Ο ΑΙΣΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΑ… “ΒΟΔΙΝΑ” ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ! (Δ. Νατσιός)

Ὁ Αἴσωπος καὶ οἱ… πολιτικοί!
Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς 

.            Τώρα ποὺ ἡσυχάσαμε κάπως ἀπὸ τὴν ὀχλοβοὴ καὶ τὸ ποδοβολητὸ τῶν ἐκλογῶν, εἶναι εὐκαιρία, μεσοῦντος καὶ τοῦ εὐκάρπου θέρους, «νὰ ἐλαφρώσει» κάπως καὶ ἡ γραφή. Συμβούλευε παλιὸς ἀρθρογράφος τοὺς ἐκκολαπτόμενους συναδέλφους του, νὰ μὴν πολυζαλίζουν τοὺς ἀναγνῶστες τους τὸ καλοκαίρι, μὲ θέματα «βαριά». Ἂς ἀφήσουν τὸν κόσμο νὰ ἀπολαύσει τὸ κάλλος τῆς Πατρίδας, τὰ ρόδινα ἀκρογιάλια της, μακριὰ ἀπὸ τὶς «μύγες τῆς ἀγορᾶς», ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Ἐλύτης. Ἂς ἀντλήσουμε, λοιπόν, προσανάμματα γραφῆς ἀπὸ τὸ προγονικό, ἀείχλωρο κοίτασμα.
.            Ἀπὸ τοὺς μύθους τοῦ Αἰσώπου ἡ παρακάτω ἱστορία. Στὸ ἀρχαῖο κείμενο ὁ τίτλος εἶναι: «Ἵππος, βοῦς, κύων καὶ ἄνθρωπος». Ὡς γνωστόν, ὁ μεγάλος ἀρχαῖος μυθοποιὸς ἦταν ἐχθρὸς τῶν κίβδηλων ἠθῶν, τῆς ὑποκρισίας, τῆς φιλαργυρίας, τῆς δοξομανίας, τῶν «ἀρετῶν», δηλαδή, ποὺ συνοδοιποροῦν μὲ τὸν πολιτικὸ βίο τῆς ἡμετέρας Πατρίδος ἐξ ἀρχαιοτάτων χρόνων. Διηγεῖται, λοιπόν, ὁ παραμυθὰς Αἴσωπος:  «Ὅταν ὁ Δίας ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἔκανε ὀλιγοχρόνιο, λιγόζωο. Κι ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιώντας τὴν ἐξυπνάδα του, ἔφτιαξε σπίτι, ὅταν ἔφτασε ὁ χειμώνας, καὶ ζοῦσε μέσα σ’ αὐτό. Κάποτε ποὺ τὸ κρύο δυνάμωσε καὶ ὁ Δίας ἔριχνε βροχὴ πολλὴ καὶ σφοδρή, τὸ ἄλογο, μὴ ἀντέχοντας τὸ κακό, πρόστρεξε στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ δώσει καταφύγιο. Δέχτηκε ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν ὅρο νὰ τοῦ παραχωρήσει ὁ ἵππος ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ χρόνια του. Τὸ ἄλογο συμφώνησε μετὰ χαρᾶς. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἐμφανίστηκε τὸ βόδι, ποὺ δὲν μποροῦσε καὶ αὐτὸ νὰ ἀντέξει τὸν βαρὺ χειμώνα. Ὁ ἄνθρωπος τὸ δέχτηκε, ὅπως καὶ πρὶν τὸ ἄλογο, λέγοντάς του νὰ τοῦ δώσει κι αὐτὸ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ χρόνια του. Τὸ βόδι δέχτηκε ἀσμένως. Τέλος, ἔφτασε τὸ σκυλὶ ταλαιπωρημένο ἀπὸ τὸ κρύο, ἀφοῦ ἔδωσε ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ χρόνια του, βρῆκε κι αὐτὸ στέγη νὰ μείνει. Ἔτσι, λοιπόν, οἱ ἄνθρωποι, ὅταν φτάσουν στὰ χρόνια ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Δίας, εἶναι ἀκέραιοι καὶ ἀγαθοί. Ὅταν φτάσουν στὰ χρόνια ποὺ τοὺς ἔδωσε τὸ ἄλογο εἶναι ἀλαζόνες καὶ ὑψαύχενοι (=ἐγωιστές). Ὅταν φτάσουν στὰ χρόνια ποὺ τοὺς ἔδωσε τὸ βόδι διαπλέκονται μὲ τὴν ἐξουσία, γίνονται ἐξουσιομανεῖς καὶ ὅταν φτάσουν στὰ χρόνια τοῦ σκύλου εἶναι ὀργίλοι καὶ γκρινιάρηδες». Αὐτὸς εἶναι ὁ αἰσώπειος μύθος.
.            Θὰ προσπαθήσουμε τώρα νὰ ἀποκρυπτογραφήσουμε τὸ κείμενο, νὰ ἀνιχνεύσουμε τὸν συμβολισμὸ τῆς μυθοπλοκῆς. Τὰ χρόνια, τὰ ἀνθρώπινα, αὐτὰ ποὺ ἔδωσε ὁ Δίας, συμβολίζουν τὴν νεανικὴ ἡλικία τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἔαρ τῆς ἡλικίας. «Οἱ νέοι εἰσὶν ἔαρ τοῦ δήμου», ἔλεγε ὁ ρήτορας Δημάδης. (Τὸ παρὸν σημείωμα δὲν θὰ ἀναφερθεῖ γενικῶς στὶς ἠλικιακὲς μεταβολὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ θὰ παρακολουθήσει τοὺς ἀναβαθμοὺς καὶ τὶς μεταλλάξεις τῶν πολιτικῶν ὄντων).
.            Οἱ πολιτικοί, λοιπόν, ὅταν εἶναι νέοι -καὶ κυρίως ἀναφέρομαι στοὺς πορφυρογέννητους τζιτζιφιόγκους τῶν πολιτικῶν τζακιῶν– εἶναι ἀκέραιοι, γεμάτοι ὄνειρα, βλέπουν μὲ οἶκτο καὶ μυκτηρίζουν τὸ βαρύμοχθο καὶ ἀγχοβριθὲς ἐπάγγελμα τοῦ μπαμπᾶ, θείου, θείας, ἐξαδέλφου, κουμπάρου… τοῦ μεγάλου, δηλαδή, συγγενῆ, ποὺ ἡ βαριά του σκιὰ κρέμεται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των. Κανείς τους, ὅπως ἐξομολογοῦνται στὰ ὑστερινὰ χρόνια, δὲν σκέφτεται νὰ γίνει πολιτικός, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν θὰ ὀφείλεται στὴν ἀδιαμφισβήτητη ἀξία τους, ἀλλὰ στὸ κληροδοτημένο ὄνομα.
.            Ὅταν ἐνηλικιωθοῦν καὶ μποῦν στὴν ἡλικία τοῦ ἀλόγου, ἀρχίζει ἡ… ἀλογία καὶ ἡ παραλογία. Ἀποστέλλονται σὲ ὀνομαστὰ πανεπιστήμια τῆς ἀλλοδαπῆς, ὅπου, ὅλως τυχαίως, σπουδάζουν τὴν πολιτικοοικονομικὴ ἐπιστήμη. Μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρῶα γῆ ἀρχίζουν καὶ βλέπουν τὰ πράγματα πιὸ «στρόγγυλα». Μπαζώνουν τὶς ὀνειροφαντασίες τους γιὰ καλοκαγαθία τὸ «κληρονομικῷ δικαιώματι» περιουσιακό τους στοιχεῖο, ἡ «προίκα» τοῦ ὀνόματος τοὺς κολακεύει. Ἡ ὀσμὴ τῆς ἐξουσίας τοὺς ἕλκει. Ἐπιστρέφουν στὴν πτωχὴ Πατρίδα, (ὅπου τοὺς περιμένουν τὰ ἐκλογικὰ ὑποζύγια τοῦ μπαμπᾶ), ὁραματιζόμενοι μεγαλεῖα, αὐτοχρίονται λαοσωτῆρες. Ἄλλοι ὁμοιάζουν μὲ τὸ ὑπερήφανο ἄτι, ἄλλοι δὲ αἴρονται σὲ τέτοιο ἐπίπεδο ποὺ μόλις καὶ μετὰ βίας γίνονται γαϊδούρια. Πάντως γαϊδούρια ἢ ἄλογα, τοὺς διακρίνει ἡ ἐγωτικὴ μεγαλαυχία. Τὰ κυριότερα χαρακτηριστικὰ αὐτοῦ τοῦ σταδίου εἶναι ἡ δημαγωγία καὶ ἡ κούφια ρητορεία. Ξαφνικὰ ὁ πολιτικὸς νεοσσὸς ἀποκτᾶ δύναμη. Καὶ τότε «ἀπογειώνεται». Νιώθει τὴν ἀνάγκη νὰ βρίσκεται διαρκῶς στὸ προσκήνιο, νὰ προβάλλει τὸν ἑαυτό του μὲ κάθε τρόπο. Διακατέχεται ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἐπιδίδεται σὲ ξιπασμένη καυχησιολογία. Ἡ δύναμη μεθάει, ἀποχαλινώνει. Τὰ «τηλεπαράθυρα» τὸν ἡδονίζουν, οἱ ζητωκραυγὲς τὸν γεμίζουν οἴηση, μετεωρίζεται πεφυσιωμένος, νιώθει κυρίαρχος, ὁ Ἕνας, ὁ μοναδικός.
.            Κάπου ἐκεῖ ἐξαντλεῖ τὰ χρόνια τοῦ ἀλόγου. Ἐπιστρατεύονται τὰ χρόνια τοῦ βοδιοῦ, εἰσέρχεται ὁ πολιτικὸς στὸ στάδιο τῆς ἐξουσίας, ἀναλαμβάνει ἕνα ὑψηλὸ ἀξίωμα, γίνεται τρόπον τινά, βουκόλος (=Ὁ ποιμαίνων καὶ περιποιούμενος βόδια. Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα τὸ «βουκόλειον» ἦταν ἡ ἕδρα τοῦ ἀρχείου τοῦ «ἄρχοντος βασιλέως»). Τὰ «βοδινὰ» χρόνια τῶν πολιτικῶν εἶναι τὰ πιὸ ἐπικίνδυνα γιὰ τὸν λαό. Ρίχνοντας μία ματιὰ σὲ κάποιες λαογραφικὲς παρατηρήσεις γιὰ τὸ βόδι, διαπιστώνεις ὅτι ὁ λαός μας παρομοιάζει τὸν δύσνουν μὲ βόδι. Παλαιότερα, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, στὴν Πελοπόννησο ἔλεγαν: «Ἀνάθεμά σε, ντοβλετί, ἀναθεμά σε Πόλη ποὺ σοῦ ᾽στειλα τὸν ἄνθρωπο καὶ μοῦ ᾽στειλες τὸ βόδι». Οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγαν «βοῦς ἀνούστερος», δηλαδή, πιὸ ἀνόητος καὶ ἀπ’ τὸ βόδι. Ἕνα χαρακτηριστικὸ τοῦ βοδιοῦ εἶναι ἡ παχυδερμία του. Γι’ αὐτό, γιὰ νὰ τὰ ἐπαναφέρουν στὴν τάξη, τὰ κέντριζε ὁ λαὸς μὲ τὴν βουκέντρα, ραβδὶ δηλαδή, ποὺ εἶχε σφηνωμένο στὴν ἄκρη του ἕνα καρφὶ-κεντρί. Σήμερα καταργήθηκαν οἱ βουκέντρες καὶ τὰ βόδια βόσκουν ἀνεξέλεγκτα.
.            Ξαναγυρίζοντας, τώρα, στὸν μύθο τοῦ Αἰσώπου, θὰ λέγαμε, ὅτι ἡ περίοδος ποὺ ροκανίζει ὁ πολιτικὸς τὰ χρόνια «τοῦ βοός», εἶναι περίοδος πάχυνσης, ἄφθονου καὶ ἄκοπου σιτισμοῦ. Ὁ ἴδιος, βεβαίως, θεωρεῖ ὅτι εἶναι τὰ πιὸ παραγωγικά του χρόνια («Δουλεύουν τὰ βόδια, τρῶν τὰ γομάρια», λέει ὁ λαός, καὶ εἶναι γνωστό, ὅτι γιὰ τοὺς πολιτικούς, ὅταν κατακτήσουν τὴν πολυπόθητη ἐξουσία, ὁ λαὸς μεταβάλλεται σὲ μία ἐκφυλισμένη καὶ ἐκχυδαϊσμένη ὀρδή, ἡ ὁποία πιέζει καὶ ἐκλιπαρεῖ γιὰ ρουσφέτια, «γομάρι» ποὺ μόνο νὰ ζητεῖ ξέρει).
.            Ὁ ἀδυσώπητος ὅμως χρόνος τρέχει. «Ὡς ἄνθος μαραίνεται καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται» ὁ τρυφηλὸς βίος τῆς ἐξουσίας. Τὸ γῆρας καταφθάνει. Τότε γίνεται χρήση τῶν χρόνων τοῦ σκύλου. Πολλὲς φορές, γιὰ νὰ ἁπαλυνθεῖ ἡ ἀποστρατεία, ἐπιδαψιλεύεται ὁ πολιτικὸς καὶ μὲ ἕναν ἀνούσιο, πλὴν ὅμως ἠχηρὸ τίτλο, ὅπως εἶναι τὸ «ἐπίτιμος». Συνήθως φεύγουν ἀπὸ τὸ προσκήνιο, μένουν, ὅμως, στὸ παρασκήνιο. Ἔχουν τὴν ἀπατηλὴ αἴσθηση ὅτι ἡ πείρα τους εἶναι πολύτιμη. Εἰσπράττουν συνήθως περιφρόνηση, λησμονιοῦνται γρήγορα, ἐπέρχεται ὁ πολιτικὸς θάνατος, ὀδυνηρότερος ἀπὸ τὸν φυσικό. Τότε γίνονται ὀργίλοι, γκρινιάρηδες. Γερόντια ὀνοικονόμητα, ἀνυπόφορα, βαρετά.
.            «Γῆρας ἄγνωστον τίθει ἄνδρα», τὰ γηρατειὰ κάνουν ἀγνώριστο τὸν ἄνθρωπο, ἔλεγε ὁ Μίμνερμος, καὶ δὲν ἐννοοῦσε μόνο τὴν «ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση». Καὶ μιᾶς καὶ τὸ ἄρθρο κινεῖται στὰ ἀρχαῖα χρόνια θὰ κλείσει μὲ τὰ λόγια μιᾶς ἑλληνικῆς ἐπιγραφῆς τοῦ 3ου π.Χ. αἰώνα, ποὺ βρίσκεται στὸ μουσεῖο τῆς Καμπούλ, στὸ ταλαίπωρο Ἀφγανιστάν: «Παῖς ὢν γίνου κόσμος. Ἡβῶν ἐγκρατής. Μέσος Δίκαιος. Πρεσβύτης εὔβουλος (=σοφός). Τελευτῶν ἄλυπος». Ἀρχαῖο πνεῦμα ἀθάνατο.

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: