ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Δ´] «Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας»

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Γ´]

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/27/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-3/

.          Ἦταν τόσο μεγάλη καὶ ἔνδοξη ἡ παρουσία τοῦ οὐράνιου συμπαραστάτη, ποὺ γέμισε τὴν ψυχή του μὲ οὐράνια χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Τὸν θεῖο ἔρωτα ποὺ μυστικὰ ζοῦσε μέσα στὴν ψυχή του, ὄχι μόνο ἐπιβεβαίωσε ἡ οὐράνια αὐτὴ παρουσία, ἀλλὰ πολλαπλασίασε ἀπείρως κατὰ τὴν πίστη καὶ τοὺς ἀγῶνες του. Αὐτὲς οἱ παρουσίες, καθὼς καὶ κάθε παράκληση τῆς θείας Χάριτος δὲν ξεχνιοῦνται ποτέ, ὥστε νὰ μπορεῖ ὁ ἀγωνιστὴς τῆς εὐσεβείας νὰ τὶς φέρνει στὴν μνήμη του καὶ νὰ ἐνδυναμώνει τὴν ψυχή του μὲ τὴν πίστη, τὶς ὧρες ποὺ ὁ Κύριος ἐπιθυμεῖ νὰ δοθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν καὶ ἡ δική τους προσωπικὴ κατάθεση στὴν προθυμία τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θυσίας.
.          Μὲ ἄνεση, μόνος καὶ πάλι, ξεκίνησε γιὰ τὸ ἑπόμενο ἀγώνισμα. Ἡ ψυχή του ἦταν ἤδη στὸν οὐρανό, ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς συνανθρώπους του μεγάλη καὶ ὁ πόθος νὰ δώσει καὶ πάλι τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στοὺς συνανθρώπους του, τὸν ἔκαναν νὰ φύγει ἀμέσως γιὰ τὰ βασίλεια, ὅπου ἔμαθε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας θυσίαζε στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα, περικυκλωμένος ἀπὸ τὸ συνωστισμένο πλῆθος.
.          Φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἔσπρωχνε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὸ πλῆθος γιὰ νὰ φθάσει γρήγορα μπροστὰ στὸν βωμὸ ποὺ ἦταν ὁ αὐτοκράτορας. Ἔκπληξη καὶ ταραχή, ὄχι λίγη, προκάλεσε ἡ παρουσία του. Ἡ τελετὴ σταμάτησε, ἀνησυχία μὲ ἀπορία δημιουργήθηκε καὶ ὁ Γεώργιος σὰν νὰ παράβλεπε τὸν αὐτοκράτορα, εἶπε πρὸς τὸ πλῆθος: «Γιατί φίλοι θυσιάζετε τὶς ψυχές σας στοὺς δαίμονες; Μέχρι πότε θὰ βρίσκεστε στὸ σκοτάδι τῆς ἀθεΐας, ἑκουσίως θὰ κλείνετε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σας καὶ δὲν θέλετε νὰ κοιτάζετε στὸ φῶς τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης Χριστό; Ἐλᾶτε κοντά Του, νικῆστε τὸν θάνατο, ἀτενίστε στὸ ἄχρονο φῶς, γίνετε παιδιὰ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἡμέρας. Δαίμονες σκοτεινοὶ εἶναι τὰ σεβάσματά σας καὶ στὴν αἰώνια φωτιὰ θὰ σᾶς στείλουν. Θεὸς ἀληθινὸς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Θεός μου, ὁ ὁποῖος θὰ συνδοξάσει καὶ θὰ χαρίσει αἰώνια ζωή, σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν πιστεύουν». Στὴν συνέχεια στράφηκε πρὸς τὸν βασιλιὰ καὶ τοῦ εἶπε: «Πρόσεξέ με καλὰ βασιλιὰ καὶ ταυτόχρονα πίστεψε στὸν Θεό μου, ποὺ μὲ ἔσωσε ἀπὸ τὸ μηχάνημά σου ποὺ κατασκεύασες γιὰ νὰ μὲ θανατώσεις».
.          Ἡ δόξα τοῦ προσώπου τοῦ Γεωργίου ποὺ ἔλαμπε ἀπὸ τὸ θεϊκὸ φῶς, ἡ ἐπίγνωση τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου ποὺ ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς παρακολούθησε, δὲν τὸν ἄφηναν νὰ πιστέψει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Γεώργιος. «Ποιός εἶσαι ἄνθρωπε»; εἶπε σὰν ναρκωμένος. «Ποιός εἶσαι ποὺ τόλμησες νὰ προκαλέσεις τόση ταραχὴ τὴν ὥρα τῆς θυσίας»; Καὶ ὁ Γεώργιος εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γεώργιος ποὺ σᾶς ἔχω ἤδη μιλήσει γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστη, ἀλλὰ κι αὐτὴ τὴν στιγμή, βεβαιώνω τὴν δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μου μὲ τὴν ζωντανὴ παρουσία μου. Ὁ Θεός μου σώζει αὐτοὺς ποὺ τὸν πιστεύουν, ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀνόμων ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἴδιο τὸν θάνατο καὶ ἀπὸ κάθε θάνατο».
.          Ὁ βασιλιὰς τὸν πρόσεχε καλύτερα καὶ ἔλεγε: «Μήπως εἶναι τὸ φάντασμά του καὶ μᾶς κοροϊδεύει»; Κι ὁ Μαγνέντιος ἔλεγε: «Ὄχι κάποιος ἄλλος θὰ εἶναι ποὺ τοῦ μοιάζει». Πῶς μποροῦσαν νὰ πιστέψουν ὅτι ὁ Γεώργιος μετὰ ἀπὸ τέτοιο φρικιαστικὸ θάνατο ἦταν ζωντανὸς καὶ ὑγιὴς μπροστά τους σὲ διάστημα λίγων ὡρῶν, καὶ ἐνῶ αὐτοὶ θυσίαζαν γιὰ νὰ γιορτάσουν τὴν νίκη τους; Ὁ Γεώργιος διέκοψε καὶ πάλι τὴν ἀπορία τους καὶ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γεώργιος, ὁ δοῦλος καὶ φίλος τοῦ Χριστοῦ μου. Μὴν ἀμφιβάλλετε μεταξὺ σας γιὰ μένα· καλύτερα πιστέψτε χωρὶς ἐνδοιασμούς, γιατί εἶναι παντοδύναμος καὶ τοὺς νεκροὺς ἀκόμη ζωοποιεῖ καὶ τοὺς χαρίζει τὴν ἀνάσταση».
.          Οἱ ἡγεμόνες ἔμειναν ἐμβρόντητοι. Οἱ στρατηλάτες τους ὅμως Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων ποὺ εἶχαν παρακολουθήσει τὰ γενόμενα μὲ πολὺ πλῆθος κόσμου, ἔλεγαν μεταξύ τους ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Γεώργιος καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὴ ἡ ὁμολογία τους ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ διατάξει ὁ βασιλιὰς νὰ ἀποκεφαλιστοῦν, μὲ ὅσους πίστεψαν, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, πράγμα ποὺ ἔγινε.
.          Ὅμως καὶ ἡ γυναίκα τοῦ βασιλιᾶ, ἡ αὐτοκράτειρα Ἀλεξάνδρα, ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὰ γεγονότα, εἶπε πρὸς τὸν βασιλιά: «Κι ἐγὼ πιστεύω τὸν Χριστὸ σὰν Θεό, ὅπως ὁ Γεώργιος μᾶς εἶπε». Κι ὁ Μαγνέντιος τῆς εἶπε: «Γιατί καταφρονεῖς τοὺς θεοὺς γιὰ χάρη ἑνὸς σταυρωμένου ἀνθρώπου»; Βέβαια ἦταν γνωστὸ σ’ αὐτοὺς καὶ οἱ ἴδιοι τὸ ἐφάρμοζαν, νὰ σκοτώνουν δηλαδή, μεταξὺ τῶν ἄλλων, τοὺς κακούργους μὲ σταυρικὸ θάνατο. Ἡ Ἀλεξάνδρα τοῦ εἶπε: «Ἀνώτερα πράγματα μᾶς ἔδειξε ὁ Γεώργιος γιὰ τὸν Ἐσταυρωμένο· οἱ θεοί σας εἶναι ἄξιοι κάθε καταφρονήσεως».
.          Πολλὲς συγχρόνως συγκλητικὲς γυναῖκες πίστεψαν, βλέποντας τὴν πνευματικὴ δόξα τοῦ Γεωργίου καὶ τὸ θάρρος τῆς βασίλισσάς τους. Τότε ὁ βασιλιὰς διέταξε ἀμέσως νὰ ρίξουν τὸν Γεώργιο μέσα σὲ λάκκο μὲ σβησμένο ἀσβέστη, ὥστε ἀφοῦ μείνει τρεῖς μέρες ἐκεῖ, νὰ μὴ βρεθοῦν οὔτε τὰ ὀστᾶ του.
.          Ἔγινε ὅπως διέταξε, καὶ οἱ φύλακες φρουροῦσαν τὸν λάκκο. Πέρασαν τρεῖς μέρες καὶ ὁ βασιλιὰς διατάζει νὰ πετάξουν ὅτι ἀπέμεινε ἀπὸ τὰ ὀστᾶ του γιὰ νὰ μὴν τὰ προσκυνοῦν οἱ Χριστιανοί. Πλῆθος ὅμως κόσμου περικύκλωσε τὸν λάκκο περιμένοντας μὲ ἀγωνία νὰ δοῦν τί ἀπέγινε ὁ Γεώργιος. Τὸν εἶχαν δεῖ τόσες φορὲς νὰ νικάει τὸν θάνατο, ποὺ μέσα τους πίστευαν ὅτι πάλι ζωντανὸ θὰ τὸν δοῦν. Κι ἔτσι ἔγινε! Ὁ Γεώργιος ἦταν τελείως ὑγιὴς καὶ δοξασμένος, ποὺ προκάλεσε τὰ πλήθη σὲ ζητοκραυγές, σὰν νὰ παρακολουθοῦσαν πλέον ἕναν τιτάνιο ἀγώνα μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου, Χριστοῦ καὶ δαιμόνων, τοῦ Γεωργίου καὶ τοῦ βασιλιᾶ ὡς ἐκπροσώπων τους.
.          Ἡ φήμη διαδόθηκε γρήγορα. Ἡ βασίλισσα, γεμάτη ἀπὸ θεϊκὸ ἔρωτα, κατέφθασε στὸν τόπο καὶ κήρυττε ἄφοβα τὸν Χριστὸ σὰν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ ἀπὸ τὸν λαό, ὅλο καὶ περισσότεροι πίστευαν.
.          Ὁ βασιλιὰς ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν τὸν Ἅγιο καὶ τοῦ εἶπε: «Εἶμαι σὲ ἀπορία, ποιός ἐπιτέλους σὲ κρατάει ζωντανό;». «Γνωρίζω –εἶπε ὁ Γεωργιος– ὅτι ἂν σᾶς πῶ τὴν ἀλήθεια δὲν θὰ πιστέψετε. Ἡ Θεία Γραφὴ λέει γιὰ σᾶς ὅτι ἡ σοφία σὲ κακότεχνη ψυχὴ δὲν εἰσέρχεται. Γι’ αὐτοὺς ὅμως ποὺ εἶναι γύρω ἀπο σᾶς καὶ πιστεύουν, θὰ πῶ ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, μὲ φυλάει ἀπὸ κάθε βάσανο, ὅπως φυλάει καὶ κάθε πιστό. Νὰ λοιπόν, σᾶς τὸ ξαναλέω!».
.          Ἀποροῦσε ὁ βασιλιὰς μὲ ποιὸ φρικτὸ θάνατο, θὰ μποροῦσε νὰ νικήσει ἐπιτέλους τὸν «ἀθάνατο» αὐτὸ νεαρό, ποὺ τὸν εἶχε ρεζιλέψει τόσες φορές. Ξεπήδησε τότε ἕνας μάγος ποὺ λεγόταν Ἀθανάσιος καὶ εἶπε στὸν βασιλιά, προκειμένου νὰ ἀποσπάσει τὴν εὔνοιά του: «Διάταξε βασιλιᾶ, νὰ τὸν ποτίσω ἕνα δηλητηριῶδες ποτὸ ποὺ μόλις τὸ πιεῖ, θὰ κοποῦν τὰ σπλάγχα του καὶ μὲ φρικτοὺς πόνους θὰ πεθάνει μπροστά μας». «Κάνε γρήγορα –τοῦ λέγει ὁ βασιλιάς– διότι μὲ ἔχει ταλαιπωρήσει μὲ τὰ περίεργα ποὺ κάνει. Καὶ γιὰ νὰ βεβαιωθοῦμε γιὰ τὴν ἐνέργεια τοῦ δηλητηρίου ποὺ λές, νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν φυλακὴ ἕνας κακοῦργος καὶ νὰ πιεῖ ἀμέσως ἀπὸ αὐτό, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦμε μήπως κι ἐσὺ κάνεις κάτι ὑπὲρ τοῦ Γεωργίου». Πότισαν τὸν κακοῦργο καὶ σχεδὸν ἀμέσως ἔπεσε σπαράζοντας στὴν γῆ, ἄφριζε καὶ ἔβγαζε αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα, μέχρι ποὺ πέθανε ἐλεεινὰ μέσα σὲ ἀφόρητους πόνους.
.          Χάρηκε ὁ Διοκλητιανὸς καὶ εἶπε στὸν Γεώργιο: «Ἔφθασε ὁ καιρὸς τοῦ θανάτου σου ἄθλιε. Τώρα θὰ ἐλεγχθοῦν οἱ προηγούμενες μαγεῖες σου». Διατάζει τὸν Ἀθανάσιο νὰ δώσει στὸν Γεώργιο τὸ φάρμακο. Ὅλοι κοίταζαν μὲ φόβο καὶ λύπη πρὸς τὸν μάρτυρα. Αὐτὸς ὅμως ἅρπαξε κυριολεκτικὰ τὸ δηλητήριο, τὸ σταύρωσε μὲ πίστη καὶ θάρρος καὶ εἶπε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐσὺ ποὺ εἶπες σ’ αὐτοὺς ποὺ Σὲ πιστεύουν, ὅτι κι ἂν ἀκόμα πιοῦν κάτι θανατηφόρο δὲν θὰ τοὺς βλάψει, δεῖξε καὶ τώρα τὴν δύναμή σου». Ἤπιε ὅλο τὸ δηλητήριο ὅπως κάποιος πολὺ διψασμένος πίνει νερὸ καὶ ἐνῶ περίμεναν ὅλοι νὰ πάθει ὅ,τι καὶ ὁ κακοῦργος, ὁ Γεώργιος εἶπε: «Μάταια κουράζεσαι βασιλιά! Μάθε ὅτι οὔτε δηλητήρια, οὔτε φωτιὰ καὶ θηρία, οὔτε τροχοὶ καὶ μαστίγια, οὔτε ὁποιοδήποτε ἄλλο μαρτύριο ἐπινοήσεις, θὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὸν Χριστό μου».
.          Ὁ Ἀθανάσιος καὶ πολὺ πλῆθος κόσμου, βλέποντας τὸν κακοῦργο νεκρὸ καὶ τὸν Γεώργιο ὑγιέστατο νὰ μιλάει μὲ τέτοια ἀφοβία στὸν βασιλιά, εἶπαν: «Ἀλήθεια, τί ἄλλο εἶναι αὐτό, παρὰ παρουσία τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔσωσε τὸν Γεώργιο. Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας».
.          Ὁ θυμὸς τοῦ βασιλιᾶ ξεπέρασε κάθε ὅριο. Διατάζει πάραυτα τὸν θάνατο τοῦ Ἀθανασίου καὶ ὅσων τόλμησαν νὰ ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς καὶ γυρνώντας μανιασμένος λέει στὸν Γεώργιο: «Ἐγὼ θὰ διαλύσω τὰ σοφίσματα καὶ τὶς μαγεῖες σου». Διέταξε τότε νὰ φέρουν σιδερένια παπούτσια γεμάτα καρφιά, τὰ ἔκαψαν ἰσχυρὰ στὴν φωτιά, τὰ φόρεσαν μὲ μανία στὰ πόδια τοῦ Γεωργίου, κρατώντας τα μὲ λαβίδες καὶ τὸν ἔστειλε νὰ κλειστεῖ στὴν φυλακή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: