ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Γ´] «Ἐκεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θὰ χαθεῖ, χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστοὶ ξεφύτρωναν, ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῶν μαρτύρων καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν μαρτυρία τους».

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Γ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/23/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/24/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-2/

.          Ὅμως μετὰ τὸν διασυρμό, τὸ μαστίγωμα καὶ τὶς τόσες ἄλλες δυσκολίες, τὴν ὥρα τῆς Σταυρώσεώς Του, ὅταν παρέδωσε τὸ Πνεῦμά Του, σαλεύθηκε ἡ γῆ, ὁ ἥλιος ἔχασε τὸ φῶς του, οἱ δίκαιοι νεκροὶ ἀναστήθηκαν καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες νικήθηκε μέχρι τέλους ὁ θάνατος. Ὁ Ἰησοῦς ὁ Θεὸς ἀναστήθηκε, τὸ μαρτυροῦσε ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικοῦσε πλούσια στὴν καθαρή του καρδιά. Θεουργικὸς ἔρωτας προσέθετε πάνω στὴν ἀνδρεία του ψυχὴ τὴν δύναμη ποὺ χρειαζόταν νὰ ὁμολογήση καὶ ἐκεῖνος γιὰ τὸν σαρκωθέντα Ἰησοῦ, νὰ μιμηθεῖ τὸ πάθος Του, νὰ βρεθεῖ κοντὰ στὸν ἀγαπημένο, ποὺ πρῶτος ἔπαθε γι’ αὐτόν, γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν παρότρυνε «μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶμα, δὲν μποροῦν ὅμως νὰ σκοτώσουν τὴν ψυχὴ» καὶ ὅποιος «μέσα στὴν δική μου Χάρη μὲ ὁμολογήσει ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἄνθρωπο μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κι ἐγὼ μέσα στὴν ἴδια ὕπαρξή του, μπροστὰ στὸν Οὐράνιο Πατέρα μου».
.          Παρουσία φωτὸς ἀρρήτου, ἔρωτας γλυκύτατος, ἔπαψαν οἱ αἰσθήσεις οἱ γήϊνες, ἡ πρόσκληση ἦταν βεβαία. Ὁ Ἰησοῦς σὰν φίλος καὶ ἀγαπητός, καλοῦσε τὸν Γεώργιο κοντά Του· πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθεῖ τέτοια πρόσκληση; Δάκρυα χαρᾶς, αἴσθηση μεγάλης ταπεινώσεως, πρόσκληση σ’ αὐτὸν τὸν θνητὸ Γεώργιο ἀπὸ τὸν οὐράνιο Φίλο στὸ ἀξίωμα τῆς ἀθανασίας, στὸ χάρισμα τῆς υἱοθεσίας, συγκληρονόμος Χριστοῦ.
.          Πῆρε ἀμέσως τὴν ἀπόφαση, χάρισε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχούς, ἐλευθέρωσε τοὺς δούλους του. Ὁ πιὸ πιστὸς ἀπ’ αὐτούς, ποὺ ἦταν καὶ Χριστιανός, πληροφορήθηκε τί ἔμελλε νὰ κάνει ὁ κύριός του καὶ δὲν τὸν ἐγκατέλειψε, ἔμεινε κοντά του. Ἀπὸ αὐτὸν γνωρίζουμε τὸ μαρτύριό του.
.          Ἡ ὑπερηφάνεια –ὁ θεὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ– μεγάλωνε, ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ στὸν λαὸ ἐπίσης. Ἡ ἀπόφαση νὰ μὴ μείνει κανένας Χριστιανὸς στὴν γῆ, ἔκανε τὸν Διοκλητιανὸ νὰ καλέσει μεγάλο ἀνοικτὸ συνέδριο μὲ πολλοὺς ἡγεμόνες, διοικητὲς καὶ στρατηλάτες –παρουσία καὶ τοῦ λαοὺ– καὶ νὰ ἀνακοινώσει ἀλαζονικὰ ὅτι θὰ γίνουν μεγάλες θυσίες στοὺς θεούς, ὅτι θὰ ἀφανιστεῖ ἀπὸ τὴν γῆ κάθε Χριστιανός. Ἐκεῖ βρισκόταν καὶ ὁ Γεώργιος, γιατί σὲ λίγο θὰ ἔπρεπε νὰ λάβει τὸ ἀξίωμα τοῦ στρατηλάτη.
.          Μπροστὰ στὰ πρόθυρα τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων πολλὰ βασανιστήρια ὄργανα καὶ μηχανήματα ἐκτέθηκαν καὶ δημιουργοῦσαν κατάπληξη στὸ νὰ τὰ βλέπει κανείς. Ὁ Γεώργιος κοντοστάθηκε, τὰ κοίταξε: «Αὐτὰ ἦταν λοιπὸν τὰ φόβητρα· πανάγαθε Χριστὲ Ἰησοῦ μου, βοήθησέ με» ψιθύρισε καὶ πάλι μὲ πίστη ἀτένισε στὸν Γολγοθά, στὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ. Δὲν ἦταν ἄπειρη ἡ ψυχή του ἀπὸ μάχες καὶ θανάτους, ἀφοῦ ἦταν ἀξιωματοῦχος τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, ἐδῶ ὅμως ἀνοιγόταν στάδιο ἀγώνα κατὰ τοῦ θανάτου, μὲ θεωροὺς βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες, τὴν ἀφρόκρεμα τῆς πόλης, τοὺς συστρατιῶτες του, τοὺς γνωστούς, τοὺς φίλους, μὲ θεωροὺς τοὺς οὐράνιους ἀγγέλους, τοὺς Ἁγίους, αὐτοὺς τοὺς ἴδιους τοὺς γονεῖς του, ποὺ προσεύχονταν γι’ αὐτὸν στὸν οὐράνιο Κύριο· θὰ ἦταν ἐπίσης καὶ ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καὶ τῆς πανάχραντης Μητέρας Του.
.          Στὸ στάδιο εἶχε νὰ ἀγωνιστεῖ μὲ δύο ἐχθρούς. Τὰ παμπόνηρα πνεύματα τῆς πονηρίας ποὺ λυσσαλέα ἐπιζητοῦσαν τιμὲς θεῶν ἢ τέλος πάντων νὰ καταστρέψουν τὴν ψυχή του χωρίζοντάς την ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ μὲ τὸν ἀξιολύπητο ἐκεῖνο καὶ δυστυχῆ αὐτοκράτορα καὶ τοὺς ἡγεμόνες, ποὺ ἦταν αἰχμάλωτοι τῶν δαιμόνων. Ὄντως ψυχὲς γιὰ λύπηση!
.          Ἡ πολιτικὴ τοῦ αὐτοκράτορα εἶχε πετύχει. Οἱ Χριστιανοὶ ἦταν ἤδη ταλαιπωρημένοι. Ἐκεῖνος διασκέδαζε μὲ ἑορτὲς καὶ λατρεῖες τῶν θεῶν του, τὴν στιγμὴ ποὺ αὐτοὶ ἔκλαιγαν τοὺς νεκρούς τους καὶ ἀνέμεναν μὲ πόνο τὴν αὐριανὴ σύλληψή τους, χωρὶς νὰ ἔχουν κανένα ἀκόμα μεγάλο παράδειγμα ἀνδρείας καὶ ὁμολογίας, ὅπως ἄκουγαν πὼς συνέβαινε σὲ ἄλλες περιοχὲς ἢ λίγο πιὸ πρὶν μὲ ἄλλους μεγάλους μάρτυρες. Ἡ παρουσία τῶν μεγάλων μαρτύρων ἦταν ὑπέρτατο στήριγμα σ’ αὐτούς, γιατί ἐκτὸς ἀπὸ τὸ κουράγιο ποὺ ἔπαιρναν ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀνδρεία τους, ὁ Θεὸς συνόδευε τὴν μαρτυρία τους μὲ πολὺ θαυμαστὰ γεγονότα, ποὺ τοὺς μὲν βασιλεῖς ἐξέπλητταν, στοὺς Χριστιανοὺς ἐπιβεβαίωναν τὴν πίστη τους καὶ τοὺς ἐνθάρρυναν.
.          Πολλοὶ εἰδωλολάτρες ποὺ ἦταν καλόψυχοι πίστευαν στὸν Χριστὸ καὶ ἡ φήμη τῶν γεγονότων ἔφτανε μέχρι τὶς πιὸ ἀπομακρυσμένες πόλεις, ἀκόμη καὶ στὴν Ρώμη, ἔτσι ὥστε κε πο ο ατοκράτορες νόμιζαν τι Χριστιανισμς θ χαθε, χιλιάδες κα μυριάδες πιστο ξεφύτρωναν, π τν μπρακτη μολογία τν μαρτύρων κα τ θαυμαστ γεγονότα τς παρουσίας το Θεο στν μαρτυρία τους.
.          Στὸ συνέδριο οἱ πάντες συναινοῦσαν μὲ τὶς ἀπόψεις τοῦ βασιλιᾶ, λέγοντες: «Ἐμεῖς μέγιστε καὶ ἀήττητε βασιλιά, ἀναγνωρίζοντας πόσο μᾶς προστατεύεις καὶ μᾶς προνοεῖς, ἀποδεχόμαστε μὲ χαρὰ νὰ τιμήσουμε τοὺς θεούς μας μαζί σου. Συμφωνοῦμε ἐπίσης νὰ καταστρέφεται μὲ βάσανα ὅποιος ὀνομάζει τὸν ἑαυτὸ τοῦ Χριστιανό». Ἔτσι ἔλεγαν γιατί ἀπολάμβαναν τῆς τιμῆς, τῆς δόξας καὶ τῆς εὐπορίας, ποὺ ὁ Διοκλητιανὸς τοὺς χάριζε.
.          Ὁ Γεώργιος, μέχρι στιγμῆς, δὲν εἶχε πεῖ τίποτα. Ἔκρινε ὅμως ὅτι ἦταν ἡ καταλληλότερη στιγμὴ νὰ δώσει τὴν μάχη του. Κατ’ ἄνθρωπον φαινόταν τελείως μόνος· μέσα του ὅμως ὁ θεουργικὸς ἔρωτας μαρτυροῦσε ὅτι ὁ Κύριος ἦταν μαζί του. Εἶχε ἐξ ἄλλου ἐμπειρία μεγάλη στὴν ζωή του ἀπὸ τὴν προστασία ποὺ τοῦ παρεῖχε ὁ Κύριος, ὅταν σ’ ὅλες τὶς μάχες αὐτὸς ἔβγαινε νικητὴς καὶ σ’ ὅλες τὶς δύσκολες στιγμές, μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸν ἔσωζε ὁ Κύριος.
.          Ζήτησε τὸν λόγο ἀπὸ τὸν βασιλιά, προχώρησε μὲ παρρησία στὸ βῆμα. Ὅλων τὰ μάτια στράφηκαν πάνω του. Τί θὰ ἔλεγε ὁ νεαρὸς αὐτὸς κόμης μὲ τὸ ἀνδρεῖο καὶ εὐγενικὸ παράστημα μπροστὰ στὸν φοβερὸ αὐτοκράτορα, ποὺ μὲ ἕνα νεῦμα του καὶ μόνο μποροῦσε νὰ τοῦ ἀφαιρέσει τὴν ζωή, μπροστὰ σ’ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἦταν ἕτοιμοι νὰ κατασπαράξουν ὅποιον τοῦ ἀντιμιλοῦσε, μπροστὰ στοὺς τόσους ἡγεμόνες καὶ στρατηλάτες ποὺ τὸν ἔτρεμαν, μπροστὰ στὰ φοβισμένα μάτια τοῦ κόσμου;
.          «Μεγαλειότατε, δὲν θὰ σᾶς κουράσω! Παρακολουθῶ τὸν πόλεμο κατὰ τῶν Χριστιανῶν· τὸν θεωρῶ τελείως ἀνίερο. Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀνάμεσα στὸν λαό, πρέπει νὰ ἐκπορεύεται ἀπὸ σᾶς ποὺ εἶστε οἱ κυβερνῆτές του. Ἐσεῖς ὅμως ἐναντίον δικαίων καὶ ἁγίων ἀνθρώπων κηρύξατε πόλεμο, γιατί πιστεύουν σ’ Αὐτὸν ποὺ δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, χωρὶς νὰ ἔχουν πράξει κανένα κακό, ἀφοῦ οἱ ἐντολές Του εἶναι μόνο ἀρετές, μόνο ἀγάπη. Μεγαλειότατε, δὲν ἀνέχομαι νὰ μὴ λατρεύεται ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, νὰ πορεύεστε μέσα στὸ σκοτάδι, νὰ λατρεύετε ἀναίσθητα εἴδωλα καὶ δαίμονες γιὰ θεούς. Ἀκοῦστε με! Ἀφῆστε τὸ σκοτάδι! Ἐλᾶτε στὸ θεϊκὸ φῶς ποὺ εἶναι ἡ ἐπίγνωση Ἰησοῦ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖτε αἰώνια δόξα! Ἡ δόξα ποὺ ἔχετε τώρα, εἶναι πρόσκαιρη καὶ ματαία· σὰν χορτάρι θὰ μαραθεῖ κι εἶναι γιὰ μένα καλύτερο νὰ μὲ παραδώσετε σὲ μύριους θανάτους παρὰ νὰ ἀκούω τὶς βλασφημίες σας».
.          Ὁ βασιλιὰς ταράχθηκε, κοκκίνισε, θύμωσε, δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει. Ἔκανε νεῦμα στὸν ἡγεμόνα Μαγνέντιο νὰ μιλήσει, κι’ αὐτὸς εἶπε:

– Ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου, ποιός εἶσαι ποὺ μὲ τόσο θράσος ἀνέβηκες σ’ αὐτὸ τὸ φοβερὸ βῆμα γιὰ νὰ μιλήσεις ἔτσι μπροστὰ σ’ ὅλους μας;
– Τὸ πιὸ τίμιο ὄνομα ποὺ μοῦ προκαλεῖ χαρὰ καὶ δόξα εἶναι τὸ Χριστιανός. Τὸ ἀπὸ τὴν γέννησή μου Γεώργιος, ὅπως ὁ Θεός μου θέλησε.
– Καὶ γιὰ ποιά αἰτία παρουσιάστηκες σήμερα ἐδῶ στὸ μέγα τοῦτο κριτήριο;
– Ἡ ἀλήθεια μὲ παρότρυνε.
– Καὶ τί εἶναι ἀλήθεια;
– Ἡ ἀλήθεια εἶναι Χριστὸς ὁ Θεὸς ποὺ ἐσεῖς καταδιώκετε. Αὐτὸς ὅμως εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ Αὐτὸν ἔχουν τὴν ἐξουσία, ἐνῶ τ σεβάσματά σας ξίζουν μόνο μπαιγμό, γιατί εναι μύθοι κα φεύρεση διαβολική, πο στέλνουν στν καταστροφ ατος πο σχολονται μ τν λατρεία τους.
.          Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, σύγχυση καὶ θόρυβος μεγάλος ἔγινε στὸ πλῆθος καὶ ὁ αὐτοκράτορας πρόσταξε τοὺς φύλακες νὰ κρατήσουν τὴν τάξη. Ἐπικράτησε σιγή. Ὁ Μαγνέντιος δὲν περίμενε τέτοιο θάρρος. Ὁ Διοκλητιανὸς παρακολουθοῦσε τὴν νεότητά του, τὴν συμμετρία τῶν μελῶν του, τὴν ὡραιότητα τοῦ προσώπου του, τὸ γεμάτο ἀνδρεία νεανικὸ παράστημά του, τὴν παρρησία του ποὺ δὲν ἔκρυβε κανένα φόβο καὶ σάστισε θαυμάζοντας. Μετὰ ὅμως μὲ ὑποκριτικὴ ἠρεμία εἶπε:
– Γεώργιε, ἐγὼ γνωρίζω γιὰ σένα ὅτι εἶσαι εὐγενής, ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια, μὲ συνετὴ σκέψη καὶ ἀνδρεία κοσμημένος, μὲ πολλὰ ἐπίσης ἀξιώματα ποὺ σοῦ χαρίστηκαν ἀπὸ τὴν βασιλεία μου, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι τὰ ἔλαβες ἀπὸ τὴν πρόνοια τῶν μεγάλων θεῶν. Μὴν εἶσαι ἀγνώμων καὶ ἀχάριστος πρὸς τοὺς εὐεργέτες. Προτιμῶ νὰ σοῦ μιλῶ πατρικὰ καὶ νὰ σοῦ παρουσιάσω πόσες ἀκόμα τιμὲς καὶ δόξες θὰ πάρεις, ἂν ἀφήσεις τὴν ἀνώφελη αὐτὴ πίστη καὶ θυσιάσεις στοὺς θεούς, παρὰ νὰ σοῦ ἐκθέσω πόσα βασανιστήρια καὶ ποιὰ ὀξύτατα βάσανα σὲ περιμένουν, ποὺ προκαλοῦν φρίκη μόνο στὸ ἄκουσμά τους.
– Οἱ τιμές σου βασιλιὰ καὶ οἱ ἀτιμίες δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν. Θὰ ἐξαφανιστοῦν κι αὐτὲς ὡς φθαρτές, ἀφοῦ κι ἐσὺ φθαρτὸς εἶσαι, κι ἐσὺ ποὺ αὐτὴ τὴν στιγμὴ φαίνεται ὅτι ὑποτάσσεις τὰ πάντα, μετὰ ἀπὸ λίγο δὲν θὰ ὑπάρχεις κι οὔτε ἴχνος ἀπὸ τὴν τωρινὴ εὐτυχία σου δὲν θὰ φαίνεται στὴν ζωὴ αὐτή. Γι’ αὐτὸ καλύτερα νὰ πιστέψεις στὸν ἀληθινὸ καὶ αἰώνιο Θεό μου, γιὰ νὰ σοῦ χαρίσει τὴν ἐπουράνια βασιλεία Του. Καὶ μὴν πιστεύεις ὅτι θὰ μὲ πείσεις νὰ θυσιάσω στοὺς δαίμονες, οὔτε νὰ ἀφήσω τὸ φῶς γιὰ χάρη τοῦ σκοταδιοῦ, γιατί ἡ σύνεση διδάσκει ἀπὸ τὸν θάνατο πρὸς τὴν ζωὴ νὰ ἐπιστρέφουμε.

.         Κι ὁ βασιλιὰς εἶπε:

– Κι ἔτσι ἁπλὰ καταστρέφεις τὴν νεότητά σου καὶ ἀφήνεις τὴν γλυκιὰ ζωὴ καὶ προτιμᾶς τὴν ἀπώλειά σου καὶ τὸν θάνατο;
– Δὲν εἶναι βασιλιὰ ὁ θάνατος αὐτὸς ἐδῶ ἀπώλεια, ἀλλὰ χαρά, γλυκύτητα, καὶ ἀγαλλίαση. Μ’ αὐτὰ ποὺ ἐσὺ νομίζεις θλιβερά, ἐμεῖς θὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ μακαριότητα κι ὅσα δὲν μπορεῖς νὰ φανταστεῖς ἀγαθά, ποὺ μᾶς ἑτοίμασε ὁ Θεός.

.          Ὁ βασιλιὰς ἐξοργίστηκε καὶ κοιτώντας τον θυμωμένος, φώναξε:

– Ἐγὼ θέλοντας νὰ σὲ σώσω καὶ νὰ σοῦ δώσω πολλὰ ἀγαθά, ἀνέχθηκα τὴν ἀναίδειά σου. Ἐσὺ ὅμως δὲν ὑπολογίζεις ὅσα σοῦ προσέφερα καὶ ὀνειροπολεῖς, ἀπὸ τὰ βάσανα ποὺ θὰ σοῦ δώσω, ὅτι θὰ κερδίσεις αἰώνια ἀγαθά. Πάρε λοιπὸν αὐτὰ ποὺ θέλεις καὶ νὰ δοῦμε ποιὰ εἶναι ἡ ἐλπίδα σου.
.          Καὶ ἀμέσως διέταξε τοὺς πιὸ ἰσχυροὺς φρουροὺς νὰ τὸν κτυπήσουν μὲ μαστίγια, ἀπὸ βοδινὰ νεῦρα κατασκευασμένα. Ὁ Γεώργιος πολλὴ ὥρα ὑπέμεινε, χωρὶς νὰ στενάξει καὶ ὁ βασιλιὰς διέταξε νὰ τὸν κρεμάσουν ἀπὸ ἕνα ξύλο καὶ νὰ τὸν κτυπήσουν μὲ δόρυ στὴν κοιλιά, γιὰ νὰ χυθοῦν ἔξω τὰ σπλάγχνα του. Ὅμως τὸ σιδερένιο δόρυ, κατὰ τὸ κτύπημα, στράβωσε σὰν νὰ ἦταν μολυβένιο κι ὁ μάρτυς εἶπε:

– Σ’ εὐχαριστῶ Χριστέ μου, γιατί τὸ σπαθὶ τοῦ ὑπηρέτη τοῦ διαβόλου ἀπέστρεψες ἀπὸ μένα καὶ τὴν ὑπερηφάνειά του κατέστρεψες.
.          Μετὰ ἀπὸ τόσα κτυπήματα ποὺ μὲ ἀνδρεία καὶ πραότητα ὑπέμεινε ὁ Γεώργιος, μετὰ ἀπὸ τὴν θαυμαστὴ διάσωσή του ἀπὸ τὸν θάνατο, ἀντὶ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ἀλαζονεία τοῦ ὑπερήφανου, θύμωσε πιὸ πολὺ καὶ μὲ μανία διέταξε νὰ τὸν ξέουν μὲ νύχια σιδερένια. Κατόπιν τὸν ἔστειλε στὴν φυλακή, τὰ πόδια του τὰ ἔβαλαν στὸ τιμωρητικὸ ξύλο καὶ πάνω στὸ στῆθος του ἔβαλαν μὲ σχοινιὰ μία τεράστια πέτρα, προκειμένου νὰ συντριφθεῖ τὸ σῶμα του. Τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἰσχυροὶ ἄνδρες ἔβαζαν στὸ στῆθός του τὸν ὀγκόλιθο, ἐκεῖνος εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ καὶ ἐπέζησε, παρόλο ποὺ ὁ βασιλιὰς νόμιζε ὅτι θὰ εἶχε πεθάνει.
.          Μόνο καρδιά, ψυχὴ καὶ σῶμα γεμᾶτα ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν σ’ αὐτὲς τὶς φρικαλεότητες. Ὁ Γεώργιος ἔχοντας μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ τὸν θεουργικὸ ἔρωτα τοῦ Ἰησοῦ, ἀναπολοῦσε τὰ οὐράνια ἀγαθά, τὴν συναυλία μὲ τοὺς Ἁγίους, βίωνε πολὺ ἔντονα τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ὁποία περνοῦσε μέσα ἀπ’ αὐτὲς τὶς θλίψεις, ἐνίωθε τὴν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ νὰ ἐλαφρύνει τὸν σταυρό του. Ἀγαπημένε Γεώργιε ἔλεγε· «Ὁ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι».
.          Τὴν ἑπομένη, ἔμαθε ὁ Διοκλητιανὸς ἀπὸ τοὺς φρουρούς, ὅτι ὁ Γεώργιος παρ’ ἐλπίδα ζεῖ. Αὐτὸ τοῦ προξένησε ἔκπληξη, ἀλλὰ αἰχμάλωτος ἀπὸ τὰ πάθη του, δὲν μποροῦσε νὰ ἐννοήσει ὅτι ὑπερφυσικὴ ἦταν πάντως ἡ σωτηρία του. Προστάζει μὲ μανία νὰ κατασκευαστεῖ ἕνας μεγάλος τροχός, μὲ τὸν ἄξονά του νὰ ἀνεβοκατεβαίνει πάνω σὲ δύο στύλους καὶ ἀνάμεσα στοὺς στύλους κάτω ἀπὸ τὸν τροχό, νὰ τοποθετηθεῖ δοκάρι ξύλινο, πάνω στὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ φυτευθοῦν καρφιὰ ὀξύτατα, διάφορα σπαθιὰ καὶ μαχαίρια, ὥστε ὅταν ὁ τροχὸς θὰ γύριζε κατεβαίνοντας σιγὰ-σιγά, νὰ κατέκοβε τὸ σῶμα τοῦ Γεωργίου ἕως θανάτου.
.          Ὅταν τὸν ἔφεραν στὸν τόπο ποὺ ἦταν ὁ τροχὸς καὶ εἶδε μὲ τί διαβολικὴ τέχνη ἦταν κατασκευασμένος, θυμήθηκε καὶ πάλι τὸν ἐσταυρωμένο ἀνάμεσα στοὺς δύο ληστὲς Ἰησοῦ, ἔδωσε κουράγιο στὸν ἑαυτό του καὶ ψιθύρισε: «Ἐσύ, ποὺ ἂν καὶ ἀθάνατος γεύτηκες γιὰ τὴν σωτηρία μας θάνατο, δῶσε μου αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ φυλάξω τὴν πίστη καὶ τὴν ὁμολογία μου. Φύλαξε τὴν ψυχή μου ἀπὸ τὶς τέχνες τοῦ ἐχθροῦ», καὶ παραδόθηκε ὅλος στὴν φλόγα τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ θείου πόθου νὰ πάθει γι’ Αὐτὸν ποὺ γιὰ μᾶς ἔπαθε.
.          Οἱ δήμιοι σὰν θηρία τὸν ἅρπαξαν ἀμέσως στὸ νεῦμα τοῦ τυράννου, ἄρχισαν νὰ δένουν καὶ νὰ καρφώνουν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του στὸν τροχό, νὰ σφίγγουν πάνω σ’ αὐτὸν μὲ σιδερένια δεσίματα τὸ σῶμα του καὶ νὰ περιστρέφουν καὶ κατεβάζουν σιγά-σιγὰ τὸν τροχό. Ἔτριζε ὁ τροχὸς καὶ τὰ κοφτερὰ ξίφη ἄρχισαν νὰ τεμαχίζουν σιγά-σιγὰ τὸ σῶμα του. Οἱ σάρκες διαλύονταν, τὰ ὀστᾶ συντρίβονταν, ποτάμια τὸ αἷμα καὶ οἱ παρόντες ἔστρεφαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό τους, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ βλέπουν τὸ θέαμα. Ὁ Γεώργιος οὔτε κὰν βογγοῦσε. Ἡ παρουσία τῆς Χάριτος, μετέβαλλε τοὺς πόνους σὲ χαρὰ καὶ ὁ θάνατος, ποὺ φυσιολογικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἤδη ἔρθει, δὲν ἔφθανε, γιατί ἐκεῖ ἦταν Ἐκεῖνος ποὺ εἶπε· «Ἐγώ εἰμι ἡ Ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται». Ἀλλὰ ὁ Διοκλητιανὸς νόμιζε καὶ πάλι ὅτι ὁ Γεώργιος πέθανε καὶ μὲ κομπασμὸ εἶπε στοὺς παρισταμένους: «Βλέπετε ὅλοι σας, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος θεός, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα, τὸν Ποσειδώνα καὶ τοὺς ἄλλους θεούς. Ποῦ εἶναι τώρα ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου; Γιατί δὲν φάνηκε νὰ τὸν σώσει ἀπὸ τὰ βάσανα ποῦ τοῦ κάναμε;». Διέταξε λοιπὸν νὰ παραμείνει στὸν τροχὸ ὁ Γεώργιος ἔτσι πεθαμένος, πρὸς ἐξουδένωση τοῦ Χριστοῦ καὶ φόβητρο τοῦ κόσμου κι αὐτὸς πῆγε στὰ βασίλεια.
.          Κατὰ τὶς μία ἡ ὥρα τὸ μεσημέρι, σκοτείνιασε ὁ ἥλιος ἀπὸ βαριὰ σύννεφα, ἀστραπὲς καὶ βροντὲς ἔσειαν τὸν ἀέρα καὶ φωνὴ ἀκούστηκε ποὺ ἔλεγε: «Μεῖνε ἀνδρεῖος Γεώργιε! Νὰ εἶσαι ἀδίστακτος στὴν πίστη σου καὶ πολλοὶ ἐξ αἰτίας σου θὰ πιστέψουν σὲ μένα».
.          Οἱ στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς φοβήθηκαν καὶ τό ᾽βαλαν στὰ πόδια. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐμφανίστηκε μπροστὰ στὸν Γεώργιο, τὸν ἔλυσε, τὸν ἀποκατέστησε τελείως ὑγιῆ καὶ τοῦ εἶπε: «Νὰ χαίρεσαι ἐν Κυρίῳ πραγματικὰ Γεώργιε. Εἶσαι ἀληθινὰ εὐτυχής, γιατί ἔδωσες τὸν ἑαυτό σου σὲ θάνατο γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ γιὰ σένα πρῶτος λογίστηκε στοὺς νεκρούς. Πάρε δύναμη ἀπὸ τὴν δύναμή Του, νίκησε κατὰ κράτος τὴν ἀσέβεια καὶ μὲ στεφάνι δόξας οὐρανίου φωτός, θὰ κατακοσμηθεῖς ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῆς δόξης Χριστό».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/01/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-4/

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: