ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ: «κάθε χριστιανὸς νὰ ἠξεύρῃ ποῖα εἶναι τὰ ἀποστολικὰ πατροπαράδοτα δόγματα» (Νικηφ. Θεοτόκη) [Β´]

Ἀπὸ τὸ δυσεύρετο βιβλίο
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ
ΛΟΓΟΙ ΕΙΣ ΑΓΙΑΝ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΝ
Ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
Ἀθῆναι 1968, σελ.  25 ἑπ.

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ [Β´]
(Α´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν)

Α´ : ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ: «ἡ πίστις ὅταν ἐνεργῆται, αὐξάνει καὶ περισσεύει» (Νικηφ. Θεοτόκη) [Α´]

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

.           Μὲ δύο τρόπους ἠμπορεῖ κάθε ἕνας τὴν πίστιν καὶ ὅσα περιλαμβάνονται εἰς τὴν πίστιν, νὰ ἐξετάζῃ. Ὁ ἕνας εἶναι ὁπόταν ἐξετάζῃ, διὰ νὰ μάθῃ μόνον τί πιστεύει, καὶ τί δογματίζει ἡ Ἐκκλησία τῶν ὀρθοδόξων διὰ τὸ ἑνιαῖον τῆς θείας οὐσίας, διὰ τὰ τρία πρόσωπα τῆς θεότητος, διὰ τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ υἱοῦ, καὶ λόγου τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν μετάδοσιν τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία καὶ χρονικὴ ἐκπόρευσις τοῦ παρακλήτου λέγεται· διὰ τὴν τελείωσιν τῶν ἑπτὰ μυστηρίων, διὰ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν, διὰ τὴν παντοτινὴν μακαριότητα, καὶ διὰ ἄλλα ὅμοια. Καὶ μία τοιαύτη ἐξέτασις, ὄχι μόνον δὲν εἶναι βλαπτική, ἀλλὰ εἰς κάθε χιστιανὸν ἀναγκαία εἶναι, καὶ πολλὰ ὠφέλιμος. Ἐπειδὴ πρέπει κάθε χριστιανὸς νὰ ἠξεύρῃ ποῖα εἶναι τὰ ἀποστολικὰ πατροπαράδοτα δόγματα, διὰ νὰ κρατῇ ἐκεῖνα ὡς ἀληθινά, καὶ ἀναμφίβολα· ἐκεῖνα νὰ πιστεύῃ μὲ τὴν καρδίαν του· ἐκεῖνα νὰ κηρύττῃ μὲ τὴν γλῶσαν του, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ἤ ὡς ψευδῆ ὁλοτελῶς νὰ μὴν τὰ πιστεύῃ, ἤ ὡς ἀμφίβολα νὰ τὰ ἀποστρέφεται. Ὁ ἄλλος τρόπος εἶναι ἀφοῦ μάθῃ ὅλον τῆς Ἐκκλησίας τὸ δόγμα, νὰ θέλῃ καὶ εἰς τὰ πλέον ἀπόκρυφα, καὶ ἀκατάληπτα τῆς πίστεως νὰ ἐξετάζῃ· διατὶ αὐτὸ ἔτσι; καὶ ποῖος εἶναι ὁ λόγος ἐτούτου; Καὶ διατί; Καὶ πῶς ἔγινεν ἐκεῖνο; Καὶ ποία εἶναι ἡ αἰτία τοῦ ἄλλου; Ἐξέτασις ἐτούτη αὐθάδης, παράλογος, καὶ σφαλερή. Μὲ ἐτούτην τὴν ἐξέτασιν, καὶ ὄχι μὲ τὴν πρώτην, λέγω ἐγώ, πὼς ἐκεῖνος ὁποὺ ἐξετάζει τὴν πίστιν, φεύγει ἡ πίστις ἀπὸ λόγου του. Φεύγει ἡ πίστις ἀπό λόγου του; Ναί. Φανερὰ τὸ βλέπομεν, καὶ ὀρθὰ τὸ συμπεραίνομεν ἀπὸ τὴν θείαν Γραφήν.
.           Τὸ ξύλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ μέσον τοῦ παραδείσου ἐφύτευσεν ὁ Θεός, καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὴν ἀπόλαυσιν ἐμπόδισε τοὺς πρωτοπλάστους, ἦτον μία θεωρία τῆς Θεότητος, καθὼς μᾶς διδάσκει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. «Θεωρία γὰρ ἦν τὸ φυτόν». Δὲν ἦτον ὅμως μία θεωρία ἁπλῆ, καὶ ἀπερίεργος. Διατὶ μὲ ἁπλῆν καὶ ἀπερίεργον θεωρίαν οἱ δύο προπάτορές μας, ἔβλεπαν, καὶ θεωροῦσαν κάθ’ ἑκάστην ἡμέραν τὸν Θεόν. Ἀλλὰ ἦτον βέβαια μία θεωρία περίεργος, καὶ ἐξεταστική· μία θεωρία, διὰ τῆς ὁποίας ἔπρεπεν ὁ νοῦς τῶν πρωτοπλάστων, ἄν ἤθελε νὰ θεωρήσῃ, νὰ ἐξετάσῃ, καὶ νὰ ἐρευνήσῃ τὴν φύσιν τοῦ Θεοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο ξύλον τῆς γνώσεως, ἐκεῖνο τὸ ξύλον τὸ ὠνόμασεν ἡ ἁγία Γραφή. Καὶ ἡμεῖς βλέπομεν μέσα εἰς τὴν ἁγίαν Γραφήν, πὼς ὁ Θεὸς ἐμπόδισε τοὺς πρωτοπλάστους ἀπὸ μίαν τέτοιαν θεωρίαν, καὶ τοὺς ἐμπόδισε μὲ προσταγὴν μεγάλην, μὲ φοβερισμὸν θανάτου. Διατί; Διατὶ νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ ὁ Θεός, καὶ νὰ μὴν τοὺς ἀφήσῃ νὰ ἐρευνήσουν, καὶ νὰ καταλάβουν τὴν φύσιν του; Ὁ ὄφις εἶπε πὼς τοὺς ἐμπόδισε διὰ νὰ μὴ γένουν Θεοί. Μὰ ψεῦδος εἶναι ἐτοῦτο διαβολικόν. Ἐπειδὴ εἰς τὸν Θεὸν δὲν χωρεῖ πάθος, καὶ δὲν ἔχει τόπον ὁ φθόνος ὁλοτελῶς. Ὁ Θεός, χριστιανοί μου, τοὺς ἐμπόδισε· διατὶ αὐτὸς ὁποὺ τοὺς ἐδημιούργησεν, ἐγνώριζε, πὼς ὁ νοῦς τους δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ τὴν φύσιν τῆς Θεότητός του· καὶ θέλοντας νὰ ἐρευνᾷ, καὶ νὰ ἐξετάζῃ, σκοτίζεται, ἀπιστίζει, καὶ ἀπελπίζεται. Καὶ εἰς τοῦτο μᾶς βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός.
.           Κατεβαίνει μιὰν φορὰν ὁ Θεὸς εἰς τὸ ὄρος τοῦ Σινᾶ, διὰ νὰ δώσῃ τὸν νόμον του εἰς τὸν Μωϋσῆν. Καὶ διὰ νὰ πληροφορηθοῦν οἱ Ἰσραηλῖται ὅλοι, πὼς ὁ Θεὸς ἐκατέβη εἰς τὸ Σινᾶ, καὶ ὁμιλεῖ μὲ τὸν Μωϋσῆν, ἀστράπτει, καὶ βροντᾷ ὅλον τὸ ὄρος Σινᾶ· ἐκεῖ νεφέλη σκοτεινὴ ἀπὸ ἄνω ἕως κάτω τὸ ὄρος καλύπτει· ἐκεῖ καπνὸς ὁποὺ ἕως οὐρανοῦ ἀναβαίνει. Ἐγνωρίζει ὁ Θεός, πὼς ἀπὸ ὅλα ἐτοῦτα οἱ Ἰσραηλῖται ἤθελαν γένει πολλὰ περίεργοι νὰ μάθουν, καὶ νὰ καταλάβουν, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ Θεός, ὁ τόσον μέγας, καὶ φοβερός. Ὅθεν κράζει εὐθὺς τὸν Μωϋσῆ, τοῦ λέγει, κατέβα ὀγλήγορα ἀπὸ τὸ ὄρος, καὶ εἰπὲ εἰς ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτας νὰ μὴν ἀποτολμήσῃ κανένας νὰ ἐξετάσῃ μὲ τὸν νοῦν του, διὰ νὰ καταλάβῃ τίς εἶναι ὁ Θεός. «Καταβὰς διαμάρτυραι τῷ λαῷ, μή ποτε ἀγγίσωσι πρὸς τὸν Θεὸν κατανοῆσαι».Βεβαίωσέ τους ἀπὸ μέρους μου, πὼς ἄν ἀποτολμήσουν νὰ κάμουν τέτοιον πρᾶγμα, ἐγκρεμνίζονται εὐθύς ἀπὸ τὴν χάριν μου, πίπτουν παρευθὺς ἀπὸ τὴν πίστιν ὁποὺ ἔχουν, εἰς τὸ βάθος τῆς ἀπιστίας. «Διαμάρτυραι τῷ λαῷ, μή ποτε ἐγγίσωσι πρὸς τὸν Θεὸν κατανοῆσαι, καὶ πέσωσι. Ἀκούετε; «Μή ποτε ἐγγίσωσι κατανοῆσαι»· μὴ θελήσουν νὰ ἐρευνήσουν διὰ νὰ καταλάβουν. Καὶ διατί; Διατὶ πίπτουν εἰς τὸ σκότος τῆς ἀκαταληψίας. Αὐτὸ παθαίνουν ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις, ὅσοι θέλουν μὲ τὸν νοῦν τους νὰ καταλάβουν τὸν Θεόν. Πίπτουν ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, πίπτουν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς πίστεως, πίπτουν εἰς τοὺς χάνδακας τῆς ἀπιστίας. «Μή ποτε ἐγγίσωσι κατανοῆσαι, καὶ πέσωσι». Μὰ τί; Δὲν εἶναι ἴσως ἔτσι; Δὲν σκοτίζεται ἴσως ὁ νοῦς μας, ὅταν ἐξετάζωμεν τὰ πράγματα τῆς πίστεως δὲν βυθίζεται μέσα εἰς ἕνα πέλαγος ἀνεξάντλητον; Δὲν ἐμβαίνει μέσα εἰς ἕνα χάος βαθύτατον; Δὲν γεμίζει ἀπορίες, καὶ ἀμφιβολίες;

.           Ὁπόταν ἀρχίσῃ ὁ νοῦς μας νὰ ἐξετάζῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἕνας ὁ Θεός, καὶ νὰ εἶναι τρία; Καὶ ποῖος λόγος πείθει πῶς τὰ τρία δὲν συγχύζουν, καὶ ἀφανίζουν τὸ ἕνα, καὶ ἁπλοῦν, καὶ πῶς αὐτὸ τὸ ἕνα, δὲν ἀναιρεῖ τὰ τρία! Μὰ εἶναι ἕνας κατὰ τὴν οὐσίαν, λέγουσιν οἱ θεολόγοι, καὶ τρία κατὰ τὰς ὑποστάσεις. Καὶ τί εἶναι αὐτὴ ἡ οὐσία, καὶ τί εἶναι ὑπόστασις; Ἡ οὐσία εἶναι ἕνα ὄν ἄπειρον, ὑπερούσιον, αὐτοδέσποτον. Καὶ πόθεν τάχα ἔχει τὴν ἀρχήν της ἡ οὐσία; Ἀπὸ καμμίαν ἀρχήν. Μὰ πῶς; Σιωπή, τόση αὐθάδεια, ἡ ὁποία ἄλλο δὲν προξενεῖ, παρὰ σκότωσιν. Διατὶ πρὸ τοῦ νὰ προφθάσῃ ὁ νοῦς μας νὰ τὸ καταλάβῃ, αὐτὸ φεύγει· καὶ πρὸ τοῦ ὁ νοῦς μας ἀκόμη τὸ νοήσῃ, αὐτὸ πετᾷ. «Πρὶν κρατηθῆναι φεῦγον, καὶ πρὶν νοηθῆναι διαδιδράσκον». Τέτοια εἶναι ἡ νόησις τῆς Θεότητος. Ἀμὴ τί εἶναι ἡ ὑπόστασις; Τὸ κοινὸν μετὰ τοῦ ἰδιάζοντος· κοινὸν εἰς τὰ τρία· καὶ ὅλον εἰς τὰ τρία· καὶ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ εἰς τὰ τρία· καὶ τὰ τρία προσωπικῶς χωρισμένα. Μοῦ ἔφυγε· δὲν ἔφθανα νὰ τὸ νοήσω, καὶ ἔφυγεν ἀπὸ τὸν νοῦν μου. «Πρὶν νοηθῆναι φεῦγον, καὶ πρὶν κρατηθῆναι διαδιδράσκον». Ἀμὴ πῶς ὁ πατὴρ γεννᾷ τὸν υἱόν, καὶ ἔχει ὁ υἱὸς τὴν αὐτὴν οὐσίαν τοῦ πατρός, καὶ εἰς τὸν πατέρα ἡ οὐσία θεωρεῖται ὡς ἀγέννητος καὶ εἰς τὸν υἱὸν ὡς γεννητή; Ἀμὴ πῶς ὁ πατὴρ ἐκπορεύει τὸ πνεῦμα, καὶ ἡ οὐσία εἰς τὸν πατέρα εἶναι ἀνεκπόρευτος, καὶ εἰς τὸ πνεῦμα ἐκπορευτή; Ποῖος λόγος πείθει, πὼς δὲν συμπεραίνονται τὰ ἐναντία; Καὶ ἄν συμπεραίνονται τὰ ἐναντία; Φθάνει τόση αὐθάδεια, δὲν ἠμπορεῖ ὁ νοῦς μας νὰ τὸ χωρήσῃ. Δὲν προφθαίνῃ νὰ τὸ νοήσῃ, καὶ ἐκεῖνο πετᾷ, καὶ φεύγει. «Πρὶν κρατηθῆναι φεῦγον, καὶ πρὶν νοηθῆναι διαδιδράσκον». Τὸ λέγει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταλάβωμεν, ὄχι, ὦ χριστιανοί, καὶ ὁπόταν θελήσωμεν νὰ προσηλώσωμεν τὸν νοῦν μας εἰς τὸν Θεον διὰ νὰ τὸν καταλάβωμεν, παθαίνει ὁ νοῦς μας ἐκεῖνο τὸ ἴδιον ὁποὺ παθαίνουσι τὰ ὀμμάτιά μας, ὅταν τὰ προσηλώσωμεν ἐπάνω εἰς τὸν ἥλιον διὰ νὰ τὸν ἰδοῦμεν, εὐθὺς πολὺ πλῆθος ἀπὸ τὲς ἀκτῖνές του ἐμβαίνει μέσα εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μας, οἱ ὁποῖες τόσον δυνατὰ ταράττουσι τὴν ἀμφιβληστροειδῆ μεμβράναν τῶν ὀφθαλμῶν μας, καὶ τὰ νεῦρα τὰ ὀπτικά, ὁποὺ σκοτίζονται τὰ ὀμμάτιά μας· χάνομεν τὸ φῶς μας, καὶ μένομεν ὡσὰν τυφλοί. Ὅταν ἡμεῖς ὑψώσωμεν τὸν νοῦν διὰ νὰ καταλάβωμεν τὸν Θεόν, τόσον πολύ, καὶ ἄμετρον ἀπὸ τῆς Θεότητός του τὸ ἄϋλον φῶς κτυπᾷ παρευθὺς ἐπάνω εἰς τὸν νοῦν μας, ὁποὺ χάνει ὁ νοῦς μας ὅλες του τὲς δύναμες· δὲν βλέπει πλέον τὸν Θεὸν· μένει ὡσὰν νεκρός. Ὅσον ἡμεῖς εὐχαριστούμεσθε νὰ βλέπωμεν μόνον τὴν ἀκτῖνα τοῦ ἡλίου, ἀπολαμβάνομεν τὸ φῶς του· βλέπομεν ὅλα τὰ ὁρατά· χαίρεται ἡ καρδία μας, καὶ εἴμεσθε γεμάτοι ἀγαλλίασιν, καὶ φῶς. Ὅσον ἡμεῖς εὐχαριστούμεσθε νὰ βλέπωμεν ἐκεῖνο τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ ὁποὺ εἶναι εἰς τὴν ἁγίαν Γραφήν, πιστεύομεν τὸν Θεόν· δεχόμεσθε ὅσα μᾶς διδάσκει ἡ πίστις· ἡ ψυχή μας καταπείθεται, ὅλοι γεμάτοι εἴμεσθε ζῆλον, καὶ ἀρετήν. Εὐθὺς ὁποὺ ἡμεῖς θελήσομεν νὰ ἰδοῦμε τὸν ἥλιον, εὐθὺς τυφλώνονται τὰ ὀμμάτιά μας· σκοτίζεται ἡ ὅρασίς μας, χάνομεν τὸ φῶς μας. Εὐθὺς ὁποὺ ἡμεῖς θελήσομεν νὰ καταλάβωμεν τὸν Θεόν, ἀσθενεῖ ὁ νοῦς μας· ἀδυνατεῖ ἡ ψυχή μας· χάνομεν τὴν πίστιν μας ὁλοτελῶς. Δὲν ἠμποροῦμεν, ὄχι, νὰ καταλάβωμεν καὶ ὁπόταν ἐξετάζωμεν. Ἀπορία γεννᾶται ἐπάνω εἰς τὴν ἀπορίαν· δυσκολία ἐπάνω εἰς τὴν δυσκολίαν· ἀκαταληψία ἐπάνω εἰς τὴν ἀκαταληψίαν. Καὶ ὕστερα ἀπὸ ἐτοῦτα γεννᾶται ὁ δισταγμός· καὶ ὕστερα ἀπὸ τὸν δισταγμὸν, ἀπόφασις. Καὶ τί ἀπόφασις; Ὄχι φρόνιμος, καὶ στοχαστική. Ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα, καθὼς ἡ πίστις τὰ διδάσκει. Μὰ ἐγὼ οὔτε νὰ τὰ καταλάβω, οὔτε τοὺς λόγους νὰ εὕρω ἠμπορῶ. Ἀλλὰ ἀπόφασις ἐσκοτισμένη, καὶ ἐλεεινή. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω, δὲν ἠμπορῶ νὰ εὕρω τοὺς λόγους· λοιπὸν δὲν εἶναι. Ὦ βόθρος, ὦ ἄβυσσος, ὦ ἀπώλεια θλιβερή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ «ΠΙΣΤΙΣ [ἐμπιστοσύνη] ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ. Ἐτοῦτο εἶναι ἡ δόξα τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, νὰ μὴν πιστεύουσιν οἱ ἄνθρωποι, νικώμενοι ἀπὸ τὴν δύναμιν τῶν ἐπιχειρημάτων· ἀλλὰ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὴν πίστιν, ἀπὸ τὴν χάριν, καὶ ἀλήθειαν τοῦ κηρύγματος πληροφορούμενοι» (Νικηφ. Θεοτόκη) [Γ´]

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: