ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ [2] «Ἡ ἁμαρτία, ὅταν γίνη συνήθεια, δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ παράλυσις τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ἁλυσίδα μὲ τὴν ὁποίαν ὁ διάβολος δένει τὸν ἄνθρωπον ἐπάνω στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας». (Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος)

Λόγος τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Πατμίου 

«Eἰς τὴν Κυριακὴν τοῦ Παραλύτου» [Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 59 καὶ ἑξῆς.

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/05/εἰς-τὴν-κυριακὴν-τοῦ-παραλύτου/

.            Ἕνας διδάσκαλος παρομοιάζει κείνους ο ποοι εναι κυριευμένοι π συνήθεια μίας μαρτίας, μ να παιγνίδι πο παίζουν τ παιδιά. Πιάνουν πολλς φορς κανένα γριον πουλ κα τ δένουν π τ πόδι μ κλωστήν. Τ φήνουν ν πετάξη, κα ατ πετ στ ψος γι ν φύγη, λλ κενα τ σύρουν πάλι χαμηλά. Τ διο παιγνίδι φαίνεται πς κάμνει κα διάβολος μ κείνους πο χει δεμένους μ τ σχοιν τς συνηθείας. Πολλς φορς τος φήνει ν πετάξουν στ ψος τς ρετς, κα βλέπεις τι, ν ερίσκονται κόμη μέσα στ πάθη, στ δεσμ τν προηγουμένων μαρτιν, ρχίζουν ν γκρατεύωνται, ν νηστεύουν, ν κατηγορον τν ζω πο καμαν, ν ψέγουν τν δουλεία τς μαρτίας, ν παινον τν λευθερία τς ρετς. μως, ν κάμνουν ατ τ καλν προοίμιον τς ρετς, τος βλέπεις πάλι ν κρημνίζωνται στ βάραθρον τς κακίας, ἐπειδὴ ὁ διάβολος τοὺς ἔχει δεμένους μὲ τὸ σχοινὶ τῆς συνηθείας, γι’ αὐτὸ τοὺς ἀφήνει νὰ πετάξουν λίγο μόνον στὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς, πρὸς αἰσχύνην καὶ ὄνειδός τους, καὶ πρὸς ἡδονὴν καὶ χαρὰν ἰδικήν του, διότι ποτ δν γνώρισεν λλην πόλαυσιν, λλην δονν π τότε πο ξωρίσθη π τ κάλλη το ορανο, π τ ν μπαίζη τν ταλαίπωρον νθρωπον μ τν συνήθειαν τς μαρτίας.
.            Γράφουν οἱ Ἱστορικοὶ γιὰ τὸν Μιθριδάτην, ἐκεῖνον τὸν περιβόητον τύραννον, ὅτι μεταχειριζόμενος συχνὰ γιὰ τροφὴν τὸ δηλητήριο ποὺ λέγεται κώνειον, ἔφθασε σὲ τοιαύτην ἕξιν, ὥστε καὶ ἀναγκαζόμενος κάποτε νὰ θανατωθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλην του δυστυχίαν, ἐζήτησε αὐτὸ τὸ δηλητήριο καὶ ἔφαγε πολύ. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἐνήργησε, δὲν τοῦ ἐπέφερε ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμοῦσε, δηλαδὴ τὸν θάνατον, τὸν ὁποῖον ἐθεωροῦσε προτιμότερον ἀπὸ τὸ νὰ πέση στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του καὶ νὰ γίνη παιγνίδι ἰδικό τους. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλόν. πειδ καθημεριν μεταχείρισις τς μαρτίας γίνεται γι’ ατν δευτέρα φύσις, συμμετέχει χωρς ρεξη κα πόθο στ Μυστήρια. μως μ τν συχν καταφρόνηση πο κάμνει σ’ ατά, παρακινημένος π τν συνήθεια, τελικ τ ερίσκει νενέργητα. Τοῦ συμβαίνει κάτι παρόμοιον καθὼς σὲ ἕναν διαβάτην, ὁ ὁποῖος ἐρχόμενος νὰ περάση ἕνα ποταμόν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴ μία μικρὴ ξύλινη γέφυρα, ἀλλὰ τὴν καταφρονεῖ καὶ προχωρεῖ νομίζοντας ὅτι θὰ εὕρη ἄλλην μεγαλύτερη γέφυρα πέτρινη. Κοπιάζει ὅμως πολὺ καὶ δὲν τὴν εὑρίσκει, γι’ αὐτὸ ἀναγκάζεται νὰ γυρίση πίσω, γιὰ νὰ τὸν περάση τάχα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ξύλινη. Ὅμως μέχρι νὰ ἔλθη αὐτός, ὁ ποταμὸς αὐξάνει ἀπὸ τὴν βροχή, κατεβαίνει ρεῦμα πολύ, σκεπάζεται ἡ γέφυρα ἐκείνη ἡ ξύλινη, ὁπότε ὁ διαβάτης ἀπομένει στὴν ἐρημία καὶ ἀκολούθως στὸν θάνατο. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ στὸν δυστυχισμένον ἁμαρτωλόν, ὁ ὁποῖος δεμένος μὲ τὴν συνήθεια στὴν ἁμαρτίαν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴν εὔκολο νὰ λυθῆ μὲ τὴν οὐράνιο γέφυρα τῆς μετανοίας. Ἐπειδὴ ὅμως στὴν ἀρχὴ τὴν καταφρονεῖ, παρακινεῖται ὕστερα νὰ τὴν ζητήση, ἀλλὰ δὲν τὴν εὑρίσκει, ἐπειδὴ ἡ συνήθεια ἔχει κατεβάσει πολλὰ ρεύματα παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν, καὶ σκεπάζει τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας, παχύνει τὸν νοῦ, ψυχραίνει τὴν θείαν ἀγάπην, ὁπότε δὲν ἀπομένει ἄλλο στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλὸν ἀπὸ τοῦ νὰ κρημνίζεται ἀπὸ τὸ μικρότερο βάραθρο τῆς ἁμαρτίας στὸ μεγαλύτερο, καὶ τελικῶς στὰ τάρταρα τοῦ ἅδου. Γιὰ νὰ πληροφορηθῆς αὐτὸ ποὺ σοῦ λέγω, γύρισε μίαν φορὰ τὸ βλέμμα σου στὴν αὐλὴν τοῦ Καϊάφα. Θὰ ἰδῆς ἐκεῖ τὸν Πέτρον, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἠρωτήθη στὴν ἀρχὴ ἂν εἶναι καὶ αὐτὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, λέγει: «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», καὶ πάλιν, ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγην ὥραν ἠρωτήθη γιὰ δευτέρα φορά, κάμνει καὶ ὅρκον ὅτι δὲν γνωρίζει. Τὴν δὲ τρίτην φορὰ ποὺ ἠρωτήθη, προσθέτει καὶ ἀνάθεμα. «Τότε ἤρξατο καταναθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον». Ὦ κατηραμένη συνήθεια, καὶ τί δὲν ἠμπορεῖς νὰ κάμης; Ποῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ κρημνίσης; Ἂς ἀποφύγωμε λοιπόν, ὦ ἀγαπημένοι μου, τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ς μν καταφρονήσωμε τν μικρ συνήθεια, γι ν μν κυριευθομε π τν μεγάλη. Ὁ Πέτρος, ἂν δὲν ἄφηνε νὰ χωρέση στὴν ψυχή του αὐτὴ ἡ παραμικρὴ πρότασις «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», δὲν θὰ ἔφθανε σὲ τόσην ἀνάγκη, ὥστε σ’ ἐκεῖνο τὸ «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», νὰ προσθέση ὅρκον καὶ ἀνάθεμα. Εἶναι ἀξιέπαινον, ἂν καὶ φαίνεται ἀξιοκατάκριτον, τὸ ἔργον ποὺ ἔκαμε ὁ νέος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παίρνοντας οἱ δήμιοι γιὰ νὰ τὸν κρεμάσουν, ἐπειδὴ ἦταν κλέπτης, παρεκάλεσε τοὺς δημίους νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ πλησιάση τὴν μητέρα του, ἡ ὁποία ἦταν ἐκεῖ κοντὰ καὶ ἔκλαιε. Ἐκεῖνοι, ἂν καὶ ἄσπλαχνοι στὶς συμφορὲς τῶν ἄλλων, ὅμως τότε δὲν γνωρίζω πῶς, ἐφάνησαν συμπαθητικοὶ καὶ ἔδωσαν ἄδεια στὸν καταδικασμένον ἐκεῖνον νέο νὰ πάει κοντὰ στὴν μητέρα του, νομίζοντας ὅτι θέλει ἴσως νὰ τὴν ἀσπασθῆ καὶ νὰ τῆς εἰπῆ τὸ τελευταῖον «ὑγίαινε», ἀφοῦ ἐκείνη τὴν ὥρα ἐπρόκειτο νὰ ἀποχωρισθοῦν μὲ τοιοῦτον χωρισμόν. Ἄφησαν λοιπὸν οἱ δήμιοι τὸν νέον, ἂν καὶ δεμένον, καὶ ἐπλησίασε τὴν μητέρα του, καὶ ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε πὼς θέλει νὰ τῆς εἰπῆ ἕνα λόγον κρυφόν, αὐτὸς ἁρπάζει μὲ τὰ δόντια τὸ αὐτὶ τῆς μητέρας καὶ τὸ κόπτει. Αὐτὸ τὸ ἀσεβὲς ἔργον ἐτάραξε πολὺ τοὺς παρευρισκομένους ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ἦταν ἄδικος ὄχι μόνον στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν μητέρα του. Ἐκεῖνος ὅμως ἀποκρίνεται «αὐτὴ εἶναι αἴτιος τούτου τοῦ θανάτου μου καὶ ὅλης τῆς ἄλλης μου κακίας. Διότι ἐὰν μοῦ ἔκοπτε τὴν συνήθεια ποὺ εἶχα στὴν νεότητά μου νὰ κλέπτω τὶς πλάκες ποὺ εἶχαν, γιὰ νὰ γράφουν, οἱ συμμαθηταί μου, δὲν θὰ τολμοῦσα νὰ κλέψω καὶ τὴν Ὀκτώηχο ἐκείνη, καὶ ἀκολούθως τὰ μεγαλύτερα, καὶ ἔτσι νὰ ἔλθω σὲ αὐτὴν τὴν συμφορά.»

.            Βλέπει ὁ Πλάτων ἕνα φίλον του ποὺ ἔπαιζε κύβους, καὶ ἀρχίζει εὐθὺς νὰ τὸν κατηγορῆ δριμύτατα καὶ νὰ τὸν ὑβρίζη χωρὶς ἔλεος. Καὶ ἐκεῖνος ὁ φίλος τοῦ Πλάτωνος, ἀπορώντας γιὰ τὴν ὑπερβολικὴν ἀντίδρασή του, τὸ μόνο ποὺ ἀπήντησε ἦταν: «ὡς ἐπὶ μικροῖς» σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: «ὦ σοφώτατε Πλάτων, γιὰ ἕνα τόσο μικρὸν ἁμάρτημά μου κάμεις τόσες ὕβρεις; Γιὰ τόσην ὀλίγην ἄνεσιν, ποὺ δίδω στὸ σῶμα μου μὲ τὸ ἀθῶον αὐτὸ παιγνίδι, μοῦ πλέκεις τόσους ὀνειδισμούς; Μοῦ δίδεις τόσες ὕβρεις; Τόσες πολλὲς κατηγορίες; Καὶ μάλιστα ἐμπρὸς σὲ τόσους πολλοὺς ἀνθρώπους; Μεγάλη ἀντίδρασις, γιὰ μικρὰ πράγματα. Μὲ ὑβρίζεις γιὰ τόσο μικρὸν πράγμα». Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίνεται: «Ὅταν ὅμως θὰ γίνη συνήθεια, δὲν θὰ εἶναι μικρόν». Ἀκούεις λόγον ἀπὸ στόμα ἕλληνος, ἀκούεις διδασκαλίαν χρυσὴν εὐαγγελικήν; Μικρν εναι τ μάρτημα πο κάμεις, φίλε μου, μως συνήθεια τς μαρτίας δν εναι μικρν πράγμα, λλ θανατηφόρον, τὸ ὁποῖο κάμνει πολλοὺς νὰ κλείνουν τοὺς ὀφθαλμούς, γιὰ νὰ μὴ ἰδοῦν τὸν ἰατρὸν τῆς ψυχῆς τους. Αὐτὸ ἔχει θανατώσει καὶ καθημερινῶς θανατώνει πολλοὺς καὶ μάλιστα γίγαντες. Πράγματι, μαρτία, ταν γίνη συνήθεια, δν εναι μικρν πράγμα. Διότι ατ εναι παράλυσις τς ψυχς, εναι λυσίδα μ τν ποίαν διάβολος δένει τν νθρωπον πάνω στ κρεβάτι τς ναισθησίας. Δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα ἡ συνήθεια, ἀλλὰ μέγα καὶ φοβερόν, ἐπειδὴ προξενεῖ στὸν ἄνθρωπον τὴν φοβερὰν ἐκείνην καὶ ἀπαρηγόρητον κόλασιν. Δὲν εἶναι κάτι μικρὸν ἡ συνήθεια, διότι εἶναι ἀνίατος σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶναι:

.            Τ πρτον πο χρειάζεται γι ν κόψη τς ρίζες κα τ νερα μιᾶς πονηρς συνηθείας, δν εναι λλο π τν παντοδυναμίαν το Θεο. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἀχρόνως καὶ ἀκόπως θεραπεύει αὐτὸ τὸ ἀνίατον πάθος, ὅπως κηρύττει ὁ σημερινὸς παράλυτος μὲ τὸν κράββατο στὸν ὦμο. Αὐτὴ ὅμως ἡ παντοδυναμία δὲν ἐνεργεῖ μόνη της. Ὄχι πὼς δὲν ἠμπορεῖ, οὔτε πὼς δὲν θέλει, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν ἀναιρέση ἐκεῖνο ποὺ ἐχάρισεν ἅπαξ διὰ παντὸς στὸν ἄνθρωπο, τὸ προαιρετικόν. Χρειάζεται λοιπὸν πολλὰ ἡ παντοδυναμία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἐνεργήση σ’ ἐμᾶς: τὴν ἀποχὴν τοῦ κακοῦ, τὸ μίσος κατὰ τῆς ἁμαρτίας, τὴν συντριβὴν τῆς καρδίας, τὴν ἱκανοποίησιν, τὸ μυστήριον τῆς μετανοίας καὶ ἀληθινῆς ἐξομολογήσεως. Καὶ μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν θέληση τοῦ ἀνθρώπου νὰ κλίνη τὸν αὐχένα, καὶ μὲ θερμὰ δάκρυα νὰ ζητᾶ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ λέγω γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὸν σημερινὸν παράλυτον. Ἐγνώριζεν ὁ καρδιογνώστης μας Χριστὸς καὶ τοὺς πολλοὺς χρόνους ποὺ τὸν εἶχεν ἡ ἀσθένεια δεμένον στὸν κράββατον ἐπάνω, ἐγνώριζεν ἐπίσης καὶ τοὺς πόνους καὶ τὴν ταλαιπωρίαν τὴν πολλὴν ποὺ ὑπέμεινε. Δὲν ἀγνοοῦσε οὔτε τὴν ἐπιθυμίαν ποὺ εἶχεν ὁ ταλαίπωρος ἐκεῖνος νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, οὔτε τὴν ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων, οὔτε τὴν ἐρημία τῶν φίλων καὶ τῶν συγγενῶν. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως τὸν ἐρωτᾶ: «θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» γι ν το δώση φορμ ν τν μολογήση Κύριον κα Παντοδύναμον, κα μαζ μ τν μολογία ν ζητήση κα τν θεραπείαν του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσει καὶ σ’ ἐσέ, ἄνθρωπε, νὰ καταλάβης πόσην δύναμη ἔχει ἡ πονηρὰ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νὰ χρειάζεται τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὴν κόψη.
.            Δεύτερον θεραπευτικ μέσον εναι πιθυμία κα γάπη τν ντιθέτων τῆς μαρτίας, πράγμα ποὺ συμφωνεῖ καὶ μὲ τὸν ὁρισμὸν ποὺ δίδουν οἱ ἰατροί, «τὰ ἐναντία τοῖς ἐναντίοις ἰάματα». Θέλεις λοιπὸν νὰ κόψης τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῆς μέθης καὶ τῆς πολυφαγίας; Βάλε σὰν δραστικὸ βότανον ἐπάνω στὸ πάθος τὴν ἀγάπην καὶ ἐπιθυμίαν τῆς νηστείας. Σὲ κυριεύει πάθος σαρκικόν, εἶσαι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς κτηνώδους πορνείας καὶ μοιχείας; Ἀγάπησε, ζήτα νὰ ἀποκτήσης τὴν καθαρότητα καὶ τὴν παρθενίαν τῶν Ἀγγέλων, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐπαινετὴν καὶ ἁγίαν ὄρεξιν, κόπτεις τὴν πρώτην, τὴν βδελυκτὴν καὶ βρωμεράν. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς μνησικακίας καὶ ἔχθρας; Ἀγάπησε τὴν ἀμνησικακίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τῆς Εὐαγγελικῆς ζωῆς, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν κόπτεις ἐκείνην τὴν συνήθεια. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας καὶ ἀσπλαχνίας; Ἀγάπησε τὴν Εὐαγγελικὴν αὐτάρκεια καὶ τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα τοῦ οὐρανίου σου Πατρός, καὶ τοιουτοτρόπως κόπτεις ἐκεῖνο τὸ πάθος τῆς Ἰουδαϊκῆς ἀναισθησίας. Σὲ κυριεύει ἡ διαβολικὴ ἀλαζονεία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια; Ἀγάπησε τὴν ταπεινοφροσύνην τοῦ Δεσπότου σου, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἰατρεύεις τὰ πονηρὰ μαθήματα τοῦ ἑωσφόρου.
.            Τρίτον θεραπευτικ μέσον εναι πλήρης ποταγ το σώματος, τ ποον δν μπορες ν τ νικήσης μ λλον τρόπο π ατν ποὺ σοῦ δειξεν σταυρωμένος ησος πάνω στν Γολγοθά, καὶ μὲ ὅλον τὸ παράδειγμα τῆς παναγίας ζωῆς του. Καθώς, λοιπόν, ἐκεῖνος παρέδωσε τὴν παναγίαν του σάρκα στὸ πικρότατον ἐκεῖνο πέλαγος τῶν φρικτῶν παθῶν, μὲ τὸν ἴδιο τρόπον καὶ σὺ μὴ λυπηθῆς τὴν σάρκα, γιὰ νὰ κερδίσης τὴν ψυχήν. Γνώρισε πὼς αὐτὸ τὸ σῶμα εἶναι δοῦλος, καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι κύριός του. Μὴ λυπῆσαι τὸν δοῦλο μήπως πεινάση, μὴν ἱδρώση καὶ κοπιάσει, καὶ θὰ τιμηθῆ ἔτσι ὁ κύριός του. Μὴ λυπηθῆς τὸν δοῦλον, τὴν σάρκα σου, ἂν καταφρονηθῆ καὶ γυμνωθῆ προσκαίρως, διότι ἔτσι θὰ ἐνδυθῆ μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀθωότητος καὶ θὰ δοξασθῆ αἰωνίως ἡ ψυχή.
.            Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ κόψη τὰ νεῦρα κάθε πονηρᾶς συνηθείας. Στοχάσου, ἄνθρωπε, καὶ τὴν εὐκολίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν ποὺ ἔχουν αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν τὰ ἀποστραφῆς, γνώριζε ὅτι εἶσαι ἕνας παράλυτος, ὁ ὁποῖος καὶ ἄνθρωπον ἔχει γιὰ νὰ τὸν βοηθήση νὰ εἰσέλθη στὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας, καὶ θεραπευτικὰ μέσα γιὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀξιοδάκρυτον πάθος, καὶ μὲ τὸ ἰδικόν του θέλημα τὸν ἀποστρέφεται. Σὺ εἶσαι ποὺ μὲ τὸ ἴδιο τὸ χέρι σου ὑπογράφεις στὴν διαθήκην τοῦ οὐρανίου Πατρὸς νὰ εἶσαι ἀπόκληρος τῆς Βασιλείας Του.
.            Γράφει ὁ Ἀριστοτέλης στὰ «πολιτικά» του, πὼς στοὺς Σκύθες ὑπῆρχε νόμος ποὺ ὅριζε νὰ μὴν ἔχη δικαίωμα στὶς πανηγύρεις νὰ χρησιμοποιῆ τὸ ποτήρι μὲ τὸ ὁποῖον ἔπιναν ὅλοι ὅποιος δὲν ἔχει θανατώσει ἔστω ἕναν ἐχθρόν της πόλεως. Αὐτὸ γνώριζε, ἄνθρωπε, ὅτι θὰ συμβῆ καὶ σ’ ἐσέ, ἂν δὲν θανατώσης, ἂν δὲν κόψης τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῆς ἁμαρτίας, στὴν ὁποίαν εὑρίσκεσαι δεμένος ἀπὸ τὴν ἔχθρα καὶ τὴν συμβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ σου διαβόλου. Δὲν πρόκειται νὰ ἀξιωθῆς ποτὲ νὰ πίης τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς οὐρανίου ζωῆς, τὴν κληρονομία τῆς ἄνω δόξης. Καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυστυχίαν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν συμφοράν, ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῆ ἢ νὰ ἐννοηθῆ ἄλλη μεγαλυτέρα;

.            Λοιπόν, ἐσὺ ταλαίπωρε ἄνθρωπε, τὸ ὑποφέρεις γιὰ μίαν κακὴν συνήθεια νὰ χάσης τὴν οὐράνιο Βασιλείαν; Εἶναι τοῦτο ἔργο ψυχῆς λογικῆς, νὰ πωλῆ γιὰ τόσο λίγο, γιὰ μίαν πρόσκαιρον ἡδονήν, τὴν δόξαν, τὴν παρρησίαν, τὴν ἀγάπην τῆς τρισυποστάτου Θεότητος; Εναι τοτο ργον φρονίμου νδρός, ν φήση τν συντροφίαν τν γγέλων, τν συνοδείαν τν ποστόλων, τν χαρν τν Προφητν, τς σκηνς τν δικαίων, γι μίαν συνήθειαν κακν κα διεστραμμένην; Μή, παρακαλῶ, ἂς μὴν εὑρεθῆ κάποιος ἀπὸ ἐμᾶς τόσον ἀνόητος, ἀλλὰ ὅλοι, μὲ τὰ θεραπευτικὰ μέσα ποὺ εἶπα, ἂς κόψωμε κάθε πονηρὰν συνήθεια, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῶν ἐπηγγελμένων ἡμῖν ἀγαθῶν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις σὺν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr (ἀπὸ orp.gr)

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: