Ο ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΣ ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΠΟΣΤ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ (Ἡ ἀφελὴς πεποίθηση πολλῶν ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, διότι ἦταν ψαράδες, δὲν ἰσχύει.)

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ
(30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

«Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἦταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Βηθσαϊδά, υἱὸς κάποιου Ἑβραίου Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Πέτρου τοῦ ἀποστόλου καὶ κορυφαίου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς προηγουμένως μαθήτευσε στὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ Ἰωάννη, κι ἔπειτα, ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, ποὺ δακτυλοδεικτοῦσε τὸν Ἰησοῦ,  τό «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», τὸν ἄφησε καὶ ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Εἶπε καὶ στὸν Πέτρο τό «Εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ», καὶ ἀποσπάστηκε στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πολλὰ ἄλλα εἶναι γραμμένα γι’ αὐτὸν στὴν θεόπνευστη Γραφή. Αὐτὸς λοιπὸν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ  ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη Ἐκείνου, γιὰ τὸν κάθε ἀπόστολο κληρώθηκε καὶ διαφορετικὴ χώρα. Στὸν πρωτόκλητο ἔτυχε ἡ χώρα τῶν Βιθυνῶν καὶ ὁ Εὔξεινος Πόντος, τὰ μέρη τῆς Προποντίδας, μαζὶ μὲ τὴ Χαλκηδόνα καὶ τὸ Βυζάντιο καὶ τὴν Θράκη καὶ τὴν Μακεδονία, ποὺ ἔφθαναν μέχρι τὸν Ἴστρο ποταμό, ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἑλλάδα καὶ τὰ μέρη τῆς Ἀχαΐας. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀμινσός, ἡ Τραπεζούντα, ἡ Ἡράκλεια καὶ ἡ Ἄμαστρις. Αὐτὲς τὶς χῶρες δὲν τὶς πέρασε, σὰν λόγια ποὺ χάνονται, ἀλλὰ σὲ κάθε πόλη ὑπέστη πολλὲς δυσκολίες, συνάντησε πολλὲς δυσχέρειες, μολονότι μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ τὶς ξεπερνοῦσε ὅλες. Θὰ θυμηθοῦμε τὸ τί πέρασε σὲ μία πόλη, ἀφήνοντας τὶς ἄλλες στοὺς γνῶστες τοῦ ἔργου του.

.          Ὅταν ὁ Ἀνδρέας ἔφτασε στὴ Σινώπη καὶ κήρυξε ἐκεῖ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελίου, ὑπέστη πολλὲς θλίψεις. Δηλαδὴ τὸν ἔριξαν στὴ γῆ καὶ τὸν τραβοῦσαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τὸν κατασπάρασσαν μὲ τὰ δόντια καὶ τὸν κτυποῦσαν μὲ ξύλα, τὸν λιθοβολοῦσαν καὶ τὸν τράβηξαν μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, ἀφοῦ τοῦ ἔκοψαν τὸ δάκτυλο μὲ τὰ δόντια. Ἀλλὰ αὐτὸς φάνηκε καὶ πάλι ἄρτιος καὶ ὑγιὴς ἀπὸ τὶς πληγές του, μὲ ἐπέμβαση τοῦ Σωτήρα καὶ Διδασκάλου του. Ἀπὸ ἐκεῖ σηκώθηκε καὶ ἐπισκέφτηκε πολλὲς πόλεις καὶ χῶρες, ὅπως τὴ Νεοκαισάρεια, τὰ Σαμόσατα, τοὺς Ἀλανούς, τοὺς Ἀβασγούς, τοὺς Ζήκχους, τοῦ Βοσποριανοὺς καὶ τοὺς Χερσωνίτας. Ἔπειτα διέπλευσε στὸ Βυζάντιο, χειροτόνησε τὸν Στάχυ ἐπίσκοπο, πέρασε ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες χῶρες, καὶ ἔφτασε πρὸς τὴν ἔνδοξη Πελοπόννησο. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε ἀπὸ τὸν Σωσίο, τὸν ὁποῖο, ἐπειδὴ ἦταν βαριὰ ἄρρωστος, τὸν θεράπευσε. Καὶ ἀμέσως ὅλη ἡ πόλη ἐκείνη τῶν Πατρῶν προσῆλθε στὸν Χριστό. Τότε ἦταν ποὺ καὶ ἡ γυναίκα τοῦ ἀνθυπάτου Μαξιμίλλα λύθηκε ἀπὸ τὰ χαλεπὰ δεσμὰ τῆς ἀρρώστιας της καὶ ἔγινε γρήγορα καλά, ὁπότε πίστεψε καὶ αὐτή.  Καὶ ὁ σοφώτατος Στρατοκλῆς, ὁ ἀδελφός του ἀνθυπάτου Αἰγεάτου, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ποὺ ταλαιπωροῦνταν ἀπὸ ποικίλα νοσήματα,  βρῆκαν τὴν ὑγεία τους μὲ τὸ ἀκούμπισμα τῶν χεριῶν τοῦ ἀποστόλου.
.          Γιὰ ὅλα αὐτά, περιέπεσε σὲ μανία ὁ Αἰγεάτης καὶ προσήλωσε σὲ σταυρὸ τὸν ἀπόστολο, ὁπότε καὶ ὁ ἀπόστολος ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Ὁ ἴδιος δὲ ἔπεσε στὴν γῆ ἀπὸ ψηλὸ γκρεμὸ καὶ συνετρίβη. Τὸ λείψανο τοῦ ἀποστόλου, μετὰ ἀπὸ πολὺ χρόνο, μετατέθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, μὲ δική του διαταγή, ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀρτέμιο τὸν μάρτυρα. Καὶ κατατέθηκε μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Λουκᾶ καὶ τὸν ἅγιο Τιμόθεο στὸ περίβλεπτο τέμενος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων».
.          Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος, ὁ πρῶτος δηλαδὴ ποὺ κλήθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει μαθητής Του, δὲν κλήθηκε ἀπροϋπόθετα καὶ ὡς ἔτυχε. Ὑπῆρξε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀναζητήσεις σχετικὰ μὲ τὸν Μεσσία, ποὺ ὁ πόθος τους γιὰ τὸν Θεὸ ἦταν ἔντονος. Κι αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνῆκε στὴν ὁμάδα τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος προετοίμαζε τοὺς ἀνθρώπους ἀκριβῶς πρὸς ὑποδοχὴ τοῦ Μεσσία, καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ τὴν κλήση του ἔνιωσε τὴν ἀνάγκη νὰ καλέσει τὸν ἀδελφό του Πέτρο, μὲ τὴν διαπίστωση ὅτι «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ὁ ὑμνογράφος του, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐπισημαίνει καὶ τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα. «Ὁ τῷ Προδρόμου φωτὶ μεμορφωμένος, ὅτε τὸ ἀπαύγασμα τὸ ἐνυπόστατον τῆς πατρικῆς δόξης ἔφανεν…τότε πρῶτος ἔνδοξε, τούτῳ προσέδραμες». (Σὺ ποὺ μορφώθηκες ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Προδρόμου, ὅταν ὁ Χριστός, τὸ ἐνυπόστατο ἀπαύγασμα τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ Πατέρα φάνηκε…τότε πρῶτος, ἔνδοξε, ἔτρεξες σ’ αὐτόν). Καί: «Τὸν ποθούμενον Θεὸν ἐν σαρκὶ κατιδὼν ἐπὶ γῆς βαδίζοντα, θεόπτα Πρωτόκλητε, τῷ μὲν ὁμαίμονι ἐβόας ἀγαλλόμενος· Εὑρήκαμεν ὦ Σίμων τὸν ποθούμενον». (Ὅταν εἶδες τὸν Θεὸ ποὺ ποθοῦσες νὰ βαδίζει ὡς ἄνθρωπος στὴ γῆ, θεόπτη πρωτόκλητε, φώναζες μὲ χαρὰ στὸν ἀδελφό σου: Βρήκαμε, Σίμων, τὸν ποθούμενο»).
.          Ὁ συναξαριστής του αὐτὴν τὴν ἀναζήτηση, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε προφανῶς καὶ τὴν προϋπόθεση γιὰ νὰ γίνει ἄμεσος συνεργάτης τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ στὸν κόσμο ἔργου τοῦ Κυρίου, τὴν καταγράφει ὡς ἑξῆς: «Ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές  τοῦ Ἰωάννη Προδρόμου ἦταν καὶ ὁ Ἀνδρέας, ἄνδρας κατὰ τὰ ἄλλα σεμνὸς καὶ ἀξιοσέβαστος, ποὺ ἔψαχνε τὴν ἀλήθεια πίσω ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου μὲ βαθὺ φρόνημα, καὶ ποὺ ἀναζητοῦσε στὸν λόγο, σὰν πίσω ἀπὸ παραπέτασμα, τὶς κρυμμένες προφητεῖες γιὰ τὸν Χριστό, ἀκολουθώντας μέσῳ αὐτῶν αὐτὸ ποὺ δηλωνόταν». Τὰ παραπάνω σημαίνουν ὅτι ἡ ἀφελὴς πεποίθηση πολλῶν ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, διότι ἦταν ψαράδες, δὲν ἰσχύει. Ψαράδες ἦταν, ἁπλοὶ ἄνθρωποι μπορεῖ, ὄχι ὅμως ἁπλοϊκοί, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀπροβλημάτιστου καὶ ἐπιφανειακοῦ ἀνθρώπου. Καθὼς τὰ πράγματα φανερώνουν, ἡ ὕπαρξή τους φλεγόταν ἀπὸ τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἀληθείας, περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐνεργειῶν Του, περὶ τῶν δηλουμένων ἀπὸ τοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κι εἶναι φυσικό: ὁ Κύριος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ὡς ἀμέσους συνεργάτες Τοῦ ἀνθρώπους χωρὶς πάθος γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε τὸ εἶχε ἐπισημάνει: Θὰ μὲ ἀκολουθήσουν καὶ θὰ μὲ ἀκούσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὴν ἀλήθεια. «Πᾶς ὁ ὧν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς». Ἕνας τέτοιος λοιπὸν ἄνθρωπος, σοβαρὸς καὶ σεβαστός, μὲ βαθειὰ ἀναζήτηση ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διαπιστώνουν καὶ αὐτοὶ τὴν παραπάνω πραγματικότητα: «Ἐζήτησας Χριστὸν τὴν ὄντως ζωήν,  καὶ ζητήσας πρῶτος εὖρες». (Ζήτησες τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ ζωή, καὶ ἐπειδὴ τὴν ζήτησες, πρῶτος καὶ τὴν βρῆκες).
.          Ἡ βαθύτητα τῆς ἀναζήτησης τοῦ Ἀνδρέα περὶ τὰ τίμια καὶ ἀληθῆ της ζωῆς κάνει τὸν ἅγιο ὑμνογράφο νὰ ἐπικεντρώσει τὴν προσοχή του καὶ στὸ ἱεραποστολικὸ πιὰ ἔργο τοῦ ἀποστόλου. Ὅπως δηλαδὴ ὁ ἴδιος στρεφόταν πάντα στὸ βάθος τῶν πραγμάτων, ἐκεῖ ποὺ «ἡ ἀλήθεια κρύπτεσθαι φιλεῖ», ἐκεῖ ποὺ ἀγαπᾶ νὰ κρύβεται ἡ ἀλήθεια, κατὰ τὸν Ἕλληνα φιλόσοφο, ἔτσι καὶ ἡ δράση του ὡς ἀποστόλου λειτουργοῦσε στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ ἦταν τὸ ζητούμενο ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα: πῶς ὁ λόγος του θὰ κρούσει τὶς βαθειὲς χορδὲς τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, πῶς ὁ λόγος του σὰν ἀγκίστρι θεϊκὸ θὰ σαγηνεύσει τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο. «Ὁ τῇ τέχνῃ ἁλιεὺς καὶ τῇ πίστει μαθητής, ὡς βυθὸν διερευνῶν τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, τὸ ἄγκιστρον χαλᾷ τοῦ λόγου, καὶ σαγηνεύει ἡμᾶς». (Ὁ ἁλιέας κατὰ τὴν τέχνη καὶ μαθητὴς κατὰ τὴν πίστη, διερευνώντας τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν σὰν νὰ εἶναι βυθός, ρίχνει τὸ ἀγκίστρι τοῦ λόγου καὶ μᾶς σαγηνεύει).
.          Κι αὐτὸ βεβαίως ἐπιτυγχανόταν μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ εἶχε λάβει κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, μὲ τὴ φλόγα ποὺ προσέλαβε καὶ ἔγινε θεόληπτος. «Τοῦ Πνεύματος τὴν φλόγα τῇ γλώσσῃ προσλαβών, γέγονας, Ἀπόστολε, θεοληπτος ἀνήρ, τῶν οὐρανίων τὰ κάλλη περιπολεύων». Ὁ σεμνὸς καὶ ἀξιοσέβαστος ἀπὸ τὴ φύση του χαρακτήρας τοῦ ἁγίου, ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς Πεντηκοστῆς τὸν ἔκανε, κατὰ τὸν ὑμνογράφο, σὰν τεντωμένο βέλος, ποὺ τραυμάτιζε τοὺς δαίμονες καὶ θεράπευε τοὺς τραυματισμένους ἀπὸ τὴν ἀπιστία ἀνθρώπους. «Ἐντείνας σε δυνατόν, ὥσπερ βέλος, μακάριε, ἐπαφῆκεν εἰς τὸν σύμπαντα κόσμον ὁ Κύριος, τραυματίζων δαίμονας καὶ δυσσεβείᾳ τοὺς ἀνθρώπους τραυματισθέντας ἰώμενος».
.          Ὁ «ἀδίστακτος πόθος του νὰ ἀκολουθεῖ θερμὰ τὸν Χριστὸ» ἔκανε τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ ὑμνογράφος του, νὰ προσθέτει πόθο πάνω στὸν πόθο αὐτό, τόσο ὥστε νὰ  μιμηθεῖ τὸν Κύριό Του καὶ στὸν τρόπο τοῦ διὰ Σταυροῦ θανάτου Του. Μὲ σταυρικὸ θάνατο τελειώθηκε καὶ ὁ ἀπόστολος, διαβαίνοντας πιὰ κοντὰ σ’  Ἐκεῖνον τὸν ὁποῖο πράγματι ἐπόθησε σὰν ἀληθινὸς μαθητὴς καὶ σοφὸς μιμητής Του. «Πόθῳ πόθον προσθείς, διὰ σταυροῦ διαβαίνεις πρὸς ὃν ἐπόθησας, ὡς ἀληθὴς μαθητὴς καὶ σοφὸς μιμητὴς γενόμενος τοῦ διὰ Σταυροῦ αὐτοῦ πάθους». Μακάρι «ἡ φωτιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ποὺ περιέφερε στὴν καρδιά του» ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, νὰ ἀνάψει λίγο καὶ στὴ δική μας καρδιά. Θὰ εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι πράγματι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εὐαγγελίστηκαν οἱ ἀπόστολοι, σὰν τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, βρῆκε τὴν ἐκπλήρωσή του καὶ σὲ ἐμᾶς.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: