ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΑΡΘΡΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ ΕΥΧΩΝ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΣΕ ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΑΡΘΡΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ ΕΥΧΩΝ

 Ἀρχιμ. Νικόδημος Μπαρούσης,
Ἱ. Μονὴ Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερῶν

Ἀπὸ τὸ περιοδ. «Ἐφημέριος», τ. Μαΐου 2011

.        Εἰς τὸ τεῦχος μηνὸς Φεβρουαρίου 2011 τοῦ περιοδικοῦ «Ἐφημέριος», ἐδημοσιεύθη ἄρθρον τοῦ Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Α.Π.Θ. κ. Παναγιώτου Σκαλτσῆ, ὑπὸ τὸν τίτλον: «Ἰωάννης Φουντούλης καὶ μυστικὴ Λατρεία». Ἐπιτρέψατέ μου, παρακαλῶ, νὰ ἐκθέσω ἐπ’ αὐτοῦ, ὅσον δύναμαι ἐπιγραμματικῶς, κάποιες ἀπόψεις. Σεβόμενος τὸν χῶρον τοῦ περιοδικοῦ, θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὶς κυριώτερες ἀνακρίβειες τοῦ ἐν λόγῳ ἄρθρου, ἱκανές, κατὰ τὴν ἄποψίν μου, νὰ δημιουργήσουν λανθασμένες ἀντιλήψεις.

.      α´) Ἀναφέρεται, εἰς τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον, ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς 139ης Νεαρᾶς τοῦ Ἰουστινιανοῦ ὡς «ἕνα κείμενο ρωμαλέο». Ὅμως, ἀποσιωπᾶται ὅ,τι ἔγραφε ὁ Ἰ. Φουντούλης διὰ τὴν ἀπαξίωσιν τοῦ πολιτειακοῦ αὐτοῦ νόμου ἐκ μέρους τῆς θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας, οὕτως ὥστε αὐτὴ «Ἡ Νεαρὰ τοῦ Ἰουστινιανοῦ … μόνον προσωρινὸν ἀποτέλεσμα εἶχεν, ἐὰν εἶχεν»[1]. Ἄλλως τε, ὁ Ἰουστινιανὸς καὶ ἄλλα διατάγματα ἐξέδωκε, ὡς ἐκεῖνο ὁποὺ ἀνεφέρετο εἰς τὴν «βδελυρὰν … δογματοποιΐαν … ὡς … ἄφθαρτον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξ αὐτῆς ἑνώσεως γεγενῆσθαι»[2], μία αἱρετικὴ διδασκαλία, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας [3].

.       β´) Ὡς χρόνος ἐπικρατήσεως τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, κατὰ τὸ ἄρθρον, ὁρίζονται «οἱ μετέπειτα αἰῶνες καὶ δὴ ἡ Τουρκοκρατία». Ὅμως, ὁ Ἰω. Φουντούλης γράφει ὅτι, ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰουστινιανοῦ (Ϛ´ αἰών), εἶχεν ἐπικρατήσει «Ἡ πρᾶξις αὐτὴ» τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως[4]. Τὴν ἄποψιν αὐτὴν συμμερίζετο ἀπολύτως καὶ ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας.[5] Δηλαδή, τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκράτησε ἡ ὀρθόδοξος δογματικὴ διδασκαλία, ἐπεκράτησε καὶ ἡ ὀρθόδοξος μυστικὴ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας.
.       Ὑποθέτω, ὅτι ὡς «μετέπειτα αἰῶνες» ἐννοοῦνται κάποιες περίοδοι, ὅπου μία «ἱερὰ σκουριὰ» ἐπεκάθισε ἐπὶ τῆς αὐθεντικῆς λειτουργικῆς πράξεως. Διερωτῶμαι, μήπως ὁ ἅγιος Γερμανὸς Κωνσταντινουπόλεως (†733), ὁ Θεόδωρος Ἀνδίδων (†1230), ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας (†1392) ἢ ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης (†1430) ἀνήκουν εἰς μίαν τέτοιαν περίοδον θεολογικῆς παρακμῆς; Μήπως ὁ ἐμπνευστὴς ὅλων αὐτῶν, ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς, ὁ ὁποῖος «κατὰ τὸν Dalmais [6], ἀποφεύγει νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ “κοινὸν” τὴν εὐχαριστιακὴν εὐχήν, ἐπειδὴ ἀνεγινώσκετο ὑπὸ τοῦ ἱερουργοῦντος μυστικῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς ἄλλωστε καὶ σήμερον»[7], ἢ καὶ ὁ ἀρχαιότερος αὐτοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ὅλοι παραπέμπουν, ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, εἶναι ἐκφρασταὶ μιᾶς τέτοιας παρακμῆς; Μήπως ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ διὰ τὴν ἀποστολικότητα τῆς παραδόσεως τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν[8], ἢ οἱ θεόπνευστοι συγγραφεῖς τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν περιγραφὴν τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ἐνῶ ἀναφέρουν τὰ συστατικὰ λόγια, ἀποσιωποῦν ἐπιμελῶς ἅπαντες τὰ εὐχαριστιακὰ τελεστικὰ λόγια τοῦ Κυρίου[9], ἀνήκουν εἰς τοὺς «μετέπειτα αἰῶνες»;

.       γ´) Μετὰ φανερᾶς σκωπτικῆς διαθέσεως καταβάλλεται προσπάθεια, εἰς τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον, πρὸς ἐξιχνίασιν τῆς λειτουργικῆς ἐννοίας τοῦ ὅρου «μυστικῶς», καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ βυζαντινοὶ ὑπομνηματισταὶ τὴν προσδιορίζουν ἐπακριβῶς. Κατ’ αὐτούς, λοιπόν, «μυστικῶς» σημαίνει «ὑποψιθυρίζειν»[10]. Μεταξὺ ἄλλων, ἐπίσης, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ὁμιλεῖ περὶ «“μυστικῆς ἐπιτελουμένης εὐχῆς”[11], ἤγουν ὅτε ὁ ἱερεύς, τὸν ἄρτον ἁγιασθῆναι καὶ τὸ ποτήριον, καθ’ ἑαυτὸν εὔχεται»[12].

.       δ´) Ἡ ἔλλειψις διακόνου συνήργησε, κατὰ τὸ ἄρθρον, εἰς τὴν μυστικὴν ἀνάγνωσιν τῶν εὐχῶν, ἐνῶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ συμμετοχὴ τοῦ διακόνου συμβάλλει εἰς τὴν μυστικὴν ἀνάγνωσιν τῶν εὐχῶν, ἐφ’ ὅσον «ἐν ὅσῳ τῶν αἰτήσεων ὁ διάκονος ἐξηγεῖται καὶ ὁ λαὸς εὔχεται, ὁ ἱερεὺς ἔνδον εὐχὴν ποιεῖται ἡσυχῇ καθ’ ἑαυτόν…»[13].

.       ε´) Πρὸς ἐπίρρωσιν δῆθεν τῆς εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας, εἰς τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον ἐπιστρατεύεται ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, «ποὺ θέλει τὶς εὐχὲς νὰ ἀναγινώσκονται “μετὰ προσοχῆς καὶ ἀργῶς … ἐν ἐπηκόῳ”» (PG 155, 212C). Ὅμως, ὡς σαφῶς γνωρίζει καθεὶς μελετητὴς τοῦ Ἁγίου Συμεών, τὸ ἐν λόγῳ χωρίον ἀναφέρεται εἰς «τοὺς ἀφορκισμοὺς … ἐν τῷ θείῳ Βαπτίσματι», καὶ ἀσφαλῶς οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τῆς εἰς ἐπήκοον τοῦ κατηχουμένου καὶ τῶν λοιπῶν λαϊκῶν ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας, ὁ ἅγιος Συμεὼν διευκρινίζει ὅτι ὁ ἱερεὺς μόνον «τὴν ὀπισθάμβωνον εὐχὴν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ … εἰς ἐπήκοον ἐκφωνεῖ» (PG 155, 301C), ἔχων ἤδη καταστήσει σαφὲς ὅτι, εἰς ὅλες τὶς Ἀκολουθίες, ὁ ἱερεὺς ἐνῶ «ἐπεύχεται μετὰ σιγῆς … ἐν ἐκφωνήσει δοξολογεῖ» (PG 155, 612D).

ϛ´) Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης προβάλλεται εἰς τὸ ἄρθρον, ὡς δῆθεν θιασώτης τῆς εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας. Πρὸς τοῦτο γίνεται ἀναφορὰ εἰς τὸν λόγον του: «Μὲ ποῖον τρόπον πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ», καὶ χρησιμοποιοῦνται οἱ παράγραφοι: «Ὅτι οἱ ἱερεῖς καὶ λαϊκοὶ δὲν πρέπει νὰ βιάζωνται, πότε νὰ εὔγουν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν», «Ὅτι δὲν πρέπει οἱ ἱερεῖς νὰ διαβάζουν ἐν ταὐτῷ, ἄλλος ἕνα βιβλίον καὶ ἄλλος ἄλλο ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ» καί, «Τί σημαίνει ἡ χαρὰ ὁποὺ λαμβάνει τινὰς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ»[14]. Εἰς τὶς σελίδες αὐτὲς ὁ ἅγιος Νικόδημος γράφει: «Οἱ ἅγιοι ἱερεῖς νὰ ἀναγινώσκετε καὶ νὰ ψάλλετε τὰς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἱερὰς Ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου, τῆς θείας λειτουργίας καὶ τοῦ ἑσπερινοῦ, μὲ ἀργοπορίαν καὶ μετὰ εὐταξίας καὶ εὐλαβείας … Οἱ ἅγιοι ἱερεῖς ἂς διαβάζουν τὴν ἱερὰν Ἀκολουθίαν καὶ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων, μὲ ἀργοπορίαν καὶ ἂς φυλαχθοῦν, διὰ ἀγάπην Θεοῦ, ἀπὸ τὸ νὰ διαβάζουν εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν καιρόν, ἄλλος μὲν τὴν Παρακλητικήν, ἄλλος δὲ τὸ Μηναῖον καὶ ἄλλος τὸ Ψαλτήριον … Ἀδελφοί μου … ἐὰν ἀκούετε μὲ προσοχὴν τὰ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ λεγόμενα καὶ διδασκόμενα … θέλετε γλυκανθῆ … Διότι ἡ χαρὰ ἡ πνευματικὴ εἶναι σημάδι ὅτι … ἐλάβετε τὴν χάριν … ὅτε ἐβαπτίσθητε, ἥτις … τότε, ὅταν ἐσεῖς ἀκούετε τὰ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ψαλλόμενα ἱερὰ ψάλματα … ἐνεργεῖ … ἔσωθεν καὶ σᾶς προξενεῖ … χαρὰν καὶ γλυκύτητα…». Ὅμως, τὰ ἀνωτέρω δὲν ἀφοροῦν τὴν θείαν Λειτουργίαν, πολὺ δὲ περισσότερον τὰς ἱερατικὰς εὐχὰς αὐτῆς. Βεβαίως, εἰς τὸν ἴδιον Λόγον του ὁμιλεῖ εἰδικῶς καὶ περὶ τῆς θείας Λειτουργίας· πρόκειται περὶ τοῦ «κοινωνικοῦ». Ἀντιλαμβάνεται ὁ Ἅγιος ὅτι τὴν ὥραν αὐτήν, εἰς τοὺς ἐνοριακοὺς κυρίως ναούς, γίνεται χασμῳδία. Παρ’ ὅλα αὐτά, δὲν συμβουλεύει νὰ ἀκουσθοῦν οἱ ἱερατικὲς εὐχὲς ἐκείνης τῆς στιγμῆς, Ἀλλὰ τί λέγει; «Ἀντὶ νὰ ψάλλεται ἀργῶς τὸ Κοινωνικόν, νὰ γίνεται ἀνάγνωσις κανενὸς λόγου ψυχωφελοῦς, διὰ νὰ ἀκούουν οἱ χριστιανοὶ νὰ ὠφελοῦνται, καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἂς λέγεται τὸ Κοινωνικόν»[15]. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐγνώριζε καλῶς ὅτι οἱ ἱερατικὲς εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας ἀναγινώσκονται πάντοτε μυστικῶς16.

.         Φοβούμενος τὴν κατάχρησιν τοῦ περιωρισμένου χώρου τοῦ «Ἐφημερίου», ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ἀνωτέρω, τὰ ὁποῖα ἴσως εἶναι οἱ σημαντικώτερες ἀστοχίες τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἡ παρέμβασίς μου ἀποβλέπει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἀληθείας δι’ ἓν συγκεκριμένον θέμα· ἐπ’ οὐδενὶ θὰ ἤθελα νὰ ἐκληφθῇ ὡς σχετικοποίησις τῆς λειτουργικῆς προσφορᾶς τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν.

Μετὰ τιμῆς,
Ἀρχιμ. Νικόδημος Μπαρούσης,
Ἱ. Μονὴ Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερῶν.

 ΠΗΓΗ Διαδικτύου: alopsis.gr

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Λειτουργικὰ θέματα, Θεσσαλονίκη, 1977, σσ. 25-26.
2 «Βίος τοῦ τρισμακαριστοῦ Εὐτυχίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, παρὰ Εὐστρατίου πρεσβυτέρου ταπεινοῦ», «Corpus Christanorum», «Series Graeca 25», ἔκδ. «Brepols Tournhout», Bruxelles, 1992, σ. 34 ἑξ.
3 Πρβλ. Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Συναξαριστὴς τῶν ∆ώδεκα Μηνῶν τοῦ Ἐνιαυτοῦ, ἔκδ. «Δόμος», Ἀθήνα, 2005, τ. Γ´, σσ. 415-416 / Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, ∆ογματική, τ. 2, ἔκδ. «Ζωή», Ἀθῆναι, 1959, σσ. 78-80.
4 Πρβλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Λειτουργικὰ θέματα, Θεσσαλονίκη, 1977, σσ. 25-26.
5 P. N. TREMPELAS, «L’ audition de l’ anaphore eucharistique par le peuple», L’ Eglise et les Eglises, ἔκδ. «Chevetogne», Βέλγιον, τ. II, σ. 220.
6 I. DALMAIS, Mystere liturgique et divinisation dans la “Mystagogie” de saint Maxime le Confesseur, Paris, 1972, σ. 60.
7 Χ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ἡ Μυσταγωγία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἀθῆναι, 1994, σ. 90.
8 Πρβλ. ΒΕΠΕΣ 52, 287. Πρβλ. Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Πηδάλιον, ἔκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι, 1976, σ. 645 / Ἁγίου ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΑΡΙΟΥ, «Περὶ Παραδόσεως», 5, ἐν : Π. ΠΑΣΧΟΥ, Ἐν Ἀσκήσει καὶ μαρτυρίῳ, ἔκδ. «Ἁρμός», Ἀθήνα, 1996, σ. 87.
9 Πρβλ. PG 155, 740. Ἐπίσης, πρβλ. «Γράμμα Συνοδικὸν πρὸς τὸν πατριάρχην Ἀλεξανδρείας Γεράσιμον κατὰ τῆς ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ μὴ φανερᾶς ἐκφωνήσεως τοῦ “Λάβετε φάγετε”», ἐν : Μ. ΓΕΔΕΩΝ, «Κανονικαὶ Διατάξεις», τ. Α´, ἐν Κωνσταντινουπόλει, 1888, ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου, σσ. 89-92 / ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΔΕΛΙΚΑΝΗ, Τὰ ἐν τοῖς Κώδιξι τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἀρχειοφυλακείου σῳζόμενα ἐπίσημα ἐκκλησιαστικὰ ἔγγραφα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρὸς τὰς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ Κύπρου (1574-1863), ἐν Κωνσταντινουπόλει, 1904, ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου, (φωτοαναστατικὴ ἐπανέκδοσις, 1999), σ. 10-16.
10 Πρβλ. Ἁγίου ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Ἱστορία ἐκκλησιαστικὴ καὶ μυστικὴ θεωρία, PG 98, 452C-D / ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΝΔΙΔΩΝ, Προθεωρία, PG 140, 417-468.
11 ΒΕΠΕΣ 59, 215. Πρβλ. Πηδάλιον, σ. 654.
12 ΡΑΛΛΗ-ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τ. Δ´, Ἀθήνησιν, 1854, (φωτοτυπικὴ ἀνατύπωσις, Ἀθήνα, 1992), σσ. 305.
13 ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Εἰς τὴν Λειτουργίαν, «Sources Chretiennes 4b», ἔκδ. «Cerf», Paris, 1967, σ. 122-124, 126, 166, 218, 220, 302-304.
14 Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Ἡ Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν, ἔκδ. «Ρηγοπούλου», Θεσσαλονίκη, 1984, σσ. 318-320.
15 Αὐτόθι, σ. 319.
16 Πρβλ. Πηδάλιον, σ. 645.

, , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: