«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

Λόγος Βασιλείου Ἐπισκόπου Σελευκείας

«Εἰς τὴν Χαναναίαν» 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,
σελ. 295 καὶ ἑξῆς.

 .          Ἰδοὺ ὅτι ὑπῆρξε καὶ συμφορά, ἡ ὁποία ἔγινε ἀφορμὴ μεγάλης εὐφροσύνης, καὶ πένθος ποὺ προξένησε εὐθυμία, καὶ λύπη ποὺ ἔφερε ὑπερβολικὴν χαρά. Ἐπειδὴ ὅπου παρευρίσκεται ὁ Ἰησοῦς, καὶ ὁ θρῆνος μεταβάλλεται σὲ ἡδονήν, καὶ ὁ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς μεταλλάσσεται σὲ εὐφροσύνην. Τὸ μαρτυρεῖ αὐτὸ μὲ τὰ λόγια της κραυγάζοντας ἡ Χαναναία, τὴν ἱστορία τῆς ὁποίας μὲ θαυμασμὸν ἡ βίβλος τῶν Εὐαγγελίων τὴν ἐπιδεικνύει μέχρι τώρα, καὶ διατηρεῖ τὴν κραυγή της γραμμένη σὰν σὲ στήλη, ὥστε ὁ ἐπίβουλος χρόνος νὰ μὴν παρασύρη τὴν μνήμη, ἐπειδὴ ὁ καρπὸς τῆς πίστεως εἶναι πιὸ δυνατός. «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς», λέγει, «ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος». Ὁ Θεὸς παρευρίσκεται παντοῦ, καὶ κανένας τόπος δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸν περιορίση. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι κατὰ φύσιν ἀόρατος, ἐπιβεβαιώνει τὴν παρουσία του σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἔβλεπαν, προβάλλοντας τὸν ναὸ ποὺ ἐνεδύθη πρὸς χάριν μας. Ἦλθε στ μέρη τς Τύρου κα τς Σιδνος, στ παλαι καταγώγια τν δαιμόνων, στς περιοχς τν εδώλων, στς χρες τς εδωλολατρίας, στ ντικείμενο τς κατηγορίας τν Προφητν.
.          π τν ουδαία στν Σιδώνα κα τν Τύρον. π τ ργαστήρια τς εσεβείας στν βυθ τς σεβείας. π τος μαθητς το Μωυσέως, στος ργάτες τν δαιμόνων. Καὶ γιὰ ποῖον λόγον μεταβαίνει ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο; λεγχος τν ουδαίων εναι μετάβασις το Κυρίου. ς εεργέτης συγχρόνως κα δικαστής, περιοδεύει Σωτήρ. Εἶναι ἀληθῶς ἀδυσώπητος κατηγορία ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων ἡ ἐπίγνωσις τῶν ἐθνικῶν. πειδὴ μως καταιγισμς τν θαυμάτων δν κατόρθωσε ν κάμψη τν ουδαϊκν λαόν, στε ν στραφ στν πίστη, λλ ν πλώνετο τ παράδοξον θεραπευτικ δίχτυ, μόνο τ θνος τν ουδαίων, ξ ατίας τς γρίας βασκανίας τους, πέφυγε τν θύρα τς σωτηρίας, τί καμεν σοφς ατρός; Πς μεθοδεύει τν αση τς ρρωστημένης γνώμης; Μεταφέρει στν Σιδώνα τ φάρμακα τς θεραπείας της, γι ν ρεθίση τν πιστον, ντιπαραθέτοντας ατν μ τ θνη. Εἶναι παλαιό, νομίζω, τὸ τέχνασμα αὐτὸ τοῦ Κυρίου, νὰ κάνη δηλαδὴ τὸν ἀχάριστο νὰ ἐντραπῆ, συγκρίνοντάς τον μὲ τὰ χειρότερα. Θέλοντας κάποτε νὰ ἐλέγξη τὴν ἀπείθεια τῶν Ἰουδαίων, ηὔξησε τὸν ἔλεγχον, ἀντιπαραθέτοντας αὐτοὺς μὲ τοὺς Νινευίτες. Καὶ στέλλει τὸν Ἰωνᾶ νὰ παρακολουθήση τὴν μεταβολὴν τῶν ἀσεβῶν, προβάλλοντας τὸν Προφήτην τῶν Ἰουδαίων, ὑπηρέτην τῆς κατακρίσεως τῶν Ἰουδαίων. Ἀλλὰ ἐκεῖνος λυπούμενος ἄκαιρα τοὺς ὁμοεθνεῖς του, κλέπτει τὸν ἔλεγχο καὶ δραπετεύει ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἔστειλε. Δὲν ἐγνώριζε ὅτι θὰ τὸν ἁλιεύση τὸ κῆτος καὶ θὰ τὸν παρουσιάση δέσμιον στὸν Δεσπότη. Καὶ πάλι συστελλόμενος ἀπὸ φόβον ἔγινε θεατὴς τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν εἰδωλολατρῶν. Μίαν φωνὴ μόνον ἄφησε, καὶ αἰχμαλώτισε ὅλων τὶς γνῶμες. Καὶ εἶδε τὴν προφητεία του νὰ διαψεύδεται, μαθαίνοντας στὴν πράξη πόσο πιὸ καλόπιστοι εἶναι οἱ ἐθνικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Καθ’ ὅσον αὐτοὶ μὲν κατέσφαξαν τοὺς Προφῆτες τους, ἐνῶ ἐκεῖνοι καὶ αὐτὸν ἀκόμη, τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦσαν τὴν ὕπαρξη, ἔφριξαν ἀκούγοντάς τον. Ὅταν δὲ ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης ἐματαίωσε τὴν ἀπειλὴν τοῦ Προφήτου, ἔπαυσαν νὰ σαλεύωνται τὰ τείχη τῆς πόλεως, ἀπεσύρθη τὸ ξίφος ποὺ ἦταν ἕτοιμο νὰ πέση, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ θανάτου ἀνεκλήθη, ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὴν πίστη τῶν καταδίκων. Ἐνικήθη θυμὸς προφητικός, βλέποντας τὸν ὑπεύθυνο νὰ νικᾶ μὲ τὴν εὐγνωμοσύνην.
.          Ἔτσι καὶ τώρα ὁ Σωτὴρ βαδίζει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴν Σιδώνα καὶ τὴν Τύρο, γιὰ νὰ στηλιτεύση τὴν Ἰουδαϊκὴν ὑποκρισίαν, ἀντιπαραθέτοντας αὐτοὺς μὲ τοὺς ἀσεβεῖς. Πρόσεξε παρακαλῶ τὸν Εὐαγγελιστὴν πῶς κομπάζει μὲ τὴν διήγηση, καὶ ἀποκαλύπτει τὸ νόημα τῆς μεταβάσεως τοῦ Κυρίου: «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν, ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. π πο κεθεν; π κε που θαυματουργώντας δέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας κουεν βρεις, κα εεργετώντας ντιμετώπιζε τν πιστία. «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐκ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζε λέγουσα: Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Χαναναία τὸ γυναικάριον, ἀλλὰ μὲ τὴν προαίρεσιν ἠρνήθη τὸ γένος της. Ἡ πίστις ἐνίκησε τὴν φύση. Κανείς, λέγει, πλέον ἂς μὴν κατηγορῆ τοὺς Χαναναίους. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἔλυσε τὰ ἐγκλήματα τῶν πατέρων της, γίνεται ἀρχὴ εὐσεβείας, κραυγάζοντας στοὺς εὐσεβεῖς: «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Πόσες μυριάδες Ἰουδαίων ἐθεράπευσε ὁ Χριστὸς καὶ ἀντὶ εὐχαριστίας ἤκουσε: «Οὗτος πόθεν ἐστὶν οὐκ οἴδαμεν». Ἐνῶ μία ἄσημος γυναίκα Χαναναία καὶ πρὶν τὴν θεραπεία, μὲ ἀναπτερωμένην πίστη ἔφθασε σὲ ὕψος εὐαγγελιστοῦ. «Κύριε, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησον μέ. Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Πένθος ἐλεεινὸν καὶ θέαμα γιὰ τὴν μητέρα πιὸ πικρὸν καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρὲς παλεύει μὲ τὴν κόρη, καὶ ὁ ἐχθρὸς παραμένοντας ἀόρατος, παρατάσσεται κατὰ τοῦ παιδιοῦ.
— Πῶς νὰ ἀναγγείλω τὸ δεινόν, πῶς νὰ κηρύξω τὸ πάθος; Δὲν ὑποφέρω νὰ τὴν βλέπω. Πηδᾶ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, περιφέρεται στὴν πόλιν ἐκτείνοντας τὰ χέρια στὸν ἀέρα, μὲ βλέμμα ἀπλανὲς καὶ ἀκάλυπτα τὰ μαλλιά. Γιὰ καταγώγιον τοῦ δαίμονος τὸ ἐγέννησα τὸ παιδί μου; Παραβλέπει τὴν αἰσχύνην ἡ συμφορά, καὶ τὸ πάθος αἰχμαλώτισε τὴν φυσικὴν ἐντροπήν. Ἀφήνει κραυγὲς ποὺ προκαλοῦν τὸν φόβο. Τρέχει στὸν δρόμο, ἐλεεινῶς σιωπᾶ καὶ ἀκόμη χειρότερα ὁμιλεῖ. Δὲν ἔχει προθεσμίαν ἡ τιμωρία, καταναλώνονται οἱ νύκτες στὴν ἀγρυπνία. Εὑρίσκοντας δὲ τὶς ἡμέρες φοβερότερες ἀπὸ τὶς νύκτες, πηδᾶ ἀπὸ τὴν κλίνη καὶ ἀρχίζει νὰ διαλαλῆ τὴν συμφορά:
—Ἐλέησόν με, ποὺ μαστιγώνομαι ἀπὸ τὴν θυγατέρα μου. Ἐκείνης τὸ πάθημα, ἰδικός μου ὁ πόνος, ἐκείνην διαπομπεύει τὸ δαιμόνιον, ἡ φύσις ὅμως διὰ μέσου ἐκείνης γίνεται ὅπλον ἐναντίον μου. Ὁ δαίμων εἰσῆλθε στὴν θυγατέρα πολεμώντας τὴν μητέρα, σ’ ἐμένα ρίπτει τὰ βέλη διὰ μέσου αὐτῆς. Εἴθε νὰ μὴ μοῦ γεννοῦσε αὐτὴν τὴν κυοφορίαν ἡ φύσις! Νὰ ἐτελείωνε ἡ ζωή μου μὲ τὸν τοκετό. Θὰ ἦταν παρηγορία γιὰ τὸν θάνατον ὁ νόμος τῆς φύσεως. Ἐλέησόν μας.
.           «Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». Ὢ φιλάνθρωπος σιωπὴ μὲ σχῆμα ἀπάνθρωπον! Ὢ σιωπὴ μεγαλόφωνος, ποὺ εἶναι κατήγορος τῶν Ἰουδαίων! Μὲ αὐτὴν ἔλεγε ὁ Σωτὴρ στοὺς Ἰουδαίους: Βλέπεις, Ἰουδαῖε, Χαναναίας εὐγένεια; Βλέπεις ἀπὸ ρίζα διαβεβλημένην καρπὸν ἐπαινετόν; Δν δέχθη τν Μωυσ γι νομοθέτη κα νεγνώρισε το Μωυσέως τν Δεσπότην. Δν γνωρίζει Προφτες κα πιστεύει σ’ ατν πο προφητεύθη. Καὶ σημεῖα δὲν εἶδε, καὶ τὸν ἀπόγονό του Δαυὶδ ὁμολόγησε. Τὸν Θεὸν τὸν ἠρνήθης ἔπειτα ἀπὸ τόσα θαύματα, καὶ αὐτὴ πρὶν ἰδεῖ θαῦμα τὸν ἐπίστευσε. Ἀλλὰ κοίτα ποὺ κλαίει καὶ ἐγὼ τὴν παραβλέπω πρὸς χάριν σου. Ἂν καὶ λυποῦμαι τὸ πένθος, ὅμως κρύβω τὸ ἔλεος. Φωνάζει σὰν ἐθνική, τὴν στέλλω σ’ ἐσὲ παίρνοντάς σου ἀπὸ πρὶν τὴν πρόφαση τῆς ἀπιστίας. Δὲν τὴν ἀπαλλάσσω ἀπὸ τὸ πάθος, γιὰ νὰ μὴ σοῦ προκαλέσω φθόνο. Συγκρατῶ τὴν θεραπεία, γιὰ νὰ μὴ σοῦ δώσω λαβὴν ἀπιστίας, γιὰ νὰ μὴ λέγω, κατηγορώντας σὰν ἄπιστος: τὴν Χαναναίαν ἐλεοῦσες; Γιατί ἐθεράπευες τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Μωυσέως; Κοίτα ποὺ τὴν ἀφήνω νὰ κλαίη, καὶ γιὰ νὰ τιμήσω ἐσέ, παραβλέπω μητέρα ποὺ τιμωρεῖται μὲ τὰ παθήματα τῆς κόρης!
.           «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησον μέ. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». ναβολ τς θεραπείας, δοκιμασία τς πίστεως, χωνευτήριο τῆς προαιρέσεως τῆς γυναικός. Μᾶλλον ἡ σιωπὴ τοῦ Κυρίου γίνεται ἔπαινος στὴν Χαναναία. Μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ χορὸς τῶν Ἀποστόλων, μὴ γνωρίζοντας τὴν σοφία τῆς Δεσποτικῆς σιωπῆς, καὶ ἀδυνατώντας νὰ ὑποφέρη τὴν φωνὴ τῆς πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης πρὸς τὸν Σωτήρα, καὶ πρεσβεύουν γιὰ τὴν γυναίκα οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Δέχονται αὐτοὶ τὶς ἱκεσίες της, καὶ παρακαλοῦν τὸν Κύριον: «Ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἠμῶν». Τί ἀπαντᾶ ἡ ἀνέκφραστος φιλανθρωπία, ἡ ἀπόρρητος σοφία; «Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις».
.           Βαρυτέρα ἀπὸ τὴν σιωπὴν ἡ ἀπόκρισις. Ἀνάλογος ὅμως μὲ τὴν πίστιν τῆς Χαναναίας. Διότι ἂν δὲν ἦταν ἡ πίστις της μεγάλη, θὰ κατηγοροῦσε τὸν Σωτήρα γιὰ ἀπανθρωπίαν ἢ γιὰ ἀδυναμίαν, θὰ ἀπεμακρύνετο καὶ θὰ ἔλεγε: τί φοβερὰ ἀπανθρωπία! Δὲν μὲ ἐλυπήθη ποὺ κλαίω, δὲν ἐλέησε μητέρα ποὺ πληγώνεται μὲ τὰ παθήματα τῆς κόρης, δὲν ἐλέησε τὸ δράμα τῆς φύσεως. Ἱκέτευα καὶ μὲ ἀπεστρέφετο, ἐφώναζα καὶ μὲ ἀπέφευγε. Καὶ πρῶτα μὲν ἀπέκρουσε τὶς φωνές μου μὲ τὴν σιωπήν. Οὔτε ὅταν ἐφώναζα τὴν ὥρα ποὺ σιωποῦσε τὸν συνεκίνησα, τότε ποὺ εἶχα καλὲς ἐλπίδες γιὰ τὴν θεραπείαν, ὅταν τὸ πάθημά μου εὐρῆκε συνηγόρους, ὅταν προσδοκοῦσα φιλάνθρωπο λόγον, ὅταν ὀνειροπολοῦσα πὼς μόλις ὁμιλήσει θὰ ἀπαλλαγῆ ἡ θυγατέρα μου. Μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμα ἀνέμενα φωνὴν ποὺ θὰ φέρη τὴν ἄνεση. Καὶ τότε ὁμίλησε καὶ διέλυσε τὶς ἐλπίδες μου. Φορτωμένη μὲ λύπη φεύγω. Μοῦ πρόσθεσε συμφορὲς μὲ τὶς ὕβρεις του. Κυνάριο μὲ εἶπε μέσα σὲ τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αὐτὸς δικαιώνει τὸν δαίμονα. Φαίνεται τῆς κόρης μου ἡ συμφορὰ ἐνίκησε κι αὐτοῦ τὴν δύναμη. Ἴσως μὲ τὶς ὕβρεις ἔκρυψε τὴν ὁμολογία τῆς ἥττας του. Ἕνα μόνον ἐκέρδισα ἀπὸ τὴν ἱκεσία μου. Ηὔξησα τοῦ δημίου τῆς κόρης μου τὴν ἀγανάκτησιν, ἄναψα τὸν θυμόν του μὲ τὰ λόγια ἐκείνου, ἔκαμα ἀγριότερον τὸν ἐχθρὸν τοῦ παιδιοῦ μου. Ἀλλὰ δὲν ὀλίσθησε σὲ παρομοίους λόγους, οὔτε μὲ τὶς ὕβρεις ἡ πίστις ἀτόνησε. Μεγάλη ἡ πίστις τῆς γυναικός, γι’ αὐτὸ καὶ ἐθησαυρίσθη στὰ Εὐαγγέλια. «Οὐκ ἔξεστιν βαλεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων τοῖς κυναρίοις». Αὐτὴ δὲ προσπαθώντας νὰ μεταπείση τὸν Δεσπότην ἔλεγε: Ναὶ Κύριε, παίρνω τὴν ὕβρη σὰν ὑπόσχεση θεραπείας. «Καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν». Μοῦ ἐγγυᾶται τὴν σωτηρίαν ἡ προσφώνησις τοῦ ζώου αὐτοῦ. Ἂς γίνη τὸ μέγεθος τῆς ὕβρεως μέτρον γι’ αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ δώσης. Κυνάριο μὲ ὀνόμασες. Σὰν κατοικίδιο θὰ ἀπολαύσω τὴν τράπεζα τοῦ Κυρίου μου. Ἔχει μερίδιον ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῶν τέκνων καὶ τὸ κυνάριο. Δὲν ἁρπάζω τὸν ἄρτο, τὰ ψίχουλα ζητῶ. Δὲν πηδῶ ἐπάνω στὴν τράπεζα, αὐτὰ μοῦ φθάνουν. Δὲν ὁμιλῶ γιὰ ἀπόλαυσιν. Ἂς ἀπολαύση ὁ κληρονόμος σου ἐκεῖνο τὸ τραπέζι, ἂς πέση ὅμως ἀπὸ τὸ χέρι σου κάποιο ψίχουλο καὶ γιὰ ἐμᾶς. Ὢ πίστις! Ὢ σύνεσις! Ὢ εὐλάβεια Χαναναίας! Τί κάνει λοιπὸν ὁ Σωτήρ; Ἀποκαλύπτει τί ἔκρυβε ἡ σιωπή: «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις»! Γι’ ατ νέβαλα τν χάρη, γι ν δείξω τν πίστη σου. Δν σιωποσα ς πάνθρωπος, λλ σύχαζα ς προγνώστης. Περίμενα ν φανε λη σου πίστις. θελα ν διδαχθον ο παρόντες τί μαργαρίτης κρύπτετο σ γυναίκα Χαναναία. Σοῦ ἀνοίγω ὅλο τὸ τραπέζι τῆς θεραπείας, καὶ σοῦ χαρίζω ὄχι σὰν σὲ κυνάριο τὰ ψίχουλα, ἀλλὰ ὡς θυγατέρα τὸν ἄρτον. Ἐσὺ μὲν ἐνίκησες μὲ τὴν πίστη τοὺς Ἰουδαίους, ἐγὼ δὲ μὲ τὴν δωρεὰ τὸ αἴτημά σου. «Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Γίνε σὺ ἰατρὸς τῆς κόρης σου, μέσα σου ἔχεις τῆς θεραπείας τὸ φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατὰ τῶν Ἰουδαίων καὶ τοῦ δαίμονος. Λάβε ἔπαθλο τῆς πίστεως, τὴν θεραπεία τῆς φύσεως.
.           Ἂς ἀναζητήσωμε τὴν πίστη, τὸν στέφανον τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς ἀγαπήσωμε τὴν πίστη, τὴν ἀστραπὴ τῆς ὁποίας δὲν ὑποφέρουν οἱ δαίμονες. Τὴν πίστη, τὸ κεφάλαιον τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἂς ἀκούσωμε τὸν Παῦλο ποὺ φωνάζει: «Στήκετε ἐν τῇ πίστει». «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ὥστε νὰ ἀκούσωμε καὶ ἐμεῖς τὸν Δεσπότη νὰ μᾶς λέγη: «Γενηθήτω ὑμῖν ὡς θέλετε». Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώμων.

.           Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς



 ΠΗΓΗ:  «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ» (orp.gr/?p=325)

Advertisements

, , , , , , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: