ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ (Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἱερεμίου)

 Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως

Ἱερεμίου, ὁμοτ. Καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΠΡΑΚΤ. Π. ΔΙΑΘ.ἀπὸ τὸν Τόμο : «Πρακτικὰ β´ Ἡμερίδος

“ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ ψεύδη”

(Κυριακὴ 12 Φεβρουαρίου 2012)»,

ἔκδ. Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/01/26/ἡμερὶς-παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψ/

καὶ https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/10/παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψεύδη/

ΕΠΙΣΗΣ:

ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ  (Ἱερομονάχου Ἀρτεμίου Γρηγοριάτη):

https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/03/ἰουδαϊσμός-ἑλληνισμός-καὶ-ὀρθοδοξ4/

ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ (Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἰωάννου Φωτοπούλου):

https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/06/παλαιοδιαθηκικά-στοιχεῖα-τῆς-ὀρθοδ-4/

 ΠΡΟΛΟΓΟΣ

.             Εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή νά ὁμιλήσω στό θεολογικό αὐτό Συνέδριο τῆς Ἐνορίας Ἁγίας Παρασκευῆς ὁμωνύμου Δήμου, μέ τό γενικό της θέμα περί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τό ἐπί μέρους θέμα, τό ὁποῖο μοῦ ἔδωσε ἡ Ἐπιτροπή τοῦ Συνεδρίου νά ἀναπτύξω, εἶναι «Ἀπαντήσεις στίς κατηγορίες ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης». Λυπᾶμαι ὅμως, γιατί στό μικρό χρονικό διάστημα πού μοῦ παρέχει τό πρόγραμμα δέν θά μπορέσω νά ἀνταποκριθῶ, ὅπως θά ἤθελα, στήν ἀνάπτυξη τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ θέματος, γι᾽ αὐτό καί θά περιοριστῶ στά πλέον βασικά σημεῖα του. Στίς ἡμέρες μας, ἀγαπητοί μου, μαζί μέ τά ἄλλα, γίνεται καί αὐτό τό μεγάλο ἁμάρτημα, πού εἶναι προδοσία πίστεως: Περιφρονεῖται καί ὑβρίζεται ἡ Παλαιά Διαθήκη. Τό ἁμάρτημα δέ αὐτό εἶναι μεγάλο, γιατί ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ πρώτη θεία Ἀποκάλυψη. Καί ἡ περιφρόνησή της λοιπόν εἶναι ἁμάρτημα μεγάλο, εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τήν αἵρεση· γιατί, ἄν τό νά παρερμηνεύσουμε ἕνα χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί νά βγάλουμε ἀπό αὐτό ἐσφαλμένη διδασκαλία συνιστᾶ αἵρεση, ἄς φανταστοῦμε πόσο φοβερό εἶναι τό νά διαγράφουμε καί νά ἀπορίπτουμε ὁλόκληρο τό πρῶτο τμῆμα τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, τήν Παλαιά Διαθήκη. Ἀσφαλῶς δέ δέν πρέπει νά εἴμαστε ἀδιάφοροι στά ἀκουόμενα καί σήμερα ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά, κατά τό παράδειγμα τῶν ἁγίων Πατέρων μας, νά ὁμιλοῦμε καί ἐμεῖς μέ προφορικό καί γραπτό λόγο γιά τήν ἱερότητά της, τήν ἀναγκαιότητά της στήν Ἐκκλησία μας καί τήν σπουδαιότητά της στήν πνευματική μας πορεία.

.             Ἄς πῶ προλογικά καί τό ἄλλο θλιβερό, ὅτι δηλαδή ὑπάρχουν καί ἐκκλησιαζόμενοι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν καί αὐτοί σωστή ἔννοια γιά τήν Παλαιά Διαθήκη. Τό δέ ἀκόμη χειρότερο εἶναι ὅτι ὑπάρχουν καί κληρικοί ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν γιά ἄλλο Θεό στήν Παλαιά Διαθήκη, Θεό ὀργιζόμενο καί κεραυνοβολοῦντα, καί ἄλλο Θεό στήν Καινή Διαθήκη. Ἔτσι ἡ Παλαιά Διαθήκη πολεμεῖται καί ἐκ τῶν ἔνδον διά τό ἀθεολόγητο μερικῶν ἱερωμένων. Στήν συνέχεια, μέ σύντομο ὅσο μπορῶ λόγο, θά ἀπαντήσω στίς σπουδαιότερες ἀπό τίς ἀκουόμενες κατηγορίες κατά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί θά διαλεχθοῦμε στήν συνέχεια καί γιά τίς σχετικές περί αὐτῆς ἄλλες ἀπορίες.

ΑΚΟΥΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 Α´

.             Ὡς πρῶτο λεγόμενο περιφρονητικῶς πρός τήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι αὐτό πού λέγουν πολλοί, ὅτι δέν χρειάζεται νά τήν διαβάζουμε· μᾶς φτάνει ἡ Καινή Διαθήκη. Ἄς μάθουμε τήν Καινή Διαθήκη καί δέν μᾶς χρειάζεται ἡ Παλαιά.

(α) Τά λόγια αὐτά προδίδουν ἄγνοια ὄχι μόνο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά καί τῆς Καινῆς, διότι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἡ Καινή Διαθήκη χωρίς τήν Παλαιά. Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ βάση τῆς Καινῆς. «Προέλαβε τήν Καινήν ἡ Παλαιά καί ἡρμήνευσε τήν Παλαιάν ἡ Καινή», λέγει κάπου ὁ Χρυσόστομος. Γι᾽ αὐτό ἐξ ἄλλου λέγεται Καινή Διαθήκη, ἐπειδή προϋποθέτει ὑπάρχουσα Παλαιά Διαθήκη.

.             (β) Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ὅ,τι καί ἡ Καινή Διαθήκη. Τί εἶναι ἡ Καινή Διαθήκη; Εἶναι φάκελλος μαρτυρικῶν καταθέσεων αὐτοπτῶν καί αὐτηκόων μαρτύρων περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες εἶναι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἀλλά καί ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι τό ἴδιο ἀκριβῶς. Εἶναι καί αὐτή φάκελλος μαρτυρικῶν καταθέσεων αὐτοπτῶν καί αὐτηκόων μαρτύρων περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες σ᾽ αὐτήν εἶναι οἱ Πατριάρχες καί οἱ Προφῆτες. Τό θέμα καί τῶν δύο Διαθηκῶν εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως λέγει κάπου ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «προέλαβε τὴν Καινὴν ἡ Παλαιά καὶ ἡρμήνευσε τὴν Παλαιὰν ἡ Καινή. Καὶ πολλάκις εἶπον, ὅτι δύο Διαθῆκαι καὶ δύο παιδίσκαι καὶ δύο ἀδελφαὶ τὸν ἕνα Δεσπότην δορυφοροῦσι. Κύριος παρὰ προφήταις καταγγέλλεται, Χριστὸς ἐν Καινῇ κηρύσσεται. Οὐ καινὰ τὰ καινά, προέλαβε γὰρ τὰ παλαιά. Οὐκ ἐσβέσθη τὰ παλαιά, ἡρμηνεύθη γὰρ ἐν τῇ Καινῇ».1

.             γ) Πραγματικά, τό θέμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀναμενομένου Μεσσίου. Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι βιβλίο θεοπτιῶν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀσάρκου ἔτι ὄντος. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐβιάζετο, τρόπον τινά, πότε νά σαρκωθεῖ καί ἐνεφανίζετο μέ μορφήν ἀγγέλου στούς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στήν Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε γιά τόν «Ἄγγελο τοῦ Κυρίου», Mal’ ak Jahve, ὅπως λέγεται στό Ἑβραϊκό, ἕνα μυστηριῶδες Πρόσωπο, τό ὁποῖο παρουσιάζεται ὡς Θεός καί ὀνομάζεται ρητῶς Γιαχβέ. Κατά τήν πατερική ἑρμηνεία ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἄσαρκος ἀκόμη καί ἐμφανιζόμενος μέ τήν μορφή τοῦ ἀγγέλου. Εἶναι αὐτός πού ὁ προφήτης Ἠσαΐας (9,6) καλεῖ «μεγάλης βουλῆς ἄγγελον» ἤ ὁ προφήτης Μαλαχίας (3,1) καλεῖ «ἄγγελον τῆς διαθήκης». Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος ὀνομάζεται ἄγγελος, ἐπειδή «τὴν πατρικὴν ἡμῖν ἀνήγγειλε βουλήν, κατὰ τὴν αὐτοῦ φωνήν», ὅπως λέγει ὁ Θεοδώρητος.2 Ἐπειδή ὁ χρόνος δέν ἐπιτρέπει, λέγω μόνο συντόμως ὅτι σέ πολλά σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔχουμε θεοφάνεια τοῦ θείου τούτου Ὄντος, τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου, τοῦ Mal’ ak Jahve.3

.             (δ) Πρέπει ὅμως νά ποῦμε ἐδῶ τήν μεγάλη μας διαφορά μεταξύ ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Φραγκολατίνων Παπικῶν: Ὅτι δηλαδή, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀκολουθοῦντες τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ἑρμηνεύουμε ὀρθῶς καί τό διακηρύσσουμε στήν θεία μας λατρεία, ὅτι οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ ἀσάρκου ἀκόμη Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀκολουθοῦντες τήν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἑρμηνεύουν λανθασμένα ὅτι ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Mal’ ak Jahve) δέν εἶναι ὁ ἄκτιστος Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἕνας κτιστός ἄγγελος. Τήν αἱρετική αὐτή διδασκαλία τήν εἰσήγαγαν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί στήν θεολογία τους καί ἔτσι ὑποτιμήθηκε σ᾽ αὐτούς ἡ Παλαιά Διαθήκη. Γιατί μέ αὐτή τήν αἱρετική, ξαναλέγω, διδασκαλία τους καί μέ τήν ἄλλη αἱρετική πάλι διδασκαλία τους, τῆς μή διακρίσεως οὐσίας καί ἐνέργειας στόν Θεό, ἡ Παλαιά Διαθήκη δέν παρουσιάζεται ὡς βιβλίο θεοφανειῶν, ἀλλά ὡς βιβλίο ἐμφανίσεων ἑνός κτιστοῦ ἀγγέλου καί ἐμφανίσεων κτιστῶν συμβόλων. Ἡ ἐπικρατοῦσα στόν χῶρο μας περιφρόνηση πρός τήν Παλαιά Διαθήκη ἔχει παπική προέλευση, εἶναι δυτικό φροῦτο! Ὡσάν παρέκβαση ὅμως θά ἤθελα νά πῶ περί τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ὅτι εἶναι ἅγιος, διότι ἔτσι τόν δέχεται ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδή ἔπλυνε τήν ψυχή του μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας του καί ἐπειδή ἦταν ταπεινός καί ἀσκητής. Ἡ μεγάλη ὅμως ἔλλειψη τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ἦταν τό ὅτι δέν ἐγνώριζε τήν ἑλληνική γλώσσα, παρά μόνο τήν λατινική. Καί ἀφοῦ δέν ἐγνώριζε τήν ἑλληνική γλώσσα, δέν ἐγνώριζε τήν θεολογία τῶν Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Γνωρίζουμε δέ ὅτι ἡ σωστή ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γίνεται μέ βάση τήν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων Πατέρων.

Μέ τά ὅσα εἶπα παραπάνω, ὡς ἀπάντηση στό λεγόμενο ὅτι δέν χρειάζεται ἡ μελέτη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παρά μόνο τῆς Καινῆς, θέλω νά πῶ ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη πρέπει νά ἑρμηνεύεται χριστολογικά. Τήν ἑρμηνεία αὐτή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τήν ἔδωσε αὐτή ἡ Καινή Διαθήκη, ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί οἱ Ἀπόστολοι. Καί μέ βάση τήν ἑρμηνεία αὐτή ἐθεολόγησαν οἱ ἅγιοι Πατέρες.

 Β´

.             Ὡς ἄλλη κατηγορία κατά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὁ λόγος πού ἀκούγεται γι᾽ αὐτήν ὅτι δέν εἶναι τάχα ὠφέλιμη ἡ ἀνάγνωσή της, γιά τό ὅτι περιέχει σκανδαλώδεις διηγήσεις: Γιά τήν διήγηση τοῦ Ἀβραάμ καί τῆς Σάρρας στήν Αἴγυπτο (Γεν. 12,10-20) καί τοῦ Ἰσαάκ καί τῆς γυναίκας του στά Γέραρα (Γεν. 20,1-18. 26,1-14), ὅπως ἀκόμη περισσότερο, γιά τήν διήγηση τῆς αἱμομιξίας τοῦ Λώτ μέ τίς θυγατέρες του (Γεν. 19,30-38) ἤ τοῦ αἴσχους τῶν Σοδομιτῶν (Γεν. 19,1 ἑξ.) καί γιά τήν σκανδαλώδη πράγματι ἱστορία τοῦ Ἰούδα καί τῆς Θάμαρ (Γεν. 38,1-30) κ.ἄ. Κατανοοῦμε τίς ἀντιρρήσεις αὐτές τῶν ἀντιφρονούντων καί ἡ ἀπάντηση σ᾽ αὐτές εἶναι μόνο θεολογική. Μέ τήν εὐκαιρία λέγω ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη πρέπει νά ἑρμηνεύεται θεολογικά καί εἰδικώτερα χριστολογικά, ὅπως ἀναπτύξαμε στήν προηγούμενη παράγραφο. Ἐάν τήν Παλαιά Διαθήκη δέν τήν ἑρμηνεύσουμε θεολογικά, συμφωνῶ κι ἐγώ ὅτι σκανδαλίζει ἡ ἀνάγνωσή της καί δέν πρέπει νά τήν διαβάζουμε. Ὡς θεολογική ἀπάντηση στήν παραπάνω ἀντίρρηση ἔχω νά πῶ τά ἑξῆς:

.             (α) Ἡ Παλαιά Διαθήκη παραλαμβάνει τόν ἄνθρωπο πεπτωκότα, πεσμένο δηλαδή στήν ἁμαρτία. Καί μέ τίς παραπάνω καί ἄλλες σκανδαλώδεις διηγήσεις, πού ἀναφέρει, τοῦ μιλάει στήν γλώσσα του, γιά νά τόν ἀνορθώσει σταδιακά. «Τῆς ἀσθενείας τῶν δεχομένων τοὺς νόμους ἦν τὰ λεγόμενα τότε», λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος γιά τό θέμα πού μιλᾶμε. Καί συνεχίζει λέγοντας: «Βλέπουμε γιά παράδειγμα στήν Παλαιά Διαθήκη τόν Θεό νά δέχεται λατρεία ἀπό κνίσσα θυσιῶν· αὐτό εἶναι πολύ ἀνάξιο γιά τόν Θεό, ἀλλά συγκατέβηκε στήν ἀτέλεια τῶν ἀνθρώπων τῶν χρόνων ἐκείνων…».4 Ἡ συμβᾶσα πτώση τῶν πρωτοπλάστων ἔφερε τόν ἄνθρωπο σέ μία παρά φύση κατάσταση· καί ἀπό αὐτή τήν παρά φύση κατάσταση ἡ Παλαιά Διαθήκη θέλει νά τόν φέρει στό κατά φύση, γιά νά τόν παραλάβει ἔπειτα ἀπό αὐτή τήν κατάσταση ἡ Καινή Διαθήκη καί νά τόν φέρει στήν ὑπέρ φύση κατάσταση. Ἔτσι στήν ἀρχή ἡ Παλαιά Διαθήκη παρουσιάζει τόν Θεό νά ἐπιτρέπει τόν γάμο καί μεταξύ ἀδελφῶν, γιατί δέν μποροῦσε νά γίνει καί διαφορετικά. Ἀλλά στήν συνέχεια ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀπαγορεύει τήν ἀδελφομιξία, ἐπιτρέπει ὅμως τήν πολυγαμία μέ ξένες πρός τήν οἰκογένεια γυναῖκες. Καί ἔτσι βλέπουμε τόν Ἀβραάμ, κατά τά κρατοῦντα τότε, νά τεκνοποιεῖ ἀπό τήν Ἄγαρ, τήν δούλη τῆς γυναικός του Σάρρας (Γεν. 16,4), ἀλλά καί ἀργότερα νά παίρνει καί ἄλλη γυναίκα, τήν Χεττούρα, ἀπό τήν ὁποία μάλιστα γεννάει ἕξι παιδιά (Γεν. 25,1-20). Ἀπό τήν πολυγαμία ὅμως ἔπειτα μεταβαίνει ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν μονογαμία καί ἀπ᾿ αὐτήν στήν ἐγκράτεια στόν γάμο (Σοφ. Σειρ. 23,6). Καί ὕστερα ἀπό τήν προηγηθεῖσα αὐτή προπαρασκευή στήν ἐγκράτεια μεταβαίνουμε στήν παρθενία, πού ἀποκαλύπτεται κυρίως στήν Καινή Διαθήκη. Καί ἡ παρθενία εἶναι πράγματι μία ὑπέρ φύσιν κατάσταση.5 Στό ἐρώτημα, λοιπόν, γιατί τά τόσα σκανδαλώδη στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀπαντοῦμε πρῶτον γενικά ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη μιλάει γιά τήν πτώση (βλ. Γεν. κεφ. 3) καί τά ὀδυνηρά ἀποτελέσματα τῆς πτώσεως. Ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε πολύ ἁμαρτωλή, ἄς τό πῶ ἔτσι, ἔγινε «καθ᾿ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλός», ὅπως τό λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 7,13)· καί ἐπειδή ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρεται στήν ἁμαρτωλή αὐτή κατάστασή του, γι᾿ αὐτό καί διαβάζουμε σ᾿ αὐτήν γιά πτωτικά καί σκανδαλώδη πράγματα. Σκοπεύει ὅμως ἡ Παλαιά Διαθήκη τήν ἀνόρθωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν πεσμένη του στήν ἁμαρτία κατάσταση καί γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ἀναφέρει τά πτωτικά καί σκανδαλώδη τῆς κατάστασής του αὐτῆς.

.             (β) Ὡς μιά ἄλλη, θεολογική πάλι ἀπάντηση, σχετικά μέ τά «σκανδαλώδη» τά ἀναφερόμενα στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχουμε νά ποῦμε καί τό ἑξῆς: Στήν Παλαιά Διαθήκη διακρίνουμε δύο γραμμές, δύο γενεές ἀνθρώπων, τήν καλή καί τήν κακή γενεά. Ἀπό τήν ἀρχή βλέπουμε τήν διάκριση αὐτή: Τήν καλή γενεά μέ ἀρχηγό τόν Ἄβελ καί τήν κακή γενεά μέ ἀρχηγό τόν Κάϊν. Ἡ μία γενεά μάχεται τήν ἄλλη (βλ. Γεν. 3,15). Ὅταν ἐμίχθησαν οἱ δύο αὐτές γενεές (Γεν. κεφ. 6) ἔγινε ὁ φοβερός κατακλυσμός. Ὁ Θεός θέλει οἱ ἄνθρωποι τῆς καλῆς γενεᾶς νά διατηρηθοῦν καθαροί, νά μήν ἔχουν κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους τῆς κακῆς γενεᾶς. Θέλει τό κηπάριό Του νά παραμείνει καθαρό, γιατί ἀπ᾽ αὐτό τό κηπάριο θά βγεῖ ὁ ὡραῖος καρπός, ἡ Παναγία, ἀπό τήν Ὁποία θά προέλθει ὁ Μεσσίας. Μέ βάση αὐτό λέγουμε τώρα: Γι᾿ αὐτό στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρονται οἱ θεωρούμενες ὡς σκανδαλώδεις διηγήσεις γιά τήν διάσωση τῆς Σάρρας στήν Αἴγυπτο ἀπό τόν μιασμό ἤ τῆς Σάρρας πάλι καί τῆς Ρεβέκκας στά Γέραρρα: Γιά νά φανεῖ ἡ φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιά τήν διατήρηση τῆς καθαρότητας τῆς μητέρας τοῦ λαοῦ, ἀπό τόν ὁποῖο θά προέλθει ὁ Μεσσίας. Γι᾿ αὐτό ἡ Χαναναία Θάμαρ τό διακινδύνευσε μέ πολλή θυσία νά συλλάβει ἀπό τόν Ἰούδα καί νά ἀποκτήσει παιδί ἀπ᾿ αὐτόν (Γεν. 38,1-30): Γιά νά ὑπαχθεῖ καί αὐτή στό εὐλογημένο γένος τοῦ Ἀβραάμ, στό ὁποῖο δόθηκαν οἱ ἐπαγγελίες περί γεννήσεως τοῦ Μεσσίου (Γεν. κεφ. 15. 17,19.21). Καί γιά νά στιγματισθεῖ ἡ κακή γενεά, γι᾿ αὐτό ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρει τίς σκανδαλώδεις πάλι διηγήσεις περί τῆς βδελυρῆς καταγωγῆς τῶν Μωαβιτῶν καί τῶν Ἀμμωνιτῶν ἀπό τήν αἱμομιξία τοῦ Λώτ μέ τίς θυγατέρες του (Γεν. 19,30-38)· ἤ μνημονεύει ἄλλα κακόφημα περί τοῦ Ἡσαῦ (Γεν. 26,34-35. 25,29-34), γιά νά φανεῖ καί νά τονισθεῖ ὅτι δικαίως ἀποκόπτονται αὐτοί ἀπό τήν καλή γραμμή, ἀπό τήν ὁποία θά προέλθει ὁ Μεσσίας.

 Γ´

.             Ἄλλο, ἰδιαίτερα λεγόμενο ἀπό τούς ἀρχαιολάτρες Ἕλληνες ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, εἶναι ὅτι αὐτή φαίνεται σάν μία ἱστορία τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ καί ὅτι ὁ Θεός ὡς νά ταυτίζεται μέ τόν λαό τοῦ Ἰσραήλ καί νά μήν ἐνδιαφέρεται γιά τά ἄλλα ἔθνη. Καί εἶναι ἀνάξιο, λοιπόν, λέγουν αὐτοί, γιά τούς ἀπογόνους ἐνδόξων ἡρωικῶν προγόνων, εἶναι ἀνάξιο, λέγουν, νά θεωροῦν ὡς ἱερό τους κείμενο τήν Παλαιά Διαθήκη, ἡ ὁποία παρουσιάζει τόν Ἰσραήλ ὡς ἐκλεκτό λαό τοῦ Θεοῦ. Καί εἶναι ἀνάξιο, πάλι λέγουν αὐτοί, γιά τόν Ἕλληνα, τόν μαθητή τοῦ Πλάτωνα και τοῦ Ἀριστοτέλη, νά ὀνομάζει τούς Πατριάρχες Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ ὡς «προπάτορές του»! Ἀπό ἐθνικιστικό, δηλαδή, κυρίως λόγο ἀπορρίπτεται ἡ Παλαιά Διαθήκη στόν χῶρο μας καί στίς ἡμέρες μας.

.             (α) Καί πάλι τό λάθος ἐδῶ, ὅπως στίς προηγούμενες δύο περιπτώσεις, εἶναι θεολογικό. Κατά πρῶτον ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι τό πᾶν εἶναι ἡ θέωση, τό νά βροῦμε δηλαδή στήν ζωή μας τόν Θεό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του. Καί ἡ θέωση ὑπερβαίνει τήν φύση καί δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ ἐθνικό σωβινισμό. Ὁ Θεός δέν κάνει γεωγραφία καί ἐπιφαίνεται σέ ὁποιονδήποτε τόν ζητήσει μέ καθαρή καρδιά (βλ. Πράξ. 2,9-21). Ἡ Παναγία ἦταν μία Ἑβραιοπούλα. Καί ὅμως γι᾿ Αὐτήν τήν Ἑβραιοπούλα ἐργαζόταν ὅλη ἡ πρό Χριστοῦ ἐποχή, γιά νά γεννηθεῖ δηλαδή ἡ κατάλληλη γυναίκα, πού θά γίνει Μητέρα τοῦ Μεσσίου. Αὐτήν ἐξέλεξε ὁ Θεός γιά Μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ Του. Τί, λοιπόν; Δέν θά δεχθοῦμε τήν Παναγία μας, ἐπειδή δέν ἦταν Ἑλληνίδα, ἀλλά ἦταν Ἑβραία τήν καταγωγή; Καί ἄν ἦταν Ἑλληνίδα, δέν θά ἔπρεπε νά τήν δεχθεῖ τήν Παναγία ὁ Γάλλος ὀρθόδοξος, ἐπειδή ἦταν Ἑλληνίδα καί ὄχι Γαλλίδα; Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος πάλι ἦταν καί αὐτός Ἑβραῖος. Θά ἀπορρίψουμε, λοιπόν, καί τόν μέγα Ἀπόστολο, ἐπειδή δέν ἦταν Ἕλληνας;

.             (β) Κατά δεύτερον ὅμως ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι σ᾿ αὐτήν τήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός παρουσιάζεται ὡς παγκόσμιος καί προνοῶν ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου, χωρίς νά ἔχει καμμία ἰδιαίτερη προτίμηση πρός τόν ἑβραϊκό λαό. Ὁ προφήτης Ἀμώς ἀρνεῖται στόν Ἰσραήλ νά νομίσει ὅτι ἔχει κάποιο ἰδιαίτερο προνόμιο ἀπό τόν Θεό, γι᾿ αὐτό καί σ᾿ αὐτήν τήν ἔξοδό του ἀπό τήν Αἴγυπτο, γιά τήν ὁποία τόσο πολύ αὐτός ἐκαυχᾶτο, δέν τῆς δίνει ὁ προφήτης καμμία ἰδιαίτερη σημασία καί τήν θέτει παράλληλη πρός τήν ἔξοδο τῶν Φιλισταίων ἀπό τήν Κιαφθώρ καί τῶν Ἀραμαίων ἀπό τήν Κήρ. Ὁ προφήτης παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγει στούς Ἰσραηλῖτες:

«Δέν μοῦ εἶστε ὡς οἱ Αἰθίοπες σεῖς, τέκνα τοῦ Ἰσραήλ;

Δέν ἐξήγαγα τόν Ἰσραήλ ἀπό τήν Αἴγυπτο

καί τούς Φιλισταίους ἀπό τήν Κιαφθώρ

καί τούς Ἀραμαίους ἀπό τήν Κήρ;» (Ἀμ. 9,7).

Καί τό προνόμιο τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἰσραήλ δέν σημαίνει ὅτι αὐτός ἔχει ἰδιαίτερα ὑπέρ τά ἄλλα ἔθνη δικαιώματα, ἀλλά σημαίνει τήν ἰδιαίτερη ὑποχρέωσή του νά τελεῖ τό ἀγαθό· καί ἐπειδή αὐτό δέν γίνεται, γι᾿ αὐτό θά τιμωρηθεῖ καί περισσότερο. Ὁ Θεός λέγει πάλι στούς Ἰσραηλῖτες:

«Μόνο σᾶς ἐξέλεξα ἀπό ὅλες τίς φυλές τῆς γῆς,

ἀλλά γι᾿ αὐτό θά τιμωρήσω ὅλες τίς ἁμαρτίες σας»

(Ἀμ. 3,2).

.             (γ) Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἰσραήλ ἔπαθε τήν πλάνη νά ταυτίσει τόν Γιαχβέ μέ τό ἔθνος του, καί πίστευσε ὅτι ὁ Θεός ἐνδιαφέρεται μόνο γι᾽ αὐτόν ἀδιαφορῶν γιά τά ἄλλα ἔθνη. Αὐτήν τήν πλάνη τήν ἐπολέμησαν σφοδρότατα οἱ Προφῆτες. Ἀλλά ἀπό ὅλους τούς γιά τήν παγκοσμιότητα τοῦ Θεοῦ προφητικούς λόγους, πιό ἰσχυρός καί δυνατός εἶναι ἐκείνη ἡ ὡραία διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ, γραμμένη ἀπό ἕναν ἄγνωστο συγγραφέα τῆς προφητικῆς σχολῆς. Στήν διήγησή του αὐτή ὁ ἱερός συγγραφεύς παρουσιάζει τόν Θεό νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν σωτηρία καί τῶν πολύ πέραν τῶν Ἰσραηλιτῶν καί ἐθνικῶν εὑρισκομένων Νινευϊτῶν. Καί μάλιστα ἡ διήγησή του παρουσιάζει καί αὐτόν τόν προφήτη Ἰωνᾶ νά εἶναι δέσμιος τῆς ἀντιλήψεως ὅτι τά ἄλλα ἔθνη, ἐκτός τοῦ Ἰσραήλ, εἶναι βδελυκτά καί ὅτι ὁ Γιαχβέ εἶναι Θεός τοῦ Ἰσραήλ μόνο· γι᾿ αὐτό καί ἀντιλέγει στό θεῖο κέλευσμα καί ἀρνεῖται καί δέν θέλει νά πορευθεῖ στήν Νινευΐ. Ἀλλά ἡ διήγηση κατακλείεται μέ τό μάθημα ὅτι οἱ ἐθνικοί Νινευῖτες ἦταν καλύτεροι ἀπό τούς Ἰσραηλῖτες καί ὑπήκουσαν στό κήρυγμα τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ καί ἐσώθησαν. Τόν δέ Μεσσία ἡ Παλαιά Διαθήκη τόν ἐμφανίζει καί αὐτόν ὡς παγκοσμία προσωπικότητα, γι᾿ αὐτό καί τόν παρουσιάζει ὡς προσδοκία ὅλων τῶν ἐθνῶν καί παριστᾶ νά ἀποτείνεται πρός ὁλόκληρο τόν κόσμο μέχρις αὐτῶν τῶν ἀπωτάτων νήσων (Γεν. 49,10. Ἠσ. 42,4. 49,1).

 Δ´

.             Ἄλλο λεγόμενο ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὅτι παρουσιάζει τόν Θεό ὡς ἀρχηγό πολέμου καί μάλιστα πολεμοῦντος ὑπέρ τοῦ Ἰσραήλ. Σ᾿ αὐτό ἀπαντοῦμε ὅτι τό πράγμα ἔχει αὐτή τήν ἁπλῆ καί φυσική του ἑρμηνεία: Μᾶς εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Μωυσῆς κλήθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά ἀπελευθερώσει τόν Ἰσραήλ ἀπό τήν Αἴγυπτο. Τό ἔργο αὐτό, τό νά ἐμψυχώσει, δηλαδή, κανείς ἕναν τόσο ταλαιπωρηθέντα ἐπί αἰῶνες λαό καί νά τόν πείσει νά τολμήσει τήν φυγή του ἀπό τήν χώρα τῆς τυραννίας του καί νά ἀποφασίσει νά βαδίσει μακρά καί σκληρά ὁδό διά μέσου χωρῶν ἄλλων ἰσχυρῶν λαῶν, γιά νά ἐγκατασταθεῖ στήν δική του χώρα, τήν χώρα τῶν πατέρων του, τήν Χαναάν, αὐτό τό ἔργο, λέγω, δέν ἦταν καθόλου εὔκολο. Ἀλλά ὁ Μωυσῆς ἀποδείχθηκε εὐφυέστατος καί ἱκανώτατος ἡγέτης λαοῦ καί τόν ἔπεισε νά τό τολμήσει. Αὐτόν τόν ὑπόδουλο λαό, πού εἶχε μέν κοινή καταγωγή, ἀλλά ἀποτελεῖτο ἀπό διάφορες σκορπισμένες φυλές, πέτυχε ὁ Μωυσῆς νά τόν συνενώσει καί νά τοῦ δημιουργήσει τήν συν­είδηση τῆς ἐθνικῆς του ἑνότητος μέ τήν πίστη στόν ἴδιο Θεό, τόν Θεό τῶν πατέρων του (Ἐξ. 3,6.13.15-16) καί μέ τήν κοινή νομοθεσία. Μέ τήν θρησκεία, δηλαδή, ὁ Μωυσῆς πέτυχε τήν ἑνότητα τοῦ ὑποδούλου ἔθνους του καί τήν ἐξέγερσή του γιά ἀπελευθερωτικό ἀγώνα. Αὐτόν τόν Θεό ὁ Μωυσῆς, τόν Θεό Γιαχβέ (Ἐξ. 3,14), τόν Θεό τῶν πατέρων τους Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ (Ἐξ. 3,6.13. 15-16), ἀπό αἴτημα τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς ἀνάγκης, γιά τήν συνένωση, δηλαδή, τοῦ ὑποδούλου ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καί γιά τήν πίστη του στήν ἀπελευθέρωσή του, αὐτόν τόν Θεό, λέγω, ὁ Μωυσῆς τόν ἀνεκήρυξε σέ ἐθνικό Θεό τοῦ Ἰσραήλ. Καί ἀσφαλῶς ἀπό τώρα, μέ τήν ἀνακήρυξη αὐτή, ὁ μέν Γιαχβέ λέγεται καταχρηστικῶς ὅτι εἶναι «Θεός τοῦ Ἰσραήλ», ὁ δέ Ἰσραήλ λέγεται ὅτι εἶναι «λαός τοῦ Θεοῦ» (Ἐξ. 3,6-7.10. 5,1.3. 6,7. 8,12. 20,2 κ.ἄ.). Ἔτσι καί ἐμεῖς γιά τόν ἴδιο λόγο κατά τούς ἐθνικούς μας ἀγῶνες γιά τήν ἐλευθερία μας ὀνομάσαμε τήν Παναγία μας «Ὑπέρμαχο Στρατηγό»! Ἡ πίστη δέ αὐτή τοῦ Ἰσραήλ στόν ἐθνικό, ὅπως τόν θεωροῦσε, Θεό του τοῦ ἐνέπνεε τήν πεποίθηση γιά νικηφόρο ἔκβαση τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ του ἀγώνα. Γιατί ὁ Θεός του εἶναι αὐτός πού εἶδε τήν κάκωσή του (Ἐξ. 3,7)·καί εἶναι Θεός πού τόν ἐξελάμβανε ὡς ἀόρατο ἀρχηγό του (Ἐξ. 14,14). Ἔτσι, κατά τήν Μωσαϊκή περίοδο, ὁ Θεός προσέλαβε πολεμικό χαρακτήρα, πού δέν εἶχε κατά τήν προηγούμενη πατριαρχική ἐποχή. Ἔτσι πάλι οἱ πόλεμοι τοῦ Ἰσραήλ χαρακτηρίζονται τώρα ὡς «πόλεμοι τοῦ Γιαχβέ» (Ἀριθμ. 2,14. Α΄ Βασ. 18,17)6 καί οἱ ἐχθροί τοῦ Ἰσραήλ χαρακτηρίζονται ἐχθροί τοῦ Γιαχβέ (Α΄ Βασ. 30,26). Ὄχι ὅτι πραγματικά ὁ Θεός κάνει πολέμους καί ἐχθρεύεται ἀνθρώπους, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί δέν ἐχθρεύεται κανένα ἔθνος, ἀλλά λέγονται οἱ ἐκφράσεις αὐτές ἔτσι ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἰσραήλ ἀπό ἐθνική ὑπερηφάνεια. Ὁ Θεός θεωρεῖται ἀπό τόν Ἰσραήλ νά παρευρίσκεται ἀοράτως στίς μάχες του, γι᾿ αὐτό καί σ᾿ Αὐτόν ἀποδιδόταν ἡ νίκη (Κριτ. 5,4). Ἀκόμη περισσότερο τό χωρίο Ἐξ. 15,3 χαρακτηρίζει μέ ὑπερηφάνεια τόν Γιαχβέ «ἄνδρα πολέμου» (κατά τό Ἑβραϊκό), τό δέ Ἐξ. 7,4 χαρακτηρίζει τόν ἰσραηλιτικό στρατό «στρατό τοῦ Γιαχβέ» (κατά τό Ἑβραϊκό). Ἀκριβῶς δέ λόγῳ τῆς θεωρουμένης παρουσίας τοῦ Γιαχβέ στίς μάχες καί τό στρατόπεδο ἔπρεπε αὐτό νά εἶναι καθαρό ἀπό κάθε μολυσμό (βλ. Ἀριθμ. 5,1 ἑξ.)· ἀλλά καί οἱ πολεμιστές ὑπεβάλλοντο σέ ἐξαγνισμό (κατά τό Α΄ Βασ. 14,24 προηγεῖτο νηστεία) καί ὅλο τό διάστημα τοῦ πολέμου ἀπέφευγαν κάθε τι πού θά τούς ἐμόλυνε (βλ. Β΄ Βασ. 11,10-11).7

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

.             (α) Δέν θά μποροῦσαν νά περιφρονήσουν τήν Παλαιά Διαθήκη οἱ καταφρονητές της, ἄν ἐγνώριζαν τό ὡραῖο της καί βαθύ περιεχόμενο, τήν νόστιμη θεολογία της καί τά ὡραῖα της διδάγματα. Γι᾿ αὐτό ὅσοι ὁμιλοῦν περιφρονητικά γιά τήν Παλαιά Διαθήκη προδίδουν τήν ἄγνοιά τους ὡς πρός τό περιεχόμενό της, προδίδουν ὅτι δέν τήν ἔχουν διαβάσει ἤ, ἄν τήν διάβασαν, δέν τήν ἐννόησαν. Τέτοια ὑψηλή διδασκαλία, σάν κι αὐτή πού βρίσκουμε στίς ἱερές σελίδες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δέν θά βροῦμε σέ κανένα ἐξωβιβλικό κείμενο, οὔτε, ἐννοεῖται, καί στά κείμενα τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων. Καί αὐτό βεβαίως ἔχει τήν ἑρμηνεία του: Τά κείμενα τῶν φιλοσόφων αὐτῶν εἶναι τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ δημιουργήματα, ἡ δέ διδασκαλία τῶν ἱερῶν συγγραφέων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἀποκάλυψη Θεοῦ, εἶναι τό «Τάδε λέγει Κύριος»! Γιά παράδειγμα, πῶς νά ἐξηγήσουμε τήν ὑψηλή θεολογία τοῦ τσοπάνου προφήτου Ἀμώς; Ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του δέν μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε τό φαινόμενο ἕνας Ἑβραῖος βοσκός νά παρουσιάζει τέτοια σοφία, σοφία πού δέν τήν ἔχει ὁ Σωκράτης καί ὁ Πλάτων,8 γιατί ὁ ἴδιος ὁ Ἀμώς ἦταν ἀγράμματος. Ἀπό τό περιβάλλον του πάλι δέν μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε τήν θεολογία τοῦ Ἀμώς, γιατί σέ κανένα ἔξω ἀπό τό Ἰσραήλ κείμενο τῆς τότε ἐποχῆς (8ος αἰών) δέν συναντοῦμε τέτοια διδασκαλία. Κατ᾿ ἀνάγκη θά πρέπει νά δεχθοῦμε ὅτι ἡ σοφία τοῦ προφήτου εἶναι ἀποκάλυψη Θεοῦ.

.             (β) Θά μᾶς ἔφερε πολύ μακρυά ὁ λόγος, ἄν θά θέλαμε νά μιλήσουμε ἐδῶ, ἔστω καί μέ πολλή γενικότητα, γιά τήν ὡραία καί ὑψηλή θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἀγνοοῦν οἱ καταφρονητές της· ἄν παρουσιάζαμε μόνο ἀπό τήν θεολογία της τήν περί προόδου τῆς ἁμαρτίας διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου στό καταφρονούμενο αὐτό ἱερώτατο βιβλίο φαίνεται τό σωτηριολογικό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία ὄχι τοῦ Ἰσραήλ μόνο, ἀλλά ὅλου τοῦ κόσμου, γιά νά νοήσουμε ἐκεῖνον τόν φοβερό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Συνέκλεισε ὁ Θεὸς τοὺς πάντας εἰς ἀπείθειαν, ἵνα τοὺς πάντας ἐλεήσῃ» (Ρωμ. 11,32).

.             Γενικῶς ἀναφερόμενοι στό περιεχόμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λέγομε ὅτι ἔχει αὐτά τά τρία: α) Τό ἐκπληρούμενον. Εἶναι οἱ τύποι της καί οἱ προφητεῖες της περί τοῦ Μεσσίου πού ἐκπληρώθηκαν στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τήν σάρκωσή του στόν κόσμο. β) Τό συμ­πληρούμενον. Εἶναι ἡ περί πίστεως καί ἠθικῆς διδασκαλία της, τήν ὁποίαν ὁ Χριστός ὄχι μόνον δέν κατήργησε, ἀλλά «καί σφόδρα ἐπέτεινε», (Χρυσόστομος)9 δηλαδή συνεπλήρωσε. γ) Τό καταργούμενον. Εἶναι οἱ αὐστηρές τελετουργικές διατάξεις τοῦ Νόμου, οἱ ὁποῖες δόθηκαν εἰδικά γιά τόν ἰουδαϊκό λαό γιά τήν σκληρότητά του καί παχυλότητά του, ὅπως εἴπαμε, γιά τίς ὁποῖες ὅμως πρέπει νά ἐπαινέσουμε τήν Παλαιά Διαθήκη, γιατί «τοὺς (Ἑβραίους) πρὸς τοσαύτην κατενεχθέντας κακίαν ἠδυνήθη διὰ τῆς οἰκείας σφοδρότητος ἀπαλλάξαι τῆς πονηρίας, μαλάξαι τε καὶ ποιῆσαι καταπειθεῖς τῇ χάριτι καὶ πρὸς τὴν τῆς Καινῆς ὁδηγῆσαι φιλοσοφίαν» (Χρυσόστομος, MPG. 51,287).

Ὡς συμπέρασμα τῆς παρούσης ταπεινῆς μου εἰσηγήσεως εἶναι αὐτός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Τὸ γὰρ αὐτὸ Πνεῦμα καὶ τὰ ἐν τῇ Παλαιᾷ καὶ τὰ ἐν τῇ Καινῇ πάντα ᾠκονόμει, εἰ καὶ διαφόρως. Διὰ τοῦτο καὶ Παῦλος ἔλεγεν· “Ἔχοντες τὸ αὐτὸ Πνεῦμα τῆς πίστεως”» (MPG. 51,287).

 Εὐχαριστῶ διότι μέ ἀκούσατε.

1. Ὁμιλία εἰς τό «Ἐξῆλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αὐγούστου» καί εἰς τήν ἀπογραφήν τῆς ἁγίας Θεοτόκου, MPG 50,796.

2. MPG 81,296.

3. Βλ. Γεν. 22,11.12. 31,11. Ἐξ. 3,2-21. Ἰησ. Ν. 5,13-15. Κριτ. 2,1-5 κ.ἄ.

4. Εἰς τό κατά Ματθαῖον Ὁμιλία ΙΖ´, MPG 57,261.

5. Βλ. Μεθοδίου Ὀλύμπου, Συμπόσιον ἤ περί ἁγνείας, Λόγος α΄ ΙΙ, ΒΕΠ 18,19.5 ἑξ.

6. Ὑπῆρχε καί βιβλίο ἀπωλεσθέν πού περιεῖχε αὐτούς τούς πολέμους καλούμενο «βιβλίον τῶν πολέμων τοῦ Γιαχβέ»· βλ. Ἀριθ. 21,14.

7. Βλ. Β. Βέλλα, Θρησκευτικαί Προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόμος Α΄ Ἀθῆναι 19683, σελ. 69. 70.79.

8. Μία λεπτή παρατήρηση: Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε τόν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τόν συμπλήρωσε στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία του, λέγοντας: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις…», «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν…». Καί ἔγινε αὐτό ἐπειδή «ταιριάζει» ἡ Παλαιά Διαθήκη μέ τήν Καινή, ἀφοῦ ἔχουν τόν ἴδιο νομοθέτη. Θά μποροῦσε ὁ Χριστός νά πάρει τά βιβλία τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων καί νά κάνει τό ἴδιο συμπληρώνοντάς τα; Ὄχι ἀσφαλῶς, γιά τό ἀταίριαστο! Ἡ παρατήρηση αὐτή εἶναι τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Καί ὁ Χριστός δέ, εἰ πονηρά τις ἦν καί ἀλλοτρία (ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅπως ἔλεγαν οἱ κατήγοροί της) οὐκ ἄν αὐτήν ἐπλήρωσεν ἐλθών ἅπασαν… ὥστε δεῖξαι συγγενῆ ταύτην οὖσαν τῇ Καινῇ· τίνος ἕνεκεν οὐχί καί τῶν Ἑλλήνων ἐπλήρου νόμιμά τε καί ἔθη;» (Εἰς τό κατά Ματθαῖον, Ὁμιλία Ιϛ΄δ. MPG 57,244). Περί τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί περί τοῦ ὅτι δέν δύναται κἄν νά συγκριθεῖ πρός τό ὕψος τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, βλ. πατερικές περικοπές εἰς ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα, μελέται-ἐπιστολαί, τόμ. Α΄, σελ. 11-83

9. Εἰς τό κατά Ματθαῖον ὁμιλία ΛΘ΄, εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, τόμ. 66, σελ. 267.

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: