O ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΔΕΝ ΚΑΤΗΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ

O ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
ΔΕΝ ΚΑΤΗΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Νικ. Π. Βασιλειάδη:
«Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη στὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν»
– ἀπάντησι στοὺς κατηγόρους της

ἔκδ. Ἀδελφ. Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ»,
Ἀθῆναι  2002

(σελ. 178-184)

Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.         ΑΣΦΑΛΩΣ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΗ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν προσαρμοσμένος στὴν ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ ἀντοχὴ τοῦ πρὸ Χριστοῦ ἀνθρώπου. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν ἀποκάλυψι καὶ φανέρωμα τῆς λυτρωτικῆς βουλῆς τοῦ ὑπεραγάθου Θεοῦ ἐπειδὴ ἦταν ἔκφρασι τοῦ ἁγίου καὶ σωτηρίου θελήματός του σὲ μία πρώτη φάσι τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, ἔχει ἀκατάλυτο κῦρος καὶ ἰσχύ. Ἄλλωστε ὁ νόμος αὐτὸς ἔμελλε, συμπληρούμενος ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἐνσωματωθῆ στὴ νέα Οἰκονομία τῆς Χάριτος, στὸ πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
.         Αὐτὸς ἦταν καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶχε δοθῆ στὸν παλαιὸ Ἰσραὴλ μὲ πολλὴ ἐπισημότητα. Ὡς γνωστόν, εἶχε παραδοθῆ μὲ ἐξαιρετικὴ μεγαλοπρέπεια μέσα σὲ καπνοὺς καὶ διάτορες ἰαχὲς σαλπίγγων, μὲ ἀστραπές, βροντές, καὶ μέσα σὲ «γνόφο», δηλαδὴ σὲ σκοτεινὸ σύννεφο, τὸν τρίτο μῆνα ἀπὸ τὴν ἔξοδο τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ μετὰ τὴν πορεία τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν γῆ τῶν πατέρων του (Ἐξ. ιθ´ [19] 1 ἑξ.). Αὐτὰ ἔγιναν γιὰ νὰ πτοηθῆ ὁ σαρκικὸς καὶ αἰσθησιακὸς ἐκεῖνος λαὸς ἀπὸ τὶς ἠχηρὲς καὶ συγκλονιστικὲς ἐκδηλώσεις τῆς θείας παρουσίας. Νὰ ἐντυπωσιασθῆ καὶ νὰ συναισθανθῆ κάπως τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν σημασία τῆς θείας φανερώσεως. Καὶ ἀκόμη γιὰ νὰ ἐννοήση τὴν μεγάλη τιμὴ ποὺ τοῦ ἐγίνετο, ὅτι δηλαδὴ μὲ τὴν τήρηση τῆς διαθήκης τοῦ Θεοῦ θὰ καθίστατο «λαὸς περιούσιος ἀπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν» (Ἐξ. ιθ´ [19] 5)· λαὸς ἐκλεκτός, ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στὸν Θεὸν μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνῶν, ὡς περιουσία Του.
.        Ὅμως ἡ παράδοσι τοῦ Νόμου στὸ ὄρος Σινᾶ εἶχε καὶ βαθειά, συμβολικὴ σημασία. Τὸ ὄρος εἶναι τόπος ὑψηλός. Ἡ προσέγγισι τῆς κορυφῆς του ἀπαιτεῖ ἀνάβασι, προσπάθεια, κόπο. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει προκειμένου νὰ προσεγγίση κανεὶς τὴν Ἀλήθεια καὶ τὸν ἅγιο Νόμο τοῦ παντοκράτορα Θεοῦ. Πρέπει νὰ μοχθήση, νὰ ἀνεβῆ ὑψηλά, νὰ ἀφήση πίσω του τὰ ταπεινὰ καὶ γήϊνα· αὐτὰ ποὺ τὸν κρατοῦν προσηλωμένο καὶ καθηλωμένο στὴ γῆ νὰ ἀποκολληθῆ ἀπὸ κάθε κοσμικό, νὰ ἀποσπασθῆ ἀπὸ κάθε ὑλικό.
.         Ἐπὶ πλέον ὁ τόπος στὸν ὁποῖο κατέβη «ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ ὕψιστος», «ὁ ἔχων θρόνον οὐρανὸν καὶ ὑποπόδιον τὴν γῆν», ὁ τόπος στὸν ὁποῖο συγκατέβη γιὰ νὰ συνάψη διαθήκη μὲ τὰ δημιουργήματά του, ἦταν τόπος κατ’ ἐξοχὴν ἅγιος. Διὰ τοῦτο ἀπηγορεύθη ὄχι μόνον ἡ ἄνοδος (στὸ ὄρος), ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ προσέγγισί του ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ λαό. Στὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ, στὸ Σινᾶ, ἀνέβη μόνον ὁ ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ, ὁ Μωϋσῆς, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του, τὸν Ἀαρὼν (Ἐξ. ιθ´ [19] 20). Ὁ δὲ λαός, ἂν καὶ παρέμεινε κάτω στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους, ἁγνίσθηκε ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ μὲ νηστεία, ἐγκράτεια, ἐξωτερικοὺς καθαρμούς, ὡς ἕνα ἐλάχιστο δεῖγμα προετοιμασίας γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Ἁγίου τῶν ἁγίων1.
.              Ὅλα αὐτὰ ἐσήμαιναν ὅτι ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔπρεπε στὸ ἑξῆς νὰ λησμονήση ἐντελῶς τὴν εἰδωλολατρικὴ Αἴγυπτο, τὴν χώρα τῆς δουλείας, καὶ νὰ ζήση μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα ἐλευθερίας, μὲ καθαρότητα βίου καὶ ὁσιότητα. Νὰ ζήση βοηθούμενος καὶ παιδαγωγούμενος ἀπὸ τὸν Νόμο ποὺ τοῦ παρέδωκεν ὁ Θεός. Τοιουτοτρόπως, ὅταν θὰ ἤρχετο «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Γαλ. δ´ 4), ὅταν δηλαδὴ θὰ ὡρίμαζε ὁ καιρὸς τῆς πανσόφου Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος θὰ ἦταν ἕτοιμος γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῆς θείας δωρεᾶς, ἡ ὁποία θὰ τοῦ προσεφέρετο στὸ πρόσωπο τοῦ σαρκωθέντος ἀνάρχου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
.          Ἐξ ἄλλου ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν κατήργησε τὸν ἠθικὸ νόμο ποὺ ἐδόθη ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ, καὶ τὴν ἠθικὴ διδασκαλία τῶν Προφητῶν, ὁ ὁποῖος (νόμος) ἔχει μόνιμον καὶ αἰωνίαν ἰσχύν, ὅπως ἀναπτύσσομε σὲ ἑπόμενο κεφάλαιο, ἀλλὰ τὸν τελετουργικὸ νόμο τῆς παλαιᾶς Οἰκονομίας. Ὁ Κύριος τὸ ἐδήλωσε καθαρά. Δὲν ἦλθα νὰ καταλύσω τὸν ἠθικὸ νόμο τοῦ Μωϋσῆ ἢ τὴν ἠθικὴ διδασκαλία τῶν Προφητῶν. Δὲν ἦλθα νὰ τὰ καταλύσω, ἀλλὰ νὰ τὰ συμπληρώσω καὶ νὰ τὰ παραδώσω τέλεια (Ματθ. ε´ 17).
.           Εἶναι πολὺ ἀξιοσημείωτα ὅσα παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου. Ἡ φράσι αὐτὴ τοῦ Κυρίου σημειώνει ὁ χρυσολόγος Πατήρ, δὲν φράσσει μόνο τὴν ἀναισχυντία τῶν Ἰουδαίων· κλείει ὁριστικὰ καὶ τὰ στόματα τῶν αἱρετικῶν (Γνωστικῶν καὶ Μανιχαίων), οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη προέρχεται ἀπὸ τὸν διάβολο! Διότι ἂν ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ καταλύση τὴν κυριαρχία καὶ τυραννία τοῦ διαβόλου, τότε γιατί ὄχι μόνο δὲν καταλύει τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ καὶ τὴν συμπληρώνει; Διότι δὲν εἶπε μόνο «δὲν τὴν καταργῶ», ἀλλὰ ἐπρόσθεσε «τὴν συμπληρώνω». Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὄχι μόνο δὲν ἦταν ἀντίθετος πρὸς τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλ’ ὅτι ἐφρόντιζε καὶ γιὰ τὴν τελειοποίησί της. Καὶ τοὺς μὲν Προφήτας τοὺς συνεπλήρωσε, διότι ἐβεβαίωσε καὶ ἐπαλήθευσε διὰ τῶν ἔργων ὅλα ὅσα εἶχαν ἐκεῖνοι προφητεύσει δι’ Αὐτόν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς ἔλεγε κάθε φορά: «ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος…»· γιὰ νὰ πραγματοποιηθῆ καὶ ἐπαληθευθῆ ἐκεῖνο ποὺ ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Κύριον διὰ στόματος τοῦ προφήτου… (βλ. Mατθ. β´ 15, Mάρκ. ιδ´ [14] 49, Λουκ. δ´ 21, κα΄ [21] 22, κδ´ [24] 44, Ἰω. ιβ´ [12] 38, ιγ´ [13] 18, ιε´ [15] 25 κ.ἀ.). Τὸν δὲ Μωσαϊκὸ νόμο τὸν ἐτήρησε καὶ τὸν ἐφήρμοσε καὶ μὲ ἕνα καὶ μὲ δεύτερο καὶ μὲ τρίτο τρόπο. Κατὰ πρῶτον μέν, διότι δὲν παρέβη καμμία ἐντολὴ τοῦ Νόμου (βλ. Ματθ. γ´ 15, Ἰω. η´ 46, ιδ´ [14] 30). Κατὰ δεύτερον διότι καὶ εἰς ἡμᾶς ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ πράττωμεν ὅσα προστάσσει ὁ Νόμος· τὴν ἐκπλήρωσι τοῦ Νόμου τὴν ἐχάρισε καὶ εἰς ἡμᾶς (βλ. Ρωμ. η´ 3, 4, γ´ 31). Κατὰ τρίτον, διότι ὅσα ἐδίδασκε δὲν ἦταν κατάργησι τῶν προηγουμένων διατάξεων, ἀλλὰ ἐπέκτασι καὶ συμπλήρωσί των. Διότι τὸ νὰ μὴ ὀργιζώμεθα δὲν εἶναι κατάργησι τῆς ἐντολῆς νὰ μὴ φονεύωμε, ἀλλὰ συμπλήρωσι καὶ μεγαλύτερη ἀσφάλεια. Τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ λεχθῆ καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες περιπτώσεις2.
.          Ὁ ἑρμηνευτὴς Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς στὴν ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου «μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλύσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι» (Ματθ. ε´ 17) παρατηρεῖ: «Πῶς ἐπλήρωσε» (= συνεπλήρωσε) ὁ Κύριος «τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας; Τοὺς προφήτας μὲν ἐπλήρωσε, ἐκπληρώσας» μὲ ἔργα ὅλα «ὅσα περὶ αὐτοῦ προεφήτευσαν». Τὸν δὲ νόμον ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὲ τὸ νὰ μὴ παραβῆ τίποτε τὸ νόμιμον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τὸ νὰ προσθέση εἰς αὐτὸν ὅσα ὑπελείποντο. Διότι ἐνῶ ὁ νόμος ἐμπόδιζε καὶ ἀπηγόρευε «τὰ τέλη (= τὰ ἀποτελέσματα, τὶς ἐκβάσεις)  τῶν ἁμαρτημάτων, ὁ Χριστὸς καὶ τὰς ἀρχὰς ἐκώλυσεν. Ὁ φόνος μὲν γὰρ καρπός ἐστιν ἁμαρτίας ρίζα δὲ ταύτης ἡ ὀργή». Ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς δὲν βγάλη τὴν ρίζα, ὑπάρχει πιθανότητα κάποτε νὰ καρποφορήση ἡ ἁμαρτία. Ἀπὸ αὐτὸ λοιπὸν ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἐντολὴ περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ φόνου ἦταν ἐλλιπής. Ὁ Χριστὸς δὲ τὴν «ἀνεπλήρωσεν ἐντειλάμενος μὴ ὀργίζεσθαι»3.
.         Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἱερὸς Θεοφύλακτος σχολιάζει: «Ὅσα ὁ νόμος ἐσκιαγράφησε (= παρουσίασε μὲ σκιὲς καὶ τύπους), ταῦτα ὁ Κύριος τελείως (= καθαρά, ἐμφανέστατα) ἐζωγράφησεν. Ὥσπερ καὶ ὁ ζωγράφος οὐ καταλύει τὴν σκιαγραφίαν, ἀλλὰ μᾶλλον ἀναπληροῖ (= τὴν συμπληρώνει)»4.
.           Τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσεις. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. ε´ 27-28). Ὁ Κύριος, σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, δὲν εἶπε «ὅτι ὁ μοιχὸς κολάζεται μόνον», ἀλλ’ αὐτὸ ποὺ εἶπε γιὰ τὸν φονιά, τὸ ἴδιο λέγει καὶ ἐδῶ «καὶ τὴν ἀκόλαστον ὄψιν κολάζων (= τιμωρῶν), ἵνα μάθῃς τὸ πλέον τῶν γραμματέων που τίθεται». Ὁ Κύριος «οὐχ ἁπλῶς τὴν ἐπιθυμίαν ἀναιρεῖ, ἀλλὰ τὴν ἐκ τῆς ὄψεως ἐγγινομένην ἐπιθυμίαν». Διότι δὲν εἶπεν ἁπλῶς ὅποιος ἐπιθυμήση· διότι μπορεῖ νὰ ἐπιθυμήση καὶ αὐτὸς ποὺ βρίσκεται στὰ ὄρη, μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμον· ἀλλὰ εἶπε «καθένας ποὺ βλέπει γυναῖκα γιὰ νὰ τὴν ἐπιθυμήση πρὸς ἁμαρτίαν», δηλαδὴ «ὁ ἑαυτῷ τὴν ἐπιθυμίαν συλλέγων» διὰ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς5.
.           Ἐξ ἄλλου ὁ χρυσοῦς κανὼν τῆς Καινῆς Διαθήκης, «πάντα ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς» (Ματθ. ζ΄ 17) συνοψίζει ὅλην τὴν διδασκαλίαν τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ὁποία (διδασκαλία) ἀναφέρεται στὰ καθήκοντα τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἄνθρωπον. «Οὕτω διαλαμβάνει καὶ ὁ παλαιὸς νόμος, καὶ οἱ προφῆται. Ὁ μὲν γὰρ νόμος φησίν· “Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν” οἱ προφῆται δὲ πάλιν πολλὰ περὶ φιλαδελφίας τοῖς Ἰουδαίοις παρῄνεσαν»6.
.          Στὴν τυχὸν ἀπορία διατὶ ἦταν «ἀτελὴς ὁ παλαιὸς νόμος», ὁ ἑρμηνευτὴς Ζιγαβηνὸς ἀπαντᾶ: «Διότι σκληροτράχηλοι ἦσαν οἱ Ἑβραῖοι, καὶ οὐκ ἠνείχοντο ζυγὸν βαρύν. Τοίνυν ἐκείνους μέν, ὡς νηπίους εἰς ἀρετήν, γάλα ἐπότισεν ἡμῖν δέ, ὡς ἀνδράσι, προσήγαγε στερεὰν τροφὴν»7.
.            Ὁ Κύριος συνεπλήρωσε τὸν ἠθικὸ νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ διότι κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Καινῆς Διαθήκης τὰ ἔπαθλα εἶναι μεγαλύτερα καὶ πλουσιώτερη ἡ δύναμι ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Θεὸς Πατήρ· ἐφ’ ὅσον εἶναι τόσες πολλὲς οἱ δωρεὲς ποὺ μᾶς προσφέρονται, εἶναι φυσικὸ ὁ Θεὸς νὰ ἀπαιτῆ μεγαλύτερους ἀγῶνες καὶ ἄρα τελειότερο νόμο. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι μὲν ἀτελέστερη τῆς Καινῆς, ἡ ὁποία εἰσάγει στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὄχι ὅμως «πονηρά».  Ἄλλωστε καὶ ἡ Καινὴ θὰ ἀποδειχθῆ μερικὴ καὶ ἀτελής, ὅταν θὰ ἔλθη τὸ τέλειον καὶ θὰ καταργηθῆ τὸ μερικὸν (βλ. Α´ Κορ. ιγ´ [13] 10), πράγμα τὸ ὁποῖον ἔπαθε ἡ Παλαιά, ὅταν ἦλθε ἡ Καινή8.
.          Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωσι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπαναλαμβάνει τὴν ἰδία ἀλήθεια, ὅταν ἑρμήνευε τὸν λόγο τοῦ Κυρίου· «μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι» (Ματθ. ε´ 17). Ὁ Κύριος, παρατηρεῖ ὁ θεῖος Πατήρ, μὲ τὴν φράσι αὐτὴ θέλει νὰ μᾶς εἰπῆ: Πρόκειται νὰ σᾶς εἰπῶ ὡρισμένα τελειότερα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν λεχθῆ στὰ προηγούμενα χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μὴ θεωρήσετε λοιπὸν «τὴν τελείωσιν» ὡς «κατάλυσιν». «Οὐ γὰρ ἐστι κατάλυσις, ἀλλὰ πλήρωσις»· διότι δὲν εἶναι κατάργησι, ἀλλὰ συμπλήρωσι9.
.         Ἔτσι ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου ἐδέχθη, κατὰ κάποιον τρόπο, μέσα του τὸν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στὸν ὁποῖο καὶ ἔδωσε ὅλη τὴν δροσιὰ καὶ τὴν ζωντάνια του. Τὸν συνεπλήρωσε καὶ τὸν ἐτελειοποίησε μὲ τὸ νέο πνεῦμα του, τὸν ἐσφράγισε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου καὶ τὸν ἔθεσε στὴν ὑπηρεσία, τὸν ἐτοποθέτησε στὴν λειτουργία τῆς νέας σωτηρίου Οἰκονομίας, ὅπου ἔπνεε πλέον σὲ ὅλη τὴν ἀποκαλυπτική του φανέρωσι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
.            Διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου ἡ θεία Ἀποκάλυψι, ἡ ὁποία περιέχεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, «ὄχι μόνον δὲν καταργεῖται, ἀλλ’ εἴτε ἐπικυροῦται, ὡς ἔχει εἴτε ἀναθεωρεῖται (βλ. Μάρκ. ι´ 2 ἑξ.), εἴτε συμπληροῦται καὶ ὁλοκληροῦται (βλ. Ματθ. ε´ 17) ἀπὸ τὴν Καινὴν Διαθήκην, ὄχι πλέον διὰ τοῦ “τάδε λέγει Κύριος”, ἀλλὰ διὰ τοῦ “ἐγὼ δὲ λέγω” τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (…). Μάλιστα ἡ Παλαιὰ Διαθήκη περιβάλλεται ἀπὸ Ἐκεῖνον μὲ τὸ αἰώνιον καὶ ὑποχρεωτικὸν κῦρος (βλ. Ματθ. ε´ 18-19) τῆς θείας αὐθεντίας του» καὶ ἀναβιβάζεται «εἰς συμπάρεδρον τῆς Καινῆς Διαθήκης. Παύει δ’ ἐφεξῆς ὁ περιορισμός της νὰ εἶναι ἡ κατὰ προνόμιον “Γραφὴ” ἑνὸς μόνου λαοῦ, καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν κληροδοτεῖται πλέον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν», ποὺ ἀποτελεῖ «τὸν νέον “περιούσιον λαόν” τοῦ Θεοῦ», ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἑξῆς δὲν περιλαμβάνει ἕνα μόνον ἔθνος, ἀλλὰ «ἐν δυνάμει “πάντα τὰ ἔθνη”»10.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Περισσότερες λεπτομέρειες καὶ θεολογικὲς προεκτάσεις γιὰ τὴν ἀξία τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης βλέπε στὸ 24ο κεφάλαιο.

2. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ματθαῖον, Ὁμ. 16, 2-3 PG 57, 241-242.

3. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, κεφ. ε΄ 17 PG 129, 204ΑΒ.

4. Παρὰ ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20005, σελ. 90 (σχόλια εἰς Ματθ. ε΄ 17).

5. Παρὰ ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 96, 97 (σχόλια εἰς Ματθ. ε΄ 28).

6. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, ἔνθ. ἀνωτ., PG 129, 264D-265Α.

7. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, ἔνθ. ἀνωτ., PG 129, 204C.

8. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ἔνθ. ἀνωτ., 244-246.

9. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Περὶ ὁμοουσίου, Λόγ. ι΄ [10] (Ὅτι τὸ μὴ λέγειν…), 7 PG 48, 789. Τὴν ἰδίαν ἀλήθειαν ἀναπτύσσει καὶ ὁ Πάν. Ν. Τρεμπέλας στὸ περὶ προφητικοῦ ἀξιώματος τοῦ Κυρίου κεφάλαιον τῆς Δογματικῆς τοῦ ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 19792, σελ. 156.

10. ΝΙΚ. Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ, Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ὡς Ἁγία Γραφὴ (ὀλίγα περὶ τῆς σχέσεώς της πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν Ὀρθοδοξίαν), Ἀθῆναι 1996, σελ. 18-19.

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: