸς ποὺ ἔχει μυηθεῖ στὸ μυστήριο τῆς ἀσκήσεως ἀναπαύεται πράγματι ἐπάνω στὸ ὀδυνηρὸ καμίνι τῆς δοκιμασίας. Περίεργο, κι’ ἴσως παράλογο, ἀλλὰ ἀληθινό. Ἡ δοκιμασία χαλκεύει καὶ οἰκοδομεῖ τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα τῆς προσωπικότητος, ἡ ὁποία ἀναπαύει καὶ ἀναγεννᾶ.
.           Ἔτσι πράγματι, ὅταν ἡ προσωπικότης προσανατολίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ ὁλόψυχα στὴ «τιμία» βίωση τῆς δοκιμασίας, τότε ἡ βαθμιαίως συγκροτουμένη ἐσωτερικὴ ἑνότης μεταβάλλει τὸν πειρασμὸ σὲ μία οὐράνια ἀναπαυτικὴ στρωμνή.
.           Κάποτε ἕνας ἀσκητὴς εἶπε στὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὴν ἱστορία αὐτή.  Ἐπειδὴ στὰ πρῶτα βήματα τῆς μοναχικῆς μου ζωῆς, «ἤμην ἐν λύπῃ ἐκ τῶν πειρασμῶν», ἐπισκέφθηκα ἕνα τίμιο γέροντα γιὰ νὰ ἐξομολογηθῶ τὴ βαθειά μου θλίψη γιὰ τὴν ψυχική μου ταλαιπωρία. Ὁ γέροντας ἦταν ἄρρωστος στὸ κρεββάτι καὶ ἀφοῦ τὸν ἀσπάσθηκα, ἐκάθισα πλησίον του καὶ τοῦ εἶπα μὲ πολλὴ πίκρα. Προσευχήσου, Πάτερ μου, γιὰ μένα. Οἱ πειρασμοὶ μὲ ταλαιπωροῦν ἀφάνταστα καὶ μὲ γεμίζουν μὲ πολλὴ λύπη. Ὁ γέροντας, ἀφοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια του, μοῦ εἶπε· «σὺ νεώτερος εἶ, καὶ οὐκ ἀφίησιν ὁ Θεὸς ἐπὶ σὲ πειρασμούς». Ἀλλὰ ἐγὼ τοῦ ἀπήντησα· ἂν καὶ εἶμαι πολὺ νέος, δοκιμάζομαι μὲ πειρασμούς, «ἰσχυρῶν ἀνδρῶν». Τότε λοιπόν, εἶπε ὁ γέροντας, ὁ Θεὸς θέλει νὰ σὲ κάνει σοφὸ μὲ τοὺς μεγάλους πειρασμούς. Καὶ πάλιν ὅμως ἀπήντησα· πῶς θὰ μὲ κάνει σοφὸ ὁ Θεός, ἀφοῦ ἐγὼ «καθ’ ἡμέραν γεύομαι τοῦ θανάτου;». Κι’ ὁ γέροντας προσέθεσε· «ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ σε, σιώπα. Μέλλει ὁ Θεὸς δοῦναι σοι τὴν χάριν αὐτοῦ». Κι’ ἐπειδὴ δὲν εἶχα πιὰ τί νὰ ἀπαντήσω στὶς πραγματικὰ ἀποστομωτικὲς ἀπαντήσεις τοῦ σοφοῦ ἀναχωρητοῦ, ὁ γέροντας μοῦ διηγήθηκε τὴν πορεία τῶν δικῶν του πειρασμῶν γιὰ νὰ παρηγορηθῶ καὶ νὰ ἡσυχάσω.
.           Πρέπει νὰ γνωρίζεις, παιδί μου, εἶπε, ὅτι ἔμενα μὲ ἐπολέμησαν οἱ δαίμονες τριάντα ὁλόκληρα χρόνια. Τὰ εἴκοσι χρόνια ἀπὸ αὐτά, καὶ πιὸ πολλὰ ἴσως, τὰ ἔζησα χωρὶς καμμιὰ βοήθεια. Μόλις ἄρχισα νὰ διανύω τὸ εἰκοστὸ πέμπτο ἄρχισα νὰ αἰσθάνομαι πὼς ἀναπαύομαι κάπως μέσα στοὺς πειρασμούς μου. Ὅταν δὲ ἔφθανε στὸ τέλος του τὸ τριακοστὸ ἔτος τῶν πειρασμῶν μου, τόσο πολὺ «ἐκραταιώθη ἡ ἀνάπαυσις, ὡς μηδὲ τὸ μέτρον αὐτῆς εἰς ὅσον προέβη γινώσκειν με». Καὶ τώρα, προσέθεσε ὁ γέροντας, ὅταν σηκώνομαι νὰ κάνω τὴν προσευχή μου καὶ τρεῖς ἡμέρες συνεχῶς ἂν σταθῶ ὄρθιος, «εἰς ἔκπληξιν μετὰ τοῦ Θεοῦ γίνομαι καὶ τοῦ κόπου οὐδόλως αἰσθάνομαι». Καὶ συνόψισε τὴ συγκλονιστικὴ περιπέτεια τῶν πειρασμῶν του μ’ αὐτὰ τὰ λόγια. «Ἰδοὺ τὸ ἔργον τοῦ πολλοῦ καιροῦ ποίαν ἀνάπαυσιν ἀπλήρωτον ἀπεγέννησεν».

.           Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρεῖ εὐτυχισμένο τὸν ἑαυτό του, ἂν θὰ μποροῦσε νὰ βιώσει τὴν «δυστυχία» μιᾶς δοκιμασίας ἐξαντλητικῆς, σὰν μία ψυχαγωγία καὶ ἀνάπαυση. Ἀλλὰ ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος τὸν ἔχει κακομάθει, πολὺ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ. Ἔτσι τὸ ἀσκητικὸ μήνυμα γιὰ ἕνα στοργικὸ ἐναγκαλισμὸ τοῦ σωματικοῦ καὶ ψυχικοῦ μόχθου φαίνεται σ’ αὐτὸν σὰν ἕνας νοσηρὸς ψίθυρος. Σὰν μία ἀφροσύνη χωρὶς ὅρια.
.           Κι ὅμως, τὸ ἀσκητικὸ πνεῦμα μακαρίζει αὐτοὺς ποὺ συμφιλιώνονται μὲ τὴν ταλαιπωρία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος χάριν τῆς πνευματικῆς τους προκοπῆς. Γιατί αὐτοὶ θὰ ἀναπαυθοῦν στὰ σκηνώματα τῆς «αἰωνίου ζωῆς». «Μακάριοι οἱ περιζωσάμενοι τὰς ὀσφύας αὐτῶν πρὸς τὴν θλίψεων θάλασσαν ἐν ἁπλότητι καὶ ἀνεξετάστῳ τρόπῳ, χάριν τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, καὶ μὴ δόντες νῶτα. Οὗτοι ταχέως πρὸς λιμένα τῆς βασιλείας διασώζονται καὶ ἀναπαύονται ἐν σκηνώμασι τῶν καλῶς κοπιασάντων καὶ ψυχαγωγοῦνται ἐκ τῆς ταλαιπωρίας αὐτῶν, καὶ ἀγάλλονται ἐν τῇ εὐφροσύνῃ τῆς ἐλπίδος αὐτῶν».

 ΠΗΓΗ ἀνεπεξεργάστου ἠλ. κειμ.: pemptousia.gr

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: