ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΚΑΙ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΟΙ ΚΤΙΤΟΡΕΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΣΟΥΜΕΛΑ -1

Παναγιώτη Σ. Μαρτίνη, Δρ. Θ.,
Ἄρχοντος Ἱερομνήμονος τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΚΑΙ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ 
ΟΙ ΚΤΙΤΟΡΕΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΣΟΥΜΕΛΑ

[Α´]

πὸ τὸν ὑπ᾿ ἀρ. 268 ἀνέκδοτο κώδικα τῆς Ἱ. Μονῆς ΔιονυσίουἉγίου Ὄρους,
«συγγραφέντα παρὰ εὐτελοῦς καὶ ταπεινοῦ μοναχοῦ Ἀκακίου τοῦ Σαββαΐτου»

Ἐκδ. «ΤΑΩΣ», Πάτρα, 2012

 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(Ἀπόσπασμα)

 .           Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἔκδοση καὶ δημοσίευση τοῦ ὑπ’ ἀρ. 268 χαρτώου κώδικα τῆς ἱερᾶς Μονῆς Διονυσίου – Ἁγίου Ὄρους ἔδωσε ἡ, μετὰ 88 χρόνια, προσκυνηματικὴ – λατρευτικὴ ἐπίσκεψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας Σουμελᾶ τοῦ Πόντου. Ὁ κώδικας αὐτὸς περιέχει τὴν βιογραφία τῶν δύο ὁσίων μοναχῶν Βαρνάβα καὶ Σωφρονίου, κτιτόρων τῆς ἱστορικῆς Μονῆς τοῦ Πόντου.
.           Τὸ ἐρειπωμένο πιὰ Μοναστήρι, στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 2010, ἄνοιξε τὶς πύλες του γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖ τὴν πατριαρχικὴ συνοδεία καὶ ν’ ἀντιλαλήσουν στὸν ἁγιασμένο χῶρο του καὶ πάλι οἱ θεομητορικοὶ ὕμνοι. Ἡ πατριαρχικὴ θεία Λειτουργία ὑπῆρξε τὸ κορυφαῖο γεγονὸς τοῦ προσκυνήματος, ποὺ συμμετεῖχαν ὄχι μόνο οἱ «ὅπου γῆς Πόντιοι», ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἄλλων πιστῶν.

[…]

.           Τὸ ἁγιολογικὸ κείμενο, ποὺ ἐκδίδεται γιὰ πρώτη φορά, φέρει τὸν τίτλο: «Βίος καὶ πολιτεία καὶ μερικὴ περιήγησις τῶν ἐν ἁγίοις πατέρων ἡμῶν Βαρνάβα καὶ Σωφρονίου, τῶν κειμένων  ἐντῷ ὄρει τοῦ Μελᾶ, συγγραφεὶς παρὰ τοῦ εὐτελοῦς καὶ ταπεινοῦ μοναχοῦ Ἀκακίου τοῦ Σαββαΐτου». Δυστυχῶς κι αὐτὸς ὁ κώδικας, ποὺ περιέγραφε τὸ Κτιτορικὸ τῆς Μονῆς Σουμελᾶ, εἶχε χαθεῖ μὲ τοὺς ἄλλους χειρόγραφους κώδικες, ποὺ περιεῖχαν τὴν ἱστορία τῆς ἵδρυσης τῆς Μονῆς. Ὅμως, τὸ ἔτος 1965, βρέθηκε, στὸ ἀρχεῖο τῆς ἱερᾶς κοινοβιακῆς Μονῆς Διονυσίου – Ἁγίου Ὄρους, ὁ ὑπὸ ἔκδοση χειρόγραφος ἀνέκδοτος κώδικας τοῦ μοναχοῦ Ἀκακίου τοῦ Σαββαΐτη. Τὸ ἁγιολογικὸ αὐτὸ κείμενο διέσωσε ὁ μοναχὸς Συμεών, ποὺ τὸ ἀντέγραψε τὸ ἔτος 1446 μ.Χ., ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει: «Τὸ ἁγιολογικὸν τοῦτο κείμενονἀντεγράφη ὑπὸ μοναχοῦ Συμεὼν ἐν ἔτει 1446».
.           Τὸ ἀνέκδοτο αὐτὸ κείμενο τοῦ μοναχοῦ Ἀκακίου, ποὺ ἀντέγραψε ὁ μοναχὸς Συμεών, θὰ ἐκδώσουμε.  […]

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

.           Μὲ τὸ παρὸν βιβλίο προβαίνουμε στήν ἔκδοση, ὅπως καί προλογικὰ ἀναφέρθηκε, τοῦ ἀριθ. 268, φύλλα 423-517, χαρτώου χειρογράφου ἀνέκδοτου κώδικα, ποὺ φυλάσσεται στὸ Ἀρχεῖο τῆς Ἱ. Μονῆς Διονυσίου – Ἁγίου Ὄρους. Σ᾿ αὐτὸν τὸν κώδικα περιέχεται ὁ Βίος καί ἡ Πολιτεία, καθώς καί ἡ μερικὴ Περιήγησις τῶν πατέρων Βαρνάβα καί Σωφρονίου, ποὺ ὑπῆρξαν οἱ κτίτορες τῆς Ἱ. Μονῆς τῆς Παναγίας τοῦ ὄρους Σουμελᾶ τῆς Τραπεζοῦντος.
.           Συγγραφέας τοῦ Βίου τῶν δύο κτιτόρων μοναχῶν εἶναι ὁ Ἀκάκιος, μοναχὸς τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ ὁσίου Σάββα τῆς Παλαιστίνης, γι᾿ αὐτὸ φέρει τὴν ἐπωνυμία «Σαββαΐτης».
.           Τὸ ἔργο τοῦ Ἀκακίου ἀντέγραψε ὁ μοναχὸς Συμεών, ἀγνώστου Μονῆς, τὸ ἔτος 1446 μ.Χ., ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει στὸ τέλος τοῦ κώδικα. Τὸ κείμενο αὐτὸ βρέθηκε, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, στὸ Ἀρχεῖο τῆς Ἱ. Μονῆς Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὸ ἔτος 1965. Μέχρι τὴν ἀνεύρεση αὐτοῦ τοῦ κειμένου, ἡ ἔρευνα περὶ τῆς ἱδρύσεως τῆς Μονῆς Σουμελᾶ, βασιζόταν στὸ Κτιτορικὸ κείμενο τοῦ ἱεροδιακόνου Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτη (18ος αἰ.).
.           Ἡ νεώτερη ἔρευνα ἀπέδειξε, μετὰ τὴν ἀνακάλυψη τοῦ «Ἀκακιανοῦ» κειμένου, ὅτι ὁ Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης εἶχε ὡς βάση τοῦ ἔργου του τὸ κείμενο τοῦ Ἀκακίου.
.           Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἀκάκιος ἀποφεύγει στὴ βιογραφία ποὺ ἔγραψε τὴν ἀναγραφὴ προσώπων καὶ ἱστορικῶν γεγονότων. Ὁ ἴδιος ἐκφράζει στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔργου του τὴν ἀδυναμία του γι᾿ αὐτὴ τὴν προσπάθεια ποὺ τοῦ ἐπιφόρτισαν οἱ συνασκητές του μοναχοί, ἀφοῦ, ὅπως γράφει, δέν γνωρίζει ἀκόμη καὶ τὰ ὀνόματα τῶν δύο κτιτόρων μοναχῶν. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Διὸ καὶ ἀνεβαλλόμην εἰδὼς ὅτι μεγάλης εἶναι τοῦτο διανοίας καὶ θείῳ πνεύματι φωτισμένης τὸν τοσούτοις χρόνοις σεσιγημένοιςκαὶ μή τε τούτοις ἐπωνυμίαις προσῆν…».
.           Τὸ μόνο ἱστορικὸ στοιχεῖο ποὺ ἀναφέρεται στὸ κείμενο τοῦ Ἀκακίου, ποὺ ἡ ἔρευνα τὸ θεωρεῖ ἐμβόλιμο, εἶναι ὅτι οἱ δύο μοναχοὶ Βαρνάβας καὶ Σωφρόνιος ἔζησαν «ἐν τοῖς χρόνοις Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου» (379-395 μ.Χ.). Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὡς βάση του τὸ κείμενο τοῦ Ἀκακίου, ἀναφέρει ὅτι, πράγματι, οἱ δύο μοναχοὶ ἔζησαν τὸν 4ο αἰ. καὶ ὁ βιογράφος τους μοναχὸς Ἀκάκιος τὸν 7ο αἰ. ἐπὶ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Πωγωνάτου (648-685).
.           Ἦταν φυσικὸ ἡ ἔρευνα μέχρι τὸ 1965 νὰ βασίζεται στὸ μοναδικὸ Κτιτορικὸ τῆς Μονῆς Σουμελᾶ ποὺ κυκλοφοροῦσε· κι αὐτὸ ἦταν τοῦ Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη. Ἄλλωστε σ᾿ αὐτὸν ἔστειλε ὅλους τοὺς χειρόγραφους κώδικες τῆς Μονῆς ὁ Σουμελιώτης ἀρχιμ. Παρθένιος Μεταξόπουλος, σύγχρονος τοῦ Καυσοκαλυβίτη (18ος αἰ.) καὶ μαζὶ ἔγραψαν τὸ ἱδρυτικὸ τῆς Μονῆς. Ὅμως, ὅπως φαίνεται, ὁ Νεόφυτος δέν ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ τοὺς κώδικες καὶ ἔκτοτε χάθηκαν καὶ μαζί τους καὶ τὸ κείμενο τοῦ Ἀκακίου.
.           Ἂν θὰ τολμούσαμε μιὰ πρώτη σύγκριση τῶν δύο κειμένων, τοῦ 4ου καὶ τοῦ 18ου αἰ., θὰ παρατηρούσαμε κατ᾿ ἀρχὴν δυὸ μεγάλες διαφορές. Ὁ Καυσοκαλυβίτης δέν περιλαμβάνει στὸ κείμενό του ὅλες τὶς χρονολογικὰ μεταγενέστερες τοῦ 4ου αἰ. πληροφορίες, ὅπως ἀναφέρονται στὸ κείμενο τοῦ Ἀκακίου. Ἀντιθέτως περιλαμβάνει ἄλλα στοιχεῖα, ὅπως γιὰ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἀθηνιώτισσας, ποὺ θαυματουργικὰ βρέθηκε στὸ μοναστήρι τοῦ Μελᾶ, ποὺ δέν βρίσκονται στὸ κείμενο τοῦ Ἀκακίου.
.           Σχετικὰ μὲ τοὺς κτίτορες τῆς Μονῆς ὁ φιλόλογος-ἐρευνητὴς Ὀδυσ. Λαμψίδης σημειώνει: «…Τὸ 1965 εἰς δημοσίευμα περὶ τοῦ ἀκακιανοῦ κειμένου διὰ τὸν ἅγιον Βάρβαρον ἐγράφομεν ὅτι ὁ βίος τῶν ἱδρυτῶν τῆς μονῆς Σουμελᾶ ὑπὸ Ἀκακίου Σαββαΐτου συνετέθη μετὰ τὸν 11ο αἰῶνα καὶ πρὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ 14ου αἰῶνος… Μὴ ὑπάρχοντος πλέον δισταγμοῦ διὰ τὴν χρονολόγησιν τῆς ἀκμῆς τοῦ συγγραφέως Ἀκακίου, δυνάμεθα ἀνενδοιάστως νὰ συμπεράνωμεν ὅτι οὗτος ἤκμασε κατὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ 12ου αἰῶνος … τὸ δὲ ἔργον: Βίος τῶν ἱδρυτῶν τῆς μονῆς Σουμελᾶ, κατὰ τάς δύο πρώτας δεκαετίας τοῦ 13ου αἰῶνος».

.           Ἐπίσης, ὁ Γερμανὸς ἐρευνητής Günter Evangelos Weigel, ποὺ ἰδιαίτερα ἀσχολήθηκε μὲ τὸ ἀκακιανὸ κείμενο, σὲ ἄρθρο του βεβαιώνει ὅτι ἡ μονὴ τοῦ Πόντου πρέπει νὰ κτίστηκε τὸν 11ο αἰ. καὶ ὅτι ὁ Ἀκάκιος, ὁ βιογράφος τῶν ἱδρυτῶν, πρέπει νὰ ἔζησε στὸ τέλος τῆς λατινικῆς κυριαρχίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1261), δηλαδὴ στὸ τέλος τοῦ 13ου αἰῶνος. Τὴν ἴδια περίοδο ἔγραψε καὶ τὸ κείμενο γιὰ τοὺς δύο ἱδρυτὲς τῆς Μονῆς, ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του.
.           Ὁ Δ. Καμπούρογλου στὸ ἔργο του: Ἀναδρομάρης, ΒαρνάβαςκαὶΣωφρόνιος, ἀναφέρει ὅτι ἡ ἵδρυση τῆς Μονῆς πρέπει νὰ ἔγινε τὸν Θ´ αἰῶνα, διότι ἡ ὑπὸ τῶν Σαρακηνῶν καταστροφὴ συνέβη τὸ 896 μ.Χ.. Βέβαια δέν εἶχε ἀνευρεθεῖ κατὰ τὴν περίοδο ποὺ γράφει ὁ Δ. Καμπούρογλου τὸ ἀκακιανὸ κείμενο. Ὁπωσδήποτε ὅμως κι αὐτὸς ἐκφράζει τὴν ἀντίθεσή του ὅτι οἱ δύο μοναχοὶ ἔζησαν τὸν 4ο αἰ. καὶ ὁ μοναχὸς Ἀκάκιος τὸν 7ο αἰ.
.           Μὲ τὰ τελευταῖα δεδομένα γιὰ τὸ χρόνο ποὺ ἔζησαν οἱ δύο μοναχοὶ (11ος αἰ.) καὶ ὅτι ὁ μοναχὸς Ἀκάκιος ἔγραψε τὸ κείμενό του τὸν 13ο αἰ., ἐξηγοῦνται οἱ μεταγενέστερες ἀναφορὲς τοῦ κειμένου περὶ τοῦ Μ. Φωτίου (9ος αἰ.), ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου (11ος αἰ.) καὶ πολλὲς ἄλλες, ποὺ φυσικὰ παραλείπονται ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Καυσοκαλυβίτη, ἀφοῦ θεωρεῖ ὅτι οἱ δύο ἱδρυτὲς μοναχοὶ ἔζησαν τὸν 4ο αἰ. καὶ ὁ συγγραφέας τοῦ βίου τους τὸν 7ο αἰ.
.           Ὁπωσδήποτε τὸ κείμενο τοῦ Καυσοκαλυβίτη συμφωνεῖ σχεδὸν ἀπόλυτα μὲ τὸ κείμενο τοῦ Ἀκακίου ὡς πρὸς τὸν βίο καὶ τὴν περιπλάνηση τῶν δύο μοναχῶν, καθώς καὶ ὡς πρὸς τὴν ἵδρυση τῆς ἱστορικῆς μονῆς τοῦ Πόντου, μάλιστα στὴ βιογραφία τοῦ Καυσοκαλυβίτη ἀπὸ τὴ σελίδα 9 (Εἰσαγωγή) φαίνεται ὅτι χρησιμοποιεῖ ὡς παλαιότερη καὶ μοναδικὴ πηγὴ τὸν Ἀκάκιο.
.           Ἐκεῖνο ποὺ κρίνεται ἀπαραίτητο νὰ ἐπαναληφθεῖ εἶναι ὅτι στὸ κείμενο τοῦ Ἀκακίου δέν γίνεται μνεία περὶ τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας, ὅπως στὸ ἀντίστοιχο τοῦ Καυσοκαλυβίτη. Ἐνῶ ὁ Ἀκάκιος ἀναφέρει λεπτομερῶς πῶς ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς φιλοτέχνησε τὶς τρεῖς εἰκόνες τῆς Παναγίας (Ὁδηγήτριας – Αἰγυπτίας – Ἀθηνιώτισσας), στὴ συνέχεια τοῦ ἔργου του δέν κάνει μνεία περὶ τῆς Εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Ἀθηνιώτισσας, ποὺ μετέφεραν οἱ δύο μοναχοὶ στὴ Μονὴ ποὺ ἵδρυσαν, ἢ ὅπως θέλει ὁ Καυσοκαλυβίτης «μετέστη» ἡ εἰκόνα θαυματουργικὰ ἀπὸ τὸ ναό της στὴν Ἀθήνα στὴ μονὴ τοῦ ὄρους Μελᾶ καὶ ἀνέμενε ἐκεῖ τοὺς δύο μοναχούς.
.           Πρῶτος ὁ Καυσοκαλυβίτης ἀναφέρει τὴν ταυτότητα τῆς Ἀθηνιώτισσας Παναγίας μ᾿ αὐτὴν τοῦ ὄρους Μελᾶ, ποὺ μετονομάστηκε Παναγία ἡ Σουμελιώτισσα. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Σουμελιώτισσας εἶναι ἔργο τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ καὶ τιμᾶται ἰδιαίτερα ὡς θαυματουργή, ἀφοῦ ἀναφέρονται πολλὰ θαύματα, ἀκόμη καὶ μεταξὺ τῶν μουσουλμάνων. Ὁ Γερμανὸς ἐρευνητής τὴ θεωρεῖ ἔργο τοῦ 17ου αἰῶνος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: