ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ [1] «Ὦ κατηραμένη συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ποῖος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν δύναμη ποὺ ἔχεις καὶ δὲν θὰ ἀναστενάξη» (Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος)

Λόγος τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Πατμίου 

«Eἰς τὴν Κυριακὴν τοῦ Παραλύτου» [Α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 59 καὶ ἑξῆς.

.            Ὁ ἄνθρωπος κλίνει φυσικὰ στὸ νὰ λυπῆται καὶ νὰ πονᾶ στὶς δυστυχίες καὶ συμφορὲς τῶν ἄλλων. Ἴσως ἐπειδὴ εἶναι κοινὲς ἢ ἐπειδὴ ὅλοι εἴμεθα ἀπὸ τὸ ἴδιο φύραμα, ἢ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος «τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα». Δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι ἀργότερα δὲν θὰ φυτρώσουν στὸν ἴδιον οἱ ἄκανθες τῶν πόνων, τὶς ὁποῖες βλέπει σὲ ἄλλους. Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δικαίως σύρεται κανεὶς σὲ συμπαθῆ διάθεση, ὅταν θεωρῆ τὶς ἀσθένειες καὶ τοὺς πόνους τῶν συνανθρώπων του. Ποῖος, λοιπόν, θὰ ἦταν τόσο σκληρὸς στὴν καρδία, τόσο θηριογνώμων στὴν διάθεση, ὥστε νὰ μὴ συλλυπηθῆ καὶ νὰ μὴ συμπονέση σήμερα, ἀκούγοντας ἀπὸ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον τοὺς πολλοὺς ἐκείνους χρόνους, τοὺς ὁποίους ἐπέρασεν ὁ σημερινὸς παράλυτος κατάκοιτος, σὰν ἀναίσθητος λίθος, ἐπάνω σὲ ἕνα κρεββάτι; Ποίου ἡ ψυχὴ δὲν θὰ πονοῦσε ἀκούγοντας πὼς αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος ἦταν ὄχι μόνον παράλυτος ἀλλὰ καὶ εὑρίσκετο σὲ ἐσχάτην πτωχεία, καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν ἔρημος ἀπὸ φίλους, γυμνὸς ἀπὸ συγγενεῖς; Ποῖος νὰ μὴ συλλυπηθῆ, ὅταν συλλογισθῆ ὄχι μόνον τοὺς πόνους ποὺ τοῦ προκαλοῦσε ἡ βαρυτάτη ἀσθένεια τῆς παραλυσίας, ἀλλὰ ἀκόμη τὴν λύπη καὶ τὸ παράπονο ποὺ ἠσθάνετο, ὅταν ἔβλεπε τὸν Ἄγγελο νὰ ταράσση τὸ ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας, νὰ ἰατρεύεται ἄλλος καὶ νὰ φεύγη, καὶ ὁ ἴδιος νὰ κείτεται πάντοτε ἐκεῖ; Μοῦ φαίνεται, λοιπόν, πὼς ὅσοι χρόνοι ἐπερνοῦσαν καὶ ὅσοι ἀσθενεῖς ἰατρεύοντο, τόσες πληγὲς ἐδέχετο ὁ δυστυχισμένος αὐτὸς παράλυτος, συλλογιζόμενος πὼς οἱ ἄλλοι ὅλοι εἶχαν συγγενεῖς καὶ φίλους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐβοηθοῦσαν στὴν θεραπείαν τους, ἐνῶ γι’ αὐτὸν δὲν εὑρέθη ποτὲ σὲ τόσους χρόνους οὔτε φίλος οὔτε συγγενὴς νὰ τὸν βοηθήση γιὰ νὰ ἰατρευθῆ. Ποῖος, λοιπόν, εἶναι ποὺ θὰ συλλογισθῆ τὴν ἐσχάτην αὐτὴν πτωχεία τοῦ παραλύτου καὶ δὲν θὰ λυπηθῆ μαζί του; Καὶ καθὼς δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ μὴν παρακινηθῆ σὲ συμπάθεια ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐσχάτη δυστυχία τοῦ παραλύτου, ὁμοίως δὲν εὑρίσκεται κανεὶς ποὺ νὰ μὴν ἀγανακτήση καὶ νὰ μὴν παρασυρθῆ σὲ θυμὸν καὶ ὀργήν, ὅταν ἰδῆ ὅτι κάποιος ἄλλος παρόμοιος παράλυτος, ἔχοντας ἄνθρωπον ποὺ στέκεται πάντοτε πρόθυμος, ἕτοιμος νὰ τοῦ δώση τὴν θεραπείαν, αὐτὸς παρακινημένος ἀπὸ τὴν ἰδικήν του ἐθελοκακίαν καὶ ἀγνωσίαν, ἀναβάλλει τὸν χρόνον τῆς θεραπείας του, ἠμπορεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ σηκωθεῖ μέσα ἀπὸ τὸν τάφον ἐκεῖνον τῆς ἀσθενείας; Τοιοῦτον παράλυτον, τοιοῦτον ἀσθενῆ, ποῖος θὰ τὸν ἀκούση καὶ δὲν θὰ ἀγανακτήση; Ποῖος θὰ τὸν ἰδῆ καὶ δὲν θὰ ὀργισθῆ ἐναντίον του; Ἀλλὰ εναι δυνατν ν ερεθ, θ μο επ κάποιος, τοιοτος νόητος σθενής, τοιοτος ναίσθητος παράλυτος, πο ν ποστρέφεται τν ατρόν του; Ν μ θέλη τν γείαν του, λλ ν προτιμ ν εναι λεπρωμένος παρ καθαρός, ν εναι συζώντανος νταφιασμένος μέσα στος πόνους, μέσα στν δυσωδία τς σθενείας; Ναί, εναι πολλοί. Τόσοι, σοι κα ο μετανόητοι ἁμαρτωλοί, οἱ ὁποῖοι μένουν κατάκοιτοι, παράλυτοι, ἀκίνητοι στὴν ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ὅλους αὐτοὺς εἰκονίζει ὁ παράλυτος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποστρέφεται τὸν ἰατρόν του, ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἄνθρωπον, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἰατρεύση σὲ μία στιγμή, χωρὶς νὰ χρειάζεται ἄγγελο νὰ ταράξη τὸ ὕδωρ μίαν φορὰ τὸν χρόνο, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος», καὶ μάλιστα ἔχει στήσει πολλὲς φορὲς κολυμβῆθρες ἐμπρὸς στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ὅσα μυστήρια, ὅσοι σταλαγμοὶ δακρύων τῆς μετανοίας, τόσες καὶ οἱ θεραπευτικὲς ἀναταραχές. Ὅσες στιγμὲς ἔχει ἡ ὥρα, τόσες φορὲς καὶ ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος εἶναι ἕτοιμος νὰ δώση τὴν συγχώρηση γιὰ νὰ ἰατρεύση τὴν λέπραν τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅμως ὁ ἁμαρτωλός, ὁ πνευματικῶς παράλυτος, σφαλίζει τοὺς ὀφθαλμούς του νὰ μὴν ἰδῆ τὸν ἰατρόν, προτιμᾶ νὰ εἶναι νεκρός, κατάκοιτος στὴν ἁμαρτία παρὰ ζωντανὸς στὴν ἀρετή.
.            Ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὴ ἡ ἐσχάτη ἀναισθησία; Ἀπὸ ποῦ αὐτὴ ἡ ἀξιοδάκρυτος καταδίκη στὸν ἁμαρτωλόν; Ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἔχει δεμένον τὸν ἁμαρτωλὸ στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας, αὐτὴ εἶναι ποὺ τὸν παρακινεῖ νὰ προτιμήση τὸν θάνατον ἀπὸ τὴν ζωήν. Καὶ γιὰ νὰ βεβαιωθῆς πὼς εἶναι τόσο δυνατὴ αὐτὴ ἡ συνήθεια, πρόσεχε: Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνοικτὲς τὶς ἀκοές του στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ δέχεται μὲ τόσην προθυμία τὰ κηρυττόμενα, ὡσὰν ἐπιστολὲς ποὺ τοῦ στέλλει ὁ Οὐράνιός του Πατήρ, εὔκολα ἀντιλαμβάνεται πὼς ὁ σημερινὸς παράλυτος παριστάνει μίαν εἰκόνα ἐκείνου ποὺ εἶναι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Διότι καθὼς ἡ παράλυσις, ἐπειδὴ διαλύει τὰ νεῦρα τοῦ σώματος, κάμνει τὸ σῶμα νεκρὸν καὶ ἀκίνητον, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, κόπτει τὰ νεῦρα τῆς ψυχῆς καὶ γι’ αὐτὸ τὴν κάμνει ἀκίνητον σὲ κάθε ἐργασία τῆς ἀρετῆς, στὴν ὁποίαν δὲν ἔχει δύναμιν ἡ ψυχὴ νὰ ἀνεβῆ, ἐπειδὴ σύρεται πάντοτε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Ὅθεν καὶ ὁ μέγας Βασίλειος γράφει: «ἡ συνήθεια ποὺ ἐπαγιώθη, μὲ τὴν πάροδο μακροῦ χρόνου, λαμβάνει ἰσχὺν φύσεως. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν συνήθεια». ς κοπιάση σον θέλει, ς προσπαθήση ποιος θέλει μ ,τι τρόπον μπορε ν κόψη να φυσικν δίωμα το νθρωπίνου σώματος, ς επομεν τ γελαστικν τ πιθυμητικόν. Ματαίως κοπιάζει. Κατ τν διον τρόπον κα συνήθεια τς μαρτίας, ταν γηράση, μεταβάλλεται σ φύσιν, ποκτ διότητες φυσικς δυνάμεως. Καὶ βεβαίως, ὁ μέγας Πατὴρ ποὺ ἀναφέραμε δικαίως λέγει ὅτι δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν παλαιὰν συνήθεια. Τρισόλβιος λοιπν κα ξιος πολλν γκωμίων ποιος, πρν ν γηράση μαρτία, τς κόπτει τ νερα κα πρν τν νεκρώση ατή, τν θανατώνει. Καθὼς σὲ ἕνα καινούργιον ἀγγεῖον, ὅ,τι βάλεις στὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ἀφήσεις νὰ πολυκαιρίση, παίρνει ἐκείνου τὴν ὀσμή, εἴτε καλὴ εἶναι εἴτε κακή, καὶ ὕστερα ὅσον καὶ ἂν πλύνης ἐκεῖνο τὸ ἀγγεῖον, δὲν ἠμπορεῖς μὲ τίποτε νὰ ἀφαιρέσης ἐκείνην τὴν εὐωδίαν ἢ δυσωδίαν, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ ἁμαρτία, ὅταν πολυκαιρίση στὴν καρδία, ὅταν γίνη συνήθεια, δύσκολα πλέον ἢ παντελῶς δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ ὅσον πολυκαιρίζει τόσον ριζώνει ἡ συνήθεια τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ὅθεν ἐπαινῶ ἐκεῖνον τὸν σοφόν, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, ὁ ὁποῖος θέλοντας νὰ φανερώση τὸ πλάτος καὶ βάθος τῆς πονηρᾶς συνηθείας, τῆς ἔδιδε τοιοῦτον σύμβολον. Ἐζωγράφιζεν ὡς ἱερογλυφικὸν ἕνα σπήλαιον ὑπόγειον μὲ τὴν ἐπιγραφήν: «τὸ εὖρος τόσον, ὅσον καὶ τὸ βάθος». Θέλοντας μὲ τοῦτο νὰ φανερώση ὅτι ἡ πονηρὰ συνήθεια αὐξάνοντας κάθε ἡμέρα μὲ τὸ γάλα τῆς κακίας καὶ τῆς πονηρίας, ὅσον πολυχρόνιον πάθος εἶναι, τόσο εἶναι καὶ χειρότερον. Διότι καθὼς καὶ τὰ ἄλλα πράγματα ἀρχίζουν ἀπὸ μικρὰ καὶ αὐξάνουν μὲ τὴν πολυκαιρίαν, μὲ ἀνάλογον τρόπον καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας φθάνει μὲ τὴν πολυκαιρία σὲ τόσην αὔξηση, ὥστε γίνεται ἀκατανίκητος. Γράφει μὲ πολὺν πόνο στὸ χρυσὸν βιβλίον τῶν Ἐξομολογήσεών του ὁ μέγας Αὐγουστίνος: ἀνεστέναζα δεμένος. Ἀπὸ ποῖον ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Ὄχι ἀπὸ ἄλλον, λέγει, ὄχι ἀπὸ ξένην ἁλυσίδα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδικήν μου σιδηρὰν συνήθεια, ἡ ἰδική μου θέλησις ἦταν ὁ τύραννος. Ἡ ἄρρηκτος ἅλυσις ἦταν ἡ συνήθεια, ἡ ὁποία μὲ ἔδεσε τόσον ποὺ μὲ ἔφερε σὲ ἀκολασίαν, πράγμα τὸ ὁποῖο, μὴν ἠμπορώντας νὰ ἀποκόψω, ἔγινεν ἀνάγκη, καὶ ἡ ἀνάγκη κατέληξε νὰ γίνη φύσις. Ὅθεν μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ φωνάζει: κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβη πόσην δυσκολίαν ἔχει, πόσον πόνον, πόσον πόλεμον, τὸ νὰ ἀποκόψη κάποιος μίαν παλαιὰν συνήθεια, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγωνισθῆ. Γιὰ ποῖον λόγον ὅμως, ἐξήγησέ μας καθαρώτερα, διδάσκαλε τῆς οἰκουμένης; Διότι, λέγει, ὁ πονηρὸς λογισμὸς γεννᾶ ἡδονήν, ἀπὸ αὐτὴν πάλι γεννᾶται ἡ συγκατάθεσις, καὶ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσιν ἡ πράξις, καὶ ἀπὸ τὴν πράξιν ἡ συνήθεια, καὶ ἀπὸ τὴν συνήθεια γεννᾶται ἡ ἀνάγκη, καὶ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ὁ θάνατος. Ὅθεν δὲν σφάλλεις, ἂν παρομοιάσης τὸν ἁμαρτωλὸν ἐκεῖνον ποὺ ἄφησε τὴν ἁμαρτία νὰ γίνη στὴν ψυχή του συνήθεια, δὲν σφάλλεις λέγω, ἐὰν τὸν παρομοιάσης μὲ κάποιον ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια ἑνὸς ἀσπλάχνου καὶ ἀνελεήμονος τυράννου, τὸν ὁποῖον, θέλοντας ἐκεῖνος ὁ τύραννος νὰ θανατώση, τὸν ἔκλεισε σὲ μία σκοτεινὴν φυλακήν, χωρὶς νὰ τὸν κλειδώση. Πλὴν ὅμως ἔχασε τὴν πόρτα καὶ δὲν εὑρίσκει ἀπὸ ποῦ νὰ ἐξέλθη. Ὅθεν τριγυρίζοντας ἀποθνήσκει ἐκεῖ μέσα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σ’ ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἁμαρτία ἔχει γίνει συνήθεια. Αἰσθάνεται πὼς εὑρίσκεται σὲ μία σκοτεινὴ φυλακὴ καὶ τριγυρίζει νὰ εὔρη τὴν πόρταν, πλὴν ὅμως τὴν ἔχει κλεισμένην ἡ πονηρὰ συνήθεια. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἀναβάλλει συνεχῶς νὰ εὕρη τὴν πόρτα τῆς ἐλευθερίας, εὑρίσκει τὸν θάνατον τῆς παντελοῦς ἀπωλείας, καθὼς ἔχει γραφή: «συνήθειαν λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία, ἕλκει εἰς παντελῆ ἀπώλειαν». Ἦλθε σὲ μεγάλην ἀνάγκην ὁ βασιλεὺς Σαούλ, στὸν πόλεμον ἐκεῖνον ποὺ ἐκήρυξεν ἐναντίον του ὁ ὑπερήφανος Γολιάθ, γι’ αὐτὸ ἠναγκάσθη νὰ ἐνδύση μὲ τὰ ἰδικά του βασιλικὰ ἅρματα τὸν Δαβίδ. Ἐκεῖνος τὰ ἐφόρεσε μετὰ πολλῆς χαρᾶς, ὅμως ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε νὰ σαλεύση γιὰ νὰ ὑπάγη ἐναντίον τοῦ Γολιάθ, βλέπει ὅτι ἀπὸ τὰ ἅρματα ἐκεῖνα περισσότερον ἐμποδίζεται παρὰ βοηθεῖται. Ἐνθυμούμενος λοιπὸν ὁ Δαβὶδ ὅτι αὐτὸς δὲν ἐσυνήθιζε ποτὲ νὰ νικᾶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ὄπλα, ἀλλὰ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἰδικἠν του ποιμαντικὴν σφενδόνα, λέγει στὸν βασιλέα: «Ὑψηλότατε βασιλεῦ, εὐχαριστῶ γιὰ τὴν τιμὴν ποὺ μοῦ ἔκαμες. Λαμπρὰ καὶ πολύτιμα εἶναι τὰ ἅρματά σου, ἀλλὰ δὲν εἶναι γιὰ ἐμένα, διότι ἐγὼ δὲν ἐσυνήθισα νὰ νικῶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ἅρματα».
.            Βλέπεις πόσην δύναμιν ἔχει ἡ συνήθεια, ὥστε νὰ ὑπερβαίνη καὶ τὴν δύναμη τῶν βασιλικῶν ἁρμάτων; Πόσοι εγενες, πόσοι βασιλικο αματος, πόσοι βασιλικο νοός, πόσοι σοφίας θρέμματα; Κα μως δν μπορον ν ντιπαλαίσουν ναν Γολιάθ, να πάθος, ναν θυμόν, μίαν μέθην, μίαν παλλακίδα, μίαν φιλαργυρίαν, μίαν κενν δόξαν; Ἀλλὰ ἁρματωμένοι μὲ βασιλικὰ καὶ λαμπρὰ ὄπλα σύρονται στὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῶν καταφρονεμένων ἐκείνων παθῶν, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸ ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι ἐπονείδιστα, πὼς εἶναι θανατηφόρα. Ἀναστενάζουν αὐτοὶ οἱ βασιλικοὶ ἄνδρες, οἱ λαμπροφορεμένοι γίγαντες, κάτω ἀπὸ τὰ πόδια ἑνὸς ὑβριστοῦ καὶ βλασφήμου Γολιάθ, ἀναστενάζουν κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία μιᾶς πολυκεφάλου Ὕδρας, τὴν ὁποίαν ὁ νέος Ἡρακλῆς Δαβὶδ θανατώνει εὐκολότατα μὲ μίαν σφενδόνα, μὲ μίαν φυγήν, μὲ μίαν γρήγορον ἀποκοπὴν τῆς ἁμαρτίας. κατηραμένη συνήθεια τς μαρτίας, ποος θ ναλογισθ τν δύναμη πο χεις κα δν θ ναστενάξη; Ποῖος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν καταφρόνηση καὶ τὸ ὄνειδος ποὺ προξενεῖς στοὺς βασιλικοὺς καὶ εὐγενικοὺς ἄνδρες, καὶ δὲν θὰ εἰπῆ μὲ τὸν μεγαλοφωνότατον Ἠσαΐαν «Οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν ὡς σχοινίῳ μακρῷ»’;
.            Ἂς σᾶς ἀπαριθμήσω ὅμως μὲ συντομίαν τὰ ἄλλα ὅσα προξενεῖ στὴν ψυχὴ αὐτὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια: Πρτον, κάμνει τὰ ἁμαρτήματα βαρύτερα, ἐπειδὴ οἱ ρίζες τους, τὰ πάθη, προχωροῦν ὅλο καὶ βαθύτερα. Εἶναι φανερὸν γιὰ κάθε σκεπτόμενον ἄνθρωπον αὐτὸ ποὺ λέγω, ὅτι δηλαδὴ κάθε ἁμαρτία, ὅσον ἀργοπορεῖ στὸν ἄνθρωπο, τόσο γίνεται βαρυτέρα, τόσον αὐξάνει ἡ κακία της. Δεύτερον, ἡ πονηρὰ συνήθεια σμικρύνει τὰ ἔμφυτα ἀγαθά, καὶ τούτη ἡ ζημία δὲν χρειάζεται ἀπόδειξιν σὲ κάποιον ποὺ στοχάζεται τὴν εὐλάβειαν, τὴν ἀγάπην ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Θεὸν κάθε ψυχὴ πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ κάποιο θανάσιμον πάθος, ἢ καὶ τὴν κλίσιν ποὺ εἶχε στὸ νὰ ἐλεῆ καὶ νὰ σπλαχνίζεται τοὺς ἄλλους πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν. Αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος, πρὶν νὰ πέση στὶς ἀντίθετες αὐτῶν τῶν ἀρετῶν ἁμαρτίες, ἐὰν τὶς μετρήσης ὕστερα, εὑρίσκεις ὅτι ἐξέπεσαν πολὺ ἀπὸ τὸν πρῶτον τους βαθμόν. Τρίτον, κάμνει ἡ συνήθεια τὸν ἄνθρωπον εὐάλωτον στὰ λοιπὰ ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ ἀνοίγει δρόμον ἡ μία ἁμαρτία στὴν ἄλλη, τὸ ἕνα βοηθᾶ τὸ ἄλλο. Τέταρτον, μὲ τὸ βάρος ποὺ δίδει στὴν ψυχὴν ἡ συνήθεια, δὲν παρακινεῖ πλέον ὅπως στὴν ἀρχήν, ἀλλὰ ἐξαναγκάζει, βιάζει, στενοχωρεῖ τὸν ἄνθρωπο, πολλὲς φορές, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλη, νὰ ἁμαρτάνη. Πέμπτον ἀποτέλεσμα τῆς συνηθείας εἶναι ἡ ἀπελπισία, καὶ τελευταῖον ἡ αἰώνιος κόλασις. Ὅθεν ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος παρομοιάζει τὴν κακὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, μὲ ἕναν ὕπνο βαθύ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ὅταν ξυπνήση ὁ ἄνθρωπος, θέλει νὰ περιπατήση, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ, ἐπειδὴ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ὕπνου. Ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ εἶναι κυριευμένος ἀπὸ τὴν πολυκαιρινὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ἀκούει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ποὺ λέγει: «ἀπολιπέτω ὁ ἀσεβὴς τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, καὶ ἀνὴρ ἄνομος τὰς βουλὰς αὐτοῦ, καὶ ἐπιστράφητε πρός με, καὶ ἐλεήσω ὑμᾶς, καὶ ἀφήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν». Θέλει νὰ ἐπιστρέψη στὸν Θεόν, ἐπιθυμεῖ νὰ ἀφήση τὶς ἁμαρτίες, ὅμως δὲν ἠμπορεῖ, ἐμποδιζόμενος ἀπὸ τὴν συνήθειαν. Καὶ ἐὰν καμμίαν φορὰν φαίνεται πὼς ἐπιστρέφει πρὸς τὸν Θεόν, ἡ ἐπιστροφή του δὲν εἶναι ἀληθινή, ἀλλὰ ἐπίπλαστος. Καὶ καθώς, ὅταν πέση ἡ βροχὴ στὴν γῆ, φαίνονται πὼς βρέχονται καὶ οἱ πέτρες, ἀλλὰ ἀπὸ ἔξω, καὶ ἐὰν τὶς ἰδῆς στὸ ἐσωτερικόν τους εἶναι κατάξηροι καὶ ἔρημοι ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς βροχῆς, τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἡ καρδία τους ἐσκληρύνθη ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθειαν. Ἐξωτερικῶς φαίνονται πὼς ἐδέχθησαν τὴν θείαν δρόσον τῆς μετανοίας, ὅθεν πολλὲς φορὲς καὶ ἀναστενάζουν καὶ κλαίουν, ὅμως ἀπὸ μέσα ἡ καρδία τους εἶναι ξηρὰ καὶ ἔρημος ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς Θείας μετανοίας, ἐπειδὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια δὲν ἐπιτρέπει στὴν δρόσον τοῦ Θείου λόγου νὰ φθάση μέχρι τὰ ἐνδότερα μέρη τῆς ψυχῆς.

ΣYNEXIZETAI: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/εἰς-τὴν-κυριακὴν-τοῦ-παραλύτου2/

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: