«ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΓΙΝΗ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ»

«ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΓΙΝΗ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο:
Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου
«ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ–
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΒΒΑ ΗΣΑΪΑ»

Ἐκδόσεις Ἴνδικτος
(Σελ. 492-496)

 Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.        Ὅ,τι πιάνουν τὰ χέρια σου καὅ,τι βλέπουν τὰ μάτια σου καὶ μὅ,τι ζυμώνεται ἡ καρδιά σου, αὐτἀγαπᾶς. Ἐὰν μέχρι στιγμῆς δὲν μᾶς δίνη ὁ Θεὸς πνευματικὰ πετάγματα στὴν βασιλεία του, ἐὰν δὲν μᾶς δίνη πνευματικὲς χαρές, εἶναι γιατί δὲν τὸ ποθήσαμε, δὲν ἀγωνισθήκαμε, δὲν σκιρτήσαμε γιὰ τὴν βασιλεία του. Ἂς τὸ ἐπιδιώξωμε. Αὐτὸ ὅμως πετυχαίνεται μὲ μόχθο, ποὺ σημαίνει ζωὴ στὴν σιωπὴ μέσα στὸ κελλί.
.        (…) Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, ὅταν κανεὶς ἀποφασίση νὰ ζήση μιὰ τέτοια ζωή, θὰ συναντήση στὴν ἀρχὴ κάποια ἀπογοήτευσι, κάποια ἀπελπισία, διότι ἡ καρδιά μας εἶναι κλεισμένη, εἶναι μπουκωμένη, θὰ λέγαμε. Ὅπως, ὅταν βάλη κανεὶς στὸ στόμα του πολὺ φαγητό, τοῦ φαίνεται ὅτι θὰ πνιγῆ, ἔτσι παθαίνουν καὶ οἱ ψυχές μας καὶ δὲν χωροῦν καθόλου Θεόν. Οἱ καρδιές μας εἶναι κλεισμένες γιὰ τὸν Θεόν, γιατί εἶναι δοσμένες σἄλλα πράγματα. Τὸ κλείσιμο τῆς καρδιάς εἶναι ἕνα σπάσιμο καὶ ἕνα πάγωμα. Ἡ καρδιά μας εἶναι σπασμένη, μοιρασμένη, χωρισμένη σὲ χίλιες ἀνάγκες, σὲ χίλια προβλήματα, σὲ χίλια αἰτήματα, σὲ χίλια ἐνδιαφέροντα· εἶναι κομματιασμένη, καὶ ὅταν πᾶς νὰ μαζέψης τὰ κομμάτια αὐτά, δὲν μπορεῖς. Εἶναι σὰν νὰ μαζεύης κομμάτια πάγου, χωρὶς ὅμως νὰ μπορῆς νὰ τὰ συναρμολόγησης, γιὰ νὰ κάνης τὸ ἀρχικὸ κομμάτι. Εἶναι παγωμένη ἡ καρδιά μας γιὰ τὸν Θεόν. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος κάνη τὴν ἀρχὴ καὶ δὲν δικαιολογῆται ἀλλὰ ἐπιμένη, τότε, παρ’ ὅλο τὸ σπάσιμο καὶ τὸ πάγωμά του, ἡ καρδιά του θὰ ἀνοίξη καὶ θὰ βρῆ τὸν Θεόν.
.        Οἱ περισσότεροι, ὅταν βλέπουν πόσο παγωμένη καὶ σπασμένη εἶναι ἡ καρδιά τους, ἔρχονται καὶ λένε: Τί νὰ κάνω, Γέροντα; Ἡ καρδιά μου δὲν λέει τίποτε, δὲν νοιώθω τίποτε! Καὶ ἀπαντῶ: Ἐὰν δὲν νοιώθη καρδιά σου τίποτε, αὐτὸς δὲν εἶναι λόγος νὰ  σταματήσης. Ἀντίθετα, εἶναι λόγος νὰ ἐπιμείνης, νὰ ἐπιταχύνης τοὺς κτύπους τῆς καρδιάς σου καὶ νὰ ἐπαύξησης τὶς γονυκλισίες σου καὶ τὰ δάκρυά σου. Ὅταν τὸ κάνης, τότε νοιώθεις σιγὰ σιγὰ νὰ ἀνοίγη ἡ καρδιά σου. Ὅπως στὸ χῶμα, ὅταν εἶναι  ξηρὸ καὶ ἀρχίζη νὰ πέφτη ἡ βροχούλα, ἀνοίγουν οἱ πόροι καὶ ἀπορροφοῦν τὴν βροχή, ἔτσι καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, σὰν μία ἄλλη βροχή, κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴν καρδιά καὶ ἀνοίγει τοὺς πόρους της.
.        Ὅλα τὰ κάνει ὁ Θεός, ἀρκεῖ ἐγὼ νὰ ἐπιμείνω στὸν μόχθο μου, στὸ πένθος μου, στὴν ζήτησι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως ἡ γῆ, ὅταν δεχθῆ τὴν βροχή, ἀρχίζει νὰ βλαστάνη τοὺς σπόρους ἀπὸ τὰ ἔγκατά της καὶ ἐν συνεχείᾳ τὰ φυτὰ μεγαλώνουν, ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σέ μας. Ἡ ψυχή μας, ἀφοῦ δεχθῆ σὰν βροχὴ τὴν θεία χάρι, ἀρχίζει καὶ βλαστάνει ἀπὸ μέσα της τοὺς σπόρους ποὺ μᾶς ἔχει σπείρει τὸ χωριό μας, ἡ μάννα μας, ὁ πατέρας μας, ἡ παιδική μας ἡλικία, τὰ ὄνειρά μας, τὸ δόσιμό μας, ὁ Γέροντάς μας. Οἱ σπόροι βλαστάνουν, ἀνθίζουν, καρποφοροῦν.
.        Ἑπομένως ὅλα ὅσα μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεὸς χωρὶς ἀγώνα μένουν μέσα μας, σαπίζουν, ἀλλὰ δὲν βλαστάνουν. Δὲν ἑνώνομαι δηλαδὴ οὔτε μὲ τὸν Γέροντά μου, ὁ ὁποῖος ἔσπειρε μέσα μου, οὔτε μὲ τὰ βιβλία μου, οὔτε μὲ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ καλλιέργησε, οὔτε μὲ τὸν πάτερα μου, οὔτε μὲ τὴν μάννα μου. Πιθανὸν νὰ τοὺς μνημονεύω, νὰ τοὺς κάνω τρισάγια, ἀλλὰ δὲν γίνεται τίποτε! Παραμένω σπόρος, ὅπως ἔπεσα. Θὰ σαπίσω, ἀλλὰ δὲν θὰ καρποφορήσω. Γι᾽ αὐτὸ τὰ πάντα μοῦ φαίνονται ξένα, τὰ πάντα μοῦ φαίνονται παγωμένα.
.        Ἐὰν δὲν κλεισθῆς στὸ κελλάκι σου, μέχρις ὅτου ἀνοίξη ἡ καρδιά σου, ἔστω καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια –θὰ ἔρθη ὅμως ἐκείνη ἡ ὥρα–, δὲν θὰ νοιώσης οὔτε τὸν Γέροντά σου ὡς Γέροντά σου, οὔτε τὸν πάτερα σου ὡς πάτερα σου, οὔτε τὸν Θεὸν ὡς Θεόν σου· θὰ εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ (Ματθ. κβ´ 32), θὰ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Θεὸς τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Νυμφίος τῆς νύμφης, ἀλλὰ δὲν θὰ γίνη ποτὲ ὁ δικός σου Νυμφίος.
.        Παράδωσε λοιπὸν τὴν καρδιά σου στὸν Θεόν, γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξη ἐκεῖνος. Καὶ τὴν ἀνοίγει σὲ ὅποιον περιμένει, σὲ ὅποιον παλεύει, σὲ ὅποιον ἐμμένει, σὲ ὅποιον δὲν ἀγανακτεῖ, δὲν ἀντιδρᾶ, δὲν ἀνυπομονεῖ ἀλλὰ ὑπακούει· σὲ αὐτὸν ὁ ὁποῖος ὑπομονετικὰ περιμένει καὶ λέγει, ἥξει ἡ ὥρα. Καὶ ὄντως, ἡ ὥρα θὰ ἔρθη! Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν ἔρθη. Ἀλλοιῶς, δὲν ὑπάρχει Θεός. Ἐὰν ὑπάρχη, ὑπάρχει γι’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμή. Αὐτὴ τὴν στιγμὁ Θεὸς θὰ γίνη ὁ Θεός μου.

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: