Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 5 «Σχίσματα καὶ αἱρέσεις-α´»

Ἡ ἁγία Ἐκκλησία [5]

Ε´  Σχίσματα καὶ Αἱρέσεις [α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/05/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-1/
Β´ Μέρος: 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/06/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-2/ 

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/08/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-3/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/11/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-4/

.          Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱστορικῆς πορείας της, ἡ Ἐκκλησία δέχθηκε πλήγματα, ἀπὸ ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικοὺς ἐχθρούς. Οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, ἀπὸ ἔξω, προσπάθησαν μὲ μῖσος νὰ τὴν ἐξαφανίσουν, ἀλλὰ κατάφεραν μόνο νὰ τὴν ἑδραιώσουν. Τὰ σχίσματα καὶ οἱ αἱρέσεις ὅμως, ἀπὸ μέσα, ταλαιπώρησαν καὶ ταλαιπωροῦν σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ τὴν Ἐκκλησία.
.          Ὁ Χριστὸς εἶχε προειδοποιήσει τοὺς δώδεκα Μαθητάς Του: «Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθουν τὰ σκάνδαλα», καὶ «προσέχετε ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφῆτες». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει ἤδη γιὰ ὑπάρχοντα σχίσματα (μὲ τὴν ἔννοια τῶν διενέξεων καὶ διαιρέσεων) καὶ παρακαλεῖ τοὺς χριστιανοὺς νὰ ὁμοφρονοῦν καὶ νὰ παραμένουν ἑνωμένοι1.
.          Ἀργότερα τὰ σχίσματα παίρνουν τὸν χαρακτῆρα ἀποκοπῆς ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Γράφει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος: «Τὰ πάντα νὰ εἶναι σύμφωνα σὲ μία ἑνότητα… Ὅποιος δὲν προσέρχεται στὴν κοινὴ (λατρευτικὴ) συνάθροιση, αὐτὸς ἔχει πέσει ἤδη σὲ ὑπερηφάνεια καὶ ξεχωρίζει τὸν ἑαυτό του»2. Ὅταν τὸ σχίσμα ἐπιδεινωθῆ καὶ φθάση σὲ διαφοροποίηση δογματική, ἔχουμε πλέον τὴν αἵρεση.

.            Ὡς αἵρεση χαρακτηρίζεται κάθε πλανεμένη διδασκαλία ἡ ὁποία παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν γνήσια χριστιανικὴ πίστη. Συνεκδοχικά, αἵρεση ὀνομάζεται καὶ ἡ ἰδιαίτερη κοινότητα πού, ἀκολουθώντας μιὰ αἱρετικὴ διδασκαλία, διαφωνεῖ μὲ τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ ἑνότητα μὲ αὐτήν. Ὁ μέγας Βασίλειος λέγει σχετικά: «Οἱ παλαιοὶ ὀνόμασαν αἱρέσεις μὲν τοὺς παντελῶς ἀποσπασμένους καὶ κατὰ τὴν ἴδια τὴν πίστη ἀποξενωμένους· σχίσματα δὲ αὐτοὺς ποὺ διαφοροποιήθηκαν γιὰ κάποιες ἐκκλησιαστικὲς αἰτίες καὶ μεταξύ τους ζητήματα, ποὺ εἶναι θεραπεύσιμα»3.
.         Οἱ αἱρέσεις ξεκινοῦν συνήθως ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Κατὰ τὸν μέγα Βασίλειο, «τὸ νὰ ἀθετήση κανεὶς κάτι ἀπὸ ὅσα ἔχουν περιληφθεῖ στὴν Ἁγία Γραφή, ἢ νὰ προσθέση κάτι ποὺ δὲν περιλαμβάνεται σ’ αὐτήν, εἶναι φανερὴ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν πίστη καὶ ἀπόδειξη ὑπερηφανείας». Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει γιὰ τὶς αἱρέσεις: «Αὐτὸ τὸ δένδρο τὸ φύτευσε ἡ ἄκαιρη περιέργεια τῶν λογισμῶν, τὸ πότισε ἡ παραφροσύνη τῆς ἀλαζονείας καὶ τὸ αὔξησε ὁ ἔρωτας τῆς φιλοδοξίας». Σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις αἰτία τῆς αἱρέσεως εἶναι καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή, ὅπως συνέβη στοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους4.
.          Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σωθῆ μόνον ὅταν ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεάνθρωπο Κύριο, ἡ ζωὴ τοῦ Ὁποίου εἶναι ἡ ἴδια ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας: Παρέδωκα ὑμῖν ἐν πρώτοις ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν… καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται5. Ὅταν λοιπὸν ὁ αἱρετικὸς καταργεῖ τὴν ἱερὴ Παράδοση, οὐσιαστικὰ ἀρνεῖται τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν ζωή του.
.         Ἡ αἵρεση χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπὸ τὸν Θεό. Βεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: Πᾶς ὁ παραβαίνων καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ Θεὸν οὐκ ἔχει6. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος, ὅταν θέλησαν νὰ τὸν δοκιμάσουν, ἂν ὀργίζεται. Τοῦ εἶπαν: «Ἀκοῦμε γιὰ σένα ὅτι εἶσαι ἀκόλαστος, ὑπερήφανος, φλύαρος καὶ φιλοκατήγορος». Ἐκεῖνος τοὺς λέγει: «Ναί, ἔτσι εἶναι». Ἐκεῖνοι τοῦ ξαναλένε: «Εἶσαι ὁ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός;». Καὶ ἀποκρίθηκε: «Δὲν εἶμαι αἱρετικός». Τὸν παρεκάλεσαν λοιπὸν λέγοντας: «Σοῦ εἴπαμε τόσα καὶ τὰ δέχθηκες, γιατί τὸν τελευταῖο λόγο δὲν τὸν ἄντεξες;». Τοὺς λέγει: «Τὰ πρῶτα τὰ παίρνω ἐπάνω μου, διότι αὐτὸ ὠφελεῖ τὴν ψυχή μου. Ἀλλὰ τὸ αἱρετικὸς εἶναι χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ δὲν θέλω νὰ χωρισθῶ ἀπὸ τὸν Θεό»7.

* * *

.         Οἱ αἱρέσεις ἐμφανίσθηκαν στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας πολὺ νωρίς, ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰῶνα, καὶ εἶναι πολυάριθμες. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ὀνομαστικὰ πάνω ἀπὸ ἑκατό. Ἐδῶ θὰ ἀναφέρουμε μόνο τὶς κυριώτερες ἀπὸ τὶς παλαιὲς αἱρέσεις. Κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ὑφίστανται μέχρι σήμερα, μὲ διαφορετικὲς ὀνομασίες.

Γνωστικισμός (2ος αἰῶνας). Μεῖγμα εἰδωλολατρικῶν, ἰουδαϊκῶν καὶ χριστιανικῶν στοιχείων.
Ἀρειανισμός (4ος αἰ.). Δὲν δεχόταν τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀνώτερο κτίσμα.
Πνευματομάχοι (β΄ μισὸ 4ου αἰ.). Ἀρνοῦνταν τὴν Θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο θεωροῦσαν κτίσμα.
Νεστοριανισμός (5ος αἰ.). Ἀπέρριπτε τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν δύο φύσεων (θείας καὶ ἀνθρωπίνης) στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου, καὶ δεχόταν τὴν ἠθικὴ ἕνωσή τους. Κατὰ συνέπεια πίστευε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἀληθινὸς Θεὸς ἀλλὰ φορεὺς τῆς Θεότητος, καὶ ὅτι ἡ Παναγία πρέπει νὰ ὀνομάζεται Χριστοτόκος καὶ ὄχι Θεοτόκος.
Μονοφυσιτισμός (5ος αἰ. καὶ ἑξῆς). Βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τοῦ Νεστοριανισμοῦ καὶ πιστεύει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ὁμοούσια μὲ τὴν δική μας. Στὴν ἀκραία του μορφὴ θεωρεῖ ὅτι στὸν Χριστὸ ἡ θεία φύση ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη.
Μονοθελητισμός (7ος αἰ.). Δεχόταν δύο φύσεις στὸν Χριστό, ἀλλὰ μόνο μία ἐνέργεια καὶ θέληση, τὴν θεία.
Πελαγιανισμός (5ος – 6ος αἰ.). Πίστευε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σωθῆ ἀπὸ μόνος του, καὶ ὅτι ἡ θεία Χάρις εἶναι ἁπλῶς ἕνα βοηθητικὸ μέσο.
Εἰκονομαχία (8ος – 9ος αἰ.). Θεωροῦσε ὡς εἰδωλολατρία τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων, θέτοντας ἔτσι σὲ ἀμφιβολία τὴν πραγματικότητα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὴν δυνατότητα ἀπεικόνισής Του. Οἱ ἅγιοι Πατέρες διευκρινίζουν ὅτι «ἡ τιμὴ τῶν εἰκόνων διαβαίνει στὸ πρωτότυπο», δηλαδὴ τὸν Χριστό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους8.
Λατινικὸς ἀντι-ησυχασμός (14ος αἰ.). Συκοφαντοῦσε τὴν ἡσυχαστικὴ μέθοδο προσευχῆς καὶ δὲν παραδεχόταν τὴν δυνατότητα ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου φωτός, διότι δὲν δεχόταν τὴν ὕπαρξη ἀκτίστων ἐνεργειῶν στὸν Θεό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Ματθαῖος 18, 7 καὶ 7, 15  ―  Πρβλ. Α΄ Κορινθίους 1, 10.

2. Πρὸς Ἐφεσίους, 5, 1-3, Β 2, 265.

3. Ἐπιστολὴ 188, PG 32, 665A.

4. Περὶ πίστεως, 1, PG 31, 680A  ―  Περὶ ἀκαταλήπτου 3, 1, PG 48, 719  ―  Πρβλ. Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Αἰτία γιὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴ τῶν τελειοτέρων δογμάτων εἶναι ἡ διαφθορὰ τοῦ βίου» (Εἰς Ματθαῖον 23, 3, PG 57, 311). Τέτοιες αἱρέσεις ἦταν ὁ Νικολαϊτισμός, οἱ Μαρκιωνιστὲς κλπ.

5. Α΄ Κορινθίους 15, 3.

6. Β΄ Ἰωάννου 9.

7. Πρβλ. Τὸ Γεροντικόν, Ἀθῆναι, 21961, σελ. 12.

8. Μ. Βασίλειος, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, 18, 45, PG 32, 149C καὶ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἔκδοσις 4, 16, PG 94, 1169A.

, , , , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: